Σάββατο, 30 Ιουλίου 2005

ΝΟΥΣ ΥΓΙΗΣ ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ ΜΠΛΕ

Μόλις επέστρεψαν οι γονείς μου από Γερμανία, είχαν έναν μεγάλο καημό. Να μας προστατέψουν. Ζούσαν αυτά τα δώδεκα χρόνια στην Σούλ Στράσε (οδός σχολείου μάλλον) του Βερολίνου και έβλεπαν τα δρώμενα στο απέναντι σχολείο με μεγάλο τρόμο. Οι μισοί μαθητές έκαναν ενέσεις μαζί με τους καθηγητές και οι άλλοι μισοί ήταν αλκοολικοί.

Στην Ελλάδα, καμμία σχέση, αρχές ογδόντα ήταν άλλωστε, αλλά όλα αυτά τους ανάγκασαν να γίνουν υπερπροστατευτικοί. Για να έχετε μία ιδέα, οι εξόδοι μου ήταν έξι με οχτώ το απόγευμα. Λες και πήγαινα αγγλικά. Δεν είχε καθόλου πλάκα βέβαια τότε, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Ήταν λοιπόν τότε της μόδας πολύ το καράτε, ο Μπρους Λι, οι διδαχές περί ηθικής των δασκάλων της Ανατολικής πολεμικής τέχνης και μας χώσανε σε μία σχολή Καράτε.

Ψωνίσαμε τα απαραίτητα, και σκάσαμε στη σχολή. Είμασταν τα μόνα κορίτσια και η αλήθεια, ήταν λίγο βάρβαρα τα μαθήματα. Σκοπός να μάθουμε πολεμικές τέχνες, να ξορκίσουμε τα ναρκωτικά και το κυριότερο, να αποκτήσουμε αυτοπεποίθηση. Οχτώ χρόνια μαρτύριο τράβηξα. Πιό πολύ ήταν το κήρυγμα παρά η άθληση. Και ήταν αρκετά αυστηρά τα πράγματα. Ουσιαστικά, μας έλεγχαν μέχρι και την προσωπική μας ζωή.

Δεν το μετανιώνω, τότε γούσταρα κάργα. Το προχώρησα και στο kick boxing, πήρα και κάνα δυο μετάλλια και με κάνανε στην ηλικία των δεκατεσσάρων sensei (είναι ένας όρος που χρησιμοποιούσαν για αυτούς που είχαν μαύρη ζώνη και παράλληλα δίδασκαν στην σχολή (εννοείται τσαμπέ). Η αδελφή μου σαν μεγαλύτερη, είχε φιλοξενηθεί στο σαλόνι ενός περιοδικού ως η μοναδική teenager sensei στην Ελλάδα.

Ξαφνικά, άλλαξε η ζωή μας. Γίναμε πολύ πιο δημοφιλείς και όλοι μας θεωρούσαν κάτι σαν έχε-τα-καλά-μαζί-της-αυτή-βαράει. Χαρά εμείς, άλλωστε ποτέ δεν το είχαμε χρειαστεί ως αυτοάμυνα και η αλήθεια είχε κάτι πολύ ωραία αγοράκια στη σχολή. Η προσγείωση ήταν μάλλον απότομη. Η αδελφή μου δέχτηκε πρόταση γκομενιακού χαρακτήρα από τον δάσκαλο (που δίδασκε, αλλά το πουλί του κράτει) και χωρίς να πάρει πρέφα ο μπαμπάς για την πραγματική αιτία, τα παρατήσαμε.

Και περάσαν τα χρόνια και είχα θεωρήσει πως ξέχασα όλες τις πολεμικές μου αρετές. Πως θα μπορούσα άλλωστε να αρνηθώ τη νέα μου φύση –αυτή της wannabe-μέχρι-υστερίας-γκόμενα. Κυρία λοιπόν, περπατούσα στον δρόμο με έναν χαρτοφύλακα που περιείχε όλα τα συμβόλαια, τα μετρητά και τις επιταγές της ημέρας (πούλαγα αδυνάτισμα). Πώς μου την έπεσε ο τσαντάκιας ούτε που θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο τη λύσσα μου όταν με έσερνε στον δρόμο κρατώντας την τσάντα, να τον ρίξω κάτω από την μηχανή. Και τον έριξα. Πήγα να ανασηκωθώ για να τον πιάσω, αλλά έτρεξε και πρόλαβε τον οδηγό της μηχανής και εξαφανιστήκανε.

Ήταν τεράστια η ικανοποίηση. Είχα την τσάντα μου, είχα κάνα δυό τρύπες στα ρούχα από τα είκοσι μέτρα σούρσιμο, μελανιές σε όλο το σώμα και έναν τεράστιο θυμό. Ήμουν σίγουρη ότι αν τον είχα πιάσει θα τον σκότωνα. Αυτά, για πέντε δευτερόλεπτα. Και μετά τρέμουλο και σοκ. Ήμουν στ΄αλήθεια μία γκόμενα δεν το προσπαθούσα πια. Πρέπει να έμεινα κάνα μισάωρο στο δρόμο μέχρι να συνειδητοποιήσω το μεγαλείο των μηχανικών αντιδράσεων. Και την επικινδυνότητά τους.

Όλοι με ρωτούσαν, κι αν είχε όπλο; Κι αν είχε μαχαίρι; Και απαντούσα χαριτολογώντας :«ξέρω και τρέξιμο». Αλλά μέσα μου καίγομαι. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω την επόμενη φορά. Δικαιολογήστε μου το μήκος του κειμένου, αλλά είμαι σε πολύ επικίνδυνη δουλειά, σε πολύ επικίνδυνη περιοχή.

Ηθικό δίδαγμα : Πρέπει να δεχτούμε ότι το μυαλό μας μερικές φορές, δεν μπορεί να ελέγξει το σώμα.

...και μάλλον ξέρω να δέρνω.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2005

Η ΚΑΛΗ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

(είναι δούλα και κυρά;)

Φτάνει λοιπόν κορίτσια, η μεγάλη στιγμή, αυτή που όλοι νομίζουν, ότι περιμένουμε πως και πως (τον γάμο εννοώ ρε ζωντόβολα). Και μεταξύ μας, ξέρουμε ότι γάμος δεν είναι ούτε το νυφικό, ούτε το καινούργιο σπίτι, ούτε η ευτυχία της ελευθερίας. Ας πούμε, ότι για μένα, ήταν η συνειδητοποίηση ότι για να φάω έπρεπε να μαγειρέψω, για να ντυθώ έπρεπε να σιδερώσω (και μάλιστα για δύο) και άλλα βαριά πράματα. Μεγάλη προσγείωση.

Η λύση όπως πάντα, έτοιμη. Σήκωσα λοιπόν την μύτη μου και βροντοφώναξα : ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ (αυτά κορίτσια, τα λέμε μόνο μετά το γάμο). Σούσουρο στην οικογένεια. Ποιός ήρθε; Πήρα την μουρίτσα του Ντρούπι και απολογήθηκα. Γλυκά, γλυκά, ζήτησα και βοήθεια από την υπόλοιπη οικογένεια. Χαλί γίνανε. Να τα φαγητά, να τα βαψίματα, να τα σιδερώματα. Και μου κάνανε και εντατικά μαθήματα. Μόνο που πάντα τα σκάτωνα (γιατί άραγες;).

Κανείς ωστόσο δεν παραπονιόταν. Το πήραν απόφαση, δεν είμαι νοικοκυρά. Το top; Κανείς δεν περίμενε τίποτε από εμένα και όταν κάποιες φορές με έπιανε το οικοκυρικό μου, είχα πάντα και δέκα μπράβο από πίσω. Κοίτααααα, το κοριτσάκι μας έφτιαξε παστίτσιοοοοο, μπράααααβο!!!

Όχι, που θα με σκλαβώνανε και θα με είχανε και δεδομένη. Μόνο ο άντρας μου, μου την έφερε. Ξυπνάω ένα πρωί για την δουλειά και τον βλέπω να φοράει το λινό άσπρο πουκάμισο.

-Καλά, αφού δεν το σιδέρωσα εγώ, ποιός το σιδέρωσε;

-Εγώ (μου λέει φυσικότατα).

-Αφού ρε ψεύτη, δεν ξέρεις να σιδερώνεις.

-Ξέρω, μου λέει.

-Καλά ρε και μετά από εφτά χρόνια γάμου, δεν μπορούσες πεις τίποτα;

-Δεν είμαι νοικοκύρης, ρε πουλάκι μου.

-Μπράαααβοοο το μωράααακι μουυυυυ!!!

ΑΝ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΣ ΜΟΝΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΘΑ ΜΑΖΕΥΕΙΣ...

Σκληρό, αλλά το βλέπω καθημερινά. Ακόμα και σήμερα.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2005

ΟΜΟΙΩΜΑ ΦΑΛΛΟΥ 28000 ΕΤΩΝ

(και η ιστορία του)

Κατευθείαν και ολόφρεσκο από το Έθνος 27/7/2005. Δεν έχω λινκ γιατί εγώ τα διαβάζω στο χαρτί και τσάμπα, μην τα ξαναλέμε. Λοιπόν, η περίληψη είναι τούτη. Σε ένα γερμανικό σπήλαιο ανακαλύφτηκε ομοίωμα φαλλού 28,000 ετών, καλογυαλισμένο (;), από λασπόλιθο. Είκοσι εκατοστά μήκος παρακαλώ και τρία διάμετρο.

Όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι αρχαιολόγοι φτιάχτηκε από τον πρόγονο του σύγχρονου ανθρώπου και όχι από τον άνθρωπο του Νεάντερνταλ. Οι γνώμες για την χρήση του, διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο ρόλος του ήταν τελετουργικός και άλλοι λειτουργικός ως ερωτικό βοήθημα.

Και σαν επιστημόνισσα παύλα ψιλικατζού, δεν κρατιέμαι και γράφω το δικό μου πόνημα για την τότε εποχή, όπως τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα έχουν αποκαλύψει και όπως οι πολύχρωμες σπουδές μου, επιτάσσουν :

Ο Ούγκα ήταν ο αρχηγός της συγκεκριμένης φυλής. Τί φυλή δηλαδή, δυό τρεις ψωριάρες προιστορικιές, που είχε κερδίσει σε ροπαλομαχίες στα νιάτα του και ζούσαν βαθιά σε μια σπηλιά στην Γερμανία (οι προγόνοι τους ήταν οικονομικοί μετανάστες από την Ατλαντίδα). Είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα στην ηλικία των τριάντα, και δεν είχε πια δύναμη για κυνήγι. Τα αρσενικά παιδιά του, ήταν μωρά και κάθε πρωί μετά βίας άκουγε το ξυπνητήρι (από ευρήματα, λέμε) για να πάει να κυνηγήσει.

Και τί να κυνηγήσει δηλαδή, είχε ταράξει την οικογένεια στους βλητόσαυρους, που δεν ήθελαν και πολύ για να πιαστούν. Σαν να λέμε, κάθε μέρα γιαουρτάκι. Μετά καθόταν κατάκοπος το απογευματάκι με ένα μπυρόνι (μην τα ξαναλέμε, ευρήματα) και έπαιζε με τον υπολογιστή των Αντικυθήρων. Μαλακία ήταν, αλλά ακριβώς εδώ ανακαλύφτηκε το «δε γαμείς που δε γαμείς, πάρε έναν κομπιούτορα» – και άλλος εύκαιρος γιοκ.

Οι γυναίκες είχαν αρχίσει να δυσανασχετούν. Μάπα το φαί, γέρος ο άντρας, δεν έπαιζε και τίποτα καλό τριγύρω, είπαν να βρούνε μια λύση. Αλλά πώς να συννενοηθούν; Οι ασυνάρτητοι ήχοι τους, ήταν φτωχότατοι για να αποκαλύψουν τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο της κάθε πρωτόγονης. Φαντάζεσαι να θες να βροντοφωνάξεις μαλάκα και όταν ανοίγεις το στόμα σου να βγαίνει ένα ούγκκκκκ;

Αποφάσισαν λοιπόν, να φτιάξουν ομοιώματα πηλού, από το καθετί, για να συνεννοούνται. Για παράδειγμα, ένα μικρό δεντράκι και ένα κωλαράκι, θα σήμαινε πολύ απλά, χέζομαι. Και έτσι κι έγινε.

Ένα πρωί, σηκώνεται μετά βίας ο Ούγκα για κυνήγι. Οι γυναίκες θα τον περίμεναν το μεσημέρι για το φαγητό. Πάει μία, πάει δύο, πάει τρεις, πουθενά ο Ούγκα. Σηκώνεται η μία, πιάνει το πήλινο κωλαράκι και ζωγραφίζει στον τοίχο της σπηλιάς ένα σκατουλί ρυάκι (μετάφρασις : μάλλον tsir-li-pi-pi ο Ούγκα). Κουνάνε οι άλλες συγκαταβατικά το κεφάλι. Πάει τέσσερις, σηκώνεται άλλη μιά και φτιάχνει ένα πήλινο συννεφάκι και έναν κεραυνό (μετάφρασις: μπορεί να βρέχει). Κουνάνε πάλι όλες το κεφάλι.

Πάει πέντε, σηκώνεται άλλη μιά και πιάνει δυό ανθρωπάκια και δύο ρόπαλα ( μετάφρασις : τον σπάσανε στο ξύλο τον Ούγκα). Κλάματα και οδυρμός στην σπηλιά. Πάει έξι, ελπίδα καμμιά πλέον, σηκώνεται και μια ακόμα, πιάνει το πήλινο κωλαράκι και φτιάχνει κι έναν φαλλό, είκοσι εκατοστά μήκος και τρία διάμετρο. Μετάφρασις : Τη γάμησε ο Ούγκα. O Θεός του κυνηγιού τον τιμώρησε.

Πήραν λοιπόν τον θεικό φαλλό, τον γυαλίσανε και τον στολίσανε στη μέση της σπηλιάς μην τους βρει κι άλλο κακό. Κάθε βράδι ο θεικός φαλλός, μυστηριωδώς εξαφανιζόταν, αλλά το πρωί πάλι καλογυαλισμένος στον βωμό του. Ο νέος τρόπος συννενόησης, αποδείχτηκε λειτουργικότερος απ΄ότι φαντάζονταν. Το μοναδικό χρήσιμο κομμάτι του Ούγκα είχε πλέον αντικατασταθεί θεικά.

Κάποια χιλιάδες χρόνια μετά, κάποιοι λάτρεις της προιστορικής τέχνης, στο ίδιο θεικό ομοίωμα, προσθέσανε και μπαταρίες και το πουλάνε ως σουβενίρ δίπλα στα μαμούθ.

Τώρα γιατί βάλανε μπαταρίες, επιστημονικά ευρήματα, δεν έχω.

NOTHING COMPARES TO U

Απόσπασμα από το ημερολόγιό μου 9/7/1990

«Βρίσκομαι μόνη σ΄ένα δωμάτιο και το μυαλό μου τρέχει πίσω..Ακούω Jeronimo και έξω είναι σκοτάδι, ίσως και να έχει πανσέληνο, αλλά δε με νοιάζει γιατί μέσα μου παντοτινά λάμπει το φως από το φεγγαράκι σου. Ακούω το nothing compares to u και στο αφιερώνω. Επίσημα 9 μήνες πριν, ήταν η δική μας μέρα. Θυμάσαι; Εγώ όμως τρέχω λίγο πιο πίσω. Ήταν 28 Ιουλίου και για μένα τότε άρχισε η σχέση μας...μία σχέση λίγο διαφορετική, λίγο παράξενη, κάτω από παράλογες μα αξέχαστες συνθήκες που νοσταλγώ...Νοσταλγώ τόσα πολλά, που είμαι σίγουρη πως θα τα ξαναζήσω μαζί σου, κι αν όχι, σίγουρα θα ζήσω καλύτερες στιγμές.

Αυτήν την ιδιαίτερη στιγμή όμως, νοσταλγώ την πρώτη μας νύχτα στην παραλία [....]. Για μένα λοιπόν, αυτή η στιγμή είναι 28 Ιουλίου και βρισκόμαστε ολομόναχοι στην δικιά μας παραλία, ο χρόνος έχει σταματήσει για πάντα. Το πρώτο μας φιλί με σημαδεύει και μου είναι αδύνατο να σε ξεχάσω.

Τώρα πια, αν και το καλοκαίρι εκείνο έχει φύγει, για πάντα μέσα μου θα σε νοιώθω όπως εκείνο το βράδι που σ΄ερωτεύτηκα. Αυτή τη στιγμή αγάπη μου, κάνω όνειρα για το μέλλον και τώρα που καταγράφηκαν όλα εδώ νοιώθω την ανάγκη να σου πω και κάτι ακόμα που χάνει την αξία του γραμμένο εδώ, μα είναι τόσο δυνατό που ξεφεύγει και γράφεται μόνο του.. Σ΄αγαπώ».

Δεκάξι χρόνια μετά, ακόμα ισχύει.

Χρόνια μας πολλά.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2005

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Οκ, ξέρετε τώρα πώς είναι τα ψιλικατζίδικα. Στους πέντε πελάτες, οι τρεις είναι για πληροφορίες και από τους τρεις, τουλάχιστον ο ένας θα κάνει τον ευγενικό ψωνίζοντας καμμιά τσίχλα. Παλιοκατάσταση αλλά τεσπα.

Εκεί όμως που τα βρίσκω μπαστούνια, είναι να απαντάω σε ερωτήσεις για διαμερίσματα που πωλούνται ή ενοικιάζονται. Εκεί, χάνω τον λογαριασμό. Γιατί είναι πιό εύκολο να πεις πού είναι η εφορία, ή το ικα, αλλά αδύνατον να γνωρίζεις το status του κάθε διαμερίσματος στην γειτονιά.

Προχθές λοιπόν, μου τα χώσανε. Ήρθε ένας ιδιοκτήτης που προσπαθεί να νοικιάσει ένα διαμέρισμα παραδίπλα και με πήρε απ΄τα μούτρα.

–Καλά δεν το είδες; Ολόκληρη διαμερισματάρα, στον τρίτο όροφο και ακόμα να μου στείλεις ενοικιαστή; (τί λε ρε μπάρμπα;). Εγώ φταίω που είμαι πελάτης.

Κολώνα εγώ (εκεί στο «πελάτης», μου χτυπήσανε καμπανάκια και λέω να μην πω καμμιά μαλακία). Του ζήτησα συγνώμη που δεν το ΄χα δει και είπα να πάω παραδίπλα, να το δω έστω απ΄έξω για να είμαι και ενήμερη. Ψάχνω για «ενοικιάζεται», πουθενά. Τί έγινε ρε παιδιά, μας δουλεύει ο μπάρμπας; Αφού από μένα πήρε το ενοικιαστήριο. Ψάχνω στην κολώνα, τίποτα. Μαλακία, λέω θα τον ξαναρωτήσω.

Και σκάει σήμερα ο Tρισμέγιστος. -Καλά κύρ τάδε μου, πού είναι το ενοικιαστήριο; - Κολλημένο απ΄έξω. – Μα, το ΄ψαχνα μία ώρα, ούτε εκεί, ούτε στην κολώνα είναι, μήπως σας το βγάλανε; - Όχι, ρε κορίτσι μου εκεί είναι.-

Καλά θα πάω να το δω.

Ξαναπάω σαν μαλάκας και ψάχνω. Τα νεύρα κουρέλια. Το ενοικιαστήριο πουθενά. Και πώς κάνω προς τα πάνω το κεφάλι, παθαίνω ΤΟ ΣΟΚ. Πού το ΄χε κολλήσει ο φωστήρας; Έξω απ΄το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου!

Θα σας έβαζα και φωτό, αλλά σε τούτο δω το μπλογκ, δεν θα δείτε ποτέ φωτογραφίες. Σ΄αυτό το μπλογκ θεωρώ πως είναι προτιμότερες χίλιες λέξεις παρά μια φωτογραφία.

Use your imagination.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2005

A SUMMER PARTY

(γουίθ ει κόνσεπτ)

Είπαμε μία χρονιά, να πάει το παλιάμπελο και να εμφανιστούμε στο summer party of the company. Αφορμούλα οι πέντε Δίδυμοι της εταιρείας, που είχαν γενέθλια εκείνο τον μήνα. Το βάφτισαν λοιπόν πενταπλά γενέθλια και τα μεγάλα μυαλά επιστρατεύτηκαν διάφορα consepts για να γουστάρουμε.

Δύο ομάδες θα έκαναν εκπλήξεις στους υπόλοιπους. Οι εορταζούμενοι (κάτι μεγαλοκοπέλες ήτανε και κάτι γεροντοπαλλίκαρα) και οι άλλοι –εμείς, οι καλεσμένοι. Πολύ κουυυυύλλλλ , ζγουάουυυ.

Το πάρτι θα γινόταν σε νησί, σε ένα super ντούπερ σπίτι με πισίνες και μ΄απόλα. Αμέ, όχι που θα πήγαινα όπου κι όπου.

Βουρ στο καραβάκι και ίσα που σας φάγαμε. Ότι πούλιες και Αυγερινούς είχα τα φόρτωσα στην μηχανούλα. Μην μας πάρουν και για βλάχους. Στο ταξίδι αναλωθήκαμε να ετοιμάζουμε το consept. Οι άλλοι δεν ξέραμε τί θα μας κάνανε.

Τυπώσαμε μάσκες με τις μούρες τους (όχι εγώ ρε σεις, το team), tags με συνθήματα και πήγαμε στις μανάδες τους και πήραμε ότι πιο ντροπιαστική φωτογραφία από κάτι ξεχασμένες εποχές (καλά, μιλάμε κατούρημα) για να στήσουμε μία έκθεση φωτογραφίας (tribute to κιτς- αθάνατες κομμώσεις).

Με υποχθόνια χαμόγελα, σκάσαμε στο λιμάνι και πήγαμε στα ενοικιαζόμενα δωμάτια (ά, ρε Παναγιώτα με τα μίνια σου. Εσύ τα φόραγες, εμένα μου ΄φεξε – άντρες ρε, άντρες, τί περιμένετε). Κάναμε και καμμιά βολτούλα να κόψουμε κίνηση, το νησί ψιλοάδειο Ιούνη μήνα και πήγαμε να ετοιμαστούμε για το μεγάλο πάρτυ. Φέρνει η Παναγιώτα τις κουβέρτες, πάλι χαρά εγώ.

Στολιστήκαμε, βάλαμε και τα Σεβινιόν κράνη (όχι που θα έβαζα ότι κι ότι) και βουρ για το κατσικοχώρι. Καλά ρε, είπαμε θέα, αλλά το χέσατε. Πού πήγατε ρε σεις και τη χώσατε τη σπιταρόνα; Και καλά, άντε εκεί σας άρεσε, αλλά φτιάχτε ρε σεις και κάνα δρόμο. Έβγαλε κάλους ο κώλος μου μέχρι να φτάσουμε. Πάει και η εντυπωσιακή είσοδος, το μαλλί τζίβα, το μακιγιάζ σούπα και όχι μην πας να στρωθείς, εδώ είναι πάρτυ consept, θα δουλέψεις. What? Όχι μαντάμ, θα πας να κολλήσεις φωτογραφίες, θα μοιράσεις tags, και κουβέντα μην ακούσουν οι «άλλοι» το consept.

Κι άντε τώρα με το δωδεκάποντο, να κάνεις τον Τζέιμς Μποντ, και τον Μαγκάιβερ the same time. Και σαν κουτσομπόλα που σέβεται τον εαυτό της, να κρυφακούς και τί λένε οι «άλλοι». – Ρε σεις κάτι για Μουνίτα άκουσα, ποιά είναι αυτή; -Σκάσε ηλίθιο, πάλι μαλακίες ακούς.- Καλάααα....

Πολλή επιτυχία το πάρτυ. Όχι, θα το παραδεχτώ. Τέτοιες μούρες όταν είδαν τις φωτογραφίες, δεν έχω ξαναματαδεί. Όχι, άξιζε μόνο και μόνο για τις τσιρίδες. Μα, φαντάζεσαι φίλε μου, να έχεις γενέθλια και κει που ΄χεις στολιστεί, και είσαι ο Θεός του πάρτυ, το τιμώμενο πρόσωπο, να ΄χει κάνει τέτοια μαλακία η μάνα σου; Να βλέπεις τη κορμάρα σου με ζιπ κιλότ; Με μαλλί αλλά Τζάκσον και πουκάμισο ταπετσαρία;

Αφού τους ξεφτιλίσαμε με το γάντι, και αφού δεν μπορούσαν να πουν και τίποτα, περιμέναμε τη δικιά τους χοντράδα. Ξάφνου, τα φώτα σβήνουν και σκάνε οι εορταζούμενοι, ντυμένοι, να το πω βουκολικά, να το πω πιό κιτς κι από τις φωτογραφίες, fuck it, αυτό ήταν το λιγότερο. Είχαν πάει σε στούντιο ηχογράφησης και είχαν φτιάξει ολόκληρη Βραζιλιάνικη σειρά. Η Μουνίτα, ήταν η πρωταγωνίστρια. Καλάααα... εμένα το αφτί μου είναι τριαξονικό είπαμε. Έλιωσα όμως. Και αυτοί ρε σεις, ξεφτιλίστηκαν κι άλλο. Σούπερ το πάρτυ, σούπερ και η μουσική, σούπερ και η πισίνα.

Μετά από έναν κουβά αλκοόλ (εμένα μου φτάνει και μισό ποτήρι), είπαμε να το ξεσαλώσουμε. Αρχίσαμε και ρίχναμε ο ένας τον άλλον στην πισίνα. Εξυπνότατο. Αλήθεια, ξέρετε τί σημαίνει Ιούνης στο Αιγαίο; Βρεγμένη πάνω στη μηχανή τα ξημερώματα, στον κατσικόδρομο, ψόφος (μιλάμε για ψόφο), ο αντρούλης μου είχε την φαεινή ιδέα, να κουτουλάει το κράνος μου στο δικό του, για σιγουρευτεί ότι είμαι ακόμα πάνω στην μηχανή. Είπαμε, είναι ρομαντικότατος.

Το πάρτυ συνεχίστηκε και την επόμενη το πρωί. Αλλά έχεσα και το μακιγιάζ, μάζεψα το μαλλί, έβαλα και το μαγιό και ξεσάλωσα.

Πισίνα, χορός, πωπω πρέπει να το ξαναζήσω.

Πήγα μετά από καιρό και στο μπικουτί πάρτυ, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία...

Ε ΨΙΤ PAOLO...

Αν θέλεις κάτι πάρα πολύ, πρέπει να συνομωτίσεις εναντίον όλου του σύμπαντος για να το πετύχεις.

Και αυτό ισχύει πλέον για τα τρία τέταρτα του πλανήτη. Μήπως να το κάνεις ένα update; Αντί ας πούμε για Αλχημιστή, κάντο Γυμνιστή. Άντε, θα βοηθήσω κι εγώ. Θα σου βάλω πρώτη μούρη στο εξώφυλλο έναν γυμνιστή μούρλια. Απ΄αυτούς τους μαυριδερούς, τους αποστεωμένους, με το στομάχι τούμπανο από την Αφρική. Μήπως να βάλουμε ένα παιδάκι; Μου ΄πανε ότι τα παιδιά είναι πιο πιασάρικα.

Να σε βοηθήσω θέλω. Το black and hopeless πουλάει πιο πολύ.

Η ΛΙΖΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

(αφιερωμένο)

Α, τα πουλάκια μου. Κι εσύ Βρούτε. Ο κόσμος το ΄χει τούμπανο κι εγώ κρυφό καμάρι. Λοιπόν, λαμόγια (πληρώνεστε κιόλας τώρα;) την πατήσατε.

Κι εσύ Miss Madame- μη σας θίξομε κιόλα) N , καλά δεν τους βλέπετε; Αντί να δουλέψουν να βγάλουν τα προς το ζην (λέμε τώρα), ψολάρουν και μας την λένε κι από πάνω. Λοιπόν γιαπάκια, contrary to popular belief, εμείς δουλεύουμε over here.

Για ούστ από δω. Άντε, γιατί έχω πολύ υλικό για την πάρτη σας. Ψιτ, και για σένα Βρούτε (μη στείλω τον πούτσο μου ;).

ΦΙΛΙΚΟΤΑΤΑ.

Προσεχώς… (be afraid, be very afraid…).

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2005

ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

(ή πως θα καιγόμουν στην πυρά πριν λίγους αιώνες)

Μεγάλωσα σε μία γειτονιά όπου το περισσότερο μέρος της ζωής μας, ήταν οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις και το κουτσομπολιό. Κλασσικότατη, θα έλεγα. Για μας τα πιτσιρίκια, είχε πολλή πλάκα να βλέπουμε τους καυγάδες που καθημερινά ξεσπούσαν, να κρυφακούμε τα κουτσομπολιά, να βλέπουμε τα ξόρκια, τα μαγικά, τις θεούσες.

Βέβαια, δεν είχε πάντα πλάκα. Όταν ας πούμε έχεις μαγουλάδες, αυτό που θέλεις, είναι ένα παυσίπονο και ότι άλλο φάρμακο ενδείκνυται και όχι δύο σταυρούς από κάρβουνο ζωγραφισμένους στα μαγουλά σου από την μάγισσα της γειτονιάς. Ειδικά όταν είσαι γύρω στα δέκα (έχεις ήδη αρχίσει να γκομενίζεις) και η μάγισσα σου λέει, πως οι σταυροί πρέπει να σβηστούν από μόνοι τους και τότε θα περάσει. Μα μωρή ηλίθια μέχρι να σβηστούν οι σταυροί χέστηκα. Εγώ τώρα θέλω.

Αν είχες άφθες (εξανθήματα και έλκη στο στόμα), την έκανες. Έπρεπε να περιμένεις την τάδε μέρα του φεγγαριού και όταν βγει το πρώτο αστέρι, να σε γητέψουν. Δηλαδή να πουν κάτι ακαταλαβίστικα στα άστρα και με ένα πανί να σου αλείψουν τις άφθες με κόκκινο κρασί (κάτι σαν λεμόνι σε ξυρισμένο δέρμα).

Είχαμε λοιπόν, έναν γάμο στην γειτονιά, ενός θείου μου. Δεύτερος γάμος με μία πολύ συμπαθητική κυρία και σαν καλή ανηψιά (και παρθένα), κλήθηκα να στρώσω το νυφικό κρεβάτι. Μου είχε μάθει η γιαγιά από την προηγούμενη τα καθέκαστα και το απογευματάκι με στόλισε. Άσπρο κοντό φορεματάκι και ένας τεράστιος φιόγκος από άσπρη κορδέλα στα μαλλιά. Περπατούσα σαν άγαλμα για να μην τσαλακώσω το φόρεμα και να μην μου πέσει ο φιόγκος.

Όταν ήρθε η μεγάλη ώρα (δύο είμασταν όλες κι όλες), στρώναμε, ξεστρώναμε, τσαλακωθήκαμε, καταιδρώσαμε αλλά όλα έτοιμα. Φωτογραφίες, αγκαλιές, φιλιά. Πάει κι αυτό, το μόνο που έμεινε ήταν να περιμένω με αγωνία να ντυθώ παρανυφάκι την Κυριακή. Και ενώ η γιαγιά με τις φίλες της, έλεγαν τα παρελκόμενα του κρεβατιού (συνηθιζόταν κάθε βράδι το κουτσομπολιό), ξαφνικά ακούμε φωνές και καυγάδες από το σπίτι του γαμπρού που ήταν απέναντί μας.

Τρέχει όλη η γειτονιά και πρώτες εμείς. Το ζευγάρι είχε χωρίσει. Κατά πώς φαινόταν κάποιος είχε κάνει μάγια στο νυφικό κρεβάτι, γιατί βρήκαν από κάτω μία άσπρη κορδέλα με έναν κόμπο. Ο γαμπρός δεν τα σήκωνε αυτά. Την έστειλε από ΄κει που ΄ρθε, γιατί νόμιζε πως έκανε η μάνα της τα μάγια. Πήραν τελετουργικά την κορδέλα με ένα ξύλο και την έκαψαν στην μέση της αυλής.

Η γιαγιά είχε γουρλώσει τα μάτια της. Με παίρνει παράμερα, μου τραβάει την κοτσίδα και με ρωτάει «πού ΄ναι ρε σκατό ο φιόγκος σου; Πάμε στο σπίτι και θα δεις τί έχεις να πάθεις». Στα μουλωχτά, με χώνει σπίτι και αρχίζει τις φωνές. Που θα με κάψει ο θεός, που χώρισα το ζευγάρι, με τί μούτρα θα πάει να τους το πει, που έχει τον διάολο μέσα στο σπίτι (εγώ).

Το ζευγάρι χώρισε οριστικά. Μεταξύ μας δεν πρέπει να έφταιγε μόνο η κορδέλα μου. Η γιαγιά δεν ξαναπήγε στις μάγισσες, γιατί αυτές σίγουρα θα έβλεπαν τη μαλακία που είχα κάνει.

Το χειρότερο μαρτύριο όμως ήταν ότι με πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Στα μαλλιά δεν μου ξανάβαλε κορδέλα, μόνο κοκκαλάκια μαργαρίτες με λαστιχάκι που πονάγανε πολύ. Και στον λαιμό μου πέρναγε τον μεγάλο σταυρό, παρόλο που έχω αλλεργία στα κοσμήματα.

Είχα πάντα σημάδια από τον σταυρό, σαν την Αγία Αθανασία του Αιγάλεω. Αν είχατε δει ένα κοριτσάκι με κοτσίδια και να ξύνεται μέσα στην εκκλησία, εγώ ήμουν.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2005

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Το σενάριο επιστημονικής φαντασίας με τον τρελλό και το δάχτυλο στο κόκκινο κουμπί, πλέον δεν μου φαντάζει και τόσο υπερβολικό, ούτε φανταστικό...

Ω ναι, για μένα ήταν μόνο ένα σενάριο πολύ τραβηγμένο.

Είμαστε όλοι κάτω από ένα κόκκινο κουμπί. Ή πίσω από μία σκανδάλη στο μετρό του Λονδίνου. Ή μπροστά απ΄την σκανδάλη. Ή πάνω από μία βόμβα στην Αίγυπτο. Ή σε μία αναμονή με πολύ φόβο.

Έτσι απλά.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2005

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΕΤΑ ΕΜΟΥ, ΓΑΙΔΑΡΟΣ ΕΣΤΙ

Όχι, επιτρέψτε μου, δεν έχετε την παραμικρή ιδέα πόσο πολύ επηρεάζουν την ζωή μερικών ανθρώπων οι όποιου είδους μελλοντολόγοι. Ούτε εγώ είχα. Μέχρι πρόσφατα. Το να επισκεφτείς μία τέτοια κυρία, το θεωρώ αν μη τι άλλο, ηλίθιο ακόμα κι αν είναι για χαβαλέ. Μεταξύ μας, ποτέ δεν είναι για χαβαλέ. Αρκεί η εν λόγω κυρία να πατήσει το ανάλογο κουμπί - που στάνταρ ψοφάς να το πατήσει.

Υπάρχει λοιπόν εδώ κοντά, μία τέτοια κυρία, που έχει αναστατώσει το σύμπαν. Τα πάντα ξεκινάνε ως συνήθως, πως το χάρισμα είναι κληρονομικό ή επίκτητο, αλλά πάντα συνοδεύεται από κάποιο όραμα, κατά προτίμηση θρησκευτικού περιεχομένου για να μην μείνουν όξω οι θεούσες. Η συγκεκριμένη κυρία πρόσθεσε και μία ανίατη ασθένεια, ένα διαζύγιο, δύο παιδιά χωρίς πατέρα και ότι άλλη δυστυχία θέλετε. Ο Θεός της είπε, ότι δεν πειράζει αν παίρνει λεφτά αφού τα ΄χει τόσο ανάγκη, γι΄ αυτήν θα κάνει μια εξαίρεση και θα συνεχίσει να της παρέχει το χάρισμα. Οπότε χωρίς τύψεις (είπαμε τό ΄πε ο θεός) χρεώνει πενήντα ευρουδάκια την επίσκεψη.

Βρήκε το πρώτο θύμα και πιστέψτε με, δεν χρειάστηκε διαφήμιση. Το θύμα που ψώνισε, έχει μαγαζί στην γειτονιά. Της μουρλής έγινε. Όλες πήγαν. Και όλες πέρασαν από το μαγαζί μου, για να πάνε πεσκέσι στην κυρία που η καημένη είναι άρρωστη, χωρισμένη, με δύο παιδιά , χαλάλι της. Έκανα τον τροχονόμο. Όχι, εσείς πάρτε της μπισκότα γιατί η κυρία Τούλα της πήγε παγωτό και εσείς πάρτε χυμούς ή αναψυκτικά. Τουλάχιστον, δούλεψα κι εγώ. Η δαιμονικά έξυπνη αυτή κυρία, δεν πήρε χρήματα από μία πελάτισσα με αποτέλεσμα, όλες να πειστούν για το θεόσταλτο του δώρου της και το αγνό των προθέσεών της. Βέβαια, πώς αυτό το δώρο μεταφράζεται μέσα από ταρώ, καφέδες και μαγικά δεν πήγε το μυαλό τους.

Φορούν πλέον όλες ένα φυλακτό (εκατό ευρώ το μαλλί) που φτιάχτηκε αποκλειστικά για την καθεμιά και είναι διαβασμένο σε κάτι κύμματα, σε κάτι πανσέληνους, σε κάτι θείες λειτουργίες, θα σας γελάσω. Α, περιέχει μέσα εκτός από τα γνωστά ανατριχιαστικά από ψόφια ζώα, και αίμα από την περίοδό της, κάποιας συγκεκριμένης μέρας (όχι που θα σιχαθείτε μόνο με τις κατσαρίδες).

Και πάμε λίγο στην ζωή αυτών των ανθρώπων. Η κυρία, τους είπε πως τα πολύ άσχημα δεν τα λέει, οπότε όσες είναι αρκετά βλαμένες αλλά δεν πήγανε επειδή είναι χέστρες, τώρα μπορούν να την επισκεφτούν άφοβα. Ένας συνεταιρισμός σε κοντινό μαγαζί διαλύθηκε, διότι το μέλλον έλεγε πως ο συνέταιρος θα εξαπατήσει και θα κατακλέψει το μαγαζί. Μία μάνα βγάζει καπνούς όποτε βλέπει την κοπέλα του γιού της, γιατί το μέλλον λέει πως η κοπέλα κάνει μαγικά και θα ξεπαστρέψει τον γιό της σε λίγα χρόνια. Επίσης ότι δεν θα κάνει παιδιά γιατί ως μάγισσα ο θεός θα το απαγορέψει.

Βαριέμαι να αναφέρω όλα τα περιστατικά, αλλά θα αναφέρω πως πλέον τα αστρολογικά περιοδικά δεν πουλάνε σ΄αυτήν την γειτονιά. Εδώ, έχουμε πλέον παράθυρο στο θεό. Ούτε που ξέρω τί δικαιολογίες έχω πει για να μην πάω. Δεν παίζει να την αμφισβητήσω, γιατί θα μου ξεμείνουν τα μπισκοτάκια και δεν λέει.

Γουστάρετε φάση; Ακούστε και το καλύτερο. Η κυρία ενημέρωσε όλες τις πελάτισσες, πως θα πρέπει να είναι έτοιμες για το 2012, γιατί το dna των Ελλήνων κάτι θα κάνει. Τώρα μουσακά, παπουτσάκια, θα σας γελάσω.

Λοιπόν, αυτοχρίζομαι προφήτης και μετά το όραμα που είδα, να φάω τα κόκκαλά μου αν αυτή η γειτονιά δεν γίνει μπουρδέλο.

ΠΑΛΙ ΜΟΥΣΚΕΜΑ ΤΑ ΚΑΝΑ

(άντε να το αλαφρύνω λιγάκι)

To μεγαλύτερο πρόβλημά μου, σ΄αυτή τη δουλειά, ήταν πάντα το κατούρημα. Λοιπόν, όσοι αισθάνεστε μία μικρή πίεση χαμηλά (και δεν είναι τίποτα πονηρό), θα σας συνιστούσα να πάτε να ξαλαφρώσετε, γιατί το κείμενο είναι λίγο μούσκεμα.

Έχουμε και λέμε. Έχω πάντα μία κανάτα πολύ πολύ βαρύ γαλλικό να ζεσταίνεται στην καφετιέρα. Καφεινομανής γαρ. Τουτέστιν, διουρητικό. Μπορεί και όλη μέρα να μην φάω τίποτε, αλλά τους πέντε γαλλικούς, θα τους χτυπήσω. Επίσης και τα δέκα κατουρηματάκια. Πίνω και καμμιά δεκαριά μπουκαλάκια νερό και το πηδάω τελείως. Όχι, δεν έχω πρόβλημα, είναι φυσιολογικό μου λένε με τόσο καφέ. Ίσως είναι και λίγο η ιδέα μου.

Αλλά φανταστείτε το σκηνικό με πελάτες να μου την πέφτουν πέντε πέντε. Ό,τι γνωστοί έρχονται στο μαγαζί ξεκινάνε ως εξής : «τσισάκια κάναμε;» και ΄γω με το που τους βλέπω κατασυγκινούμαι (και τρέχω στα ενδότερα).

Αν καμμιά φορά, δεν έχω κανέναν ν΄αφήσω, τρέχω σαν την παλαβή και πάντα μα πάντα, τότε βρίσκει να μπει πελάτης. Υπάρχουν φορές που το κατούρημα κόβεται σε δύο και τρεις δόσεις . Φοβερά σπαστικό.

Οι πελάτες πια, με κοιτάνε με μισό μάτι ( τί στο διάολο κάνει όλη μέρα στην τουαλέτα). Να πω για κλέφτες; Ούτε που ξέρω τί θα μου ΄χουνε πάρει όσες φορές είμαι μέσα. Να κλειδώνω κάθε φορά, δεν παίζει, γιατί πρώτον είναι μανίκι να κλειδαμπαρώνω δεκαπέντε φορές τη μέρα (άσε που τα παγωτά και οι εφημερίδες είναι όξω) και έπειτα δε λέει να χάνω πελάτες. Γκλιν γκλον στην πόρτα είχα βάλει παλιότερα, αλλά μου τά ΄κανε τσουρέκια όλη μέρα. Παλιοκατάσταση. Κανείς ομοιοπαθής να βοηθήσει;

Πάλι συγκινήθηκα.

Να μην μιλήσω για κόψιμο... :- (

MAKE AFRIKA HISTORY

Πολύ καλό για να είναι αληθινό. Ας μην είναι αληθινό δεν με νοιάζει, αλλά ας είναι έστω πιθανό. Προσπαθώ να δω τα πρώτα βήματα μετά την τεράστια καμπάνια και βλέπω ως συνήθως, τα ψιλά γράμματα που την αναιρούν.

Έγινε, ή θα γίνει (είμαι τελείως άσχετη – το είπαν στον sport fm) ένα τουρνουά ποδοσφαίρου με άστεγους απ΄όλο τον κόσμο στο Εδιμβούργο. Οι Αφρικανοί έφαγαν πόρτα. Γιατί δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν το ξενοδοχείο που θα τους στέγαζε κατά την διάρκεια του τουρνουά. Hellooo, είναι άστεγοι ρε μαλάκες!

Θέλετε κι άλλο από τα ψιλά γράμματα; Στην Ουγκάντα γίνεται μία τεράστια προσπάθεια καταπολέμησης του έιτζ. Ανακοινώθηκε λοιπόν, ότι όσα κορίτσια είναι και παραμείνουν παρθένες (με ιατρική γνωμάτευση – συχνή φαντάζομαι) μπορούν δωρεάν να συνεχίσουν τις σπουδές τους όσο θέλουν. Απόδειξη ότι το σεχ κάνει κακό στο μυαλό.

Υ.Γ. Και απαραιτήτως πάτε και από τον talo, μεγάλε μ΄αρέσεις γιατί δεν είσαι ξεχασιάρης.

Μήπως τελικά τα βραχιολάκια είναι για θυμόμαστε;

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2005

ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ

Σήμερα θα κάνω την ρομαντική. Και ο άντρας μου. Θα μας χαρακτήριζα περισσότερο πεζούς, αλλά σήμερα δεν θα αντισταθούμε στην φεγγαράδα. Δεν την έχουμε απολαύσει ποτέ άλλωστε, εκτός από την πρώτη φορά που βγήκαμε και το απαιτούσε η περίσταση.

Εκείνο το βράδι, ξαπλωμένοι κάτω από το φεγγαρόφως ,σε μία παραλία με κασετοφωνάκι να παίζει το τραγούδι μας- είναι ΜΑΣ δεν το αποκαλύπτω- και έτοιμοι για παθιασμένο φιλί, πέρασαν μία ντουζίνα αυτοκίνητα μετά από γάμο και κορνάριζαν δαιμονισμένα. Χωρίς αναστολές και μην προσέχοντας την ανατροφή μου, τα γαλλικά και το πιάνο – προπαντός το πιάνο- γύρισε εκείνος και φώναξε «καλά γαμήσια». Από τότε αποφασίσαμε ότι δεν έχει πλάκα να είσαι ρομαντικός.

Τί έλεγα; Α, ναι, θα πάμε να απολαύσουμε την φεγγαράδα. Δεν ξέρω πού θα πάμε, γιατί μετά από τόσα χρόνια γουστάρω μία έκπληξη, αλλά ξεκαθάρισα η ροματζάδα να περιέχει και μάσα. Γιατί ο δικός μου έρωτας τουλάχιστον, περνάει από το στομάχι. Αν δε η μάσα περιλαμβάνει και παντός είδους κοψίδια και ουχί ψαρικά θα είμαι ευτυχισμένη. Η πείνα δεν μ΄αφήνει να ρομαντικολογήσω και αγαπητοί αναγνώστες μάλλον θα σας αφήσω εδώ.

Και όταν πεινάω ρε γαμότο, μην γράφετε για κατσαρίδες.

I.T. TRIBUTE

Πέρασα μία Οδύσσεια τις τελευταίες μέρες που με έκανε να αναθεωρήσω. Έκανα format στο pc μου (όχι εγώ βέβαια), γιατί πριν είχε χαλάσει το windows explorer ενώ ήμουν φίσκα στους ιούς (έμαθα τί ακριβώς κάνει το windows explorer – δια της απώλειας, και έμαθα να μην ξανακατεβάσω παιχνιδάκια της εποχής μου από το ίντερνετ- πάει η συλλογή μου).

Για να γίνει αυτό, χωρίς cd player (είχε χαλάσει), μου έφεραν dvd writer για να γράψω όλα μου τα αρχεία και δεν δούλευε – και φανταστείτε πώς έγινε το install χωρίς windows explorer. Μετέφερα λοιπόν τον σκληρό μου αλλού για μου γράψουν τα αρχεία. Μετά το format, χάλασε η κάρτα ήχου, δεν είχα internet, και πώς στο διάολο παίρνει ελληνικούς χαρακτήρες χωρίς cd player και πώς στο διάολο περνάς τους drivers (μάλλον έτσι λέγονται) της κάρτας γραφικών χωρίς cd player (γιατί αυτό που χρησιμοποίησα στο format το είχαν πάρει). Ήμουν μία ολόκληρη μέρα χωρίς κάρτα γραφικών (κυριολεκτικά ξεστραβώθηκα) και με ένα ανάπηρο μηχάνημα.

Όσα περιέγραψα, ήταν προφανώς μόνο αυτά που πήρα πρέφα.

Τώρα όλα οκ.

Λοιπόν, ΣΕΒΑΣΜΟΣ στους IT. Σας ορκίζομαι δεν θα σας ξαναπώ ET. Έχετε απείρως περισσότερη υπομονή απ΄ότι χρειάζεται και μου είστε ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ.

Επίσης, δεν θα ξαναθεωρήσω τα λεφτά του μπαμπά στην Αγγλία πεταμένα.

( Αδελφούλη, σ΄αγαπάω).

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2005

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Οι γυναίκες εισαγωγής, είναι ως επί το πλείστον, πολύ όμορφες. Και δεν εννοώ στην εμφάνιση, εκεί είναι απλά θεές. Δυστυχώς ή ευτυχώς, άλλες καταλήγουν πόρνες και άλλες καταλήγουν με ένα γεροντοπαλίκαρο ή παντρεύονται έναν τέως παντρεμένο, που είχε χωρίσει μέσα του, εδώ και καιρό.

Τις συναντώ καθημερινά. Εκτός από λιθοβολισμό(τουλάχιστον όχι μέχρι τώρα), έχουν υποστεί ότι κοινωνική ξεφτίλα μπορείτε να φανταστείτε, από τις «νόμιμες», ελληνίδες συζύγους, τον περίγυρο και όχι μόνο. Τις θεωρούν βρώμικες, ύπουλες, μπλα μπλα μπλα, αλλά τα σάλια όλων (ναι και των γυναικών), τρέχουν στο πάτωμα μόλις γυρίσουν την πλάτη τους (ειδικά τον κώλο τους).

Να το δούμε λίγο το πράμα; Να τις δούμε λίγο τις ελληνίδες ρωσσοπαθείς συζύγους; Κάτσε γιατί τα ΄χω πάρει. Και θα μιλήσω για την πλειοψηφία των πελατισσών μου. Ποιά δικιά μας δηλαδή, δεν πάει για τα λεφτά; Ποιά φέρεται τρυφερά, ή μετά τα σαρανταπέντε λέει έστω μία φορά, ΕΣΤΩ ΜΙΑ , πόσο αγαπάει τον σύντροφό της; Ποιά τέλος πάντων, θεωρεί τον σύζυγο, σύντροφό της; Ποιά, αφού κάνει παιδιά συνεχίζει να είναι (τουλάχιστον αξιοπρεπώς) γυναίκα, αλλά γυναίκα και όχι αυτό που βλέπουμε και περιφέρεται γύρω μας καθημερινά. (Έχω παρατηρήσει δύο στάδια: είτε θα είναι τελείως παρατημένες, είτε καρνάβαλοι, ειδικά μετά το κέρατο). Και έχει και μετά την απαίτηση να μην ξενοπηδήξει. Μα το θέμα είναι ακριβώς αυτό. Δεν πάει για το πήδημα. Για την αγκαλιά πάει. Για την ανάγκη να νιώσει σημαντικός, να νιώσει άντρας. Και θα ήθελε χίλιες φορές να ήταν η γυναίκα του αυτή.

Και πάμε λίγο στις εισαγόμενες. Γνωρίζω την «Ο» όσο καιρό έχω το μαγαζί. Είναι από μία δύστυχη χώρα και είναι από τις πιό όμορφες γυναίκες που έχω δει. Μένει με έναν πολύ συμπαθητικό και αρκετά νέο άνθρωπο, που χώρισε πριν χρόνια. Πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι. Αποφεύγει να ψωνίζει από τα μαγαζιά της γειτονιάς. Τα σχόλια που γίνονται μπροστά της και πίσω της πονάνε πολύ. Στο μαγαζί μου, κανείς δεν τολμά να το κάνει. Την έχω παρουσιάσει ως φίλη, μόνο και μόνο γιατί δεν ανέχομαι εξυπνάκηδες που μεταξύ μας, πολύ θα ήθελαν να την είχαν δίπλα τους.

Γιατί λοιπόν, θα έπρεπε να κατηγορούμε ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή είναι από άλλη πιό δυστυχισμένη χώρα; Αυτό, δεν τους αφαιρεί αξιοπρέπεια, αφαιρεί από ΄μας ανθρωπιά, που ούτως ή άλλως την έχουμε εξοστρακίσει ήδη από την προσωπική μας ζωή. Κενά συμπληρώνουν. Βουλώστε τα ή αλλιώς, βουλώστε το.

ΕΝΑΣ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ

Η μεγάλη μέρα είχε φτάσει. Απόφαση μιάς στιγμής, και στην ουσία, πέντε λεπτών δουλειά. Τα ΄χαμε πει χίλιες φορές με τους δικούς μας. Είχανε φοβερές αντιρρήσεις, γιατί ένας πολιτικός γάμος για να πάρεις στεγαστικό δάνειο, δεν ήταν και το καλύτερό τους. Ειδικά όταν ο ένας μας , ήταν μοναχοπαίδι. Για μας ήταν το καλυτερότερο. Πέντε χιλιάρικα το χαρτόσημο κι όξω απ΄την πόρτα.

Υποσχεθήκαμε σύντομα και θρησκευτικό γάμο, με νυφικά, μπουμπουνιέρες και ότι άλλο προβλέπει το πρωτόκολλο των ταλαιπωρημένων ζευγαριών και πήγαμε για καφεδάκι πριν έρθει η μεγάλη στιγμή. Είχαμε βρει και τους μάρτυρες, την αδελφή μου και τον πρώην της και τους είχαμε ρητά υπαγορεύσει τον κώδικα ένδυσης : «μαλάκες βάλτε τζινάκι και αφήστε τα φρου φρου, γιατί θα μας πάρουν με τα λεμόνια». Βασικά, αυτό πήγαινε στην αδελφή μου, γιατί όσο να πεις, το γαμάει με το στιλάκι μπουμπουνιέρα – πόσο μάλλον σε γάμους. Στραβομουτσούνιασε, αλλά συμμορφώθηκε (βέβαια, μετά από λίγο χώρισε και όλοι μου έλεγαν ότι ήταν κακό σημάδι για το γάμο μου- καθότι «κουμπάροι»-αλλά μάλλον εγώ ήμουν κακό σημάδι για τον δικό της).

Και εκεί που πίναμε το καφεδάκι στο «Αρτίστικο», σκάει η βόμβα: «Ρε Ντινάκι, κανονικό γάμο δε μας βλέπω να κάνουμε, γαμήλιο ταξίδι τσου, έχω κάτι λεφτάκια απ΄τα tipsάκια της δουλειάς, δεν πάμε να τα γαμήσουμε στο Sotris, πριν τον γάμο»; Σιγά που θα ΄λεγα όχι. Γαμήσαμε επακριβώς πεντακόσια χιλιαρικάκια εκείνο το μεσημέρι και σκάσαμε καραγκράν στο Δημαρχείο.

Εκείνος, με βελούδινο μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο με μανικετόκουμπα για πρώτη φορά στην ζωή του και ΄γω με στρετς κατάμαυρο φορεματάκι και μπότες μέχρι το μπούτι. Καραγυφτουλέ, αλλά όπως μας εξήγησε ο σνομπ πωλητής ήταν οτ κουτούρ (μάλλον επειδή, όταν ακούς πεντακόσια, κουτουριέσαι επάνω σου) . Με το που μας βλέπει η αδελφή μου, γίνεται της πόπης. Της στερήσαμε την χαρά να βάλει και την δική της κουτούρ. Ο γαμπρός μου, στ΄αρχίδια του.

Ευτυχώς, όρμησε μέσα ο Δήμαρχος και επειδή βιαζόταν άρχισε το πάντρεμα. Ένα τεράστιο χαρτί ήτανε, που στο διαβάζουν, υπογράφεις και φεύγεις. Από αυτά που διάβαζε, δεν κατάλαβα χριστό. Ο μαλάκας είχε κι άλλους γάμους και τα ΄λεγε γρηγορότερα και από τους παπάδες. Ξαφνικά σταματάει, με κοιτάει και λέει : «αν συμφωνείς υπέγραψε εδώ». Εμένα, ο μπαμπάς μου, μου ΄χε πει για το πουλί μου και την υπογραφή μου, αλλά επειδή δεν έχω πουλί και έχω μόνο υπογραφή, του ΄πα να μου πει την περίληψη. Κόκκαλο ο Δήμαρχος. Βασικά, εκείνη τη στιγμή, θά ΄θελα να ΄χα πουλί αλλά είπαμε, δεν υπάρχει θεός.

Μετά από τα δολοφονικά βλέματα της αδελφής μου, έβαλα και την υπογραφή, γιατί ο Δήμαρχος δεν ήξερε την περίληψη. Όλα είχαν τελειώσει. Ο Δήμαρχος, προσπαθώντας να μας δώσει δυό λεπτά να το συνειδητοποιήσουμε, πήγε να κάνει τον κοινωνικό: «Πώς σας φάνηκε;» και του την έδωσε ο αντρούλης μου την απάντηση : «Σαν εμβόλιο». Βασικά, ότι και να του λέγαμε, δεν θα είχε διαφορά, γιατί αμέσως ήρθε το επόμενο ζευγάρι. Ούτε αυτοί φόραγαν τζιν.

Στο σπίτι, μας περίμεναν κλαμμένες μανάδες - πλέον συμπεθέρες- που δεν αξιώθηκαν ούτε τον γάμο των παιδιών τους να δούνε, που θα μας κάψει ο θεός – και άλλα χαρούμενα και καλορίζικα πράματα.

Η πρώτη νύχτα του γάμου μου, ήταν ονειρική. Εγώ στο κρεβάτι μου και ο άντρας μου στο δικό του. Ήμουν το όνειρο κάθε πατέρα. Γέλαγε μέσα από τα μουστάκια του. Η κόρη του θα ήταν ακόμα παρθένα. Συγκατοικήσαμε μετά από τρείς μήνες και πολλά πολλά δράματα, και ακόμη το γαμημένο δάνειο δεν το ΄χουμε πάρει. Οι συμπεθέρες ακόμα περιμένουν τον «καλό» τον γάμο. Ο πατέρας μου, μάλλον νομίζει ότι είμαι ακόμα παρθένα.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2005

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (νάμπερ θρι εντ λάστ)

- Διαιτολόγος : Δικαιούστε 2 κουτ.σούπας ελαιόλαδο ημερησίως. Πελάτισσα: Να τις πίνω το βράδι, γιατί το πρωί πίνω καφέ;

- Εγώ : Δικαιούστε δωρεάν διατροφικό πρόγραμμα δέκα κιλών. Πελάτισσα: Δηλαδή, θα έρχομαι κάθε μέρα να τρώω τσάμπα;

- Αισθητικός: Φέραμε νέο μηχάνημα αδυνατίσματος. Πελάτισσα: Ναι, ξέρω πρασοθεραπεία (Πρεσσοθεραπεία).

- Πελάτισσα: Ο οργανισμός μου, έχει πάθει κόμπλεξ και δεν χάνει.

- Αισθητικός (βλήτο) : Το καινούργιο μας μηχάνημα είναι τόσο καλό, που το χρησιμοποιούν στα ιατρικά κέντρα για τα σπαστικά παιδιά!

- Πελάτισσα : Χρησιμοποιώ καλλυντικά estee Λάουντα (estee lauder)

- Πελάτισσα : Έχω κολίτιδα. Διαιτολόγος : Σπαστική κολίτιδα; Πελάτισσα : Άστα, πολύ σπαστική!

- Πελάτισσα : Τί κάνει αυτό το μηχάνημα; Αισθητικός : Αποτοξίνωση. Πελάτισσα : Από τα τσιγάρα;

Και το πιό κορυφαίο που άκουσα από τον αδελφό μου που είναι φανταράκι.

-Λοχαγός: Πού είναι ο τάδε ;

-Στρατιώτης : Δεν ξέρω κύριε Λοχαγέ.

-Λοχαγός (ουρλιάζοντας ) : ΠΕΣ ΤΟΥ, ΕΧΩ ΣΤΕΙΛΕΙ ΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΜΟΥ. ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΒΡΕΙ...

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Πείτε μου, σας παρακαλώ ότι δεν το είδα μόνο εγώ αυτό το ντοκυμαντέρ προχθές (γιατί χθες δεν μπορούσα να το ποστάρω) το βράδυ στην ΕΤ1. Είναι, χωρίς καθόλου υπερβολή, το συγκλονιστικότερο ντοκυμαντέρ που έχω δει ποτέ στην ζωή μου. Είναι γυρισμένο στη Γάζα και έχει επίκεντρο παιδιά Παλαιστινίων, τις απόψεις τους και την ζωή τους μέσα στον πόλεμο. Παιδιά, που τα βλέπεις στην κάμερα και μετά από λίγο, μέσα στο χειρουργείο, πεθαίνουν και μετά από λίγο η φωτογραφία τους έχει γίνει αφίσα μάρτυρα, που διαλαλεί ο ντελάλης και το πτώμα τους βορρά προς περαιτέρω φανατισμό. Μαθαίνεις από παιδιά πώς φτιάχνεται το κουά, αυτοσχέδια χειροβομβίδα, ώστε να διαλυθεί σε όσα περισσότερα θραύσματα γίνεται, για να σκοτωθεί ο εχθρός. Παιδιά, που η μέρα τους μοιράζεται σε πολεμικές επιχειρήσεις, σχολείο, επιβίωση και το βράδι, κρύβονται σε χαλάσματα για να μην τους πετύχουν οι βομβαρδισμοί. Κάθε πρωί στην Γάζα, οι συνεντεύξεις μεταφέρονται σε άλλο σπίτι γιατί πάντα το προηγούμενο έχει βομβαρδιστεί.

Το επίκεντρο του ντοκυμαντέρ, είναι ο Αχμέτ, ένα παιδάκι που είναι μέλος σε μία ομάδα ανταρτών. Τον διάλεξαν γιατί είναι εχέμυθος, πιστός, και τον αγαπούν όπως είπαν,φορώντας κουκούλες, τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης. Ο Αχμέτ κατά τη διάρκεια του ντοκυμαντέρ, λέει πως θέλει να γίνει μάρτυρας, πόσο θρήσκος είναι, για τους φίλους του που πέθαναν. Όταν η δημοσιογράφος τον ρωτά τί θα νοιώσει αν τον πυροβολήσουν, ο Αχμέτ για πολλή ώρα δεν μπορεί να απαντήσει. Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Μετά από τραύλισμα και προσπαθώντας να δώσει απάντηση λέει «μα...είμαι παιδί, γιατί να με πυροβολήσουν;»

Η συνέχεια αυτού του ντοκυμαντέρ, θα ήταν από την άλλη πλευρά, με παιδιά Ισραηλινών, αλλά ο δημοσιογράφος και κάμεραμαν σε μία προσπάθεια να φύγει από βομβαρδισμούς κρατώντας λευκή σημαία πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε. Παρά τις παρακλήσεις των υπολοίπων και η δική του φωτογραφία έγινε αφίσα μάρτυρα και την διαλαλούσε ο ντελάλης χαρούμενος.

Δεν μπορώ να περιγράψω τίποτε άλλο από τα τόσα φρικτά που είδα, παρά μόνο να σας παρακαλέσω, μάλλον να σας ικετέψω να το δείτε. Δεν ξέρω πού μπορεί να βρεθεί αλλά αν κάποιος γνωρίζει ας μου πει.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2005

ΜΙΑ OLD ΦΑΣΗ

Σήμερα, η καρδιά μου, είναι εδώ.

Απ΄την δική μου σκοπιά, οι περισσότεροι, είμαστε σε μία φάση, που πάντα όταν ξεπερνιέται, την διαδέχεται μία άλλη φάση και μία άλλη και μία άλλη... Και που πάντα,η φάση αυτή, ακόμη κι αν είναι καλύτερη ή χειρότερη ,πάντα μα πάντα, μας απασχολεί η επόμενη, προσπαθώντας να ξεπεράσουμε την τωρινή. Απλά για κάτι καλύτερο. Πάντα κάτι κυνηγάμε, κουραζόμαστε, αρρωσταίνουμε και συνεχίζουμε να κυνηγάμε. Μόνο όμως όταν το πάρουμε απόφαση, μετά από πολύ πολύ κόπο, σταματάμε να κοιτάμε το αύριο, σταματάμε να κάνουμε σχέδια και τότε κοιτάμε μόνο το χθες...ούτε καν το τώρα. Αυτή κι αν είναι φάση.

Μακράν ότι καλύτερο έχω διαβάσει, εδώ και καιρό...

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2005

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ, ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ (όπως θέτε πείτε τα).

- Έχω μόλις μακιγιάρει μία πελάτισσα, και με το που βγαίνει στην ρεσεψιόν, της λέει η νέα ρεσεψιονίστ : « Καλέ, σαν χελωνονιτζάκι είσαστε!».

- Διαιτολόγος προς την πελάτισα: «Όλες οι σαλάτες επιτρέπονται».Η πελάτισσα : «Και η ρώσσικη;»

- Κυκλοφορεί η εξής διαφήμιση: 10 ΚΙΛΑ ΔΩΡΕΑΝ. Ενημερώνω την ενδιαφερόμενη και με ρωτάει: « Δηλαδή εγώ που θέλω να χάσω μόνο πέντε, θα μου πληρώσετε τα υπόλοιπα;»

- Στην καμπίνα αισθητικής, κάνω μασάζ προσώπου σε ηλικιωμένη πελάτισσα. Στα πρώτα τρία λεπτά, πάντα την παίρνει ο ύπνος και ροχαλίζει τόσο δυνατά που ξεσηκώνει το κτίριο. Αφού ξυπνήσει, πάντα μου βάζει τις φωνές, ότι δεν της έκανα τίποτε και τσάμπα πληρώνει. Εκείνη τη μέρα, με το που αρχίζει το ροχαλητό, σηκώνομαι σιγά σιγά και δίνω μία κλωτσιά στον σιδερένο κάδο. Πετάγεται έντρομη και φωνάζει «Αει στο διάολο πιά, ούτε πέντε λεπτά ηρεμίας δεν μπορούμε να έχουμε στο κωλοχανείο σας». Πάλι μαλάκας εγώ.

- Ενημερώνω μία πελάτισσα για αδυνάτισμα, μέσα στο πολύ μικρό και αποπνικτικό γραφειάκι μου. Το κοριτσάκι που έχει μαζί της, αρχίζει και δυσανασχετεί. Εκείνη, προσπαθεί να το καθησυχάσει «Μαράκι μου, κάτσε φρόνιμα. Είμαστε εδώ γιατί η μανούλα θα γίνει σαν την κοπέλα». Το πιτσιρίκι, με κοιτάζει τρομοκρατημένο και φωνάζει: «Μαμάααα ζεν σέεεελωωωω».

Άλλα θέτε;

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ

Έχω μία ιδιαίτερη σχέση με τα μαργαριτάρια. Τα τραβάω σαν μαγνήτης. Όχι πως δεν μ΄αρέσουν, αλλά όπως και να΄χει τα τραβάω. Από παντού, με μία μικρή έμφαση τους συγγενείς και τους πελάτες. Και εκεί, είναι αλήθεια, πρέπει να κρατηθείς, δεν μπορείς να γελάσεις. Όλο λέω θα τα γράψω να τα θυμάμαι, κι όλο κωλοβαράω. Ε, λοιπόν, θα τα γράψω να τα θυμάμαι.

- Συζήτηση για φαγητά. Πετάγεται η καλύτερη μαγείρισσα της παρέας και το πετάει το τούβλο: «Αρνάκι στην γλάστρα απ΄τα χεράκια μου, έχετε φάει;» (για τους άσχετους με τη μαγειρική, εννοούσε αρνάκι στην γάστρα).

- Συζητήσεις, τί άλλο, περί ιατρικών μεταξύ συνταξιούχων στο μαγαζί. «Άστα, αύριο θα κάνω λαμπαδοσκόπηση» (λαπαροσκόπηση).

- -Ρε θεία πιάσε μία λεμονάδα. –Ποιό, αυτό το πράσινο κουτί στο ψυγείο; -Ναι, μία 7up. -Εδώ βλέπω ένα, που γράφει εφτούρ. -Όχι, ρε θεία, τί είπες πάλι!

- -Ξέρεις κάναν τζαμτζή γιατί έσπασε το τζάμι; Και είναι και νύχτα και τα τζαμτζίδικα είναι κλειστά.

- -Τί φαί έχει; -Πίτσα Κανάκη με ανταλλακτικά Μιμίκος. –Αλλαντικά ρε μάνα, ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ!

- Άστα, το μωρό γεννήθηκε πρόωρο. Πρέπει να μπει στην κυτταρίτιδα (θερμοκοιτίδα).

- -Η προίκα της Μαίρης είναι το κάτι άλλο. Σεμεδάκια, καρέ, κεντήματα, μέχρι και κρύσταλλα Βοσνίας της πήρε η μάνα της.

- -Πιάσε μία ρέψι κόλα. (pepsi).

- Κολλητάρι σε διακοπές στην Ίο προς μία υπεργκόμενα τουρίστρια (Δεν ξέρει Αγγλικά) : I want to γλυψ you.

- Και από την εποχή των ινστιντούτων ένα αξέχαστο (απ΄τα πολλά).

(Κοιτάζω με την διαιτολόγο και την πελάτισσα την δίαιτά της).-Η δίαιτα που σας ΄δωσε η διαιτολόγος, λέει ένα γιαούρτι.

(Πελάτισσα βλάχα) -Το γιαούρτι μυρίζ;

(Εγώ) - Όχι, κυρία μου δεν μυρίζει το γιαούρτι.

(Πελάτισσα πιό συλλαβιστά ) -Το γιαούρτι μυ-ρίζ;

(Εγώ, προς την διαιτολόγο, σιγά).-Ρε συ, το γιαούρτι μυρίζει;

(Διαιτολόγος ) -Όχι ρε, δεν μυρίζει το γιαούρτι.

(Προς την πελάτισσα) – Όχι κυρία μου, λάθος κάνετε, δεν μυρίζει το γιαούρτι.

- ( Πελάτισσα, ελαφρώς τσαντισμένη ).Το γιαούρτι ΜΙ ΡΙΖ;

- Α, μάλιστα ναι, το γιαούρτι ΜΕ ΡΥΖΙ.

ΧΡΥΣΗ ΜΕΡΑ

Σήμερα είναι μία πολύ σημαντική μέρα. Μπορεί τα αγγούρια να παραμένουν ίδια, η ζέστη πολλή, η κούραση φρικτή αλλά είμαι χαρούμενη. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, θα με περιμένει το βράδι σπίτι ένας Χρυσός Ερμής, λίγο πριν του χαράξουν πάνω, το όνομα που αγαπώ.

Μερικές φορές, η ηθική ικανοποίηση είναι καλύτερη, από όλα τα λεφτά του κόσμου. Ειδικά για ανθρώπους που θαυμάζεις. Ειδικά για ανθρώπους που έκαναν τρεις δουλειές για να σπουδάσουν και να αποδείξουν ότι αξίζουν. Και ας το ήξερες από την πρώτη στιγμή.

Θα φροντίσω να πιω ένα μεγάλο ποτήρι φραπέ, θα κλείσω μόνη μου το μαγαζί και θα οδηγήσω σαν τρελλή μέχρι το σπίτι (τσίφτη, κουράγιο).

Μεγάλη μέρα σήμερα.

Αγάπη μου, συγχαρητήρια.

Υ.Γ. Καλά ρε μαλάκες, 65 ευρώ το εισιτήριο για τις απονομές; Καραγκιόζηδες (πάει το ΄χασα το feeling).

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2005

ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΑΚΟΜΑ

Κοιμήθηκα πολύ αργά χθες το βράδι. Αλλά γούσταρα πολύ. Μετά από αρκετό καιρό έκανα μία ΑΛΗΘΙΝΗ συζήτηση. Κι αυτό με έναν άνθρωπο από αυτούς που λέμε «γνωστούς» ή τέλος πάντων καλό χαβαλέ. Αλλά ποτέ δεν εμβάθυνα. Κι αυτό, γιατί άκουγα τα επιφανειακά του κολλήματα, που δεν είχα μπει ποτέ στον κόπο να αντικρούσω.

Ας τα πάρω απ΄την αρχή. Είναι συνομίληκος και πριν λίγο καιρό, έγινε πατέρας. Έγινε η καθιερωμένη επισκεψούλα (το μωρό απλά τέλειο και μάλλον δεν με πολυγουστάρει γιατί με έκλασε) και χθες έντρομος μας πήρε τηλέφωνο. Ήθελε βοήθεια σε κάτι. Κλείσαμε νωρίς το μαγαζί και πήγαμε για μπυρίτσες. Και έπεσα από τα σύννεφα.

Έχει να κοιμηθεί πάνω από μήνα. Μας βομβάρδισε στις ερωτήσεις : «Τί είναι καλό και τί κακό;», «Δεν έχω κατασταλάξει για τίποτε, τί να του μάθω;», «Κι αν βγει μαλάκας-κλέφτης-πρεζάκιας-λαμόγιο;». Βέβαια,είναι διαφορετικό να τα γράφω και διαφορετικό να έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο απελπισμένο με κατακόκκινα μάτια που ξαφνικά βγήκε από έναν λήθαργο τόσο όμορφα αλλά και επίπονα. Δεν καταφέραμε να τον καθησυχάσουμε και δεν είμαστε και οι κατάλληλοι να βοηθήσουμε, αλλά προσπαθούσαμε όλοι μαζί να βρούμε βήμα-βήμα αξίες που θα ΄πρεπε να μεταδοθούν. Τα πήραμε όλα σβάρνα. Θρησκεία, πολιτική, επιστήμη, ηθική, μέχρι και τον Τσε αναλύσαμε.

Υπέροχο να ανακαλύπτεις πως υπάρχουν σκεπτόμενοι άνθρωποι. Τον είχα διαγράψει από μέλλοντα «φίλο» μετά το ξέσπασμά του, όταν έμαθε ότι το παιδί θα είναι αγόρι. Ειδικά όταν είδα την απορημένη γυναίκα του. Θεώρησα καλό να μην πω κουβέντα. Ειδικά εγώ (μόλις είχα «χάσει» δίδυμα).

Χθες μου εξήγησε γιατί. Θεωρεί περισσότερη την ευθύνη του, απέναντι σε ένα αγόρι. Φοβάται ότι ένα αγόρι είναι απείρως πιο δύσκολο από ένα κορίτσι. Μ΄αρέσουν οι άνθρωποι που φοβούνται. Και οι άνθρωποι που δεν κοιμούνται. Μ΄άρεσαν τα κόκκινα μάτια του αλλά και η συζήτηση αυτή. Δεν θα ξανακρίνω γρήγορα ανθρώπους.

Το υπόσχομαι γραπτώς και δημοσίως.

ΠΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ

Σημερινό κόλλημα (προς το παρόν) η έκφραση «πρώτα ο Θεός». (Μην βιάζεστε, δεν πρόκειται να υποτιμήσω την έννοια του θεού για τους θρησκευόμενους, απλά την έκφραση).Το ΄χω ακούσει πάνω από είκοσι φορές αυτές τις μέρες (όταν ανταποδίδω, στην γαμημένη ερώτηση «πού θα πας διακοπές»).

Δηλαδή τί, πρώτα θα πάει ο θεός και μετά εγώ; Κι αν πάει και δεν του αρέσει; Θα έρθει να μου κάνει brief ;

Όχι, μου λένε, είναι ασέβεια να υπολογίζεις χωρίς την δύναμη του θεού.

Α, μάλιστα, μπορεί λοιπόν και να μην θέλει, και να μου φέρει χίλιες δυό καταστροφές για να μην πάω. Οπότε καλού κακού ας πω «πρώτα ο θεός» για να τον καλοπιάσω.

Όχι, ρε συ, μου λένε, ο θεός θα σε προστατέψει και μετά το «πρώτα ο θεός» πρέπει να λες «να ΄μαστε καλά».

Α, δηλαδή στην περίπτωσή μου «πρώτα ο Θεός, να ΄μαστε καλά, δεν θα πάω διακοπές».

Ε, όχι ακριβώς, μου λένε.

Α, δηλαδή τώρα που το ΄πα, σίγουρα δεν θα πάω διακοπές, εκτός αν πρώτα ο θεός, να ΄μαστε καλά, αρρωστήσω ή μου στείλει χίλιους κεραυνούς πρώτα ο θεός,να ΄μαστε καλά.

Εμ πέστο ντε.

Τώρα το ΄πιασα.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2005

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Ήμουν απίστευτα χαρούμενη όταν η υποτροφία μου για τις σπουδές αισθητικής, ήταν ένα συμβόλαιο εργασίας σε ένα από τα μεγαλύτερα ινστιντούτα αισθητικής. Ήμουν πλέον σε θέση να εξασκήσω αυτό το επάγγελμα που αγαπούσα από μικρή. Δούλευα πλέον ανάμεσα σε διαιτολόγους, γιατρούς κάθε ειδικότητας, αισθητικούς, γυμναστές. Με τον ενθουσιασμό της πρωτάρας, τους τάραζα στις ερωτήσεις και χαμογελούσα σαν χαζοχαρούμενο κάθε πρωί που χτύπαγα την κάρτα μου.

Η εργασία μου ξεκίνησε από την «καμπίνα αισθητικής προσώπου» όπως ονομάζεται. Μαζί με άλλες δέκα κοπέλες ανακατεύαμε κρέμες κάθε είδους, πασαλείβαμε, αποτριχώναμε, μακιγιάραμε. Το σημαντικότερο κομμάτι της δουλειάς, ήταν να ακούμε τις ιστορίες των κυριών που θεωρούσαν απαραίτητο να εξομολογηθούν.

Ακούγαμε ακατάπαυστα δώδεκα ώρες την ημέρα. Άλλες ιστορίες ήταν ανθρώπινες, καθημερινές, άλλες δύσκολες, πολύπλοκες και άλλες βαριές, απάνθρωπες, απαύγασμα σκληρών βιωμάτων. Κάποιες περιπτώσεις αναλάμβαναν οι ψυχολόγοι του ινστιντούτου, κάποιες εμείς, απλά ως ακροατές. Τα μεσημέρια, μαζευόμασταν μικρά γκρουπάκια στην τραπεζαρία και τρώγαμε βουβά γιατί δεν είχαμε κουράγιο ούτε να ακούσουμε, ούτε να μιλήσουμε.

Ήταν μεγάλο το βάρος των εξομολογήσεων αυτών. Ένιωθες κάθε βράδι έναν οδοστρωτήρα στο στήθος σου, να σε πιέζει και να μην φεύγει με τίποτε. Σε μερικές πολύ «βαριές» ιστορίες, αναγκαζόμουν και έβαζα πάνω στα χείλια της πελάτισσας γάζα , με ότι κρέμα υπήρχε εκείνη τη στιγμή, για να σταματήσει να μου λέει τα φριχτά πράγματα που ξεστόμιζε. Η ματαιοδοξία της, την έκανε να σιωπήσει, έστω και για λίγο.

Η αφέλεια της παιδικής μου αγάπης γι΄αυτό το επάγγελμα, έφυγε και ήρθε η αηδία και η στεναχώρια. Έχω πάντα σαν αρχή, σε ότι κατάσταση κι αν βρίσκομαι, όταν φτάσω στο σημείο να πηγαίνω στην δουλειά με βαριά καρδιά, να αλλάζω δουλειά.

Έκανα πολλά επαγγέλματα, αρκετά για να χωρέσουν σε αυτό το κείμενο, αλλά για έναν περίεργο, κουτό λόγο , εκείνη η δουλειά, μου λείπει πιο πολύ απ΄όλες. Ίσως επειδή ήταν η πρώτη μου. Ίσως επειδή σε όλα τα μετέπειτα επαγγέλματά μου, συναντώ ξανά και ξανά αυτές τις ίδιες ιστορίες.

Τώρα πια, θεωρώ ότι οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου σε καταστάσεις και η κοσμοθεώρησή του, ως επί το πλείστον, δεν έχουν καθόλου να κάνουν με την μοίρα. Γιατί ακόμη και αν η «μοίρα» σου στείλει την μεγαλύτερη καταστροφή, εξαρτάται αποκλειστικά από σένα πώς θα την χειριστείς.

Τώρα πια, προσπαθώ να θωρακίσω τον εαυτό μου, ώστε να μην με αγγίζουν. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω και τότε.