Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2005

ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

(α, και καλό μήνα)

Εκεί, γύρω στα δεκάξι-δεκαεφτά έσκασε μία πολύ άσχημη βόμβα στο σπίτι. Ο μπαμπάς είχε κάνει κάτι εξετάσεις και υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να μου το εμπιστευθούν, αλλά όχι και τόσο για να το δεχτώ. Το ότι είμαστε όλοι θνητοί και κάποια μέρα δεν θα υπάρχουμε, δεν ήταν κάτι που είχε περάσει από το μυαλό μου. Ειδικά για τους πιό σημαντικούς ανθρώπους στον δικό μου κόσμο.

Καρκίνος, λοιπόν. Με καμμία ελπίδα σωτηρίας. Οι γιατροί το είχαν δεδομένο ότι θα πεθάνει και έψαχναν με εξετάσεις και βιοψίες για μεταστάσεις που τις είχαν σίγουρες. Νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες σε ένα δωμάτιο που είχαν για ετοιμοθάνατους. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσους γνώρισα εκεί μέσα. Κάθε μέρα αποχαιρετούσα και έναν. Ήταν η πρώτη μου κοντινή γνωριμία με τον θάνατο. Εξοργιστικότατη εμπειρία.

Η μητέρα μου ποτέ δεν του είπε την αλήθεια, κι ας ήξερε. Ο πατέρας μου ποτέ δεν της είπε την αλήθεια, κι ας ήξερε. Το μόνο που έβλεπα ήταν κάθε μέρα ένα αντίο στα μάτια τους και ένα σωρό ασυνάρτητες και ψιλοαστείες κουβέντες σα να μην τρέχει τίποτε. Και από μέσα τους θύελλα. Ευτυχώς, το μαρτύριο τελείωσε, όταν μετά από παρακάλια ένας μεγαλογιατρός κοιτάζοντας τις εξετάσεις , ανακάλυψε το λάθος. Δεν υπήρχε καρκίνος, ήταν απλά υγρό στον πνεύμονα. Η οικονομική καταστροφή που είχαμε υποστεί για αυτούς τους τρεις μήνες, ήταν απελπιστική αλλά ξεπεράστηκε. Το σοκ, όμως όχι.

Δεν ήξερα μέχρι τότε τί σημαίνει ασθένεια, φόβος, θάνατος. Ο θάνατος είναι μία έννοια με την οποία δεν έχω συμβιβαστεί ακόμη. Αρνούμαι κατηγορηματικά να παραστώ σε νεκροταφείο και αποφεύγω τα νοσοκομεία.

Σε ένα εξωτικό νησί έχουν το εξής έθιμο. Μία φορά τον χρόνο γιορτάζουν τον θάνατο και φτιάχνουν ομοιώματα νεκρών από ζάχαρη. Τα ομοιώματα αυτά είναι πιστά αντίγραφα ενός ανθρωπίνου σώματος και στήνονται στα νεκροταφεία τους. Στην συνέχεια, τα παιδιά αφαιρούν το «δέρμα» και επιλέγουν το κομμάτι που θα φάνε. Οστά, έντερα, καρδιά κ.τ.λ. Το βρήκα ανατριχιαστικό, όσο και καταπληκτικό ως τρόπο εξοικείωσης με τον θάνατο, για τα μικρά παιδιά.

Δεν με είχε προετοιμάσει κανείς για τον θάνατο, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το θεωρούσαμε τεράστιο ταμπού στην οικογένειά μου, λες και ένας παράδεισος ή μία κόλαση θα αρκούσε...

5 σχόλια:

  1. Τον φοβάμαι τον θάνατο. Και όχι τόσο την ανυπαρξία αυτή καθ' αυτή (αν και πολύ με χαλάει εγωϊστικώς .. ο πλανήτης χωρίς εμένα ΑΣΥΛΗΠΤΟ) όσο ο τρόπος του θανάτου.

    Τελικά μάλλον φοβάμαι τον πόνο, την απελπισία, τον τρόμο (ναι, θέλω μια κάψουλα υδροκυάνειο πριν μπω στο αεροπλάνο, παρακαλώ).

    Ωχουουου, καλοκαιριάτικα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ήμουν πάντα πολύ ψύχραιμος με την ιδέα του θανάτου. Μέχρι που έκανα παιδιά. Από τότε τρέμω στην ιδέα, ότι μπορεί να τα αφήσω μιά μέρα μόνα τους και με μιά βαθιά πληγή στην καρδιά και παρακαλώ να φύγω όταν θα έχουν γίνει τουλάχιστον 20 ετών.

    Παλιοκατάσταση αυτό που έζησες, το είχανε περάσει και οι γονείς μου με τον αδερφό μου όταν εκείνος ήταν ακόμα 6 χρόνων παιδί. Δεν είχε τελικά τίποτα! Εγώ ήμουν ευτυχώς πολύ μικρός ακόμα για να με επηρεάσει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τα έχω πολύ πρόσφατα ακόμα. Τόσο πρόσφατα που καίνε. Τουλάχιστον αυτές οι εμπειρίες σε βοηθάνε να εξοικειώνεσαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δε νομίζω πως υπάρχει τρόπος να εξοικειωθεί ποτέ κανείς απόλυτα με το θάνατο... εκτός κι αν πρόκειται για ιατροδικαστή, γιατρό ή undertaker και πάλι δεν είμαι σίγουρη...
    Θυμάμαι οικογενειακό φίλο μας, γιατρό, που όταν έχασε τη γυναίκα του έκλαιγε και χτυπιόταν σα μικρό παιδί...
    Πάντως είναι θέμα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση, αλλά δεν είμαι σε τέτοια φάση...άστο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ναι, γι΄αυτό δεν το συνέχισα, καλύτερα να το φάω στο κεφάλι όταν έρθει, παρά να στεναχωρώ και τα παιδιά με άσχημες μνήμες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή