Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Είναι ο Άνθρωπος, ηλίθιε.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Άνθρωπος. Ο Άνθρωπος, ένα από τα πιο νοήμονα ζώα του ζωικού βασιλείου, περπάτησε στα δυο του πόδια και κυριάρχησε των άλλων ζώων και επί της γης.

Έχοντας επίγνωση της κωλοκατάστασης γενικότερα (θυμήσου, είμαστε μόνοι μας, στη μέση του πουθενά, για ελάχιστο χρόνο, πάνω σε έναν μικροσκοπικό βράχο, ο μισός μούσκεμα, μέσα σε ένα χάος τρομακτικού σκοταδιού με καυτερές κοτρόνες που χτυπιέται από παντού) αποφασίζει να τα κάνει όλα πουτάνα.

Καταστρέφει το βραχάκι του, βασανίζει, ξεφτιλίζει και ξεκοιλιάζει ότι ζώο κινείται, πετάει και κολυμπάει ενώ στον ελεύθερο χρόνο του, προσπαθεί να κυριαρχήσει στους άλλους του είδους του.

Κάποια ανθρωπάκια με λυμένα, ξεχασμένα ή αγνοημένα τα περισσότερα από τα αποπάνω, αποφασίζουν να ασχοληθούν με λιγότερο σαρκοβόρα πράγματα και έτσι, καταπιάνονται με την επανεφεύρεση του είδους τους. Τι σόι Κυρίαρχος είσαι αν δεν μοιάζεις με τέτοιον.

Ο Άνθρωπος, ζώο; Όχι! Τέχνες, υψηλές αξίες, ιδανικά, επιτεύγματα, ανδραγαθήματα, σοφίες και άλλες τραγελαφικές φανφάρες επιστρατεύονται για να χτίσουν μια εικόνα, αντάξια με αυτήν που θα ήθελε ο Άνθρωπος να έχει αν κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα ας πούμε, να τον κρίνει από τα παπούτσια του και μόνο. Και μάντεψε. Πέτυχε.

Για πολλά πολλά χρόνια, ο Άνθρωπος κοίταζε παπούτσια και έχτιζε εικόνα. Και το καλύτερο, οι περισσότεροι μάσησαν και ξέχασαν για λίγο τη ζωική τους προέλευση ή τη ζωώδη φρίκη που τους επέτρεπε να φιλοσοφούν. Παπουτσώθηκαν τα ύψιστα ιδανικά, ονόμασαν αναγκαιότητες τις φρίκες και πορεύτηκαν «ειρηνικά».

Κάποια στιγμή όμως, η Φύση σου δίνει τα παπούτσια στο χέρι.  Αξίες, σοφίες και σοφά ρητά ταπώνονται κατά ριπάς. Όχι, «δεν νικάει ο λύκος που τρέφουμε περισσότερο». Απλά, νικάει ο λύκος.

Κι ενώ η μισή ανθρωπότητα τρώει απανωτά άκυρα με τα Ανθρωποζώα που κατάφεραν να μας σαγηνεύσουν δίχως αύριο, για την άλλη μισή, είναι απλά άλλη μια μέρα στη Ζούγκλα.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Δέκα χρόνια μπλόγκινγκ! :)

Για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν περίμενα ότι θα έγραφα για τα δέκα χρόνια του blog μου. Πέρασαν τόσο γρήγορα αλλά απ΄την άλλη με πιάνει ίλιγγος με όλα αυτά που συνέβησαν μετά από εκείνο το απόγευμα στο ψιλικατζίδικο που μου τη βάρεσε και την είδα blogger. :)

Εκεί που βρίσκεσαι πίσω από έναν ψηλό πάγκο κάθε μέρα για ατέλειωτες ώρες, χωρίς διακοπές, διαλείματα και ρεπό, μια τόση δα οθόνη και μια σύνδεση που επιτρέπεται να χρησιμοποιείς για λίγα μόλις λεπτά, μεταμορφώνουν τη ζωή σου, της δίνουν νόημα, διέξοδο, χαρά και κυρίως σε μαθαίνεις. Ναι, επικοινωνείς αλλά κυρίως εκφράζεσαι και πειραματίζεσαι, παίζεις και ψάχνεσαι. Και με όλα αυτά, διαβάζεις πολύ, σκέφτεσαι αλλιώς, ξεβαλτώνεις, ξαναθυμάσαι τα βασικά, τα γραπώνεις και περιέργως, ανακαλύπτεις πως μπορούν να σε πάνε όπου θες.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Δραχμαγεδδών




  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 9.02.2015

Μέχρι χθες είχες τους μισούς να το τραβάνε μέχρι αηδίας σε μαγκιές, συνωμοσιολογίες, ανορθολογισμούς, νεράιδες και λοιπές παπάντζες και τους δε να σου κουνάνε το δάχτυλο, να φέρονται σαν σνομπ καθηγητές που φυλάνε την Ιερή Γνώση Της Επιβίωσης να σε τρομάζουν, να σε επιπλήτουν μα κυρίως να σε λυπούνται που δεν μπορείς να καταλάβεις δυο απλά πράγματα και κυρίως που θυμώνεις ενώ φταις. Μνη ή Αντιμνή. Απαραίτητα.

Χωροχρονικά


Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 28.01.2015

Ανήκω σε εκείνους που δεν ψήφισαν τον Τσίπρα ή για να ακριβολογώ, αν μου επιτρεπόταν να ψηφίσω από όξω, δεν θα τον ψήφιζα. Επίσης, αρνούμαι να ασχοληθώ ξανά με όσους έχουν έστω μια θητεία στη ελληνική κυβέρνηση, ενώ θέλω να πιστεύω ότι είμαι αριστερή. Όχι τύπου ΚΚΕ όμως. Αλλά ούτε και ΣΥΡΙΖΑ.


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Κατέβασε δωρεάν το δεύτερο βιβλίο μου Υπόκοσμοι!


Έφτασε πάλι η μεγάλη στιγμή που έχοντας τα πλήρη δικαιώματα και αυτού του βιβλίου, μπορώ πλέον να το διαθέσω δωρεάν. Το άργησα λιγάκι γιατί έπεσε γερό κόψιμο, σαράντα γουρουνοσελίδων αλλά και ένα καλό γυάλισμα στην κυπριακή διάλεκτο από τον απίστευτο Δημήτρη Αποστολόπουλο. Τον ευχαριστώ πολύ για την δημιουργική επιμέλεια!

Υπόκοσμοι Ταληράκια:
"Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο μου, που δεν ξέρω ακριβώς τί είδους βιβλίο είναι, εγώ το είδος αυτό το λέω Σατιρικής_ Φαντασίας_ Με_ Ένα_ Τσικ_ Από_ Μυθολογία_ Και_ Κοινωνικό_ Προβληματισμό που κυρίως αποδομεί ό,τι πετάει και κινείται."

Υπόκοσμοι Διφραγκάκια:
"Μέχρι σήμερα, ήξερα ότι για να γράψεις βιβλίο πρέπει να έχεις να πεις τουλάχιστον κάτι σοβαρό ή κάτι βαρύγδουπο. Κάτι πολύ σοφό και σπουδαγμένο. Ακόμα κι αν δείχνει λάιτ πρέπει να έχεις ένα σκοπό, να διδάξεις κάτι, να… να… να. Αλλιώς είσαι Λένα Μαντά. Ή του ύψους ή του βάθους δηλαδή. Μιλάμε για τρομάρα του κερατά.Ε, μετά τον Pratchett, απενοχοποιήθηκα. Ανάσανα κι έκατσα να γράψω. Δεν έβαλα τις «καλές» μου λέξεις, δεν είχα ιδιαίτερους σκοπούς πέρα από την καλοπέρασή μου, δεν πολυνοιαζόμουν για το πόσο καμένο θα χαρακτηρίσουν το βιβλίο μου (και άρα εμένα) και κυρίως, δεν θα είχα να απολογηθώ για τίποτε σε κανέναν. Τι λέτε κύριοι, φυσικά και ο Ήφαιστος εφήυρε τον υπολογιστή παλάμης. Εγώ τον έφτιαξα τον κόσμο μου, ό,τι θέλω θα κάνει."

Μπορείς να το κατεβάσεις λοιπόν σε pdf εδώ ενώ για την δωρεάν έκδοση για android, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Antonis Panoris και την Automon που για άλλη μια φορά έκαναν αφιλοκερδώς τα μαγικά τους και μπορείς να το βρεις εδώ.

Α! Σε περίπτωση που δεν το 'χεις πάρει πρέφα, το πρώτο μου βιβλίο Ψιλικατζού διατίθεται επίσης δωρεάν σε pdf που έφτιαξε ο φίλος μου Μπαμπάκης, ενώ με την αφιλοκερδή βοήθεια του Antonis Panoris της Automon, το 'χεις πλέον και σε δωρεάν έκδοση για android εδώ.  :)


#BreakGreece




  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 16.01.2015

Για να μπορέσει ο ψηφοφόρος να αποφασίσει καλύτερα, θα πρέπει να τον φέρω λίγο στα λημέρια μου τα ηλεκτρονικά γιατί μόνο έτσι θα καταλάβει τί θέλω να πω. Και πιο συγκεκριμένα στον διάσημο κώλο της Κιμ. Τον έγδυσε, τον τούρλωσε, έκατσε κι αυτή στο μπακγκράουντ και του ‘πε: Τσάκισε Το Ίντερνετ! Και εγένετο τσι πόπης. Θα μου πεις έτσι της ήρθε αυτηνής ένα πρωί να τσακίσει το ίντερνετ με τον απαφτό της και το έκανε κιόλας; Θα σου πω, όχι. Τα μέτρησε η κοπέλα, είδε ότι ψιλοπερνάει κι η μπογιά της, παραμόνεψε και “χτύπησε” όταν είδε ένα Κενό φτιαγμένο επακριβώς για κώλους, γιγάντιους, που χώραγε επακριβώς τον δικό της εδώ, τώρα.

Το πώς το είδε είναι άλλη κουβέντα και πληρώνομαι αρκετά καλά για να στην κάνω τσάμπα, όμως μείνε στην τεχνική. Βρίσκεις κενό, χώνεσαι, βαφτίζεσαι Λύση και σαρώνεις. Το παν δεν είναι να έχεις μια θέση εκεί έξω, δεν κάνεις τίποτα. Το παν είναι να στριμώξεις τον κώλο σου ανάμεσα στις ήδη έτοιμες θέσεις των άλλων, τις καλές βέβαια, σε ένα έστω τόσο δα κενάκι. Βαφτίσου Γενναίος Τσακιστής, τουρλώσου και έγινες!

Το πρόβλημα βέβαια είναι, όταν φτάνουμε στο σημείο οι καλές θέσεις να έχουν αντικατασταθεί αποκλειστικά από κενά. Όλες. Εδώ σε θέλω. Όποιος βρίσκει τρύπα χώνεται και γίνεται. Οι απαφτοί στριμώχνονται, τουρλώνονται και απλά, βουλώνουν τρύπες. Αντί για πραγματικές θέσεις έχεις μόνο πραγματικούς απαφτούς.

Και την αποφράδα εκείνη στιγμή που οι θέσεις, πέρα από το εντυπωσιακό στήσιμο και το μεγαλείο, καλούνται να προσφέρουν πραγματικές υπηρεσίες και να σε στηρίξουν με όλα αυτά που υποτίθεται ότι κουβαλάνε, το μόνο που μπορείς να περιμένεις είναι ένα καλό ρετούς και έναν ακόμη πιο εντυπωσιακό απαφτό. #ekloges2015

Η διαφορά με την Κιμ είναι ότι εκμεταλλεύτηκε μεν το κενό, βαφτίστηκε νικήτρια προτού να είναι, μα ήταν τίμια και το μόνο που υποσχέθηκε για τη θέση που βούλωσε ήταν αυτό που είδαμε όλοι: ο απαφτός της. Οι υπόλοιποι, το μόνο που δεν πρόκειται να σου υποσχεθούν ποτέ, είναι ο απαφτός τους. Το μόνο άξιο αν θες τη γνώμη μου, για τον ντορβά.

Ας σοβαρευτούμε όμως λιγουλάκι:




Βίβα Λα Ρεζολουθιόν






  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 02.01.2015

Λίγο μετά τις πρώτες ανάσες του χρόνου, ένα τσικ πριν τις εκλογές, νομάς σε νέα πόλη για αυτή τη χρονιά, ακόμη σε άλλη χώρα. Μένω για πρώτη μου φορά σε πολυκατοικία και μάλιστα χαρντκορίλα των δεκαοχτώ οικογενειών. Αν εξαιρέσεις τα δεκαεφτά πάρτυ της πρωτοχρονιάς, μια χαρά της πουτάνας γίνεται. Το μοναδικό μαγαζί της περιοχής είναι ψιλικατζίδικο και λέγεται “ποτάμι” που λόγω έλλειψης χειμώνα ελπίζω να μην ανακαλύψω σύντομα γιατί επιλέξανε αυτό το όνομα, ενώ το τοπίο τριγύρω είναι γεμάτο χωράφια, γκρεμούς, συγκλονιστικά σπίτια και γιγάντιες φραγκοσυκιές. Αυτό το τελευταίο, μη ρωτάτε δεν ξέρω από πού προέκυψε τέτοιο σουξέ τα φραγκόσυκα εδώ. Ή μάλλον παίζει να τα ‘χα συνδέσει εγώ με πέτρα και ελιές και άνυδρα μανιάτικα σοκάκια και μου φαίνεται πολύ εξωγήινο να τα βλέπω μέσα σε γρασίδια ή να στολίζουν βιλάρες.

Σε απόσταση αναπνοής, μια λίμνη με θεόχοντρες πάπιες και επιπλέουσες φραντζόλες και μερικά ακόμη αξιοπρεπέστατα πάρκα. Τα υπόλοιπα όμως όπως τα ήξερα, μόνο στο πιο πρωτευουσιανέ. Της πουτάνας από λεμονιές, το κατακεφαλήν αυτοκίνητο πρέπει να ‘χει φτάσει στο 4, παίζει να είμαι η μόνη που περπατάει στους δρόμους ενώ πάλι όλοι μου λένε καλημέρα γιατί νομίζουν ότι για να περπατάω είμαι της γειτονιάς και σίγουρα κάπου εκεί γύρω θα έχω αφήσει το αυτοκίνητο.

Όπως όλα δείχνουν με λίγα λόγια, πλησιάζει επιτέλους η στιγμή που θα μου επιτραπεί να απολαύσω ξανά λίγη πολυπόθητη ρουτινίτσα. Απ΄αυτήν που αγοράζεις φυτά γιατί ξέρεις ότι θα τα ποτίζεις, που σετάρεις το ξυπνητήρι σου ΔΕ-ΠΑ γιατί υπάρχει περίπτωση να σε πάρει έστω μια φορά ο ύπνος, απ΄αυτήν που θυμάσαι να βγάλεις τον κιμά να ξεπαγώσει, που ξέρεις το πρόγραμμά σου τόσο ώστε να σου επιτρέπεται να κλείσεις εισιτήρια για ό,τι θες, ακόμη και για μήνες μετά. Σχεδόν με βλέπω να αράζω τα πόδια στον καναπέ του νέου σπιτιού που σύντομα θα το νιώθω “μου” και να βουλιάζω στις ταινίες, στον υπολογιστή μου και στην κουβέντα για τα νέα χνώτα, τις νέες δουλειές, την κλασική γκαντεμιά των τελευταίων ημερών του χρόνου που έκανε πάρτυ στο νέο σπίτι, παίζοντας με το ψυγείο, το θερμοσίφωνο, τις θεόκοντες κουρτίνες και το κρεβατάκι των παιδιών.

Εκλογές λέει στην Ελλάδα και κρύο και ατυχήματα σε πλοία με νεκρούς λαθραίους και μη. Ελπίδα λέει μα και αιθαλομίχλες, φοβισμένες Ευρώπες, λιτότητα και εκτάκτως γεμάτα γιορτινά τραπέζια για εκατοντάδες άστεγους και φτωχούς. Τα νιώθω όλα τόσο πολύ δύσκολα που πασχίζω να τα κάνω ακόμη πιο μακρινά, θάβοντάς τα κάτω από τόνους λεμόνια, κακαριστά Χριστούγεννα, μια νέα ηλιόλουστη χρονιά, κι όχι απαραίτητα όλα καλά, τα φωτισμένα βουνά με τα φεγγάρια και τ’ αστέρια και οι φραγκοσυκιές με κάτι αγκάθια ΝΑ χώνονται κι αυτά επιβλητικά στο σωρό. Έφτασε όμως η χρονιά να κάνω ειρήνη με μένα κι επιτέλους να δεχτώ πως τη δύναμη να αλλάξω όσα δεν μπορώ, θα την χαλαλίσω στα δικά μου θέλω κι όχι σε όσα μου πούλησαν άξια για να αναλωθώ. Κι αν δεν μπορώ, θα αλλάζω τις πίστες και όχι εμένα. Μέχρι να βρω εκείνη που θα αξίζει. Αλλιώς, χωματερή.


Η πόλη άγαρμπα στολισμένη και η μικρή καταχαρούμενη, μας δείχνει συνέχεια το βουνό με την φωτισμένη τουρκική σημαία, νομίζοντας ότι το στολίσανε χριστουγεννιάτικα κι αυτό. Κάποτε, οι γιορτές ήταν γεμάτες φίλους, τα καλά μας ρούχα, φαί της προκοπής, τράφικ και σόγια. Τώρα είναι μόνο φαί της προκοπής, τράφικ, παπούς γιαγιά για λίγο και πιτζάμες, όμως μου αρκεί. Για δύο βασικούς λόγους που θα ήθελα τρία ίντερνετ για να στους χωρέσω ή λίγα μόνο δευτερόλεπτα αν είχα όρεξη να σου ανεβάσω τα κακαριστά τους mp3. Νομίζω πως φέτος κατέληξα: πολύ γέλιο, μεγάλες αγκαλιές, συνεχόμενος ύπνος, ρουτίνα. Κυρίως ρουτίνα. Η συνταγή μου για ένα γαμιστερό 2015.

Καλή Χρονιά Ρεμάλια.  :)

Φακ(τ)


  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 10.12.2014

Η μοναδική μου ελπίδα για την μετά κρίσεως εποχή ήταν να απαληφθεί η λέξη “πιστεύω” από τα στόματα και τα χέρια όλων γύρω μου. Πίστευα πως η αναγκαστική παρακμή και οι παρακμιακοί που φέραμε στον τόπο μας μαζί με τα φωνακλάδικα τενεκεδάκια που κολλήσανε πάνω μας θα έδινε ένα τσικ στη σκέψη, θα βοηθούσε να μετράμε δεδομένα και να μη βασιζόμαστε μόνο στην όποια πίστη. Και δεν αναφέρομαι στη θρησκευτική.

Αντίθετα τα συναισθήματα θα τα επικαλούμασταν πάλι μόνο για τα αληθινά ανθρώπινα αυτή τη φορά, αυτά που είναι προορισμένα να λειτουργούν και να αφυπνίζουν με το συναίσθημα. Αυτά τα λίγα. Νόμιζα. Θα λέγαμε “πιστεύω” και θα κοτσάραμε δίπλα θετικό αέρα, έμπνευση και όλα όσα πρέπουν σε ένα πιστεύω. Θα λέγαμε “ξέρω”, “θέλω”, “πρέπει”, “μπορώ”, “γνωρίζω” και αυτόματα δίπλα θα έμπαινε έστω ένα δεδομένο, ένα στοιχείο, ένα γεγονός, ένα νούμερο. Δεν έγινε όμως τίποτε τέτοιο. Αντίθετα, ισοπεδωμένοι εγκεφάλοι πλημμύρισαν συναίσθημα και αδυνατούν πλέον να σκεφτούν και να πορευτούν έστω με μικρές πιθανότητες να επιβιώσουν ανθρώπινα. Σχεδόν υπνωτίζονται από λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούνται κατά ριπάς και επίσημα θα δεις στο γκουγκλ πλάνερ να προτείνονται για διαφήμιση και περισσότερα κλικ. Ντουγρού στους εγκεφάλους.

Παίζουμε πασούλες με επιχειρήματα και σουτάρει ο φόβος, το μίσος, ο θυμός, η λατρεία, η πίστη. Ο “ψόφος” για πρώτη φορά φιγουράρει ανάμεσα σε καρδούλες και “respect”. Μηδενική ανοχή, μηδενική ικανότητα ανάλυσης και υπό του μηδενός βιωσιμότητα σε οτιδήποτε υποστηρίζεται με θέρμη για το αύριο. Αν τα κάνεις φίλε πουτάνα, μπουρδέλο θα είμαστε και αύριο. Αν δεν τα κάνεις πουτάνα, πάλι μπουρδέλο θα μείνουμε. Και προφανώς δεν παίζει να κάνεις κάτι λιγότερο θεαματικό, χωρίς το “πουτάνα”.

Βλέπω το βάρος μερικών λέξεων να πάχυνε και να γιγάντωσε τόσο που έγιναν τόσο εντελώς σημαντικές, σχεδόν σύμβολα, σημαντικότερα όμως από τα συμβολιζόμενα. Οι “άνεργοι”, οι “απεργοί”, οι “συνταξιούχοι”, οι “δημόσιοι” και οι “συμβασιούχοι” είναι λέξεις που περιγράφουν μια κατάσταση κι απ’ τη μια κι απ΄την άλλη, κι όχι ματσάκι για να χρησιμοποιήσεις το διαρκείας μαζί με τους άλλους φίλους οπαδούς.

Κυρίως βλέπω μια γενικευμένη μπλογκοποίηση, δουλεύουμε δηλαδή μια χαρά τα εργαλεία για να βρούμε επιχειρήματα υπέρ ή κατά σε οτιδήποτε, αρκεί να δώσουμε αβάντα σε εκείνους που από πριν μας έχουν κερδίσει και εκείνα που από πάντα πιστεύαμε σωστά και όχι αυτά που απαραίτητα είναι. Η μαγεία του να αφήσεις κάποιον να σε πείσει με τα επιχειρήματά του ή να προσπαθήσεις εσύ, χάθηκε φοβάμαι δια παντός. Καθώς και η μαγεία να αλλάζεις θέσεις εξελισσόμενος. Αλλά τί λέω, αυτό το τελευταίο είναι σχεδόν ντροπή. Και φτάσαμε τώρα στη στιγμή που όλοι είμαστε κατασταλαγμένοι, σίγουροι και ήσυχοι για το Διαχρονικό Δίκιο μας. Πολλοί ήδη προχώρησαν στο επόμενο λογικό βήμα και βαφτίστηκαν σταυροφόροι πανέτοιμοι για το ντου στους αλλόπιστους.

Ευτυχώς λίγο πριν το μεγάλο μπραφ εντοπίζω ένα φωτάκι στο τούνελ. Ένα κάτι να μας ενώνει. Είτε είσαι με τον Ρωμανό είτε με τον Σαμαρά, είτε με τη Διαβάτη ή το Ρουβά, είτε με τη Μαντά ή τον Τριβιζά, όλοι μα όλοι σιχαινόμαστε τα πρωτόγονα κολλημένα τομάρια της Ανατολής. Το μίσος μας είναι γιγάντιο ενάντια στους πρωτοεμφανιζόμενους φανατισμένους βάρβαρους που αποκεφαλίζουν, βασανίζουν, απειλούν, φοβίζουν κι όλα στο όνομα μιας τυφλής πίστης. Oh wait...

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Shots


  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.11.2014

Πρόσφατα λέει, βρέθηκε ιός που μολύνει εγκεφάλους και επηρρεάζει τη συμπεριφορά. Βασικά το είχα ξανακούσει για κάτι εξωτικά παράσιτα αλλά τώρα μετά τον Έμπολα, οι ιοί είναι πιο κουλ. Λένε λοιπόν οι επιστήμονες πως άπαξ και σου κατσικωθεί, δεν είσαι πια εσύ. Δηλαδή εσύ είσαι αλλά στο πιο ξεσαλωμένο, στο πιο φωνακλάδικο, γενικώς, στο πιο. Προφανώς σε βγάζει απ΄το κουκούλι. Θα μου πεις, κάτι είχαμε πάρει πρέφα αλλά όπως για όλα σ’ αυτή τη ζωή, πρέπει να περιμένεις πρώτα την επιστήμη να στα κάνει διφραγκάκια, να τα τεστάρει καλά, να στα βουτήξει σε όλα τα πολύχρωμα ζουμιά της, να τους ρίξει τη τζίφρα αυτός που θα τα τσεπώνει εσαεί και μετά να τα ασπαστείς.
 
Όλοι ξέραμε ας πούμε, ότι μπορούσε κάποιος να πάθει Λεφτά, να πανικοβληθεί με λίγη παραπάνω Προβολή, να σου υποτροπιάσει με Πολιτική, να την πατήσει από Γκόμενα, να λαλήσει από Αγαμία ή να τον χάσεις μια για πάντα από Κουλτούρα. Ιοί που ούτε δοκιμές, ούτε ζουμιά, ούτε καν μικροσκόπιο θέλουν, μπαμ κάνουν με το μάτι. Μεταδοτικότητα κάργα, ξενιστής ότι πετάει και κυρίως πηδάει, επώαση μηδέν και βασική επιπλοκή αιφνίδιο εξάνθημα εγκεφάλου. Και τα συμπτώματα πασιφανή. Δέρμα, βλενογόνοι, όργανα, φυσική κατάσταση, καρδιά, εμφάνιση, αυτοκίνητο, μαλλί. Είναι λοιπόν να μην πρέπει τώρα να προσέχεις;
 
Αφού λοιπόν η επιστήμη με άφησε χωρίς εμβόλια σκέφτηκα πως πρέπει κάπως να προφυλαχτώ. Κάτι που αποφεύγω τελευταίως αλλά που τώρα δεν, με οδηγεί στο αγαπημένο μου θέμα, τα στερεότυπα. Ω ναι, έφτασα λίγο πριν γεράσω για να τους αναγνωρίσω ένα τόσο δα χρήσιμο ρολάκι. Χρυσή με κάνανε κάποτε, μπάστα πουλάκι μου ωραία τα αγαπησιάρικα που λες αλλά κράτα μικρό καλάθι, τα στερεότυπα τα φτιάξαμε μόνοι μας. Για προστασία. Χώρια που εμείς οι ίδιοι βουλιάζουμε οικειοθελώς σε αυτά για να κόψουμε δρόμο, να  δηλώσουμε τί είμαστε και πού θέλουμε να ανήκουμε. Κάτσε και μέτρα τις φορές που αυτό που είδες ταυτιζόταν με το στερεότυπο και κάνε τη σούμα μετά να δεις αν τελικά ισχύουν και αν πρέπει να τα προσέχεις.
 
Κι έτσι είπα να εμβολιαστώ όσο μπορώ απ΄τους νέους ιούς που κυκλοφορούν και σου πηδάνε τη συμπεριφορά. Και είδα χθες τους γύρω μου με ένα τσικ πιο ιατρική ματιά. Και λέω για κάτσε ρε να με ρωτήσω μια. Ας πούμε, γιατί όλοι αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι τις προάλλες να δηλώσουν υπέρ ή κατά της Κιμ_μπιγκ_μπατ; Γιατί ο Αλέξης μιλάει σαν Ανδρέας; Γιατί τα Ορκ δεν φορούν ποτέ γυαλιά; Γιατί όλοι ξυρίζουν ξαφνικά τα μεγάλα μούσια; Και γιατί πρέπει να ακούμε Καζαντζίδη εμείς εδώ στην ξενιτιά;
Τώρα ξέρεις. Εμβολιάσου και περαστικά.

The Cyprus Chronicles #5

  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 07.11.2014


Το είδα να το κάνουν όλοι στο γραφείο και σαν καλό καλαμαράκι ρώτησα ένα πρωί τον μάστρο* μου αν θέλει καφέ. “Καλό!” μου απάντησε, θεώρησα ότι βλέπει πολύ Σεφερλή, αναρρωτήθηκα γιατί μου τη λέει, έφτιαξα μόνο δικό μου καφέ και έκατσα στο γραφείο. Όταν με ρώτησε “πού είναι ο καφές, στη Βραζιλία;” (sic) κατάλαβα πρώτον ότι μάλλον με έχει καταστρέψει ο Σεφερλής και δεύτερον, όπως συνήθως, ότι κάτι πάλι δεν έχω καταλάβει με τη διάλεκτο.
 
Πρόσφατα, έμαθα ότι η απάντηση “καλό” σημαίνει “βεβαίως” και πως το Σεφερλικό, άμα θέλεις να ειρωνευτείς είναι μάλλον “καλό, ε”. Με τέτοιου τύπου παρανοήσεις έχω μπλέξει άπειρες φορές, με πιο επώδυνη εκείνη που διορθώνοντας ένα κείμενο, ο μάστρος μου είπε πως έπρεπε “το φύγω” και εννοούσε μια παράγραφο και όχι εμένα την ίδια από γραφείο.
 
Γενικά άμα είσαι καλαμαρού στην κυριολεξία, πρέπει να εντρυφήσεις βαθιά στην κυπριακή γραμματική και κουλτούρα γιατί σίγουρα θα κάνεις πατάτα. Ενίοτε ανατιναχτή. Επίσης τώρα που βρήκα εύκολο σημειωματάριο, να το γράψω να το θυμάμαι, όταν μου λένε πως ο φάκελος είναι δαμαί, δεν είναι το ίδιο με τον φάκελο που είναι τζαμαί. Ούτε με αυτόν που είναι χαμαί. Κι όταν ακούω παχύ σύμφωνο και α, γράφεται ια, όπως ας πούμε το ΑγλαΝΤΖά πρέπει να το γράφω Αγλαντζιά. Α και την πρωτεύουσα. Η Λευκωσία στα Αγγλικά είναι Nicosia. Στις αρχές νόμιζα τιμητικά λόγω προέδρου και ήμουν στο παρατσάκ να ρωτήσω πώς θα την λένε σε περίπτωση που τον επόμενο τον λένε ας πούμε, Λιλίκα. Αλλά προτιμώ να το μάθω εν καιρώ και χωρίς την καζούρα αυτήν την φορά.
 
Ειδικά αφού συνήθισα το “κόρη” από κορίτσια στα μισά μου χρόνια. Βλέπεις, οι γυναίκες εδώ για τους τρίτους είναι όλες κοπέλες ακόμη και 80φεύγα Μαΐων, αλλά μεταξύ τους θα ακούσεις να φωνάζονται κόρη και μάναμου χωρίς διακρίσεις. Δεν έχει δηλαδή διαβαθμίσεις τύπου κορίτσι, κοπέλα ή έστω δεσποινίς, κυρία, κυρά, θείτσα, γριά. Τώρα που το σκέφτομαι, δε με χαλάει καθόλου.
 
Το ακόμα πιο δύσκολο βέβαια, είναι να καταπιάνεσαι με ντίτζιταλ και δη σόσιαλ. Να πρέπει δηλαδή να γράψεις κείμενα και να τα προσαρμόσεις σε διορθώσεις στα πολύ γρήγορα. Τις περισσότερες φορές κανείς δεν τα καταλαβαίνει. Κυρίως διότι η γλώσσα εδώ, εξελίχθηκε παράλληλα με τη δική μας και έτσι έχεις άλλες λέξεις για τα καθημερινά. Ας πούμε όταν δω σε τίτλους τη λέξη “συγκλονισμός” ξέρω ότι είναι κυπριακό μέσο. Ή κυβερνητικός αντί δημόσιος υπάλληλος. Ή αφυπηρετώ αντί συνταξιοδοτούμαι. Ή χαμ αντί για ζαμπόν. Ή το ποπ ραδιοφωνικό όλα μούχτι- όλα μούχτι. Τουτέστιν δωρεάν.
 
Αν βέβαια πρέπει να απαντάς σε σάη ή στο facebook σε σχόλια στη διάλεκτο, στα γκρίκλις και μάλιστα από τίποτα εφηβάκια που φλερτάρουν με την τοπική αργκό, το έκατσες τo βαρκούι. Να πάρε δυο πρόχειρες σπαζοκεφαλιές να σου φύγει το βλαντζί:
 
“Piaste kai to permiulon tou r germanou8kia mono an to gwrasete kai kino pianeteto....”
“kalan r eto ena ienw kai pirates tr r bro m...!!!!#
 
Α, και φίλε οδηγέ, προσοχή: “Επηαιννεν με την ταππιροκολου** του τζιαι επίαι το σιακατουριν τζιαι σαν επηαιννεν καπου εκουράτζισε το αρτζιομαντρι του τζιαι εφαντην χαμαι!”
:)
 
*δεν μου ‘χει αποσαφηνιστεί αν προέρχεται εκ του αγγλικού μάστερ, του αγγλικού μάνστερ ή του πειραιώτικου μάστορα, πάντως από τα συμφραζόμενα και (κυρίως) τα μη, σημαίνει “αφεντικό” με ένα τσικ παραπάνω εξουσίες πάνω σου.
**Ίσως η πιο γαμάτη κυπριακή λέξη μπάι φαρ.-

Αγαπητοί, η Κύπρος κάπου εδώ τελειώνει και για να στο κλείσω πιο γλυκά, οι πρώτες μου εντυπώσεις από τη Νησάρα είναι εδώ (1, 2, 3, 4, 5). Ξεστραβώθου!  :D

The End

 

The Cyprus Chronicles #4


 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 23.10.2014
 
Αυτές τις μέρες στο νησί έχουμε πήξει στα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα και στις οικοπεδοφάγοι. Μπορεί το κτηματολόγιο να εδώ να δουλεύει από δεκαετίες, όμως εδώ τα οικόπεδα, χέρσα, αέρος και θαλάσσης είναι πολύ χοτ. Οι καταπατήσεις, οι δεσμεύσεις, οι ασκήσεις και ό,τι άλλο κουλό μπορεί να σου πάθει ένα οικόπεδο, εδώ το παθαίνει. Χώρια ο τουρισμός! Μπουμπουκάει παρόλο που τελειώνει η σεζόν. Τούρκοι, Ισραηλίτες, Ρώσσοι, Βρετανοί, χαμός! Γεμίσαμε κρουαζιερόπλοια ολούθενε. Και να πεις ότι ήρθαν για κάνα μπανάκι, μπα. Αυτουνούς τους αρέσει να βλέπουν. Αράζουν στο πλεούμενο λέει και παρακολουθούν. Και περιμένουν τις εξελίξεις

Γούστα είναι αυτά, παρακολουθάτε όσο θέτε μόνο μη ζητήσετε ντόνατς. Εν έσιει. Δαμαί εμείς τρώμε σούβλα, σεφταλί και πουρέκκι! Εξ’ ου και η νταρντάνα η πουρέκκα. Βασικά είναι το μπουρέκι, που όπως συμβαίνει με πολλές λέξεις στο νησί, έχουν μαλλώσει με τα δίψηφα σύμφωνα εκεί που τα ξέρεις και λατρεύουν τη θέση τους εκεί που δε φαντάζεσαι. Έχουμε ας πούμε τα πουρέκκια, έχουμε τo χάρπουκερ, το ττουλάππιν, το τσιημέττον, τις ταπέλλες ενώ σε μεγάλα κέφια το άππλοου και το τάουλλόου. Α! και την καινούργια ψησταριά στη γειτονιά που λέγεται ΤΤόφα.
 
Περνούσα χθες από τον φούρνο και άκουσα που έλεγαν για το Φάστινγκ. Μεγάλο γεγονός στο νησί. Το σημαντικότερο πράγμα κατά τη διάρκειά του δε, είναι που σταματάνε οι γάμοι. Μιλούσα με έναν φίλο και μου έλεγε πόσο δυσβάσταχτοι είναι οικονομικά για μια οικογένεια οι γάμοι και πόσα δάνεια έπαιρναν κάποτε για να ανταπεξέλθουν. Του απάντησα ότι γι’ αυτό έκανα πολιτικό γάμο. Μας πήρε και των δύο αρκετή ώρα να συννενοηθούμε. Δεν εννοούσε αυτό που εννοούσα εγώ. Εννοούσε να είσαι καλεσμένος σε γάμο. Η εξήγηση είναι απλή. Εδώ δεν έχει λίστα γάμου, τρεχάματα και ψάξιμο για δώρα. Εδώ, δίνεις μόνο λεφτά σε φακελάκι. Όσο πιο συγγενής, τόσο πιο πολλά.
 
Στην πλειοψηφία, το σπίτι και το αμάξι του νέου ζευγαριού βγαίνουν από τα φακελάκια του γάμου. Τέλειο ξεκίνημα θα έλεγα, παρεκτός κι αν έχεις μεγάλο σόι και κυρίως, καθόλου λεφτά. Γιατί, δανεικά είναι αυτά. Για φαντάσου λοιπόν, να έχεις τουλάχιστον τρεις γάμους γνωστών το μήνα και έναν συγγενή. Και εδώ δεν μιλάμε για 20 ευρώ και ξεμπέρδεψες. Χώρια που είσαι μόνιμα καλεσμένος σε ό,τι γάμο γίνεται σε εμβέλεια 10 βαθμών συγγένειας ή και καθόλου. Και στις βαφτίσεις, φακελάκι πάλι. Κι αν θες να έρθουν στα παιδιά σου, πας κι εσύ. Κι έτσι θέλοντας και μη, μπαίνεις σε έναν κυκεώνα υποχρεώσεων με σπίτι και αυτοκίνητο μεν και πολλά πολλά φακελάκια δε. Η δε βιομηχανία του γάμου και οι νύφες δαμαί, ανθούν. Ειδικά οι νύφες, η Πάφος με την Κακοπετριά, (κατά το η Άρτα και τα Γιάννενα -™Kaltsovrako).
 
Μια γειτόνισσα, μου έλεγε τρελαμμένη μια μέρα για τον γάμο της ξαδέλφης της που λόγω κρίσης, τα μισά φακελάκια τα βρήκαν άδεια! Ούτε χίλια ευρώ! Βασικά ανησυχούσε για τον δικό της γάμο και ήταν κοντά στο να υιοθετήσει τη νέα λύση που κοστίζει σε χρόνο και χρήμα αλλά τελικά αξίζει. Σεκιουριτάδες που ανοίγουν το φακελάκι σου επιτόπου και καταγράφουν όνομα και ποσό. Όμως, υπάρχουν και άλλα διαφυγόντα κέρδη ειδικά τώρα με την κρίση. Οι άρρωστοι, οι πολυάσχολοι, οι έχοντες άλλους γάμους και οι του εξωτερικού, φοιτητές και ομογενείς! Έτσι λοιπόν, καθώς βρίσκόμαστε στην εποχή των στάρταπζ, γενήθηκε το Φακελάκι.κομ! Στείλε το φακελάκι σου με ένα κλικ, όσους γάμους κι αν έχεις την εβδομάδα, όσο μακριά κι αν είσαι, όσο άγνωστος κι αν είναι ο γαμπρός. Σοβαρά υπάρχει, γκούγκλισέ το.
 
Λογικά, το επόμενο σταρτάπ θα είναι ο τίτζιτταλ γάμος. Δε σε ξέρω δε με ξέρεις, έλα να παντρευτούμε να βγάλουμε κάνα φράγκο. Σήμερα γάμος γίνεται, ο Άντρος και η Τούλα, στείλε το Φακελάκι σου και εμείς τα κάβερ ούλλα!

Μπότομ λάιν, φάστινγκ και προσευχή αρφέ!  :)

The Cyprus Chronicles #3

 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 03.10.2014

Το καλοκαιράκι καλά κρατεί στη Νήσο, με όλο το timeline μου να έχει μπει για τα καλά στο φθινόπωρο, οι καλαμαράδες να μας τα ‘χουν κάνει τσουρέκια για τις βροχές και τις ψύχρες κι εμείς να κολλάμε σα μπομπονέλες από την υγρασία και τη ζέστη και να λέμε το νερό νεράκι, ενώ ήδη η πρωτεύουσα έχει ανά δύο μέρες διακοπές νερού λόγω βλάβης λένε, χοντρολειψυδρίας λέω.
 
Το διπλανό μας σπίτι νοικιάστηκε από ροζ νοτιοαφρικανούς με κυπριακές ρίζες που προφανώς βαρέθηκαν τους λοιμούς, τους ιούς και τους καταποντισμούς του Τρίτου Κόσμου και ήρθαν στα καθάρια ήρεμα εδάφη του Πρώτου να φάνε μια ωραιότατη χυλόπιττα από φρέσκο λουβί με τρεις κι εξήντα 10ωρο 7ήμερο και σκάρτο ένα τσιγάρο δρόμο τσι πυραύλοι και τα Ορκ.

Άφαντοι από την πρώτη μέρα οι ροζ αφρικανοί. Με την αυγή φεύγουνε με τη νύχτα έρχονται για να τους ταράξουν τα νεύρα εναλλάξ οι αυπνίες των πιτσιρικιών μου. Η σπιτονοικοκυρά βέβαια τους έβαλε και κρύψανε τον σκύλαρο στην πίσω αυλή γιατί λέει θα ενοχλούσε. Αχάπαρη. Από τα μπλουζάκια που απλώνουν, είδαμε ότι δουλεύουν σε μεγάλο τοπικό κατάστημα και γι’ αυτό τα τρελά ωράρια με το ένα ρεπό. Κανονικά, αντί για ενοίκια θα έπρεπε όλη η συνοικία να πληρώνουμε διανυχτερεύσεις μόνο.

Ρημάζουν τα σπίτια μας ντιπ άδεια όλη μέρα και τα βράδια γίνεται της εκδιδομένης γυναικός το καγκέλι με αποκορύφωση τα καζανάκια που δίνουν συναυλία κανονικά. Μετά αρχίζει η πάρλα. Αν ποτέ περάσεις απόγευμα μια βόλτα από τη γειτονιά, θα δεις πως δεν παίζει γλώσσα της υφηλίου να μην μιλιέται. Να μην
φωνάζεται για την ακρίβεια.
 
Θα μου πεις καλά, και δεν φοβάσαι άδειο τo σπίτι όλη μέρα μη σε κλέψουν; Θα σου πω ότι εδώ στην Κύπρο, στις περισσότερες δηλαδή περιοχές, δεν έχεις φόβο. Αν δεν έχεις λεφτά δατ ιζ. Το ποδήλατο της Αγγελικής το έχω πάνω από τρίμηνο φάτσα φόρα στην αυλή με τα καγκέλια ορθάνοιχτα. Στα πέντε βήματα, απλωμένα ρούχα, εργαλεία, μηχανήματα κι ένα κάρο μπλιμπλίκια που στην παλιά γειτονιά μου στην Αγία Βαρβάρα θα γίνονταν “ανάρπαχτα” στο λεπτό!
 
Η γειτονιά που λες, θα σου πει καλημέρα, καλησπέρα, τί κάνετε, ευχαριστώ. Θα μπεις στο φούρνο με τα μικρά, θα ακούσεις καλώς τα καλαμαράκια, θα απαντήσεις τουλάχιστον τρεις πρόχειρες ερωτήσεις και μια προσωπική κι αν οδηγάς για το σπίτι, θα διαβάσεις στα χείλια οδηγών και πεζών το καλαμαράς με το που θα δουν το αριστερό τιμόνι. Ενίοτε, και το πουστοκαλαμαράς.
 
Οι σχέσεις μας με όλους τους ντόπιους είναι εξαιρετικές θα έλεγα, ενώ μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω τί σημαίνει Ελλαδίτης για τους αριστερούς και τί για τους δεξιούς. Για μένα πάντως, όλοι οι Κύπριοι είναι δεξιοί.   :D

The Cyprus Chronicles #2

 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 03.10.2014

Όλα βαίνουν ήρεμα στο νησί, που κυρίως σημαίνει Ηλιόλουστα, Άνυδρα και Χωρίς_Τούρκοι, ενώ οι Αφροδίτες όπου να’ναι θα αρχίσουν να σκάνε μία-μία απ΄τα όστρακα ένεκεν πουσουκού για να σπάσουν τα νεύρα σε όλες εμάς που έχουμε να δούμε μακρύ νύχι από την εποχή που περίμενες κόσμο στο σπίτι και μετά τις 7 τη νύχτα. Αλλά πέρα από τα ηλικιακά χάσματα, εμείς εδώ είμαστε για να μιτσάνουμε και το χάσμα κουλτουρών.
 
Εμένα ας πούμε, μου πήρε καμιά βδομάδα για να καταλάβω γιατί κάθε φορά όταν σχόλαγα έβρισκα τους υαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου μου σηκωμένους. Στην αρχή τσέκαρα τα τζάμια μήπως κάνας καλός άνθρωπος σκέφτηκε να μου τα πλύνει αλλά πού. Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό, μέχρι που έφτασε η Παρασκευή και είδαν κι απόειδαν φαίνεται οι άνθρωποι και αναγκάστηκαν να μου κρεμάσουν ένα χαρτάκι στους τσάμπα αιωρούμενους υαλοκαθαριστήρες και που έγραφε σε άπταιστα Κυπριακά “please μην παρκάρεται ξανά δαμαί”. Νταξ’ κουμπάρε, το ‘πιακα το υπονοούμενο.
 
Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβει ο εξωτερικός παρατηρητής είναι πως για τον κάτοικο της Κύπρου, το αυτοκίνητο δεν απλά το πουλί μας στο πιο τούρμπο, στο πιο μεγάλο και στο πιο πολύτιμο αλλά και στο πιο πανταχού παρών και τους πάντες πληρών με την έννοια ότι ο μέσος Κύπριος μοιράζει κλώνους-πουλιά σε όλη την οικογένεια, το ίδιο τούρμπο, μεγάλα, εντυπωσιακά και πολύτιμα με το δικό του αλλά κυρίως με το ίδιο μάνιουαλ: εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ μόνοι πάνω στη γη.

Αυτό, εξηγεί θαυμάσια το γιατί δεν θα δεις πουθενά ανθρώπους να περπατάνε στους δρόμους, μα κυρίως γιατί έχεις αυτοκίνητα διαρκώς στο αντίθετο ρεύμα για να παρκάρουν ακριβώς έξω από την πόρτα του καταστήματος που θέλουν να ψωνίσουν και έτυχε να είναι στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Παρκάρω απέναντι, παρακάτω, στο δίπλα στενό, ή γενικώς αλλού απλά δεν_παίζει. Ένα από τα εναλλακτικά μου σχέδια για να κατακτήσω τον κόσμο είναι να γεμίσω την Κύπρο με drive-in. Από κομμωτήρια και αίθουσες γάμων μέχρι παιδότοπους και πλαζ.
 
Είναι πολλές πλέον οι φορές που σκεφτόμουν πως ζούσα σε μια γιγάντια βρωμερή φυσαλίδα, που μπορεί μεν να ήταν κακάσχημη και τεχνητή, ήταν όμως μια βολική φυσαλλίδα. Δεν το λες άσχημο να έχεις κάθε μέρα σκουπιδιάρη, καθόλου φύλλα να σκουπίζεις, αστυνομία και ασθενοφόρο όποτε ζητήσεις, βροχή πάνω από μια φορά τον χρόνο και πόσιμο νερό στη βρύση σου.
 
Μέχρι να φύγω, η φυσαλλίδα μου είχε ένα γκρίζο νέφος να κρύβει την πέτσα της, καθόλου πράσινο στην παλέτα της, αλλεργία στις καλημέρες, κυκλοφοριακό και μια μόνιμη βοή στα αυτιά. Και αυτά, ήταν τα μόνα που έβλεπα για χρόνια. Την έσκασα και το έσκασα όμως, για να καταφέρω δηλαδή τώρα τα διαπιστώσω όλα αυτά, διότι όταν είσαι μέσα, η ζωή σου φαίνεται εντελώς άνοστη και άσκοπη και απεριπετειώδης και άλλα στερητικά. Κάτι που οι τρίτοι ποτέ δεν βλέπουν. Λέγοντας πως θα γλιτώσω μια μέρα από τη “χαβούζα” με κοιτούσαν όπως ας πούμε, κοιτάω εγώ αυτούς που αφήνουν τα Χανιά. Που τους κοιτάς με γουρλωμένα μάτια, ανοίγεις το στόμα και μην ξέροντας τί να τους πρωτοπείς το ξανακλείνεις αλλά τα μάτια και τον εγκέφαλό σου δεν μπορείς να τα ξεγουρλώσεις με τίποτα. Α να γειά σου.
 
Η αλήθεια είναι πως όταν αποφασίσεις να σκάσεις την φυσαλίδα σου, μπορεί ο καθαρός αέρας να είναι καθαρός και μπόλικος αλλά δεν είναι ελεγχόμενος από πουθενά. Μπορεί ας πούμε, να σου είχε λείψει τόσα χρόνια το πράσινο αλλά και η πρασινίλα έχει τα όριά της. Τόσο πράσινο, φύλλα, φυτά και δέντρα που σου φράζουν την μπαλκονόπορτα αν δεν τα κλαδεύεις συστηματικά δεν μου ‘χε κόψει. Μάλλον έτσι είναι και με τα αυτοκίνητα εδώ. Όντας στη φύση ακόμη και τα αυτοκίνητα γίνονται τούμπανο και πολλά.  :D
 
Θα μπορούσα να γράφω μέρες για την Κύπρο αλλά ο σπιτονοικοκύρης μου δεν είναι τόσο υπομονετικός άνθρωπος. Συνεχίζεται όμως...
 
υ.γ.  μέχρι τότε σου ‘χω δωράκι το βιβλίο μου “Η Ψιλικατζού” να το διαβάσεις στην οθόνη ή να το κατεβάσεις στο κουνητό σου.  ;)

The Cyprus Chronicles #1



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 10.09.2014


Τρία χρόνια τώρα στην Κύπρο και ορκίζομαι στην ομορφιά μου, χωρίς να γηράσκω ούτε λεπτό, διδάσκομαι αεί, του κερατά. Κι όμως. Κύπρος μου λέγανε, Έλληνες μου λέγανε, (πόσα τσιγάρα δρόμος μου λέγανε δε θυμάμαι, αλλά απαγορεύεται το κάπνισμα στο αεροπλάνο γαμώτο), τη γλώσσα σου θα μιλάς μου λέγανε, χριστιανοί μου λέγανε και άλλα καθησυχαστικά. Και τους ψάχνεις τώρα όλους αυτούς να τους βρεις να τους ρωτήσεις ένα κάρο πράγματα όπως γιατί ας πούμε, κάθε μέρα στο σχόλασμα βρίσκεις τους υαλοκαθαριστήρες του τουτού σου μεσίστιους ή γιατί σε ό,τι λέω μου απαντάνε “καλό”, και ψυχή πουθενά.

Επειδή λοιπόν ακολουθώ πιστά τον χρυσούν κανόν της μητρός μου “μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα βγει στις ειδήσεις πιάστηνε” και επειδή καλύτεροι είναι οι εξ αποστάσεως έξπερτς για το καθετί δηλαδή; Σε περίφτωση λοιπόν, που γίνει ποτέ της πόπης δαμαί, εγκαινιάζω αγαπητό μου φιλοθεάμων κοινό μια νέα σειρά ανταποκρίσεων εκ της Νήσου, μετά επιστημονικών πάντα αναλύσεων, για να ξέρετε πού να αποτανθείτε για τη σωστή σας πληροφόρηση, την σε εντελώς βάθος ανάλυση και επεξήγηση της Κυπριακής κουλτούρας, νοοτροπίας τζιαι καθημερινότητος.

Εντρυφήστε άφοβα στην Κυπριολογία και μάθετε σε ταχύρυθμα ολιγομελή τμήματα, μεταξύ άλλων, τί πα να πει σανταλώθηκα, γιατί βρίσκετε όρθιους τους υαλοκαθαριστήρες σας κάθε απόγευμα, πού πήγαν τα περιστέρια, ποιοι είναι οι Τσάρληδες, τι ψωνίζουν στο fakelaki και γιατί όλοι εδώ πίνουν τον νέσκαφέ τους φοιτητικό.

Σπόιλερ: αυτό με το νεσκαφέ το ρώτησα. Σβερκώνω τον σερβιτόρο και του λέω έλα εδώ νεσκαφέ είπα, αλλά χτυπητό ρε παιδί μου με κρεμούλα, όχι τσάι. Δεν τον χτυπάμε δαμαί, μου λέει. Καλά του λέω και αυτουνού δίπλα γιατί τον χτύπησες; θέλετε γάλα; Λέει. Όχι, του λέω. Ε, τότε δεν το χτυπάμε, μου λέει. Γιατί; του λέω. Γιατί έτσι σερβίρεται ο μπλακ ο νες χωρίς γάλα δαμαί, σε φακελάκι με το ζεστό νερό να το ανακατέψεις εσύ. Ωραία, του λέω. Χτύπα έναν και φέρε το γάλα να το βάλω εγώ. Όχι, μου λέει, εν έσιει έτσι πράμα. Ή βάζω γάλα και το χτυπάω ή στο φέρνω αχτύπητο. Κατά τ’ άλλα, είσαι σου λέει στα Mικέλ. Το άσχημο είναι ότι καρφώνεσαι άμα βαράς κάθε φορά το κουταλάκι στην κούπα και σύντομα συνηθίζεις και τον πίνεις μόνο φοιτητικό. :)

Nτουμζντέι



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.08.2014


Άμα σ’ αρέσουν τα ριάλιτι και δη με ντιπ τζαζεμένους, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα είδη είναι κι αυτό με τους πρέπερς. Πρόκειται για τύπους που αφιερώνουν όλη τη ζωή τους (και δυστυχώς και της οικογένειάς τους) στην προετοιμασία για την καταστροφή του κόσμου. Μόνο το αίτιο της καταστροφής αλλάζει, η μούρλα είναι ακριβώς η ίδια. Σχεδόν όλοι λοιπόν, έχουν σκάψει γιγάντια καταφύγια κάτω από τα σπίτια τους ή έχουν μετακομίσει σε ερήμους και ψηλά βουνά και παραγεμίζουν τα λαγούμια τους με ό,τι πιθανόν χρειαστούν κατά και μετά την Καταστροφή.

Δεν είναι αστείο, μιλάμε για εκατομμύρια ολόκληρα ξοδεμένα σε ειδικό εξοπλισμό, στρατιωτικά γκατζετάκια, ξηρά τροφή να κρατήσει χρόνια, σε ευφάνταστα υλικά να ντύσουν και να παχύνουν τους τοίχους τους, σε ειδικά συστήματα που λειτουργούν χωρίς ρεύμα, σε άνοιγμα πηγαδιών και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς.

Οι ζωές τους και δυστυχώς των μικρών τους παιδιών, είναι συνήθως μια διαρκής άσκηση επιβίωσης έτσι ώστε να είναι εκπαιδευμένοι όταν θα έρθει η καταστροφή. Εξ ου και τα τόσο πετυχημένα ριάλιτι. Ας πούμε, ένας θεοπάλαβος είχε βάλει τα δύο αγοράκια και τη γυναίκα του να περπατούν μαζί του για ώρες σε ένα δάσος χωρίς νερό και φαγητό, προσπαθώντας να επιβιώσουν με ό,τι έβρισκαν στο δρόμο τους. Και δεν έβρισκαν. Άσε.

Όλοι αυτοί λοιπόν, φοβούνται διαφορετικές φυσικές ή μάλλον όχι και τόσο φυσικές καταστροφές. Ο ένας φοβάται μετεωρίτη/ες, ο άλλος ηφαίστειο, ο άλλος πυρηνικό ολοκαύτωμα (μα πόσο 70’s ακούγεται αυτό), ο άλλος σεισμό, ο άλλος ηλιακή καταιγίδα και άρα μηδέν ηλεκτρικό ρεύμα μετά, άλλος πλημμύρα, άλλος τρίτο παγκόσμιο και όλοι οι υπόλοιποι τον δικό τους θεό που υποτίθεται κάποια στιγμή θα θυμώσει και θα πάθουμε Αποκάλυψη ή τέλος πάντων αυτά που λένε οι Γραφές του καθεμιανού.

Και φτάνεις αισίως (λέμε τώρα) στο 2014 και κυριολεκτικά βγαίνεις από τα ρούχα σου γιατί όχι μόνον όλοι οι τρελλάκηδες δεν σου φαίνονται και τόσο πολύ τρελλάκηδες πια μα κι απ΄ότι φαίνεται και οι άλλοι οι τρελλάκηδες, αυτοί με τα δάχτυλα στα κόκκινα κουμπιά (ναι, δεν είναι ένας) υπάρχουν, είναι κάμποσοι και μάλλον συνεργάζονται.

Έχουμε και λέμε: Τί θέτε κύριοι; Ιό; Πάρτε τον Έμπολα, τον χολυγουντιανό μας σταρ! Ηφαίστειο; Έχουμε κοτζάμ Μπαρνταρμπούνγκα έτοιμο να σκάσει! Μπου! Σεισμούς; Κι απ΄αυτούς έχουμε, πού τους θέτε, από το Περού και τη Χιλή μέχρι την Καλιφόρνια έχουμε! Μήπως θέτε πουτινιές; ίντερνετ, Ουκρανίες, εμπάργκα, ουουου κι απ΄αυτές έχουμε! Σαλεμένους Γιαχαμπίμπηδες; Εντελώς σαλεμένοι και μάλιστα προσφέροντες γιαχαμπιμπικό τουρισμό εξ ευρώπας για σαφάρι μη μουσουλμάνων σε κάθε άκρη της γης. Γενοκτονίες; Σουρ! Εμφυλίους; Κι απ΄αυτούς! Σκέτο πολέμους; Στη σειρά!
ΟΚ. Γιου γκετ δε πόιντ.

Μια ματιά στους τίτλους κάθε πρωί και σηκώνεις τα μάτια και ψάχνεις γύρω σου. Συνήθως όλα αυτά τα τρομακτικά σενάρια έχουν έναν σούπερ ήρωα ή έναν σκέτο μπρατσαρά, έναν μπρέινιακ ή έναν απ΄το μέλλον, το παρελθόν, τον Άρη, έναν χριστιανό τέλος πάντων, που στο τέλος ξέρεις ότι θα θυσιάσει ή/και θα θυσιαστεί για να τη σκαπουλάρεις. Εδώ, όχι. Ή μάλλον έχεις πολλούς απ΄τους αποπάνω, ειδικά αυτούς απ΄τον Άρη, μόνο που όπως θα κατάλαβες ήδη, σε αυτήν την ταινία δεν είσαι η πριγκίπισσα Λέια, είσαι απλά άλλος ένας αναλώσιμος κομπάρσος.

Κι έτσι βουλιάζεις για τα καλά στον καναπέ, το δάχτυλό σου αναγκαστικά ξεσπά στο ζάπινγκ και σε πιάνεις να κολλάς με όλα αυτά τα πιτσιρίκια των πρεπ, ζωσμένα μπάρες ενέργειας και σωληνάκια που συνδέουν το πουλί τους με το παγουράκι για να κάνουν το κάτουρο νερό ενώ εντελώς στα ξαφνικά αναρρωτιέσαι πού να τα πουλάν αυτά τα έξυπνα γκάτζετ.

Και μετά, δε θυμάσαι πώς, βρίσκεσαι να συζητάς με φίλους τί έχει ο καθένας στο μπακ πακ του όχι αυτό του γραφείου, το άλλο στο σπίτι “για σεισμό ή μια ώρα ανάγκης”, αν στεγνώνουν τα μωρομάντηλα στο εξάμηνο κι αν οι κονσέρβες τους είναι οργκάνικ.

Και μετά στο σούπερ μάρκετ σε βρίσκεις μπροστά στα ράφια με όλα αυτά τα προϊόντα που μέχρι σήμερα σου υπόσχονταν έρωτα, αγάπη, ζεστασιά, σιγουριά, ομορφιά και ανέφελη, γεμάτη οικογενειακή εργένικη ζωή, τώρα να αρχίζουν να σου γυαλίζουν ένα τσικ παραπάνω διότι ξαφνικά σου υπόσχονται ότι θα σε βοηθήσουν να ζήσεις και στη Νέα Γη.

Μας ενώνει ο Πειραιάς



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 20.08.2014



Ο Πειραιάς ήταν πάντα ένας πολύ ιδιαίτερος τόπος. Ένα τουρλουμπούκι από χίλιους δυο κόσμους μέσα σε μια σταλιά γης που έμοιαζε λίγο με τη ντουλάπα της Νάρνια. Άπαξ και χωνόσουν δεν ήξερες τί θα πεταχτεί μπροστά σου. Από το κοσμοπολίτικο Πασαλιμάνι, στην κυριλέ Καστέλλα και την ψωνισμένη Πασαρέλα, κολλητά στο ξεπεσμένο της άλλοτε τρούμπας, στο όλο και πιο παρακμιακό παζάρι παραδίπλα στα φτωχομάγαζα της Τσαμαδού, στο τότε ιν τρίγωνο καρπούζι-βαρελάδικο-silo και στους φτωχοτουρίστες του λιμανιού που ξαμολιούνταν κάθε τρεις και λίγο σε μπουλούκια προς λεωφορεία, ηλεκτρικό, αλητεία κι ατέλειωτες τσάρκες.

Σε αυτό λοιπόν το τουρλουμπούκι μεγάλωσα, πρωτοδούλεψα και έκανα τα πρώτα μου ξενύχτια. Το ξέρω καλά. Οι άνθρωποί του είναι πολύ ιδιαίτεροι. Οι Πειραιώτες είτε Μανιάτες, είτε Αρβανίτες, είτε νησιώτες, είτε Αθηνέζοι, απ΄όποια γωνιά κατέληγαν εκεί, νόμιζα μέχρι χθες πως πάθαιναν ένα είδος μετάλλαξης από τις πηχτές αναθυμιάσεις κουτσουλιάς. Με το που θα έριχναν έστω ένα βράδυ ύπνου στον Πειραιά τους έβλεπες εντελώς αμέσως να θυμώνουν και να φωνάζουν περισσότερο, να μασάνε όλο και περισσότερα σύμφωνα, να παθιάζονται ξαφνικά, να γίνονται χαζά εξωστρεφείς και με μια πολύ μεγάλη ανάγκη να δηλώνουν διαρκώς την παρουσία τους.

Αν κάποιος μου’ λεγε “πού α πα” αντί του “πού θα πας”, το αυτί μου ξεχώριζε αμέσως την Πειραιώτικη “διάλεκτο”. Τα μάτια μου έβλεπαν στο χιλιόμετρο τους φωνακλάδες πληθωρικούς Πειραιώτες που τους ξεχώριζες από το ατσούμπαλο σουλούπι, την χαρακτηριστική αργκό, τους ασταμάτητους καυγάδες και το δυνατό γέλιο. Απ’ την άλλη, το αυστηρό πλαίσιο που κινούνταν η απελπιστικά μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών περιελάμβανε φτηνά κοσμήματα, ξανθά μαλλιά, γυαλιστερά ρούχα και απαραιτήτως άσχημα διαζύγια.

Τότε, δεν το πολυκαταλάβαινα. Τώρα, μου είναι τρομακτικά εμφανές. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων τότε ήταν πως ζούσαν ή έφτασαν στον Πειραιά από φτώχεια. Όχι τη φτώχεια της πείνας αλλά την άλλη, εκείνη την ακόμη πιο βασανιστική που την έχεις, σε τρώει αλλά είσαι ακόμη στο τσακ να μαθευτεί. Που παλεύεις με νύχια και δόντια όχι επειδή δεν την αντέχεις αλλά για τους τρίτους. Για να διατηρήσεις ένα αξιοπρεπές επίπεδο, τις περισσότερες φορές προσπαθώντας να δείξεις κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής ακόμη και νεόπλουτος όπου σε παίρνει, έτσι για σιγουριά. Που όλοι το ‘χουν τούμπανο και βράζουν στο ίδιο καζάνι με σένα καθώς τα ίδια χέρια βαράνε τις πόρτες σας για λεφτά όμως επικρατεί μια σουρεαλιστική ομερτά.

Εξ ου και ο θυμός, οι φωνές και η λύσσα για επίδειξη. Σε νοιάζει να σε παίρνουν για σημαντικό, στολίζεσαι πιο πολύ μα άγαρμπα, γίνεσαι εύθικτος και κυρίως δε χάνεις ευκαιρία να γελάσεις και να διασκεδάσεις δυνατά. Η υπερβολή είναι για σένα καθημερινότητα. Κι αν ποτέ σηκώσεις κεφάλι σπάνια φεύγεις. Μένεις εκεί για να εκδικηθείς, να ξεχωρίσεις, να τους δείξεις. Πάντα τα φιλοδωρήματα στα μαγαζιά του Πειραιά ήταν ασύλληπτα, τα ρούχα στο πανέρι ή πανάκριβα, οι οπαδοί πιο φανατικοί και οι δουλειές λίγες έως ανύπαρκτες. Τα δε αφεντικά όλοι αυτοδημιούργητοι ψυχοπαθείς.

Χρειάστηκε μια τόσο γερή επέλαση οικονομικής κρίσης για νιώσω στο πετσί μου πόσο πολύ θα ήμουν σαν τη μύγα μες στο γάλα από τη στάση Μοσχάτο και πέρα και τί ακριβώς σήμαινε να δηλώνω σε έναν Αθηναίο Πειραιώτισσα και δη, απ΄την Κοκκινιά. Μου πήρε πολλά χρόνια να βγάλω τα γυαλιστερά ρούχα απ΄το σώμα και το κεφάλι μου, να καταπίνω συχνά την Πειραιώτικη αργκό και να κόψω δια παντός τα μπιχλιμπίδια. Οκ, τα τακούνια και τα Πειραιώτικα “γαλλικά” ακόμη τα αγαπώ ενώ το δράμα δεν μου ξεριζώνεται με την καμία. Αλλά τα δέχτηκα πλέον γιατί κυρίως αυτά είμαι εγώ.

Έτσι, έχοντας καταλαγιάσει λίγο το Πειραιώτικο μέσα μου και βλέποντας τώρα τα πράγματα απ΄έξω, μου είναι περισσότερο από φανερή η μετάλλαξη όλων λόγω κρίσης και φτώχειας. Στα μάτια μου έγινε η Αθήνα κι όλη η Ελλάδα Πειραιάς. Με την κακή έννοια. Θυμός, υπερβολή, επίδειξη και ευθιξία. Γίνανε όλοι Νικαιώτες εναντίον Μανιατών, μαγκάκια από τον Κορυδαλλό, σφίχτες από το Πέραμα, γαριδογκόμενες απ΄τα Ταμπούρια, σιδεράδες από τον Ρέντη, μπρούκληδες απ΄την Καστέλα και όσο πάει στολίζονται όλοι παρακμή. Και είναι η νόρμα.

Σε άλλη περίπτωση θα ήμουν ευτυχισμένη που η μόδα του Πειραιά εξαπλώνεται. Αν δηλαδή μπορούσα έστω για μία ακόμη φορά να κάνω τις άλλοτε Πειραιώτικες τρέλες, να βάλω τα νύχια μου, τα μίνια μου, τα πιο ψηλά τακούνια μου και να χορέψω ζεμπεκιές πρώτο τραπέζι πίστα. Αλλά το έμαθα καλά, όπως θα σου 'λεγε κι ένας Πειραιώτης, για να το κάνεις αυτό, θες πολλά κιλά αρχίδια.

Στο δικό μου λεξικό της Πειραιώτικης αργκό, τα αρχίδια είναι οι έγνοιες.

ΤΑΤΤΟΟ



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 06.08.2014


Η αναμενόμενη σχέση των πολλών με τα πράγματα είναι κάτι που συνήθως ζηλεύω γιατί σπάνια μου κάθεται. Περιμένεις πως και τι να τα ζήσεις κι εσύ όπως οι άλλοι, να πηδήξεις στον ουρανό που τα κατάφερες, να αγγίξεις όλους τους μύθους σου, να προλάβεις να απολαύσεις κάτι που το περίμενες και πάλευες καιρό και όταν φτάσει η πολυπόθητη ώρα είτε δεν υπάρχει τίποτε εκεί, είτε τρως μια χλαπάτσα ΝΑ και πέφτεις κάτω από τα γέλια από τη βλακεία που έκρυβε η χρυσουλί κουρτίνα. Αν δεν βάλεις τα κλάματα, δηλαδή.

Κι απ΄την άλλη έχεις τα και καλά απλά, τα καικαλά χιλιοτετριμμένα να σε γεμίζουν τεράστια δώρα και ανέλπιστα συχνές εκπλήξεις. Παίζει να φταίει και που είναι τόσο μα τόσο υποτιμημένα που σε πιάνουν στον ύπνο. Ίσως να το κάνουν εξεπήτιδες κιόλας για να σε αποζημιώσουν από τα άλλα, τα Μεγάλα, τα κούφια. Που βλέπεις σμάρια όλους γύρω σου να τα κυνηγάνε και μάλιστα λυσσαλέα και θες να τους τραβήξεις απ΄το μανίκι να τους γλιτώσεις απ΄το τρέξιμο, μπας και πάρουν μια ανάσα για να δουν επιτέλους ότι τσάμπα χαλιώνται και χαλάνε και τους γύρω τους, τίποτε δεν θα βρούνε εκεί που νομίζουν, εντελώς αλλού είναι τα ωραία.

Μα μετά βλέπεις και τους άλλους, αυτούς που πίστεψαν τόσο πολύ στον μύθο τους που πραγματικά χάρηκαν όταν άνοιξαν την κουρτίνα, πραγματικά είδαν τους θησαυρούς που ονειρεύονταν γιατί ήταν άπειρα δυνατό το όνειρο, τόσο, που είχε γίνει τατουάζ στον εγκέφαλο και το οπτικό νεύρο δεν μπορεί πια να διαπεράσει το πηχτό μελάνι του εγκεφάλου. Ό,τι κι αν δουν είναι το όνειρό τους.

Κι απ΄την άλλη λες ρε μπας και θα ‘πρεπε να το χτυπήσω κι εγώ το τατουάζ της τύφλας; Μπας να θελήσω κάτι πάρα πολύ, τόσο πολύ και μετά να τα βλέπω όλα όπως τα θέλω; Όπως αυτοί οι τυχεροί; Ακριβώς όπως τα περίμενα; Αγνοώντας πως μοιάζουν στ’ αλήθεια; Μα πώς το κάνουν; Συνήθως κάπου εκεί μου χώνω μια ξεγυρισμένη εγκεφαλική σφαλιάρα και θυμάμαι πως δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια διαζυγίου από την πραγματικότητα μα κι αν την είχαν, τα τατουάζ δεν είναι νερομπογιά, είναι ανεξίτηλα και δε βγαίνουν χωρίς λοβοτομή, θα μπλέξεις και πού να τρέχεις μετά.

Αυτά και άλλα παθαίνεις όταν έξω είναι πόλεμος, τριγύρω Κύπρος, στη μέση πάντα Πειραιάς και ο εγκέφαλος μόνιμα περικυκλωμένος από μια μεγάλη μπιρμπιλωτή κουρτίνα που σου κουνιέται και φλασάρει ανελέητα ΔΙΑΚΟΠΕΣ.

(εκ)δώσαμε, (εκ)δώσαμε!



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 23.07.2014

Μέχρι χθες, το να υπογράψεις με εκδοτικό και δη μεγάλο, ήταν ένα πολυπόθητο κατόρθωμα καθώς μιλάγαμε για συμβόλαιο με ικανοποιητικό κέρδος, μελλοντική δέσμευση, μπόλικη έκθεση, κύρος και δουλειές. Στην πορεία βέβαια, ο μύθος των εκδοτικών γιγαντώθηκε στα κεφάλια μας, με αποτέλεσμα τα συμβόλαια να γίνονται όλο και πιο αστεία σε όλους εκτός από τους συγγραφείς, τους νέους συγγραφείς και τους γουάναμπι συγγραφείς. Χαμπάρι. Τουτέστιν, αυτό με τους εκδοτικούς που ντανιάζεται της μουρλής το πανηγύρι για να εκδοθεί, πρέπει κάποια στιγμή να το απομυθοποιήσουμε. Στ΄αλήθεια όμως.

Ουσιαστικά, το πολυπόθητο συμβόλαιο μέχρι χθες, δεν ήταν παρά ένα πασπαρτού συμβόλαιο με συμβολικά ποσοστά, ολοκληρωτική παράδοση πνευματικών δικαιωμάτων τωρινών, μελλοντικών και μετά θάνατον, για το παρόν βιβλίο σε όποια γλώσσα εκδοθεί (τη μετάφραση μάντεψε ποιος θα πληρώσει) άμα γίνει τραγούδι, θεατρικό, ταινία, αμανές ή παντομίμα, για το επόμενο βιβλίο, το μεθεπόμενο και μερικές φορές για ό,τι γράψεις ισόβια, ακόμη κι αν πρόκειται για αρχικά σε τυρόπιτα.

Εν μέρει είχε λογική όλο αυτό, καθώς το να γράφεις γενικώς ήταν αμπαλαρισμένο με δέος, όμως όπως θα έχεις ήδη υποψιαστεί για τα πολύ σεβάσμια πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο, είτε αφορούν αέρα κοπανιστό είτε χοντρή χαμαλοδουλειά και χωρίς φράγκα και αφού κάποιος πρέπει να την κάνει, την αμπαλάρουμε με φιόγκους και άστον να λυσάει να μπλεχτεί.

Όλα αυτά μέχρι χθες. Και όταν λέμε χθες, έλεος για όνομα και ξεκολλάτε, έχουνε περάσει είκοσι χρόνια που η γραφή και δη η δημόσια γραφή είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου άμα το γουστάρεις. Φορ φακζ σέικ και τουίστ και ρόκ εν ρολ, κάνε μια μετάφραση τί σημαίνει σήμερα υπογραφή σε εκδοτικό οίκο. Βάλτα κάτω και θα δεις ότι μόνο στους εκδοτικούς και στα μαιευτήρια τέτοια βλακεία. Πας σαν το αρνάκι και χαρίζεις τα λεφτά, τα δικαιώματα, την εικόνα και την χοντρή δουλειά του βιβλίου σου, καθώς και τα βιβλία που ίσως γράψεις στο μέλλον, μόνο και μόνο για το θεαθήναι.

Και το πιο παράλογο; Όσα πιο πολλά παραχωρήσεις τόσο πιο χαρούμενος είσαι. Κατά τ’ άλλα συγγραφέας και υποτίθεται σου κόβει. Γιατί σοβαρά τώρα, αν σκεφτείς αυτά που σου προσφέρουν σε σχέση με αυτά που μπορείς εσύ πλέον να προσφέρεις στον εαυτό σου, πρέπει να είσαι μεγάλος άσχετος, μεγάλος χιπστεράς ή μεγάλος τεμπελχανάς για να τα δεχτείς. ΟΚ, παίζει και η σπάνια περίφτωση ένας-δυο εκδοτικοί να είναι εντάξει. Μιλάμε για ένα τρία, άντε τέσσερα τοις εκατό. Βία.

Το άλλο μεγάλο επιχείρημα για την κυριαρχία των εκδοτικών στις μέρες μας, έχει να κάνει με την καταξίωση και την αξιοκρατία. Είναι νομίζουν διαφορετικό ο κάθε “κακομοίρης” να εκδίδεται μόνος του και να γεμίζει τον τόπο βλακείες κι άλλο να σε διαλέγουν, να σε περνάνε κόσκινο διορθωτάδες, να σε ζωγραφίζουνε, να σε γυαλίζουνε και να σε πλασάρουνε με ούγια. Δηλαδή εσύ γράφεις εγώ πουλάω, εσύ υπογράφεις, εγώ σε κάνω μάγκα, εσύ μένεις με το μάγκας και εγώ με τα λεφτά. Για κάποιους είναι γουίν-γουίν. Για μένα είναι η επιτομή του λούζερ.

Αυτό που έχω να πω, είναι σταματήστε επιτέλους να (μας) ψαρώνετε. Ναι, ισχύει πως οι περισσότεροι που εκδίδονται με τον παραδοσιακό τρόπο νιώθουν πως έχουν ήδη καταξιωθεί και πως με την ταμπέλα “συγγραφέας” αυτομάτως συνεπάγονται ένα κάρο πράγματα για τους ίδιους, το ταλέντο και το μέλλον τους που όμως τελικά δεν συνεπάγεται τίποτα. Νάδα. Ναι, υπάρχει χαρά και περηφάνεια και ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που σε ξεχώρισαν και θέλουν να επενδύσουν πάνω σου αλλά φτύσε λίγο τα μπούτια σου και ξαναπροσγειώσου, όλα αυτά διαρκούν λίγους μήνες και αν. Κυρίως, αν.

Βασικά, αυτό που προσπαθώ να πω τόση ώρα είναι πως δεχόμαστε να αγοράσουμε πανάκριβα την ταμπέλα του συγγραφέα επειδή μας έπεισαν ότι κοστίζει τόσο, κι ενώ θα έπρεπε να ζούμε ζωή χαρισάμενη, άντε απλά να ζούμε οι μέτριοι ή έστω να βγάζουμε κάτι έστω για το γαμώτο οι ανθυπομέτριοι από τη δουλειά αυτή, τελικά αυτό που κάνουμε είναι να στολιζόμαστε όλοι μια αρμαθιά άδεια και φωνακλάδικα τενεκεδάκια που σέρνουμε σα λατέρνες εσαεί.

Και βάλε μέσα σ’ όλα αυτά και την Ομερτά. Να είναι έτοιμος να σου ξεκολλήσει ο εγκέφαλος από το γράψιμο γιατί ξαφνικά αποφάσισαν πως τους λείπει καμιά σαρανταριά χιλιάδες λέξεις, να γανιάζεις να εξηγήσεις στους διορθωτές σου ας πούμε, τί είναι lol και ότι γράφεται lol και όχι l.o.l. παρόλο που είναι “ακρωνύμιο”, να μην έχεις δει δεκάρα τσακιστή, να τρέχεις από πανηγύρι σε πανηγύρι, και στο παραμικρό κιχ, να τρως μια χλαπάτσα ΝΑ και μάλιστα από τους (πανευτυχείς) ομοιοπαθείς: “καλά, δεν ντρέπεσαι που τολμάς κιόλας και μιλάς; Δεν ντρέπεσαι εσύ που έγραφες τσάμπα, σου κάνανε τη χάρη να σε προωθήσουνε (sic) και τώρα ζητάς και λεφτά;”

Σήμερα λοιπόν, αγαπητοί “συνάδελφοι” απαντώ: όχι, δεν ντρέπομαι. L.O.L.
Σύντομα, τα βιβλία μου θα διατίθενται τις εκδόσεις ΜουάTηςIδίας. Όσοι πιστοί, και τα τέτοια. :)


Περάστε να σας τα πει κι ο συνάδελφος.

μπότομ λάιν ΚΡΑ.-


Με αφορμή την επανάκτηση της συγγραφικής μου ελευθερίας και την πολυπόθητη λύση των συμβολαίων μου με τους εκδοτικούς μου οίκους. ξανα-l.o.l.

Ραγίζει απόψε η καρδιά



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 10.07.2014

Την αποφράδα εκείνη μέρα που κύρηξε ο Χατζηνικολάου Αληθινή Κρίση, η Ζωή πήρε μια χατζάρα, τη ζύγισε καλά στο κούτελο, του ‘δωσε μια γερή και σχίστηκε στα δυο. Απ΄τη μια πήγαν οι ΚαλύτεροΑύριο και απ΄την άλλη οι ΔίχωςΑύριο.

Οι ΚαλύτεροΑύριο άφησαν τη ζωή τους να περιστρέφεται γύρω από τα μελλούμενα και όπου να ‘ναι θα γίνουν μάγκες. Προς το παρόν βέβαια περιμένουν. Απ΄το στόμα τους συνήθως ακούς πόσο θα γυρίσει ο τροχός, πόσο απαραίτητη είναι η υπομονή, άντε να φάμε τον γάϊδαρο, φως στο τούνελ και κάτι ασυνάρτητα για έναν μούσιο, μούσκιο, θα σε γελάσω.

Γενικά δηλαδή, όλοι οι ΚαλύτεροΑύριο βρίσκονται σε έναν προθάλαμο περιμένοντας και ελπίζοντας σε ό,τι, μα ό,τι κόψει η γκλάβα τους και σχεδιάζοντας βάσει αυτού, αιωνίως τουμπανίως το μέλλον. Ότι δηλαδή του την καρφώσει του καθενός ότι του χρωστάει το σύμπαν, το θέλει. Και μετά (θυσιά)ζει περιμένοντάς το και σχεδιάζοντας μόνο για αυτό το συγκεκριμένο μέλλον. Το καλό μέλλον εννοείται.

Αν τους δεις, πέρα από κάτι τρίγερους κανείς τους ας πούμε, δεν προγραμματίζει τη ζωή του γύρω από ένα σπασμένο πόδι, μία κατάσχεση και τρεις πεθαμένους στο σόι, παρά μόνο εάν βρίσκεται κάτι δευτερόλεπτα πριν ή μετά το δυσάρεστο γεγονός. Όλοι από Ωνάσης και δώθε.

Οι ΔίχωςΑύριο πάλι, πήραν την Κρίση πιο σοβαρά. Και τον κώλο τους επίσης. Καιρός για δράση. Ό,τι φάνε κι ό,τι πιούνε και δε πα να καεί το σύμπαν. Παρτάρουν ΔίχωςΑύριο, ξεφτιλίζουν πιστωτικές χειρότερα από πριν, ζουν πεισματικά προ-κρίσης, κι άμα κάνεις να τους την πεις σε αρχίζουν με τα κάφρε ντίεμ, ζήσε το σήμερα, το τώρα, σα να είναι η τελευταία σου μέρα όχι μόνο η δική σου αλλά και της μάνας σου και του πατέρα σου και του σογιού σου ολόκληρου άμα σκεφτείς δηλαδή πόσους έχουν δαγκάσει στο διάβα τους για να κάνουν το Σήμερα στ’ αλήθεια ΔίχωςΑύριο.

Οι ΔίχωςΑύριο γελάνε πολύ, βγαίνουν πολύ, απολαμβάνουν πολύ αλλά σου καταρρέουν και πολύ. Ζώντας τόσο στο σήμερα δεν είναι και τόσο εύκολο πράμα να σφαλιαρίζεις κάθε πρωί τον εγκέφαλό σου. Διότι αν ήθελε ο καλός θεούλης να είσαι χρυσόψαρο θα σε έκανε χρυσόψαρο. Τώρα, όσα χρυσά πτερύγια και να μου βάλεις, όσο εγκέφαλο χρυσόψαρου και να θελήσεις, το Αύριο θα σε κοψοχολιάζει συχνά-πυκνά.

Κι είναι πολύ αστείο, στον παραλογισμό όλων αυτών μόνο τα χούφταλα να ξέρουν τί παίζει και πόσο λάθος πήραν τη στροφή. Και γανιάζουν να σε προειδοποιούν να ζήσεις σαν άνθρωπος ρε παιδάκι μου, νορμάλ, ανθρώπινα, δε χρειάζεται ή του ύψους ή του βάθους. Δε χρειάζεται ούτε να περιμένεις τα πάντα αύριο, ούτε να το γκρεμίζεις το αύριό σου παρά άπλωνε τα ξεράδια σου μα όπου φτάνει το πάπλωμά σου, να ξεδώσεις αλλά χωρίς να χρεώσεις και τα δισέγγονά σου, αρκεί μονάχα να βάλεις κάνα λεφτό στην άκρη για τις βροχερές μέρες, να φοράς καθαρό βρακί μην σου τύχει νοσοκομείο και άλλα αντικοελικά, μα όλα αυτά είναι πράγματα που δυστυχώς τα φωνάζεις μόνο ως γριά σκουρέτζω με το ενάμισι πόδι στον τάφο.

Δε πα να λένε όμως οι γέροι ας προσέχανε κι αυτοί αφού η κουλτούρα μας, τα τραγούδια μας, οι ταινίες μας, τα στιχάκια μας, τα νησιά και το Αιγαίο μας (συκ) τα φτιάξανε μόνο ή με υπερβολές ή ελπίδες. Αν δεν ελπίζεις σε ένα καλύτερο αύριο δεν ξοδεύεις, δεν είσαι ευτυχισμένος, δε ζεις. Αυτό, ή ζεις μόνο σαν ψυχάκιας και καταστρέφεις οτιδήποτε βρίσκεται σε εμβέλεια χιλιομέτρων κυριολεκτικά και γονιδιακά.

Κι είναι τόσο απλό να τους πιάσεις και να τους πεις φίλε, δε θα γίνεις ποτέ μάγκας και ούτε είσαι και τώρα. Βασικά, δε θα ‘πρεπε να θες να γίνεις μάγκας από την αρχή γιατί μάγκας είναι φίξιον και μάλιστα πρόχειρη φίξιον, γιατί παρόλο που ένα έθνος τον προσκυνά και παρόλο που έχει περάσει στο dna μας η κλάψα με το κωλομπαγλαμαδάκι που ραγίζει από πάντα την καρδιά, δεν ξέρεις τί ακριβώς είναι μάγκας, αν εκτός από μουστάκι έχει φράγκα ή μερσεντές, πιστωτικές ή πισίνες, δεν έχει καν αστραφτερή στολή, μισή δουλειά πάλι κάνανε, όχι όπως με τον κάπτεν Αμέρικα.

Αλλά πού. Ή όλα ή τίποτα. Μάγκας. Ζήσε αύριο μεθαύριο, την άλλη εβδομάδα αλλά σε κάθε περίπτωση όχι σήμερα. Αλλιώς ζήσε το σήμερα, το τώρα, αύριο αύριο μα δεν υπάρχει αύριο, ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Κάτω απ΄τη γη ή στα σύννεφα. Σκουλήκι ή ροκ σταρ. Τσάμπα μάγκες. Αυτοί είμαστε.

Επιστροφή Στο Μέλλον 5



Tonis Sfinos. Google him μικρέ. ΜΑΓΕΙΑ.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 02.07.2014

Τότε ελλείψει facebook και email και social media, έκανες καμάκι. Καμάκι μικρέ ήταν με λίγα λόγια η σούπερ ατάκα που θα σκεφτόσουν για να ρίξεις το κορίτσι, κάτι τρομερά έξυπνο δηλαδή με ένα τσικ ευφυιούς χιούμορ. Όπως ας πούμε ένα post σου χωρίς selfie με δεκάδες likes. Το top μας ήταν το “ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου”; Οκ, αν δεν το κατάλαβες ρώτα τη μάνα σου και προς υπεράσπισή μας να σημειώσω ότι στις μέρες μου υπήρχε εξίσου διαδεδομένη η έκφραση “μυαλό κουκούτσι” που παραδόξως περιέγραφε εκπληκτικά τον ανθρώπινο εγκέφαλο τότε.

Υπήρχε επίσης η διαδεδομένη έκφραση γκρικ καμάκι ή γκρικ λάβερ για όλους αυτούς τους κάγκουρες που η μοναδική τους δουλειά μικρέ, ήταν να την πέφτουν σε τουρίστριες. Το i-phone της εποχής για τα γκρικ καμάκια ήταν ένα κασετοφωνάκι που έπαιζε ον ντιμάντ μια κασέτα με ατάκες στα αγγλικά γιατί καταλαβαίνεις ότι ένα κουκούτσι πού να συγκρατήσει κάτι παραπάνω από ένα yes και ένα no.
Βέβαια από τα γκρικ καμάκια αντλήσαμε τις βασικές μας εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τον κάθε λαό. Ας πούμε, όλοι ξέρουμε πια πως οι Αγγλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν πλένονται πως οι Γερμανίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν ξυρίζονται και πως οι Γαλλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν φοράνε βρακί. Οι δε Ελληνίδες πρέπει να είναι οι μόνες στον πλανήτη που δεν λατρεύουν τους Έλληνες. Οι γκρικ λάβερς ούτε να τις φτύσουνε τότενες. Γι’ αυτό ο πατέρας σου μικρέ ξέρει ακριβώς τί θέλει η Μέρκελ αλλά δεν του καίγεται καρφί τί θέλει η μάνα σου.

Όπως θα διαπίστωσες, τότε όλα γίνονταν με τα λίγα και στραβά που μας είχαν μάθει οι δικοί μας, με τα λίγα και στραβά που μαθαίναμε εμείς μετά, με όσα είχαμε και με όσα μας επέτρεπε η εποχή. Και θα είμασταν κι εμείς σαν τους προηγούμενους αν δεν πάθαινες εσύ τώρα ίντερνετ και πολιτισμό να σειστούν λίγο τα κοκκαλάκια του Δαρβίνου. Δεν μπορούσες ας πούμε, να φτιάξεις στα καλά καθούμενα μια νεά τούρτα ή ένα εξωτικό φαί, μεταξύ μας δεν θα έβρισκες καν τα υλικά, δεν μπορούσες να ψωνίζεις παπούτσια που αγόρασες “απ΄ έξω”, δεν είχες φίλους μακρύτερα από την πόλη ή το χωριό σου και που δεν τους γνώρισες στο στρατό, δεν έβλεπες πολλές φωτογραφίες ή εικόνες από άλλα μέρη, δεν ήξερες αν σήμερα έσκασαν οχτώ βόμβες, τρεις σεισμοί και δύο τσουνάμια στον πλανήτη. Βασικά, δεν ήξερες ότι υπήρχαν καν τσουνάμια. Δεν ήξερες τους χικικομόρι, δεν θα μάθαινες ποτέ λογική και τα λογικά σφάλματα, δεν είχες δει ελεφαντάνθρωπο και δεν θα μίλαγες ποτέ με τον αγαπημένο σου τραγουδιστή.

Ήσουν τόσο φτωχός σε πληροφορία, σύνδεση με τον κόσμο και επιστημονική γνώση που για παράδειγμα, αν αρρώσταινες, είχες τη μάγισσα της φυλής να σου φέρει βοτάνια, να σε γητέψει στ’ άστρα ή να σου καρβουνιάσει τη μούρη στα πολύ δύσκολα. Είχες μία διαφορετική διάγνωση από κάθε διαφορετικό άνθρωπο που γνώριζες και μία τουλάχιστον ανορθόδοξη συνταγή για να γίνεις καλά όπως ξερωγώ αποξηραμένα κόκκαλα μπεκάτσας βουτηγμένα σε αίμα γκριφόν. Είχες τη θεία με τις βεντούζες, τον μπάρμπα με το λαδάκι από τον άγιο Τάδε και άμα χειροτέρευες είχες κι έναν πανάκριβο γιατρό με μόνο όπλο κάτι ταλαίπωρα ακουστικά.

Και μετά ήρθαν τα κινητά τηλέφωνα, η ιδιωτική τηλεόραση, το βίντεο και τέλος το ίντερνετ. Μιλάμε για κοκομπλόκο. Από ‘κει που όλα ήταν με το σταγονόμετρο, ξαφνικά, η γη στα πόδια σου. Δεν μπορείς να το συλλάβεις ό,τι κι αν σου πω. Για να πάρεις μια ιδέα βούτα έναν γέρο από βουνό που δεν το ‘χει χάσει εντελώς και που δεν ξέρει τίποτε για ίντερνετ και μπάστον σε μία μέρα σε όλο αυτό το πράγμα. Αν ποτέ καταφέρεις να του χώσεις στο κεφάλι τί σημαίνει όλο αυτό κι αν δεν σου τα κακαρώσει, δεν παίζει να ξανασηκώσει κεφάλι από οθόνη.

Εμείς όμως, επειδή δεν ήμασταν γέροι για να εντυπωσιαστούμε παθητικά, αλλά ούτε και πολύ νέοι για να μάθουμε τον κόσμο με αυτό στα χαλαρά, μας ήρθε λίγο βαρύ το πράγμα. Κι ακόμη δηλαδή, λίγοι έχουν συνέλθει. Κάτι παράξενοι μανουριάρηδες είμαστε, κάτι τελειωμένοι 80’s lovers, κάτι απροσάρμοστοι που ακόμη ανεβάζουν στάτους με καλημέρες και χρόνια πολλά και κάτι θείτσες που θέλουν ντε και καλά να σου δώσουν να καταλάβεις πόσο μεγάλο είναι το γκαπ και γιατί η χαρακτηριστική λέξη της γενιάς μας ήταν το “βαριέμαι”.

Τέλος