Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2005

ΞΕΚΙΝΑΩ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΠ΄ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Κύκνειο άσμα. Όχι για μένα, για το μαγαζάκι. Το πούλησα. Η εργασία του άντρα μου, μετακομίζει σε πολύ μακρινό προάστειο και σε άλλη περίπτωση, θα έπρεπε να άνοιγα και να έκλεινα μόνη το μαγαζί. Πράγμα αδύνατον, γιατί μετά τις οκτώ χέζομαι από τον φόβο μου να είμαι μόνη σε τέτοιο μαγαζί και δεύτερον δεν έχουμε δεύτερο μεταφορικό για να κουβαλάω τις εφημερίδες το πρωί και το βράδι. Εξίσου σημαντικός λόγος, γιατί θα πρέπει να μείνω αρκετούς μήνες στο κρεββάτι, για κάποιο μικρό προβληματάκι και δεν υπάρχει κανείς να μου κρατήσει το μαγαζάκι.

Η αγγελία μπήκε στις εφημερίδες και για καλή μου τύχη από τους πέντε ανταγωνιστές τριγύρω, σε διάστημα τριών μηνών, έμειναν μόνο δύο, που κι ο ένας προσπαθεί να το πουλήσει.

Location, location, location, ηλίθιοι, λένε οι βλάκες Αμερικάνοι, που για άλλη μία φορά, αποδεικνύουν πόσο μαλακίες είναι τα στερεότυπα. Τουλάχιστον ο αγοραστής μου, μες στην κούρασή του, θα έχει πολλή δουλειά. Φαντάζομαι ότι θα αποφεύγω να περνάω από την γειτονιά, γιατί όπως και να το κάνεις κάθε γωνιά αυτού του μαγαζιού, έχει χτιστεί με πολύ κόπο. Ξεκίνησα σε τέσσερις τοίχους μόνο και μόνο γιατί θεωρούσα χαζό να πληρώσω αέρα, για έτοιμο μαγαζί. Και έφτιαξα μόνη μου αέρα.

Έχω μπροστά μου τρελλές γραφειοκρατείες (βέβαια, όχι 5 μήνες που μου πήρε να το ανοίξω), αλλά θα είναι ευχάριστο να ξέρω ότι για ένα διάστημα θα γίνω πάλι άνθρωπος.

Οπότε, για λίγο θα κάνω την νοικοκυρά. Ένα επάγγελμα, που όσο να πεις ποτέ δεν του έδωσα ιδιαίτερη σημασία και για πρώτη φορά θα πρέπει να το ασκήσω. Το πακετάκι βέβαια περιλαμβάνει κοινωνικές υποχρεώσεις, βαψίματα, ανακαινίσεις, αλλά νομίζω ότι για πρώτη φορά στην ζωή μου, θα γουστάρω. Οι ψυχικές διακοπές που λέγαμε.

Επίσης, ποτέ δεν έχω κάτσει πάνω από μία-δυό βδομάδες στο σπίτι από τα δεκαοχτώ μου και μετά, οπότε μάλλον σύντομα θα βαρεθώ. Ίσως βρω καμμιά δουλειά της προκοπής δουλεύοντας από το σπίτι. Θα δούμε. Φαντάζομαι, εδώ θα τη βγάζω πάλι να σας ζαλίζω, ελπίζω το ίδιο συχνά.

Για τις επόμενες μέρες, μέχρι να πέσουν τα φράγκα, θα τη βγάζω κάνοντας λίγο ακόμα την ψιλικατζού (ο χρόνος περνάει βασανιστικά αργά) και ελπίζω να τελειώσει γρήγορα το μαρτύριο.

Ακριβώς τώρα, αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνω μερικές φορές και είμαι παράλληλα πολύ ευτυχισμένη και πολύ δυστυχισμένη. Σε λίγες μέρες, δεν θα ξαναασχοληθώ με δάνεια, με λογαριασμούς, με σιχαμένους πελάτες. Θα ασχολούμαι με βόλτες, με το σπίτι, με καφεδάκια στον ήλιο, με καινούργια ρούχα και κομμωτήρια. Σε λίγες μέρες, θα δουλέψω για τελευταία φορά στο μαγαζάκι μου, θα κατεβάσω τα ρολά και δεν θα ξαναγυρίσω.

Τέλος πάντων, δεν θέλω αυτό το ποστ να βγει μελοδραματικό, αλλά ότι κι αν κάνω, πάντα μέσα μου, θα είμαι μια ψιλικατζού. Ο τίτλος του blog παραμένει final.

Wish me luck.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2005

ΑΘΗΝΑ VS ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Έχω πάει μόνο μία φορά στην Θεσσαλονίκη και αυτό για 25 λεπτά στον Λευκό Πύργο, όπου είχε κάνει στάση το πούλμαν για εκδρομή στις Σέρρες. Μου άρεσε αρκετά και η αλήθεια, δεν είχα γνωρίσει παιδιά από εκεί, ούτε γνώριζα τις «διαμάχες» περί Θεσσαλονίκης – Αθήνας.

Την εισαγωγή στις κόντρες, μου την έκανε αρκετά αστεία ο Γεωργίου, όταν σε μία εκπομπή, απάντησε σε «παράπονα» τηλεθεατή (για την κατάντια της Θεσσαλονίκης) με την ιστορική φράση «αλλάζουμε;» και άρχισα σιγά σιγά να μαθαίνω. Άρχισα να αηδιάζω με τον Ψωμιάδη και να φουντώνω όταν άκουγα τα συνθήματα περί Βουλγάρων.

Ένας φίλος λίγο αργότερα, ερωτεύτηκε Θεσσαλονικιά. Ήταν αρκετά καλό παιδί και συναδέλφισσα, οπότε δέχτηκα να την φιλοξενήσω για μία βδομάδα. Ξυπνούσαμε κάθε πρωί και συζητάγαμε για την δουλειά μας, για την ζωή στην Θεσσαλονίκη, για τον Μπάοκ και τους κάγκουρες –πρώην γκόμενους, που της έκαναν τη ζωή μαρτύριο. Δεν είχε ξανάρθει Αθήνα.

Κάναμε τρελλή παρέα και για λίγες μέρες ήρθαν και οι φίλοι της για βόλτα. Τα κλασσικά περί σουβλάκι – σάντουιτς όταν ήρθε η στιγμή να παραγγείλουμε φαγητό, τα καταδιασκέδασα. Αλλά, είχαν δίκιο. Ο Αθανάσιος Διάκος δεν καλαμακώθηκε. Σουβλίστηκε.

Το καλυτερότερο με την κοπέλα του φίλου μου ήταν στα Everest.

- Τί να φάμε; Καμμιά τυρόπιτα, ή σάντουιτς;

- Μπα, μου λέει κάνω δίαιτα.

Και γυρίζει στον υπάλληλο και του λέει το υπέρτατο: «Θα μου φτιάξετε έναν Καραμολέγκο;»

Οι συζητήσεις αναγκαστικά στρέφονταν γύρω από την αναγκαιότητα του Μετρό της Θεσσαλονίκης, την υπεροχή του Πάοκ και πόσο μισούν οι Αθηναίοι την Θεσσαλονίκη. Δεν είχα ξανακάνει τέτοια συζήτηση και προσπαθούσα να εξηγήσω ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Βρέθηκα να απολογούμαι για τα τεράστια έργα της Ολυμπιάδας, που μόνο ταλαιπωρία είχαν φέρει και για το Μετρό, που στην περιοχή μου δεν υπήρχε καν, και τα λεωφορεία ήταν άθλια.Δεν τους έπεισα.

Όταν πήγαμε ένα βράδι βόλτα και τους έδειξα το κτίριο που εργάζομαι, πάθανε πλάκα. Θεώρησαν τεράστια την απόσταση για να την διανύει κάποιος κάθε μέρα. Κατάλαβαν πώς δεν έχει σημασία αν είσαι από την Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα. Το βασικότερο είναι να ζεις σαν άνθρωπος.Και αυτό πρέπει να ισχύει για όλες τις πόλεις.

Το ίδιο βράδι, ρώτησα ένα παιδί απ΄την παρέα, τί δουλειά κάνει. Πακετάς, μου λέει.

-Ορίστε;

-Ε να, έχω ένα παπί και μεταφέρω πακέτα. Δηλαδή εσείς οι χαμουτζήδες πώς το λέτε;

- Ξέρω γω, μάλλον κούριερ.

- ΨΩΝΑΡΕΣ!!!

Πέρα από την πλάκα, ήταν γαμώ τα παιδιά όλοι τους. Πλέον, μετά το τέλος της σχέσης του φίλου μου με την κοπέλα, δεν έχουμε ιδιαίτερες επαφές, αλλά αγαπιόμαστε.

Αυτό φαίνεται από τα μηνύματα στα κινητά σε μεγάλα ντέρμπι, του στυλ: «Μουνιά!!!».

Και πάντα βέβαια, με την ανάλογη απάντηση:

«Μουνιά!!!»

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2005

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ

Δεν γνωρίζω κανέναν προσωπικά από τα blogs. Μπορεί να έχω συμπάθειες οι οποίες φαίνονται απλά με μία ματιά δεξιά στα links,αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι καταλαμβάνετε όλη μου τη ζωή (σαφώς με μία εξαίρεση τον kaltsovrako, που για όσους δεν το κατάλαβαν, είναι ο σύζυγός μου). Δεν ανήκω σε καμμία κλίκα, ούτε έχω δεχτεί ποτέ mail, πέρα από τα τυπικά, του στυλ «συμφωνείς να σε βάλω στα links μου;». Για να είμαι πέρα για πέρα ειλικρινής, έχω στείλει ένα mail στον Βάτραχο, αλλά ήταν διαδικαστικό για τα pop up στα links μου και είχε καθαρά να κάνει με την γκαβομάρα μου στους υπολογιστές. Δεν υπάρχει καμμία ιδιαίτερη συνομωσία για αυτά που γράφω και αν ποτέ πέσει κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου, θα πέσει χοντρό χέσιμο.

Όσοι έχετε αποδείξεις για το αντίθετο, παραθέστε τις.

Όσο είμαι στο ίντερνετ, διαβάζω, γράφω, σχολιάζω. Δεν έχω κανέναν λόγο να αντιπαθήσω κάποιον, παρά μόνο να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με αυτά που γράφει. Εντάξει, αν με πήξουν στις μαλακίες τα ψιλοπαίρνω, αλλά δεν γίνεται, εκ των πραγμάτων, να θεωρήσω κάποιον ή κάποια έτσι ή γιουβέτσι. Αυτό θα γίνει μόνο αν γνωριστούμε και περάσει κάποιος καιρός. Θα μου επιτρέψετε όμως, κυρίως λόγω ηλικίας, να έχω την εμπειρία να διαχωρίσω τους διαμετρικά αντίθετους με μένα ανθρώπους, πάντα όμως ως προς τις απόψεις τους.

Θα ήταν πολύ παιδικό να θεωρήσετε ότι αφού κάποιος είναι στα links μου, θα συμφωνώ μαζί του εσαεί. Έχω διαφωνήσει σχεδόν με τους περισσότερους και θα συνεχίσω να το κάνω, εφόσον είμαι ευπρόσδεκτη στο blog τους.

Τέλος, να τονίσω πως οι απόψεις του blog προέρχονται από την δική μου γκλάβα, τα σχόλιά μου στα blogs επίσης και θα ήθελα παρακαλώ όσοι το παίρνετε προσωπικά να με ενημερώσετε για να μην σας ξανααπαντήσω σε τίποτε.

Οκ;

Οκ.

Ευχαριστώ.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2005

ΚΟΡΙΤΣΙΑ..ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΜΑΤΣ!

Εγώ λέω να το ρίξουμε στο κουτσομπολιό, σε καμμιά χαλάουα, γιατί δεν ξέρουμε από πριν το αποτέλεσμα, κάντε και μπιντέ καλού κακού.

Πολύ γουστάρω αυτές τις μέρες. Φοβέρισα τον άντρα μου με κατάρες και τον έκανα να γυρίσει πίσω (είχε ξεκινήσει με φίλους για τον αγώνα) και να μου δώσει ένα τεράστιο φιλί. Είναι από τις μέρες που παίζω με τα γούρια. Μετά τον φοβέρισα ότι θα πω «και με την νίκη» και κιτρίνισε! Καραγουστάρω φάτσες.

Τώρα αν χάσουμε και διαβάσει το ποστ και με θεωρήσει μαυρόγατα, την έκατσα. Θα πάει τσάμπα και η χαλάουα. Βέβαια με λυπάμαι περισσότερο αν κερδίσουμε γιατί για το γούρι, θα με βάλει να ποστάρω σε κάθε μεγάλο ντέρμπι. Γαμώτο ότι και να κάνω, ταλαιπωρία.

Αλλά γουστάρω την φάση του γηπέδου απ΄την ανάποδη. Να φεύγουν όλοι μαζί και να κάνω ότι γουστάρω. Τώρα που έχω το μαγαζί, όλη γειτονιά θα με αφήσει ήσυχη, τουλάχιστον μέχρι το ημίχρονο.

Btw, o red fm τα Σαββατοκύριακα γαμάει.

Love this game!!!

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2005

ΗΛΙΘΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Μάλιστα, η επιστήμη αποφάνθηκε.

Το τίτλο του -κατά μέσο όρο- υψηλότερου δείκτη iq, τον κατέχουν οι άντρες. Και μάλιστα, στις διάνοιες, η αναλογία των γυναικών, είναι 1 προς 5,5. Σε ισόποσα γκρουπ ανδρών – γυναικών, οι γυναίκες βγήκαν πιo ηλίθιες από τους άντρες. Μπορεί ο συγκεκριμένος δόκτωρας να είχε υποστηρίξει την άποψη ότι οι λευκοί είναι ευφυέστεροι από τους μαύρους, αλλά πάραυτα, ας τον πιστέψουμε.

Αυτή η μελέτη λοιπόν, είναι η δικαίωση των ανδρών. Έχουν κατά 10% μεγαλύτερο εγκέφαλο και είναι ευφυέστεροι.

Μία δική μου ηλίθια παρατήρηση:

Ο ευφυέστατος (και πανέμορφος, και βαρβατίλα και δεν θέλω κριτική – τον γουστάρω με χίλια) καλλιτέχνης Robie Williams, είχε πει στο περίπου το εξής: Ο καλός θεούλης έδωσε στους άντρες το μυαλό τους και το πουλί τους. Τα δύο αυτά όργανα όμως, δεν μπορούν να αιματώνονται εξίσου. Όταν λειτουργεί το ένα, απλά το άλλο δεν υφίσταται. Τώρα θυμηθείτε τον Φρουντ και πόσες φορές ένας άντρας σκέφτεται με το πουλί του (ή σκέφτεται το πουλί του).

Χαίρομαι πολύ που δεν έχω πουλί κι ας είμαι ηλίθια : )))

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2005

ΚΑΘΙΚΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

«Yπάρχουν και φορές που κάθομαι ώρα μπροστά στον υπολογιστή χωρίς ούτε να γράφω ούτε να διαβάζω κάτι, περιμένοντας μπας και μου κατέβει κάποια ιδέα που θα την θεωρήσω αξιόλογη. Θυμάμαι τότε ότι μικρός υπήρχαν φορές που καθόμουν ώρα στην λεκάνη χωρίς να κάνω κάτι, περιμένοντας μπας και κάνω κάτι. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου χτυπάει την πόρτα και να με ρωτάει γιατί αργώ τόσο. "Δεν μου 'ρχονται", του απαντούσα».

Old boy

Εγώ, έπαιρνα το καθικάκι μου και το έκανα βόλτα στο σπίτι. Έπρεπε να δουν τα κατορθώματά μου η γιαγιά, ο παππούς και όλοι οι καλεσμένοι. Μοσχοβολούσε το σπίτι από «έμπνευση». Αλλά χωρίς μπράβο και παλαμάκια «έμπνευση» δεν ερχόταν.

Αυτά τα παλαμάκια, φτάνουν για μια ζωή.

Τώρα παίρνω το καθήκι μου και μοσχοβολάω τα μπλόγκια : ).

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2005

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

Είχα ακούσει πολλά για εναλλακτικές θεραπείες. Κάτι λόγω της παλιάς μου δουλειάς στα ινστιντούτα, κάτι τα υποχρεωτικά σεμινάρια για αρωματοθεραπείες, οζονοθεραπείες, μάθαινα όσο να πεις καινούργια πράγματα και είχα σκοπό να το ψάξω. Ειδικά την οζονοθεραπεία, την έβαλα και στο ινστιντούτο που άνοιξα αργότερα, ως θεραπεία ευρυαγγειών και σας εγγυώμαι, ήταν μεγάλη σούπα. Το ίδιο και ο βελονισμός (για να είμαι πιό συγκεκριμένη, ηλεκτροβελονισμός για κυτταρίτιδα- πατάτα με πολλές μελανιές και οιδήματα).

Δεν το έψαξα περαιτέρω, όταν συνάδελφος από το I.T. του λογιστηρίου που δούλευα, μου είπε πως πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε όλα. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι έπινε τα ούρα του και πως το ίδιο έκανε και η γυναίκα του και τα δύο του παιδιά. Φαντάζομαι σε ψηλό ποτήρι με δύο παγάκια. Ένας γιατρός στην σχολή μία φορά, μας έλεγε για τα μαρτύρια των παλιότερων γιατρών. Για να διαγνώσουν, ας πούμε, ότι τα ούρα του ασθενούς είναι όξινα, έπρεπε να τα δοκιμάσουν. Ο συνάδελφος, θα το έκανε με ευχαρίστηση.

Μία άλλη γνωστή μου, όταν ήταν έγκυος, κουβαλούσε οπουδήποτε την σακουλίτσα της με τα βότανα και τα περίεργα σκευάσματα που έπαιρνε και θα ολοκλήρωνε την εγκυμοσύνη και με την βοήθεια του ομοιοπαθητικού. Δηλαδή να έχουμε την σιγουράτζα της ιατρικής και να τα χώσουμε και στον καλό ομοιοπαθητικό για να ΄μαστε τρέντυ (τώρα τί μαλακίες έδινε στο μωρό, ούτε αυτή ήξερε).

Οκ, αυτό ήταν. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν η αδελφή μου, αγόρασε ότι βιβλία βοτανολογίας και εναλλακτικών θεραπειών υπήρχαν και έγινε μανιώδης υποστηρικτής των «φυσικών» μεθόδων. Έτρωγε μονάχα ότι υπαγόρευε η ομάδα αίματός της και επειδή είχε ξεμείνει από ίντερνετ μου ζήτησε να της ψάξω για σχολή, να γίνει ομοιοπαθητικός.

Αναγκαστικά, μπήκα στα άδυτα της εναλλακτικής ιατρικής. Έμαθα, ότι αρκεί να είσαι απόφοιτος Λυκείου και σε μερικά χρονάκια (τί μαλάκες είναι οι κλασσικοί γιατροί) παίρνεις το πτυχίο. Ανοίγεις «ιατρείο» και θεραπεύεις. Στα μαθήματα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, βασικές γνώσεις ανατομίας-φυσιολογίας-παθολογίας, (ο μπαμπάς μου τα λέει κολοκυθοκορφάδες ) μόνο για όσους δεν έχουν τις σχετικές γνώσεις (;). Δηλαδή έχοντας σπουδάσει αισθητικός (και καλά παραιατρικό επάγγελμα όπως παραμυθιαζόμαστε) γνωρίζω αυτές τις βασικές αρχές, οπότε τις πηδάω και μαθαίνω τα υπόλοιπα.

Κάθε χημικό για τους ομοιοπαθητικούς, είναι δηλητήριο. Η φυσικότατη αθώα καφείνη όμως, απαγορεύεται. Για τα δηλητήρια της φύσης, κουβέντα. Μόνο τα χημικά σκοτώνουν.

Τέλος πάντων, έμαθα ότι ο ομοιοπαθητικός πιάνει ψιλή κουβέντα με τον ασθενή, τον κάνει κολλητό, ενδιαφέρεται για το «όλον» σε αντίθεση με τον κλασσικό, που στ΄αρχίδια του τί ομάδα είσαι και αν γουστάρεις τον Καρατζαφέρη. Αλλά το πιο σημαντικό, είναι ότι ο ομοιοπαθητικός δεν επεμβαίνει δραστικά. Δηλαδή δεν κάνει εγχειρήσεις. Όσοι λοιπόν έχουν ένα χεσμεντέν με τα νυστέρια, βρίσκουν χέρια να τους χαιδέψουν. Και τα χέρια, χαιδεύουν και τσέπες. Βέβαια, αυτό έχει σκοτώσει πολύ κόσμο, αλλά καλά να ΄μαστε.

Σιχαίνομαι την νοοτροπία, κατά ένα 80%, των κλασικών γιατρών που έχω χρειαστεί ή συνεργαστεί. Και εκεί έχουν γίνει τραγικά λάθη. Ποτέ δεν δέχτηκα μια θεραπεία χωρίς να την ψάξω, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να αποτανθώ αλλού για θεραπεία.

Πείτε μου για τα επιστημονικά επιτεύγματα της ομοιοπαθητικής στην θεραπεία του καρκίνου, των διαβητικών, των καρδιοπαθών. Πείτε μου για την θεραπεία που θα εφάρμοζε η ομοιοπαθητική, ας πούμε, σε έναν ασθενή που έχει γάγγραινα στο πόδι. Πείτε μου ότι το «ποτό του ήλιου», θα με βοηθήσει στην δυσμηνόρροια. Πείτε μου, αν έχετε απλό αλλά επίπονο και σπασαρχίδικο απόστημα στο δόντι σας, αν θα πετάξετε τις αντιβιώσεις, τα αντιφλεγμονώδη, τα αντιοιδηματικά και θα πάρετε ας πούμε, μελισσόχορτο.

Και τότε θα σκάσω και θα πάω να μαζέψω χαμομήλια.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2005

ΟΙ ΠΩΛΗΤΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΕΒΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ

Σε περίοδο αφραγκίας, και αφού είχα απολυθεί μαζί με άλλα 250 άτομα εν μία νυκτί, από λογιστήριο τηλεοπτικού σταθμού, δέχτηκα την πρόταση ενός πρώην συνεργάτη να αναλάβω το ταμείο, πολύ χάι ρουχάδικου στο Κολωνάκι. Πέρασα από συνέντευξη και αφού είχα, όσο να πεις, οικειότητα με σελέμπριτις και τα απαιτούμενα προσόντα, με χώσανε πρώτη μούρη στο ταμείο.
Παιχνιδάκι μου φαινόταν, αν συγκρίνεις με τα ταμεία και τα χαρτοφυλάκια του σταθμού και ήμουν μες την τρελλή χαρά. Απ΄έξω από το μαγαζί, παρέλαση. Ότι κουλό δεν είχα δει μέχρι τότε, το είδα στο Κολωνάκι. Αλλά έπρεπε να μην γελάω. Και έπρεπε να έχω και ύφος. Έβαλα τα τακούνια μου, το μαύρο παντελόνι και το άσπρο πουκάμισο που επέβαλλε το μαγαζί και πήγα να κάνω την ταμία.
Πρώτη μέρα στη δουλειά, εμφανίζεται η Μαρίκα ευτυχώς χωρίς τον Κώστα της. Όχι, πείτε μου για την τύχη μου. Λέω, δε μπορεί να παίζει και εδώ γκαντεμιά, θα το παλέψω. Και μου σκάει δεύτερη πελάτισσα η Δάφνη, ευτυχώς χωρίς τον Κώστα της. Επέμενα να το παλέψω.
Πάντα θεωρούσα παιχνιδάκι, ότι δεν είχε να κάνει με πώληση παροχής υπηρεσιών και νόμιζα θα τα βγάλω πέρα. Το πρώτο βράδι, πήγα στο σπίτι με κλάμματα. Οι πατούσες μου, πόναγαν λες και τις είχες βαρέσει με σανίδες. Μεγάλη μαλακία η ορθοστασία. Σιγά σιγά άρχιζα να συνηθίζω, αφού πρώτα χαμήλωσα τα τακούνια μου κάνα πεντάποντο.
Η δουλειά απίστευτη. Έπρεπε να στέλνω ρούχα με κούριερ ή σωφέρ στα σπίτια κυριών με ένα σωρό χαρτούρα λογιστική, να διαλέξουν και μετά καινούργια χαρτούρα γι΄αυτά που αγόρασαν. Αν από αυτά τα ρούχα έφευγε καμμιά κλωστή, το ρούχο καταστρεφόταν και το κόστος ήταν πολλά εκατομμύρια. Πεντακόσια ριζόχαρτα τύλιγμα έκανα γύρω από κάθε ρούχο. Ένα από τα καλά, ήταν ότι είδα πρώτη φορά χειροποίητο κουστούμι. Το έπιαναν όλοι σαν θησαυρό. Κάθε ραφή ήταν ραμμένη στο χέρι και ήταν όλες συμμετρικότατες και ολόισιες. Ήταν η πρώτη φορά που δικαιολόγησα τα εκατομμύρια που κόστιζε, μόνο και μόνο για τον κόπο του μάγκα που το έραψε.
Έπρεπε να κάνω ζάφτι πολιτικούς , το σόι τους, τις κόρες τους, τους γκόμενούς τους, και όλους με την ίδια πιστωτική, στα κρυφά. Και όλοι γιατί ένιωθαν «down». Έπρεπε να τα βγάλω πέρα με τον κύριο πολιτικό, που όποτε τον δω φουντώνω, γιατί ήρθε να αλλάξει φτηνιάρικο πουκάμισο που του ΄καναν δώρο, με πανάκριβο και θεωρούσε πως ΕΚΕΙΝΟΣ δεν έπρεπε να πληρώσει. Και θεωρούσε πως έπρεπε να το ξέρω.
Έπρεπε να ηρεμήσω μιά κοσμικιά δυστυχισμένη, που για να πάνε κάτω τα φαρμάκια, κλαίγοντας, έδωσε δέκα μύρια για φόρεμα και πλήρωσε με πιστωτική προέδρου ποδοσφαιρικής ομάδας.
Το αφεντικό, ερχόταν σπάνια μου έλεγαν, οπότε στα κλεφτά πήγαινα και καθόμουν στο σκαμπό, όταν δεν είχε δουλειά. Αλλά οποία τύχη. Σκάει απ΄έξω η αμαξάρα και νάτος ο παππούς αφεντικός. Έρχεται και μου στήνεται στην γωνία του ταμείου. Παίρνει και το σκαμπώ και με στέλνει να του φτιάξω εσπρέσο. Δεν το ΄λεγε στο βιογραφικό μου, αλλά μάλλον ο παππούς δεν το ΄χε δει. Σκατά τα ΄κανα. Έριξα τον καφέ στην μηχανή, εκεί που βάζουν το νερό. Στο χωριό μου πάντως, εσπρέσο δεν είχα. Ευτυχώς ένας άλλος πωλητής που δεν ήταν τόσο ψηλομύτης, ήρθε και βοήθησε.
Με κατασυμπάθησε ο παππούς. Μούρλια ο καφές. Το ΄κανε στέκι και μου μπαστακωνότανε κάθε πρωί να του φτιάξω καφέ. Αλλά κατά πως φάνηκε ήθελε κι άλλα ο παππούς. Ψοφάγανε όλες στα γέλια από τα υπονοούμενα και τα ναζάκια του παππού. Η υπεύθυνη, μου έλεγε να κάνω υπομονή. Εγώ, να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
Ένα πρωί, (εννοείται υπό το βλέμα του αφεντικού), με ρώτησε μια πελάτισα για κάτι παπούτσια. Άσχετη εγώ από μάρκες, ρώταγα δεξιά αριστερά μήπως τα ΄χουμε. Έφαγα ολόκληρο κήρυγμα μετά. Μία γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της, πρέπει να έχει φορέσει «φεραγάμο», τουλάχιστον μία φορά στην ζωή της, συμβούλευε τ΄αφεντικό. Ναι ρε, όταν με γέννησε η μάνα μου έννοια τό ΄χε, να προλάβει να μου βάλει φεραγάμο, μη και δε με σεβαστώ γαμώ το κέρατό μου γαμώ.
Έμεινα ένα μήνα εκεί, γιατί ευτυχώς με ξαναπροσέλαβαν στο λογιστήριο του σταθμού μέχρι να γίνει εκκαθάριση. Από τότε, τις έχω κατασυμπαθήσει τις πωλήτριες.
Ειδικά αυτές που δουλεύουν στο Κολωνάκι και δεν γελάνε.
Ειδικά αυτές που φτιάχνουν εσπρέσσο στους παππούδες αφεντικούς και ανέχονται γύφτους πολιτικούς.
Ειδικά αυτές που δεν έχουν φορέσει φεραγάμο και δεν σέβονται τον εαυτό τους.
Οι παππούδες αφεντικοί, ας βάλουν σαγιονάρες και ας πάψουν να σέβονται τόσο πολύ τον εαυτό τους. Ας σεβαστούνε και μια φορά τις υπαλλήλους τους.

ΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ΜΟΥ.

Υπάρχει ένα πολύ μικρό δρομάκι κρυμμένο στην Αθήνα. Μου πήρε μια ζωή να το ανακαλύψω, αλλά τα κατάφερα. Είναι πολύ μικρό, εικοσιέξι βήματα όλα κι όλα, που τα μετράω κάθε φορά, αλλά είναι το πιο σημαντικό δρομάκι που έχω βαδίσει στην ζωή μου. Και το ΄χω διαβεί καμμιά εκατοστή φορές. Όλες μοναδικές. Οι περισσότερες με κλάμματα, αλλά οι πιό σημαντικές, με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. Μου έχει προσφέρει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στην ζωή μου, αλλά και τις μεγαλύτερες δυστυχίες. Κάποτε θα παρακαλούσα να μην το ξαναδώ, αλλά τώρα, κάμποσο καιρό μετά την τελευταία φορά, μου λείπει.

Μου έχει προκαλέσει φόβο, τεράστιο φόβο, αγωνία, δέος. Μου έχει δώσει τις μεγαλύτερες ελπίδες της ζωής μου και μου τις έχει πάρει πίσω στον γυρισμό. Θέλω να το ξαναδιαβώ, αλλά να μην γυρίσω ξανά πίσω μόνη μου.

Όταν γίνει αυτό, αν γίνει, θα είμαι ο πιό ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη. Άλλωστε τί παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από ένα δρομάκι εικοσιέξι βήματα, όλα κι όλα...

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΚΟΥΚΛΕΣ

Το κουρτινόξυλο ήταν πάντα πολύ ψηλά. Τόσο ψηλά, κανονισμένο να μην το φτάνουν κοριτσάκια μιά σπιθαμή. Εκεί είχαν στήσει όλες μου τις κούκλες, με τα μακριά φορέματα. Αριστερά, η αραπίνα με χρυσούς χαλκάδες και σοκολατένια μαλλιά. Η κινέζα, η ξανθούλα, ο μπέμπης. Οι κούκλες μου, ήταν αλλιώς φτιαγμένες από τις σημερινές. Ήταν κοντές και πολύ στρουμπουλές. Είχαν κοντό λαιμό και ψεύτικες δίπλες στα μπούτια. Τα γυάλινα μάτια τους ανοιγόκλειναν και δεν είχαν ίχνος βλεφάρου, ούτε κραγιόν. Τα χέρια και τα πόδια ήταν ακίνητα και το φόρεμά τους μόνο ένα.

Όπως τις αγόραζες, έτσι ακριβώς έμεναν. Δεν είχες γκαρνταρόμπα, δεν είχες φτιασίδια. Έπρεπε να σου αρκούν. Μου τις έστηναν στο κουρτινόξυλο και διάλεγα κάθε μέρα, με ποιά θα παίξω. Ποτέ με όλες μαζί. Θα ήταν υπερβολή. Τις γραπώνανε με το μακρύ ξύλο προσεκτικά και μου τις έριχναν στην αγκαλιά μου. Υπέροχο συναίσθημα. Αλλά άντε να αποφασίσεις ποιά θα διαλέξεις. Με κοιτούσαν όλες από πάνω ικετευτικά, αλλά εγώ θα διάλεγα μόνο μία. Προσεκτικά, θα την έβαζα στο κρεβάτι, θα την τάιζα, θα της μίλαγα, θα την έγδυνα, θα της μιλούσα.

Όταν είχα φίλες σπίτι, ήταν το καλύτερο. Κατεβάζαμε όσες κούκλες αντιστοιχούσαν σε κάθεμιά από μας. Και τότε, τους μπερδεύαμε τα ρούχα, παίζαμε πιο σύνθετα παιχνίδια. Κι αυτές οι στρουμπουλές κούκλες, όλα τα ανέχονταν. Η αραπίνα έδινε τους χαλκάδες στον μπέμπη και η κινέζα την ομπρέλλα της στην ξανθούλα.

Μια μπάρμπι, ποτέ δεν θα καθόταν στο κουρτινόξυλο. Θα έπεφτε αμέσως κάτω από την χαραμάδα και θα γινόταν χίλια κομμάτια. Μια μπάρμπι, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τα μικροσκοπικά ρούχα της με τις άλλες, ούτε θα μπορούσα να την ταίσω. Άλλωστε δεν πρέπει να τρώει ποτέ. Ο μπέμπης θα ένοιωθε πολύ μόνος, γιατί οι μπάρμπι μιλάνε μόνο στους Κεν. Και οι Κεν είναι τόσο όμορφοι, που δεν θα γύριζαν ποτέ να κοιτάξουν στρουμπουλές κούκλες χωρίς βλέφαρα.

Άλλωστε αν είχα Μπάρμπι και Κεν, δεν θα έπρεπε να έχω άλλες κούκλες. Θα έπρεπε να τις πετάξω και να παίζω κάθε μέρα μόνο μαζί τους. Οι φίλες μου, θα έπρεπε να φέρουν τις δικές τους μπάρμπι και δεν θα ΄χε γούστο να ΄ναι όλες ίδιες. Και θα έπρεπε να τους αγοράζω καινούργια ρούχα, καινούργιο νυφικό, καινούργιο σπίτι. Κι αν δεν μπορούσα; Τότε θα είχα δύο δυστυχισμένες κούκλες με το μισό νοικοκυριό τους. Και ίσως και ΄γω να ήμουν δυστυχισμένη γιατί θα ήταν λιγότερο μοδάτες από των φίλων μου.

Οι στρουμπουλές κούκλες, χωρίς ρούχα, χωρίς βλέφαρα, με τις δίπλες στα μπούτια ήταν πιο κοντά μου. Ήταν φίλες μου. Τα γυάλινα μάτια τους, ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης στην ψυχή μου. Τα ζωγραφιστά μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα των μπάρμπι, δεν θα έλαμπαν τόσο. Δεν θα είχαν αντανάκλαση.

Κι αν είχαν, θα μου έδειχναν τί δεν είμαι, τί δεν έχω και πόσο δυστυχισμένη θα γίνω αν δεν τους μοιάσω.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2005

ΜΕΓΑΛΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ - ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ

Σας τα πα; Δεν σας τα ΄πα.Έμαθα και το F8 και το safe mode και το boot virus. Ωραία πράγματα. Τώρα είμαι μία πολύ μορφωμένη ψιλικατζού. Παραμορφωμένη και κρανιωμένη, θα έλεγα.

Το άλλο σας το ΄πα; Οι μαλάκες που φτιάχνουν ιούς είναι και πολύ τελειωμένοι. Καλά ρε φίλε, σου ΄κανα τίποτα; Με ξέρεις; Πώς πας και φτιάχνεις μια μαλακία και την στέλνεις πακέτο στον άλλον; Εντάξει, να μην τον γουστάρεις, να το καταλάβουμε. Αλλά σε μένα; Στον οποιονδήποτε; Έχω πουλήσει εγώ ποτέ ληγμένο γάλα; (ατυχές παράδειγμα). Και δεν φτάνει που την κάνεις την μαλακία, πας και την εξελίσσεις, μην τυχόν και τη γλιτώσουμε. Όχι, δηλαδή πείτε μου, πώς χαρακτηρίζεται αυτός ο τύπος που όλη του η ζωή, είναι να ασχολείται με την καταστροφή του κομπιούτορά μου;

Και εντάξει, θέλει γνώσεις για να το καταφέρεις, αλλά ρε μεγάλε, χαραμίζεσαι. Να φάω τα χρόνια μου στα βιβλία, να βγάλω τα μάτια μου στους υπολογιστές για να φτιάξω σκουλήκια; Στέκει; Άντε και το ΄φτιαξες. Να ξαναφάς τα μάτια σου ρε βλήτο, για να το κάνεις καλύτερο; Και δηλαδή μετά πού θα καμαρώσεις ότι έφτιαξες ας πούμε το σκουλήκι «βαγγέλης»; Θα βγω εγώ, να σου πω ότι ο σκουλήκης-βαγγέλης με γάμησε και μπράβο σου; (το ξέρω πώς ακούγεται αλλά δεν το εννοούσα έτσι ακριβώς).

Κάτσε, γιατί επειδή έχει παραγίνει, γουστάρω να το ψυχαναλύσω. Λοιπόν είναι ο μαλάκας στο πισί του και μαγειρεύει σκουλήκια. Γκόμενα καραστάνταρ δεν έχει, κι αν έχει, είναι ντεκαβλέ. Κι αν δεν είναι ντεκαβλέ (για να πάρω όλες τις περιπτώσεις) δεν του σηκώνεται. Πίριοντ. Πάμε τώρα παρακάτω, γιατί το θέμα έχει ζουμί και αφού εξαιτίας του κυρ-μαλάκα δεν έχω ίντερνετ αυτή την καταραμένη στιγμή που γράφω, και μου ΄χουν βγει τα μάτια από την ανάλυση του safe mode, θα σκάσω αν δεν τα χώσω κάπου ( τα δάχτυλά μου καίνε, αν το μετανοιώσω χέστηκα, γαμώ την αυτόματη γραφή μου- γιατί αδύνατον να σκεφτώ ακριβώς τώρα - γαμώ).

Κάθεται λοιπόν ο κυρ μαλάκας και γράφει σκουληκιάρικα. Απ΄το μυαλό του, περνούν διεστραμμένες σκέψεις και χαμογελά πονηρά στην γκόμενα οθόνη. Αυτή τη φορά θα φτιάξω έναν σκούληκα με νόηση, σκέφτεται. Θα μπαίνει στο πισί της κάθε μαλακισμένης (μάλλον μόνο εμένα στον πλανήτη εννούσε, γιατί κανείς άλλος δεν το κόλλησε) και θα της τα κάνει μπουρδέλο. Γιατί οι κουφάλες, μου μαθαίνουν ένα word, ένα τυφλό σύστημα και νομίζουν ότι κάτι κάνουν. Μου μπαίνουν και στο ίντερνετ και το παίζουν διανοούμενες. Και περιμένουν να τις αφήσω. Κοτσάρουν και έναν νόρτωνα και πάνε να μας την πούνε κιόλας. Τώρα τελευταία, μερικές έχουν φτιάξει και μπλογκ. Άκου ψιλικατζού να έχει μπλογκ (τί σας έλεγα; για μένα έλεγε). Πώς τόλμησες μωρή; Είχες και στο χωριό σου μπλογκ; (εδώ έχει ένα δίκιο, αλλά μην μασάτε, το αναλύσαμε, στο εξής θα τον θεωρούμε «κακό»).

Του παίρνει κάνα μήνα να φτιάξει τον σκούληκα και σχεδόν του σηκώνεται, την στιγμή που κάνει αυτές τις διαδικαστικές παπαριές, που κάνουν αυτοί που στέλνουν το σκουλήκι – πουλί τους στο δίκτυο. Γιατί, αν δεν το ΄χετε πάρει χαμπάρι, εκτός από το αυτοκίνητό σας, το πουλί σας, αντιπροσωπεύεται επάξια και από τα ιντερνετικά σας σκουλήκια. Όσο πιό μεγάλο και έξυπνο το σκουλήκι, τόσο πιο μικρή και χαζή τσουτσού. Αν δηλαδή, έκανε ο τύπος τα ίδια χρόνια σπουδές, για να φτιάξει ένα πραγματικό σκουλήκι – τσουτσού, η γνωστή φυλή των ελεφανταθρώπων της Αφρικής, θα είχε σοβαρό πρόβλημα ανταγωνισμού.

Μου στέλνει λοιπόν, τον σκούληκα πακέτο να με γαμήσει διαδικτυακά (γιατί αλλιώς, ούτε με κλαρκ) και περιμένει να χύσει. Είναι σαν να πηδάς γκόμενα με μαξιλάρι στη μούρη. Δεν την βλέπεις, και μπορεί ρε φίλε, να την έπνιξες κιόλας.

Έτσι ακριβώς αισθάνομαι. Πνιγμένη. Αλλά όχι βιασμένη. Γιατί ρε κουφάλα, έχω και χαρτί και μολύβι και θα γράφω όσο γουστάρω, και υπάρχουν πιό μεγάλοι μάγκες από σένα, που θα στείλουν έναν μεγάλο κώλο να βάλεις το πουλί σου, και μετά θα βγάλουν τεράστια πρωκτικά δόντια και θα στο κόψουν απ΄ την ρίζα.

Μόνο που αυτή τη στιγμή, είναι φαντάροι και περιμένω να πάρουν άδεια : (.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2005

OPEN FOR FRIENDS

Πολύ ηλίθιο πράγμα αυτές οι διακοπές. Περνάς μία ολόκληρη εβδομάδα, ανακαλύπτοντας ότι δεν ξεκουράστηκες. Τί έμαθα από αυτές τις διακοπές; Κάτι πολύτιμο που έπρεπε να το είχα σκεφτεί νωρίτερα. Όταν είσαι σωματικά κουρασμένος, τα πράγματα είναι απλά. Ξαπλάρεις μέχρι ο Μορφέας να βγάλει σπυριά από τις αγκαλιές σου και να σου δώσει μιά κλωτσιά και να σε στείλει από κει που ΄ρθες.

Πέρασα μία βδομάδα από καναπέ σε καναπέ, από κρεβάτι σε κρεβάτι και τούμπαλιν. Τις τελευταίες μέρες, είχα φοβερό πονοκέφαλο από την συνεχή ξάπλα στο μαξιλάρι και σιγά που θα χαμπάριαζα. Κατάπινα δυό ασπιρίνες και ξανά τούφες.

Μοναδικό άγχος, τί θα φάω και ποιανού ήταν η σειρά να μαγειρέψει.Αν και το λύσαμε, γεμίζοντας το ψυγείο με μαλακίες. Οπότε τούφες, πόρτα ψυγείου, μαλακίες, φαί, τούφες. Το όνειρό μου, είχε πραγματοποιηθεί. Δεν με ενόχλησε κανείς, αν και μερικές επισκεψούλες τις πρώτες μέρες τις έκανα για το τυπικό του πράγματος. Α, και χτύπησα κάνα νετ καφέ για την πρέζα.

Το συμπέρασμα είναι, ότι είμαι άλλος άνθρωπος. Σωματικά. Γιατί για την άλλη κούραση, την μεγάλη δεν μπόρεσα να κάνω τίποτε. Την ψυχική. Γι΄αυτήν την ρημάδα, πρέπει να οργανώσω νέες διακοπές. Που προυποθέτουν υπερβολική σωματική κούραση, αλλά είπαμε, ο Μορφέας θα βαρεθεί να κλωτσάει. Το πότε, δεν το ξέρω ακόμα, αν και το έχω προγραμματίσει μέχρι τις αρχές του χειμώνα. Το πώς, αυτό είναι ένα σχέδιο επίπονο, δύσκολο αλλά αν τα καταφέρω, τα Φίτζι, θα είναι μία μεγάλη πατάτα.

Έμαθα κι άλλα πράγματα από τις φετεινές μου διακοπές.

1.Ανήκω πλέον σε ένα μικρό μπλογκοχωριό, με όλες του τις υποχρεώσεις. Έχω μουσαφίρηδες και κάνω επισκέψεις. Και είναι από τις μόνες φορές, που γουστάρω και τους μουσαφίρηδες και τις επισκέψεις γιατί είναι πιό ουσιαστικές από τις πραγματικές.

2.Τα νετ καφέ, εκτός από πανάκριβα, είναι μία τεράστια πατάτα, γιατί όλοι οι αργόσχολοι μαλάκες παίρνουν μάτι την οθόνη σου. Οι υπολογιστές τους είναι πολύ πιό γαμάτοι και είναι αδύνατον να ξανασυνηθίσω τον δικό μου. Δεν είχα ξαναπάει και ελπίζω να μην ξαναχρειαστεί.

3.Την επόμενη φορά που θα κλείσω το μαγαζί, θα πάω για σολάριουμ γιατί η ασπρίλα προκαλεί περίεργους συνειρμούς.

4.Δεν θα περιμένω να ξανακούσω καλές διακοπές, ούτε καλό χειμώνα. Θα είμαι προετοιμασμένη για αντιδράσεις του τύπου: «και ΄γω από πού θα παίρνω γάλα;» , «μία ολόκληρη εβδομάδα; και ποιός θα μου κρατήσει εφημερίδες όσο λείπω διακοπές;», ή «άντε ρε κοπέλα μου, ούτε το σούπερ μάρκετ δεν έκλεισε μία ολόκληρη βδομάδα!» - Καλό χειμώνα και σε σας.

5.Αν θέλω να παραμείνει ενεργό το μπλογκ μου, θα γράφω κατά του νεοφιλελευθερισμού. Αυτοί οι άνθρωποι, είναι ντούρασελ. Ναι, ναι το ξέρω, ΠΡΕΠΕΙ να έχετε την τελευταία κουβέντα. Να το ξαναπώ όμως. Τα πιστεύω μου πηγάζουν από τον τρόπο που μου δόθηκε να ζω και από την φτωχή κρίση που διαθέτω. Άλλωστε η ένστασή μου έγκειται στο ότι μερικοί άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να γεννιούνται πρόβατα και άλλοι προνομιούχοι να γεννιούνται λύκοι. Μπορεί το πρόβατο να γίνει λύκος; Μπορεί ο λύκος να νοιαστεί για το πρόβατο; Δεν θέλω σχόλια, φτάνει.

6.Πρέπει να αναπροσαρμόσω τις τιμές στο μαγαζί, γιατί μία ολόκληρη βδομάδα έχει γίνει της πουτάνας από ανατιμήσεις. Και άντε να εξηγώ πάλι γιατί ακρίβυναν οι μπύρες στους Πακιστανούς.

7.Η αποτοξίνωση από τον καφέ φέρνει τρελλούς πονοκεφάλους και περνάνε μόνο με καφέ.

8.Το ΤΕΒΕ δεν κάνει διακοπές.

9.Οι υπαίθριες αγορές βιβλίων, προσφέρουν τις ίδιες τιμές με τα μαγαζιά. Με την διαφορά, ότι εκθέτουν πιό πολλά βιβλία του Λιακόπουλου.

10. Μου λείπουν ήδη οι αγκαλίτσες και τα ροχαλητά.

11.Προσπάθησα για δεκάλογο, αλλά θα σκάσω. Μου λείψατε πολύ.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2005

ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΙΑ...

Από τις μαγευτικές παραλίες...

Από τα καυτά κορμιά..

Από τον ζεστό ήλιο...

της Νίκαιας....
(...του Πειραιά)

Miss you!!!

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2005

ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΥΦΛΑ ΜΟΥ....

Όταν το βαφτιστήρι μου ήταν γύρω στα τρία- τέσσερα, είπαμε να πάμε γυναικοπαρέα τριήμερο στο νησί της κουμπάρας μου. Οι άντρες μας δουλεύανε και έτσι τρεις γυναίκες, εγώ, η κολλητή μου και η κουμπάρα μου ξεκινήσαμε για την εκδρομή. Θα μέναμε στης γιαγιάς της Μαρινιώς , θα της πασάραμε το δισέγγονο και θα αλωνίζαμε στο νησί. Παράδεισος.

Η γιαγιά η Μαρινιώ παρόλη την ηλικία της, μισή μερίδα, με την μαύρη ρόμπα, τον κότσο, ήταν αρκετά μαμούνι, ώστε να κυνηγάει με τη σκούπα τουρίστριες ημίγυμνες, έξω από την αυλή της, φωνάζοντας όλη νύχτα «ξεβράκωτεεεεες». Μεγάλη φάση η γιαγιά. Αρκεί να πήγαινες με τα νερά της και να πείναγες διαρκώς.

Φτάσαμε στο νησί, κουβαλήσαμε τα μπαγκάζια και φτάσαμε στης γιαγιάς. Σαν τρελλή έκανε. Βούτηξε το μωρό και μας έστειλε στο δωμάτιο να σιαχτούμε όπως είπε, γιατί πρέπει να είμασταν πολύ χάλια. Χαρά εμείς, θα είχαμε δυόμισι μέρες αραλίκι και βόλτες. Αμ δε. Η γιαγιά τον άντεξε καμμιά ώρα και πολύ ήταν .

Ο μικρός δεν ήταν ακριβώς ζωηρός, ήταν ο διάολος μεταμορφωμένος. Όταν τελικά τον βάλαμε για ύπνο κατά τις δώδεκα την νύχτα, δεν είχαμε κουράγιο για βόλτες και πέσαμε ξερές, με την προυπόθεση ότι την επόμενη μέρα θα τον κοιμίζαμε νωρίτερα.

Το πρωί, μετά το τεράστιο τραπέζωμα της γιαγιάς, βουτήξαμε τον μικρό και όλα τα μπιχλιμπίδια του και πήγαμε στην κοντινότερη παραλία. Μαρτυρήσαμε. Ο μικρός έπιασε φιλίες με όλη την πλαζ και αλώνιζε διαρκώς. Ήμασταν μονίμως στο πόδι και κάναμε μπάνιο μία μία εναλλάξ. Στην ταβέρνα, το ίδιο. Στην καφετέρια, το ίδιο. Λιώμα τελείως, είπαμε να πάμε για ύπνο. Αδύνατον. Ο μικρός δεν κοιμόταν με τίποτε. Την βγάλαμε στην αυλή με τρεις φραπέδες, γιατί είχαμε γίνει ζόμπι από την κούραση.

Αυτό ήταν. Δεν θα προσπαθούσαμε να τον κοιμήσουμε μπας και νύσταζε νωρίτερα το βράδι. Και μετά θα σιαχνόμασταν και θα γυρνάγαμε σε όλο το νησί που δεν το ΄χαμε δει ούτε σε φωτογραφία μέχρι τότε.

Πήγε έντεκα τη νύχτα και ο μικρός κοιμήθηκε. Περπατώντας στις μύτες των ποδιών τον αφήσαμε στο δωμάτιο της γιαγιάς και πήγαμε στο δικό μας να ετοιμαστούμε. Καμμία δεν είχε κουράγιο για βόλτα, αλλά καμμία δεν το έλεγε. Ξαπλώνει η κουμπάρα μου στο κρεβάτι, και καλά να κάνουμε εμείς πρώτες μπάνιο. Κάθεται η κολλητή μου στο δίπλα κρεβάτι, και καλά να πάω εγώ πρώτη. Την είχα δει την δουλειά. Με το που θα έμπαινα στο μπάνιο, θα τις είχε πάρει ο ύπνος. Έκατσα κι εγώ λοιπόν στο δικό μου και τους είπα πως δεν τρέχει τίποτε αν μείνουμε μέσα.

Μπορούμε τουλάχιστον να τα πούμε λιγάκι και μετά να κοιμηθούμε. Μαλακίες. Μόνη μου μίλαγα. Οι άλλες δεν είχαν κουράγιο ούτε να κουνήσουν τα κεφάλια. Μόνο κάνα ναι και κάνα όχι λέγανε και αυτό αραιά. Η κουμπάρα μου κάπνιζε και κοίταγε το ταβάνι. Η κολλητή μου, είχε κλείσει τα μάτια της. -Ξύπνα ρε, μιλάω. -Ξύπνια είμαι ρε...απλά σκέφτομαι.

Και τότε συμβαίνει το μοναδικό περιστατικό, που περιγράφει άψογα τί σημαίνει να είσαι ΚΟΜΜΑΤΙΑ! Σε μιά στιγμή παίρνει η κουμπάρα μου την παντόφλα και αρχίζει να βαράει το πάτωμα. Σαν ελατήρια πεταχτήκαμε και εγώ και η κολλητή μου πάνω στα κρεβάτια.

-Τί έγινε ρε; ΚΑΤΣΑΡΙΔΑΑΑΑ;

-Όχι ρε, ηρεμήστε, γόπα.

Το κοπρόσκυλο, ούτε τασάκι δεν είχε φέρει.

Υ.Γ. Παίρνω την παντόφλα μου, την κούρασή μου, και πάω στο κρεβάτι μου. Από αύριο το πρωί και για λίγες μερούλες, θα κοιμάμαι, θα τρώω και θα βαράω γόπες.

Άντε, αν μου λείψετε επικίνδυνα, μπορεί να πάω σε κάνα νετ καφέ και να σας το γράψω. Αυτά, αν δεν είμαι τόσο γκαντέμα (σαν μερικούς μερικούς) και δεν κάνει τίποτε περίεργο ο Μπιν στο σπίτι μου ;-).

Ένα πολύ πολύ γλυκό φιλάκι σε όλους.

ΥΠΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2005

Η ΚΑΣΤΑ ΜΟΥ

Όπως το βλέπω εγώ,η ζωή του καθενός βασίζεται στην «κάστα» που θα γεννηθεί. Για παράδειγμα, αν θεωρήσουμε μία κλίμακα από το ένα ως το δέκα, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γεννηθεί στην κλίμακα οχτώ και άνθρωποι σαν κι εμένα που έχουν γεννηθεί στην κλίμακα δύο. Περιθώριο εξέλιξης, τουλάχιστον στην δική μου περίπτωση, είναι να φτάσεις μέχρι την κλίμακα τρία ή τέσσερα. Κι αυτό με σκληρή δουλειά και μεγάλους αγώνες.

Από αυτή την σκοπιά λοιπόν, οι άνθρωποι από την κλίμακα έξι και πάνω, έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν την ιδεολογία τους, τα πιστεύω τους και την πιθανότητα να συνεχίσουν να αυξάνουν το κέρδος τους. Εγώ, όμως δεν έχω καμμία άλλη επιλογή. Επικροτώ τους ανθρώπους, που ενώ ξεκίνησαν από ψηλά, υιοθέτησαν μία ιδεολογία διαφορετική από την αναμενόμενη, αλλά δικαιολογώ και τους υπόλοιπους.

Κύριοι, δείτε το, δεν υπάρχει καμμία άλλη ιδεολογία για μένα, πέραν αυτή της επιβίωσης. Μεγιστοποίηση του κέρδους, δεν πρόκειται να μου φέρει καμμία ιδεολογία, από την στιγμή που δεν μου δίνεται περιθώριο για κέρδος, αλλά δεν θα αφήσω κανέναν να μεγιστοποιήσει το κέρδος του εις βάρος μου. Γιατί αν το δούμε ψυχρά και λογικά, οι πόροι, η γη, η παραγωγικότητα είναι συγκεκριμένα. Άρα όταν η μειοψηφία μεγαλώνει το κέρδος της, αυτό γίνεται εις βάρος της πλειοψηφίας.

Πιο λογικό για μένα, είναι η διατήρηση του κέρδους και η βοήθεια στους μη προνομιούχους. Γιατί αυτό δεν είναι αρκετό;

Η ιδεολογία μου είναι εκ γεννετής, δεν μου δόθηκαν περιθώρια, η ιδεολογία σας είναι επίκτητη. Αυτό είναι άδικο.

Το φιλαράκι, ο Manifesto καλά το είχε πει. Όταν σπείρεις ανέμους θερίζεις θύελλες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ότι κι αν σπείρεις, πάντα θύελλες θα θερίζεις.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2005

BLUE JEAN

Η εκδήλωση της Γ΄ Γυμνασίου, είχε αποφασιστεί. Οικονομικά, δεν μας έπαιρνε να πάμε στην Crystal Palace στο Πασαλιμάνι, γιατί το five laser show, έτσουζε. Αποφασίσαμε για Αυτοκίνηση. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινα σε εκδήλωση του σχολείου μετά τις δώδεκα και από ντίσκο της εποχής, ήξερα μόνο την Serenate και την Boom Boom. Πάντα φυσικά, με την συνοδεία της αδελφής μου, μετά του - γαμπρού – γκόμενου – αραβωνιαστικού της, ότι υπήρχε τέλος πάντων εύκαιρο. Πάντως όχι μόνη μου.

Μετά από ολόκληρη μέρα ψάξιμο, βρήκα ένα σουέντ μαύρο κουστουμάκι (μπουφανάκι – φουστάκι) με κρόσια στο πλάι. Πολύ ιν τα κρόσια τότε. Αυτό, βέβαια δεν το γνώριζε το χάμστερ μου. Στην κάψα μου πάνω, να τα δοκιμάζω ξανά και ξανά, πέταξα το μπουφανάκι πάνω στο κλουβί του και το βρήκα ένα λεπτό μετά, με μία τρύπα σαν φιλιστρίνι. Πολύ μαλάκας ο πόντικας, αλλά άντε να βρεις το δίκιο σου. Άλλο που δεν θα ήθελε και η μάνα μου, να βρει δικαιολογία να τον σουτάρει, οπότε έκανα τουμπεκί και βολεύτηκα με το φουστάκι.

Η μεγάλη ώρα έφτασε. Ήταν από τις ντίσκο που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, μάλλον αποπνικτική, αλλά όλα τα φιλαράκια εκεί. Και κάποια φλερτάκια. Το μόνο που έμενε, ήταν να κάνω πασαρέλα μέχρι το μπαρ να παραγγείλω ποτό και να γυρίσω στο καναπεδάκι μου, μαζεύοντας τα δίχτυα της ψαριάς μου. Αλλά έφαγα χοντρό κόλλημα. Δεν είχα ξαναπαραγγείλει ποτό και δεν ήξερα τί θα μπορούσε να εντυπωσιάσει τους «άβγαλτους» συμμαθητές μου, ώστε να ξεχωρίσω. Το ουίσκι απλά ήταν αηδία.

Κάνω νόημα στον έτσι της αδελφής μου και πλησιάζει.

-Ρε συ, τί να πιώ;

-Απ΄ όλα έχει.

-Το ξέρω βρε βλάκα, αλλά δεν ξέρω πώς τα λένε.

-A, παράγγειλε ένα blue jean.

-Είναι καλό; Μην με βαρέσει...

-Όχι, είναι γαμάτο και ελαφρύ για γυναίκες.

Και ξεκινάω η δικιά σου, την πασαρέλα μέσα από τα καναπεδάκια, μέχρι το μπαρ. Σκύβω στον μπάρμαν και του λέω με σιγουριά «ένα blue jean». Πονηρό χαμόγελο ο μπάρμαν και νάτη η μπλε ποτάρα σε ψηλό ποτήρι και κερασάκι. Χαρούμενη, λες και η ήμουν η πριγκίπησσα Ντι, με αργά βήματα πίσω, προσπαθώντας να ισσοροπήσω πρώτη φορά στα τακούνια και να φαίνεται όμως και η ποτάρα.

Το σκηνικό άρχισε, όταν ξεκίνησα να πίνω. Η αλήθεια, ήταν φοβερό ποτό, και δεν βάραγε καθόλου. Έπινα τεράστιες γουλιές και καθώς δεν κάπνιζα, το βρήκα παιχνίδι. Σε λίγο, ξαναπήγα για ποτό. Αυτή τη φορά ο μπάρμαν, ψιλογέλασε. Μάλλον με γουστάρει σκέφτηκα, αλλά ήταν πολύ μεγάλος. Τον άφησα να καίγεται και προχώρησα προς τους υπόλοιπους συμμαθητές, δίπλα στην πίστα.

Κανένα γουρούνι δεν μου ζήτησε να χορέψουμε και όλες οι ζηλιάρες όλο ψουψου ήταν μεταξύ τους και μετά χαζογελούσαν. Κάτι για πούτσες μπλε,έλεγαν. Εμ, βέβαια δεν ήξεραν ότι ξέρω να περπατάω με τακούνια και το σημαντικότερο ότι ξέρω να πίνω γαμάτα ποτά. Χέστηκα. Τις άφησα στην ζήλια τους και πήγα να κάτσω στο καναπεδάκι μου.

Αλλά δεν το ΄χα σχεδιάσει ακριβώς έτσι. Έπρεπε όλη νύχτα να χορεύω, να φλερτάρω, να διασκεδάζω. Μαλακία οι ντίσκο, μαλάκες και οι συμμαθητές, ηλίθια και η αδελφή μου που νύσταζε. Κι αυτές οι σιχαμένες, ακόμα με συζητούσαν και γελούσαν. Μάτι θα είναι, σκέφτηκα. Φτύστηκα και πήγα τουαλέττα. Και τότε ξαναφτύστηκα στ΄αλήθεια. Το κακό μάτι μου είχε βάψει τα δόντα, τη γλώσσα και τα χείλια μπλε. Πούτσες μπλε, ηλίθιες...

Έβγαλα τις τακουνάρες και έτρεξα στο καναπεδάκι της αδελφής μου. Χωρίς να ανοίξω το φωσφορούχο στόμα μου, της είπα να ξεκουμπιστούμε και κρύβοντας τη μούρη μου, έφυγα.

Δεν ξανάπια blue jean. Μετά από λίγο καιρό με καλέσαν οι κότες, στο πάρτι τους. Ήταν καιρός να πάρω εκδίκηση. Πήγα μετά χαράς. Τους πήρα δύο μπουκάλια blue curacao. Χώθηκα στην κουζίνα, έβαλα σε μικρά ποτηράκια σφηνάκια και τις κέρασα όλες.

Ήμουν πλέον ο Δρακουμέλ σ΄ένα πάρτι με στρουμφίτες.

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΡΥΜΜΕΝΑ...

Κωσταντίνα,
κάποτε υπήρξε ένας τέτοιος πιτσιρικάς και στη δική μου ζωή. Δεν ήταν απ' το Ιράκ, αλλά ελληνόπουλο. Δε το έλεγαν Σάκη, το έλεγαν Μπάμπη.
Όσο είχε καλοκαιρία, ο Μπάμπης γύρναγε μονίμως μ' ένα ξεχαρβαλιασμένο ποδήλατο κάνοντας βόλτες σε δρόμους κεντρικούς γεμάτους κίνηση, κι εμένα η ψυχή μου πήγαινε στην Κούλουρη.
Το χειμώνα έμπαινε στα λεωφορεία της γραμμής κι οι οδηγοί τον είχαν πια μάθει και τον πήγαιναν βόλτες πάνω κάτω.
Δεν έχω ιδέα αν οι γονείς του το ήθελαν ή όχι. Ξέρω όμως πως για δυο χρονιές ο μικρός ήταν η μόνιμη έγνοια μου όσο ήμουν στο Λύκειο. Ευτυχώς πάντα πέρναγε απο κει και πάντα είχα να του δώσω κάποιο κέρασμα, ανάλογα με την εποχή.
Κάποια στιγμή τον κατάφερα και τον πήγα στις κούνιες. Δεν ήθελε να παίξει. Τον τρόμαζαν τ' άλλα παιδιά. Ήταν με παλιά ρούχα και ψιλοβρώμικος και τα υπόλοιπα τον κορόιδευαν, εκείνος θύμωνε και έκρυβε το δάκρυ πίσω απ' τα μάτια.
Περιμέναμε παράμερα, εγώ καθισμένη στο παγκάκι κι εκείνος να κόβει βόλτες πέρα δώθε, κλοτσώντας με τη μύτη του ξηλωμένου παπουτσιού του το γρασίδι.
Όταν έπεσε το βράδυ και τα παιδάκια είχαν αραιώσει, τον πήρα και τον έπεισα να κάνουμε μαζί κούνια. Δεν είχε κάνει ξανά. Κάθισα στην κούνια, τον πήρα αγκαλιά και κουνιόμασταν, μέχρι που τον μικρό τον πήρε ο ύπνος.
Τότε μ' έπιασε πανικός. Ήμουν έφηβη μ' ένα παιδάκι περίπου εφτά χρόνων που έμοιαζε μονάχα πέντε στην αγκαλιά που κοιμόταν...τί να έκανα;
Τον ξύπνησα μαλακά και του είπα πως έπρεπε να φύγω. Τον ρωτούσα να μου πει που θα παει, αν είχε σπίτι, μαμά, μπαμπά, γονείς. Δεν έλεγε τίποτα. Με κοίταζε μονάχα.
Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λεει, Θα με φέρεις κι αύριο το βράδυ εδώ; Θα σε φέρω του απαντώ.
Αυτό ήταν. Όλο εκείνο το καλοκαίρι, που μας έχανες που μας έβρισκες, με τον Μπάμπη στις κούνιες. Κάποια μέρα, πέρασε ένα άλλο πιτσιρίκι, κάπως μεγαλύτερο απο τον μικρό προστατευόμενό μου.
Κάτι τον ρώτησε, κι ο Μπάμπης γύρισε και με ύφος του είπε: Αυτή είναι η αδελφή μου ρε!
Την επόμενη χρονιά τον έχασα. Έκτοτε δεν τον ξανάδα.
Πολλά χρόνια μετά, είδα ένα παλικάρι εισπράκτορα στα υπεραστικά λεωφορεία. Ήταν ο Μπάμπης.
Ντράπηκα να παω να του μιλήσω.
Στο τέλος της διαδρομής, καθώς κατέβαινα, τον ρώτησα αν τον λέγανε Μπάμπη.
Εκείνος με κοίταξε για λίγο (τα μάτια του ήταν ακόμα ίδια), και μου είπε απλά, Κάποτε με φωνάζανε έτσι. Κι έπειτα έσκυψε το κεφάλι.
Δεν ρώτησα τίποτα άλλο. Του γέλασα κι έφυγα.


Καμιά φορά, όντως, υπάρχει ελπίδα.”

Τύπε Νυχτερινέ, σ΄ευχαριστώ.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2005

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΣ ΥΠΟΚΛΙΘΕΙΤΕ

Να πάνε να κουρεύονται οι διαφημιστές της χώρας και να υποκλιθούνε στους Γερμανούς συναδέλφους τους. Τα cd, οι soft τσόντες και όποιο άλλο τρικ για να πουλήσετε περιοδικά, είναι πλέον passe. Μάθετε από τους Γερμανούς. Ειδικά στην Ελλάδα, θα γίνετε ανάρπαχτοι.

Το περιοδικό Freizeit Magazine, ξεπούλησε και οι αναγνώστες παρακαλάνε για ένα τεύχος. Στην Ελλάδα θα χρειαζόμασταν περίπου 8,000,000 αντίτυπα (αν δεν υπολογίσω τα λιγούρια). Το δέλεαρ ήταν ένα δωρεάν κουπόνι σεξ. Σε συνεργασία με οίκο ανοχής, το κουπόνι αυτό, περιλαμβάνει σεξ μισής ώρας, με όποια κοπέλα θέλετε και κάνετε μαζί της, ότι γουστάρετε. Εάν το ξανακάνουν, προβλέπω πηδοτουρισμό.

Να χέσω και τις σπουδές σας και τις έρευνες αγοράς και τα μπίζνες πλαν και τις δημοσκοπήσεις. Οι κρυόκωλοι Γερμανοί σας τάπωσαν.

Για τους αναγνώστες του παρόντος blog, προσφέρω σε κάθε γιουνίκ βίζιτορ ένα λουκούμι (όχι, τί νομίζατε ; έχουμε και ένα κούτελο, λέμε).

Άσχετο:

Ζητώ συνεργασία με περιοδικό, χαμηλής κυκλοφορίας, κατά προτίμηση πολιτικού περιεχομένου. Λέμε, έχω ιδέα εκ Γερμανίας δοκιμασμένη.

Ζητώ συνεργασία με οίκο ανοχής μεγάλου δυναμικού, ασχέτου ποιότητος, κατά προτίμηση εικοσιτετραώρου λειτουργίας, με πλήρες ρεπερτόριο, με τεράστια όρεξη για δουλειά και πολλά πολλά κορίτσα.

Πληροφορίαι, εντός.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2005

UNTITLED

…OR THERE IS NO TITLE FOR THIS

Τα μαγαζιά σαν το δικό μου, αποτελούν το σημείο αναφοράς της γειτονιάς. Τα περισσότερα κουτσομπολιά, οι μεγαλύτεροι καυγάδες, όλες οι ίντριγκες εδώ. Ότι σημαντικό παιχτεί τριγύρω, πάντα θα το γνωρίζω και σε «περίεργες» καταστάσεις πρέπει να είμαι απίκο.

Ίσως επειδή το μαγαζί είναι ανοιχτό από το πρωί ως το βράδι, ίσως επειδή το θεωρούν στέκι, ίσως επειδή έφαγε πετριά ο άντρας μου και τους κοτσάρισε απ΄όξω και ένα παγκάκι, για να τα λένε με την άνεσή τους. Έχουν παιχτεί τρελλά σκηνικά με ναρκομανείς, μεθυσμένους, καυγάδες. Έχω περιθάλψει δαρμένες, λιπόθυμες, υστερικιές και όπως καταλαβαίνετε, οι μπάτσοι είναι συχνά εδώ.

Αυτό όμως που συνέβη χθες, είναι κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί. Μια ηλικιωμένη πελάτισσα, μου ΄φερε τον Σάκη. Ένας τετράχρονος Ιρακινός που ΄χε χαθεί. Από τα κλάμματα, δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει πού χάθηκε ακριβώς, πώς ήταν το επίθετό του, πού έμενε. Και σαφώς ένα τετράχρονο πιτσιρίκι, που δεν μιλάει καλά ελληνικά, δεν πρόκειται να σου δώσει στοιχεία όπως το τηλέφωνο, την διεύθυνση και τον αριθμό ταυτότητας της μάνας του.

Όπως καταλαβαίνετε, το τάραξαν το πιτσιρίκι. Ότι αργόσχολοι και ψυχοπονιάρικοι γείτονες είχαν ξεμείνει στη γειτονιά, ήρθαν να προσθέσουν στο θρίλερ έναν τόνο φρίκης παραπάνω. Και ο Σάκης να ουρλιάζει. Κανείς δεν το γνώριζε, που θα ήταν το μόνο χρήσιμο που θα περίμενα, και τον ρωτούσαν ότι μπορείτε να φανταστείτε. –Πώς τη λένε τη μαμά; - Μαμά –απαντούσε φυσικότατα - (λες και ένα μωράκι διαχωρίζει ότι το μοναδικό πράγμα που λατρεύει, μπορεί να έχει ένα οποιοδήποτε κοινό όνομα). Δεν είχαν την παραμικρή διακριτικότητα να κάνουν έστω λίγο παραπέρα για να το αφήσουν να αναπνεύσει από τους λυγμούς.

Ευτυχώς κάποιος φώναξε την αστυνομία. Το μικρό συνέχισε να ουρλιάζει. Είχα ακούσει πως πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις να τα καθησυχάζεις και να τους λες παρόμοιες ιστορίες με αίσιο τέλος. Έσκυψα στο αφτί του και του είπα ότι είχα χαθεί και ΄γω μικρή και μάλιστα σε ξένη χώρα. Ότι ήρθαν οι αστυνομικοί και με πήγαν αμέσως στη μαμά μου. Ο Σάκης, γούρλωσε τα μάτια και με ακολούθησε στο παγκάκι για να ακούσει την υπόλοιπη ιστορία.

Έλεγα, έλεγα σαν μαλάκας μέχρι να δεήσει να έρθει το περιπολικό και πιό πολύ να μην τρομάξει ο μικρός, και εκεί που μίλαγα, τσιτώνεται απλώνει το χέρι και μου λέει «αυτό θέλω». Όση ώρα μίλαγα εκείνος τελικά κοιτούσε πίσω μου την αφίσα με τον τεράστιο πύραυλο σοκολάτα. Έστω, ας μην ούρλιαζε, κι ας ήταν ο πύραυλος πιο μεγάλος από κείνον.

Ο Σάκης πλέον ευτυχισμένος, ξέχασε για λίγο την μαμά του και έτσι ήσυχα περιμέναμε το περιπολικό. Μόλις είδε τους μπάτσους κατατρόμαξε. Προσπάθησαν να τον βάλουν μέσα, με τίποτα. Άντε πάλι ουρλιαχτά. Τον σούραμε πίσω στο παγκάκι και του εκθειάζαμε το αυτοκίνητό μου για να τον πάμε με αυτό στην μαμά. Ψιλοπείστηκε, αλλά μας είπε πρώτα να φάει το παγωτό. Άντε να περιμένεις τώρα μαζί με άλλα είκοσι άτομα, πότε θα φάει την παγωτάρα.

Κάτι δεν μου κόλλαγε όμως από όλη την ιστορία. Δεν είναι δυνατόν να έχεις χάσει ένα μωρό και να μην έχεις βγει στους δρόμους, να μην έχεις πάει στο τμήμα της γειτονιάς. Αφού τον πήγε ο άντρας μου στο τμήμα, γύρισε μετά από κάνα μισάωρο. Τον είχαν τον Σάκη σε ένα γραφείο της ασφάλειας και προσπαθούσαν να μάθουν περισσότερα. Δεν αναγνώριζε ούτε την εικόνα του Χριστού που του έδειξαν πάνω στον τοίχο, δεν ήξερε να τους πει τίποτε παραπάνω.

Ευτυχώς, μετά από λίγο ήρθε ο διευθυντής της ασφάλειας και τον αναγνώρισε. Έμενε λίγο πιο πέρα από το Αστυνομικό τμήμα. Πήρε παράμερα τον άντρα μου και του είπε πως δεν είναι η πρώτη φορά που έχει χαθεί και πως τις προηγούμενες δεν τον αναζήτησε κανείς. Καλά που ήξεραν το σπίτι του.

Φαντάζομαι ότι ο Σάκης με το ζόρι στάλθηκε σαν ανεπιθύμητο δέμα πίσω στο σπίτι του. Φαντάζομαι ότι η μαμά του, που είναι σκέτο μαμά για τον Σάκη, δυσανασχέτησε και περιμένει πώς και πώς την επόμενη φορά που θα ξαναχαθεί. Και ΄γω περιμένω πώς και πώς να τον κεράσω ξανά πύραυλο σοκολάτα, που μάλλον δεν τρώει συχνά.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2005

ΕΛΕΚΤΡΟΨΥΧΟΜΕΤΡΙΕΣΤΕ ;

Καθώς διάβαζα τα κουτσομπολιά στα περιοδικά, βρέθηκα να διαβάζω ξανά και ξανά για την σαιεντολογία. Που ο Τομ είναι φανατικός οπαδός, που η Νικόλ θέλει να του απαγορέψει να βλέπει τα παιδιά, που το καστ στις ταινίες του Τομ, πρέπει να είναι σαιεντολόγοι (ή τους κάνει, δεν κολλάει). Ε, είπα να ενημερωθώ. Μήπως έχω κάνει μαλακία και βρω και γω τον Βούδα μου.

Ενημερώθηκα πλήρως θα έλεγα. Που λέτε παιδιά, μην μπείτε στον κόπο. Θα σας τα πω εγώ, χαρτί και καλαμάρι (ε...οθόνη και πληκτρολόγιο). Γιατί άλλωστε είμαι εγώ εδώ; Είπαμε, έχουμε χρόνο μπόλικο. Είναι λοιπόν μια θρησκεία, που δεν θέλει να λέγεται θρησκεία. Σου λέει η πονηρή, πίστευε ότι γουστάρεις και ότι θεωρείς αληθινό, και μετά ψάξε μέσα σου να δεις τα αποτελέσματα.

Και αρχίζεις να ψάχνεις. Όμως άντε να τα βρεις. Ας πούμε ότι θεωρείς αληθινό τον Δία. Άντε ψάξε μέσα σου, να δεις τί σου έχει κάνει. Το πολύ πολύ να βγεις λίγο μπερμπάντης παραπάνω. Όχι, σου ξαναλέει η πονηρή. Τα αποτελέσματα θα στα δείξουμε εμείς. Θα δώσεις 4,000 δολαριάκια και θα σε καλωδιώσουμε με τον ελεκτροψυχομετρητή μας. Αυτός, ανάλογα πώς κουνιέται η βελονίτσα, θα μας λέει τί πετριά έφαγες.

Όχι βρε, δεν θα το κάνεις μόνος σου, έχουμε ειδικούς παππάδες που ξέρουν να διαβάζουν τα ΟΜ (οι φυσικοί να πάνε να κουρεύονται). Και μετά από καμμιά εικοσαριά χιλιάδες δολαριάκια μετά, μπορείς να πάρεις ένα καινούργιο μαραφέτι, να το διαβάζεις μόνος σου, όποτε δεν νιώθεις καλά. Αυτό, είναι το advanced level, του φίλου μας του Τομ.

Που λέτε ο Τομ, το ΄λεγε από δω, τό ΄λεγε από κει, έριξε άδεια και έπιασε γεμάτα. Τσουπ, να σου το ψαράκι ο Τραβόλτα και τσίμπησε. Τον κάνουν οπαδό, τον ελεκτροψυχομετράνε, όλα οκ, του τα αρμέγουν κανονικά, τον κάνουν advanced και του φορτώνουν τη μαλακία στο σπίτι. Κόλλησε ο άνθρωπος.Σου λέει τί να τα σκάω σε ψυχολόγους, θα ελεκτροψυχομετριέμαι και θα ησυχάσω. Το παράχεσε λίγο ο Τζων, αλλά όλα καλά.

Ένα μαύρο όμως πρωί τα χρειάστηκε. Το ελεκτροψυχόμετρο έδειξε «grief». Σου λέει, εγώ καλά ξύπνησα τί λύπη είναι αυτή που μου σκοτώνει την ψυχή; Φωνάζει λοιπόν ασθενοφόρο και τον τρέχουν άρων άρων στο UCLA Medical Center. Τί έπαθες μίστερ Τζων, τον ρώτησε σύσσωμο το επιτελείο του νοσοκομείου. Χάλια μαύρα ο Τζων. Του κάνανε εξετάσεις, κόντρα εξετάσεις, τίποτα ο Τζων.

Τον χώσανε λοιπόν, σε ένα από αυτά τα φτωχοδωματιάκια με τον προσωπικό μανικιουρίστα και τον αφήσανε στο «grief» του. Να τα λουλούδια, να οι ανθοδέσμες από τους ομόθρησκους φίλους του, αλλά οι γιατροί απορρημένοι. Ο Τζων πρέπει να ήταν καλά (εκτός από την griefy διάγνωση του ελεκτροψυχομετρητή).

Σε μιά στιγμή, ορμάει μέσα ο αρχιπαππάς της Σαιεντολογίας και δίνει μια στους γιατρούς τους κομπογιαννίτες. Τσεκάρει τον Τζων και συνοφρυώνεται. Ο Τζων έχει πρόβλημα. Πάσχει από grief. Τον πλακώνει λοιπόν στα auditing και τον φέρνει στα ίσια του. Τον ξαναματαελεκτροψυχομετράει, ο Τζων ξανάχει πρόβλημα. Τώρα πάσχει από «boredom». Χέζεται πάνω του ο Τζων και ψάχνουν τη ρίζα του κακού.

Ο αρχιπαππάς, το ψάχνει, το ξαναψάχνει και βρίσκει το πρόβλημα. Σε όλες τις θρησκείες, οι γυναίκες είναι η ρίζα του κακού. Πρέπει η κακούργα η Κέλι να του έριξε το δηλητήριο Πρόζακ και να του έκανε τη ζημιά. Οι πράκτορες της κυβέρνησης το ψάχνουν και αν έχουν δίκιο, ο Τζων θα απομακρυνθεί από την ύπουλη γυναίκα του και από δω και πέρα θα ελεκτροψυχομετριέται τρεις φορές τη μέρα.

Όχι, πείτε μου τώρα, μαλάκας είμαι γω να βάλω στο σπίτι μου το μπλιμπλίκι; Next religion, pleaaaaseeeee!!

Υ.Γ. Για όσους δύσπιστους, η ιστορία είναι αληθινή, αλλά όσοι πάτε για να με τσεκάρετε, σας πληροφορώ ότι έχω βάλει κρυφά ψωνιόμετρο και θα σας βρω και θα σας ελεκτροψυχομετρήσω και τη γαμήσατε μετά.

Η Ψιλικατζού – Μπακλαβατζού - Σαιεντολοτζού.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2005

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΜΑΣ

Έξω από το μαγαζί μου, στο καράσχετο έστησε ένας Πακιστανός αυτοσχέδιο πάγκο. Πουλάει μπιζού, αναπτήρες, στυλό, μπιχλιμπίδια. Ότι κι εγώ δηλαδή. Ρε το σκουλήκι που ήρθε να μου φάει τους πελάτες. Ρε τους βρωμιάρηδες που μας τρώνε το ψωμί μας και δεν πληρώνουν τέλη, τέβε, αρχίδια, μύδια. Ίσως θα έπρεπε να του πω να τα μαζέψει και να πάει αλλού, ή ακόμα και να φωνάξω τους μπάτσους. Το ξανασκέφτηκα. Τα άλλα μαγαζιά, ήδη άρχισαν τις φωνές.

Προσπάθησα να διαγνώσω το μέγεθος της πονηριάς του, που παρόλες τις αντίξοες συνθήκες ήρθε να μου κλέψει τους πελάτες. Προσπάθησα να βρω, τί είναι αυτό, που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο, να στήσει πάγκο, σε έναν έρημο δρόμο, με καύσωνα και να στέκεται όρθιος χωρίς ένα ποτήρι νερό.

Συνειδητοποίησα το μέγεθος της εξαθλίωσης που έχει φτάσει. Βγες ρε ελληνάρα στον δρόμο, κάτσε στον καύσωνα και πούλα τσιμπιδάκια. Γιατί άλλα περιθώρια πέρα από τα τσιμπιδάκια, δεν έχουμε δώσει σε αυτόν τον άνθρωπο.

Οι γονείς μου, τα τελευταία δέκα χρόνια, εργάζονται σε λαικές αγορές στα προάστια της Αττικής. Πουλάνε καλλυντικά, κοκκαλάκια, μπιχλιμπίδια. Ξυπνούν από τις τέσσερις τα ξημερώματα και καταφέρνουν να φτάσουν σπίτι στις πέντε το απόγευμα. Είτε κάνει καύσωνα, είτε χιόνι. Τον χειμώνα φορούν μπότες του σκι για ζέστη και το καλοκαίρι κουβαλάνε κομμάτια πάγου για να έχουν παγωμένο νερό. Τρελλαίνονται κάθε φορά που θα δουν έναν παράνομο να στήσει στην λαική.

Θεωρούν, ότι τους κλέβουν τους πελάτες και σίγουρα έχουν δίκιο ότι είναι αδικία να μην πληρώνει και εκείνος, όλα αυτά τα εξωπραγματικά που καλούνται να πληρώσουν οι ίδιοι, για να έχουν το προνόμιο μιας θέσης σε λαική. Αλλά δεν φταίει ο παράνομος, ούτε οι γονείς μου. Φταίει η νομοθεσία που δεν έχει προνοήσει ώστε να μην χρειάζεται να φτάνουμε σε τέτοιες καταστάσεις.

Οι γονείς μου, χωρίς να το θέλουν έχουν γίνει ρατσιστές. Δεν μπορώ να τους αλλάξω μυαλά και σε τόση κούραση, πιστέψτε με είναι το τελευταίο που θα συζητήσω μαζί τους. Όταν έρχονται ερείπια από την δουλειά, με μηδενική είσπραξη και τρελλά χρέη, το τελευταίο που θέλουν, είναι ανάλυση για τον ρατσισμό. Αλλά δεν σημαίνει πως ότι μαλακία κάνει το κράτος απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, μπορεί να με κάνει να τους μισήσω.

Τουλάχιστον,σε προσωπικό επίπεδο και οι γονείς μου, έχουν βοηθήσει πολλούς «παράνομους» από επιθέσεις συναδέλφων τους. Ω, βέβαια, είναι κάτι παλλικάρια στις λαικές, που έχουν ένα σιδερένιο μπαστούνι κάτω από τον πάγκο, και ξυλοφορτώνουν τους παράνομους ανταγωνιστές, με μία προτίμηση στους σκουρόχρωμους. Και μάλιστα με την ανοχή της αστυνομίας. Από προσωπική εμπειρία, η ανοχή αυτή, έφτασε μέχρι να πέσει ο άνθρωπος λιπόθυμος κάτω και μετά με χειροπέδες τον πήραν στο τμήμα.

Η ανοχή του κράτους, ισχύει όμως για τους Ρωσσοπόντιους. Μπορούν να πουλάνε ελεύθερα, χωρίς να πληρώνουν τίποτε, την οικοσκευή(;) τους. Για πόσα χρόνια ακόμα δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω, είναι ότι από την «οικοσκευή» τους έχουν θησαυρίσει, και είναι ανεξάντλητη από τότε που ήρθαν στην Ελλάδα. Μάλλον αλλού λοιπόν, είναι η πηγή του ρατσισμού.

Θεωρώ, πως πρέπει να δώσουμε διαφορετικό στόχο στον ρατσισμό μας. Θα πρέπει να τον στρέψουμε στα ρατσιστικά γουρούνια, που καθοδηγούν τον ρατσισμό μας όπως τους γουστάρει και μετά κάνουν μεγαλόκαρδες δηλώσεις και διαχωρίζονται από τον μαινόμενο κοσμάκη που αυτοί γουρουνοποίησαν.

ΦΘΙΡΕΞ

Πρέπει να πήγαινα Δευτέρα Δημοτικού, όταν ξαφνικά ένα πρωί διαπίστωσα πως ξυνόμουν ασυνήθιστα στο κεφάλι. Τόσο, που το δέρμα είχε κάνει εξογκώματα. Δεν άργησαν να το παρατηρήσουν βέβαια και οι γύρω μου. Η δασκάλα στην τάξη με πλησίασε (όχι ιδιαίτερα κοντά) και μου είπε συνωμοτικά να φωνάξω τη γιαγιά μου.

Την επόμενη μέρα το πρωί, έχοντας φάει τρελή κατσάδα, γιατί νόμιζαν πως είχα κάνει μαλακία, εμφανίστηκα με τη γιαγιά. Την πήρε παράμερα η δασκάλα, τα ΄πανε, με βούτηξε και φύγαμε. Ούτε μάθημα, ούτε τίποτα. Και ούτε μία κουβέντα στο δρόμο. Πάλι μαλακία στην ορθογραφία θα έκανα, σκέφτηκα. Αλλά για να χάσω το μάθημα γαμώτο, πόσες φορές θα πρέπει να αντιγράψω την τιμωρία;

Στο σπίτι, κλάματα και οδυρμός. Η διάγνωση; Ψείρες. Η γιαγιά μου είχε ντροπιαστεί τόσο πολύ, που έκλαιγε ασταμάτητα. Που με είχε καθαρή, που με έκανε μπάνιο κάθε Σάββατο, που μου είχε δύο ποδιές αντί για μία, που η αδελφή μου δεν είχε κολλήσει ποτέ και άλλα. Εγώ, εκτός από την φαγούρα ήμουν πολύ χαρούμενη. Δεν θα έπρεπε να γράψω τιμωρία και θα έμενα σπίτι μέχρι να σκοτώσουμε τα μαμούνια που είχαν κάνει σπίτι το κεφάλι μου.

Προμηθεύτηκε λοιπόν μία ειδική πλαστική τσατσάρα και μπόλικη σκόνη Φθιρέξ. Η μπόχα. Μου ΄βαλε λοιπόν τη σκόνη, με τύλιξε με ένα πανί και τις περιμέναμε να σκάσουν, όπως μου είπε. Για καμιά ώρα κόντευα να πεθάνω από τη φαγούρα. Χτύπησε και το κουδούνι, με έκρυψε στο δωμάτιο του παππού και περίμενα σαν μαστουρωμένος Ινδός με το σαρίκι στο κεφάλι για φτου ξελεφτερία. Μόλις βγήκε το άσπρο πανί γεμάτο μαύρα μαμούνια, με πήγε στον νιπτήρα για να βγάλει και τ΄αυγά τους με την τσατσάρα.
Υπέροχη εμπειρία. Οι πληγές από το κεφάλι μου, κάναν να κλείσουν καμιά βδομάδα. Αλλά οι ψείρες, ψόφησαν. Ξανά λοιπόν στο σχολείο και ξανά γερή φαγούρα. Το ίδιο σκηνικό αλλά αυτή τη φορά με φωνές στον δρόμο. Πού πας και βάζεις το κεφάλι σου, που κάνεις παρέα με ψειριάρικα, που το αίμα σου τις τραβάει, που θα με πεθάνεις.

Αυτή τη φορά, επιστρατεύτηκαν τα μεγάλα όπλα. Πετρέλαιο, στάχτη και αυτή τη φορά, γερμανική παραγγελιά σιδερένια τσατσάρα. Εγώ της έλεγα, τα είχα αγαπήσει τα μαμουνάκια που θα τους χαλάγαμε το σπιτάκι, που θα τους σκοτώναμε τα παιδάκια και ό,τι άλλη μαλακία θέλετε επιστράτευσα για να γλιτώσω. Φρούδες ελπίδες.

Με βάζει κάτω η γιαγιά και με πασαλείβει πετρέλαιο και στάχτη. Μου βάζει μία καρέκλα στην αυλή και περιμένω μες στον ήλιο να σκάσουν οι ψείρες. Ποιά μαλάκω το σκέφτηκε και της το ΄πε ακόμη δεν ξέρω. Δεν ήταν ακριβώς φαγούρα αυτό που ένιωθα, ήταν μία γλυκιά ζέστη που έγινε ψιλοκαψιματάκι και μετά τσουρουφλίστηκα.

Για αρκετό καιρό, εμφανιζόμουν με αλογοουρά γιατί πάνω στην κορυφή του κεφαλιού μου είχα κενό από το έγκαυμα. Αλλά οι ψείρες ψείρες. Και η γιαγιά μου, έβγαζε καπνούς όταν της έλεγα ότι μάλλον τα αγαπάει τα μαμουνάκια γιατί τώρα τους έφτιαξε και μία μεγάαααλη πλατεία.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2005

ΚΕΡΝΑΩ ΤΣΑΙ ΣΤΟΝ ΟΝΤΑ

Έχω πάθει μία αγάπη τις τελευταίες μέρες με τους Τούρκους. Έχω λατρέψει τις φάτσες τους, έχω αγαπήσει τον τρόπο ζωής τους. Η γλώσσα τους, που μου φαινόταν χοντροειδέστατη, πλέον ηχεί σαν μουσικούλα από βαλσάκι. Οι μουστάκες τους, τα κόκκινα μάγουλα, ο Αλλάχ, είναι πλέον και δικά μου.

Δεν ζουν πια δίπλα μου, ζουν μέσα μου. Θέλω να τρώω κάθε μέρα μπακλαβά και κεμπάπ στην τραπεζαρία, με δέκα νοματαίους σόι. Θέλω οι γυναίκες να σέβονται τους άντρες και οι άντρες να λιώνουν όταν τις βλέπουν.

Ζηλεύω, τα αστεία τους, την καζούρα τους, τα ήθη και τα έθιμά τους. Δεν θέλω να μπουν στην Ε.Ε. γιατί δεν θα ξεχωρίζουν από εμάς. Θα τους κάνουμε σαν τα μούτρα μας. Ξέρω, ότι σε δέκα είκοσι χρόνια, αυτή η γλύκα θα τους έχει φύγει. Θα μένουν και αυτοί σε διαμερίσματα και θα πίνουν καπουτσίνο αντί για τσάι. Δεν θα έχουν πια οντάδες. Αλλά ακόμα και τότε, εγώ θα ξέρω πια, ότι σίγουρα κάπου σε μία γωνιά, υπάρχει ένας λαός που είμαι έτοιμη να ανακαλύψω και να λατρέψω.

Ξεχάστε την Ψιλικατζού. Θα πάω να γίνω Μπακλαβατζού.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2005

HOW MANY YEARS TO GO…

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να ξυπνήσω ακούγοντας το ξυπνητήρι, να ανοίξω το μαγαζί νωρίς και να αντιμετωπίσω χαμόγελα αντί για παράπονα επειδή πάλι άργησα.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, για μία μόνο μέρα να μην χρωστάω σε κανέναν, να μην με περιμένει κανένας λογαριασμός κάτω από την πόρτα.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να μην έχω τίποτα στο κεφάλι μου και να πιω μία γουλιά καφέ, να κάνω μια τζούρα τσιγάρο και να νιώσω ήρεμη.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να μην νυστάζω.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να πάω για καφέ και να είναι μέρα και να βλέπω κατάματα τον ήλιο.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να δουλέψω οχτάωρο, να πάω σπίτι, να μαγειρέψω, να φάω στο τραπέζι και να χαζολογήσω στην τηλεόραση.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να ήμουν χαζογκομενίτσα, να με ένοιαζαν τα μαλλιά μου, το σώμα μου, τα νύχια μου, το κινητό μου, οι βόλτες μου.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, να ήταν λέει καλοκαίρι, και να ετοίμαζα βαλίτσες για άγνωστο προορισμό, για ένα μήνα.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, για μία μόνο μέρα, ένα από τα παραπάνω χωρίς τύψεις.

Θα ήθελα για μία μόνο φορά, ας ήταν και σήμερα, να ήμουν χαρούμενη.

Many more years to go…

And that’s the end and that’s the start of it.

That’s the whole and that’s the part of it.

That’s the high and that’s the heart of it.

That’s the long and that’s the sort of it.

That’s the best and that’s the test in it.

That’s the doubt, the doubt, the trust in it.

That’s the sight and that’s the sound of it.

That’s the gift and that’s the trick in it.