Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2005

ΕΙΜΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

«Είμαι βασιλιάς. Είμαι βασιλιάς από τότε που γεννήθηκα. Αυτό είναι ένα αναφαίρετο στοιχείο της ταυτότητός μου και δεν μπορώ να με φανταστώ τίποτε άλλο». Τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος στα Αυστραλιανά ΜΜΕ.

Το πρόβλημα του τέως, τόσα χρόνια λοιπόν, είναι η φαντασία του. Δεν μπορεί να φανταστεί τίποτε άλλο για τον εαυτό του.

Κατά κάποιους, ήταν ο μεγάλος Αντιστασιακός, ο Ολυμπιονίκης, ο Χριστιανός. Εκείνοι, προφανώς έζησαν από κοντά τον τρόπο που μας διακυβέρνησε και θεωρούν ότι το πολίτευμα αυτό «ανταποκρίνεται εις τον χαρακτήρα, την ψυχοσύνθεσιν και την ιδιοσυγκρασίαν των Ελλήνων». Ίσως εδώ, να έχουν ένα δίκιο.

Δεν μπορώ να κρίνω τί έγινε τότε. Έχω όμως άποψη για τώρα. Για την δράση του και τις απόψεις του. Για τον άνθρωπο αυτό, που έλειψε τόσα χρόνια απ΄την «πατρίδα», αλλά ποτέ δεν μας ξέχασε και ποτέ δεν μας άφησε να τον ξεχάσουμε. Που με το ζόρι θέλει να έρθει να μείνει εδώ, ως πολίτης αλλά χωρίς, όπως συχνά του ξεφεύγει, να μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του ως τέτοιο.

Αν κύριε τέως, θέλετε να έρθετε, καλώς. Δεν θα σας διώξει κανείς, δεν θα σας το απαγορέψει κανείς. Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσετε μερικά πράγματα στο κεφάλι σας. Γεννηθήκατε βασιλιάς. Δηλαδή προνομιούχος, με το «βάρος» της διακυβέρνησης μιας χώρας και με προνόμια όσα δεν είχε κανείς στην Ελλάδα. Βάσει του τότε πολιτεύματος, αν ήσασταν ένας ηλίθιος, δεν θα είχε καμμία σημασία, γιατί θα ήσασταν γαλαζοαίματος. Μορφωθήκατε, σας δόθηκε περιουσία, κυβερνήσατε. Θα το δεχτώ ως επάγγελμα. Με υποχρεώσεις και δυσκολίες. Αλλά ποτέ τόσες πολλές, όσο αυτές που είχαν και έχουν καθημερινά οι Έλληνες, όπως τους ξέρατε και όπως είναι αυτή τη στιγμή.

Μας θυμόσαστε, όταν είναι να διεκδικήσετε την περιουσία που σας πήραμε, όταν εμφανίζεστε σε κοσμικά γεγονότα ανά τον κόσμο, όταν προφανώς υποτιμάτε την νοημοσύνη μας , με τα παράπονά σας για την δύσκολη οικονομικά ζωή που ζείτε. Κύριε τέως, για την ζωή που κάνετε, θα έπρεπε να δουλεύω εγώ και άλλοι δέκα, σε τέσσερις δουλειές και να μην σας προλαβαίνουμε. Δουλειά κύριε τέως. Ξέρετε τί σημαίνει δουλειά;

Το πολίτευμά της η κάθε χώρα, το επιλέγει και άλλοι το υπομένουν ενώ άλλοι το απολαμβάνουν. Το ότι ευτυχώς ή δυστυχώς υπήρξατε μέρος της ιστορίας μας, είναι αναντίρρητο. Από αυτή την συμμετοχή σας όμως, δεν απορρέουν υποχρεώσεις μας, προς εσάς. Δεν απορρέει σεβασμός και περισσότερα προνόμια για σας και την οικογένειά σας. Εδώ πέθαναν στη λήθη, πολύ σημαντικότεροι άνθρωποι του τόπου μας, γιατί θα πρέπει μια ζωή να επιμένετε να σας θυμόμαστε; Η δουλειά σας ήταν η πολιτική και μόνο, όχι η σόου μπίζνες.

Τα παιδιά σας, τα λέτε πρίγκηπες. Από έναν τέως βασιλιά, βγαίνουν μέλλοντες τέως πρίγκηπες, αλλά μάλλον θα τα ονομάσατε έτσι, για να προδικάσετε το καλό μέλλον τους. Η βραδιές του Νικόλαου στον Τσαλίκη, θα μας μείνουν αξέχαστες και περιμένουμε με αγωνία να δούμε τα νέα συνολάκια της κυρίας σας.

Την θαλπωρή και την συμπαράσταση όμως, θα την έχετε μόνο από εκείνα τα κράτη, που έχουν βασιλεία. Που δίνουν συνεχώς καλά σόου για τους εξαθλιωμένους πολίτες τους, με ανάκτορα και ασύλληπτες προκλήσεις. Εκεί, θα σας καταλάβουν και ίσως να γίνετε και πιό διάσημος απ΄τη Νταιάνα, με άλλη μια, πιο δακρύβρεχτη συνέντευξη γι΄αυτά που σας στερήσαμε.

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Όχι τα παραδοσιακά, τα νέα. Αυτά που διέπουν την σημερινή κοινωνία και ενίοτε, εξ΄αιτίας τους, θέλω να ξεράσω. Αυτά τα καινούργια, που πρέπει να ακολουθήσουμε ή ακολουθούμε μηχανικά. Που δεν τα πολυσκεφτόμαστε τις περισσότερες φορές, αλλά τα ασπαζόμαστε χωρίς αντίρρηση.

Είναι μικρές λεπτομέρειες, που μου χτυπάνε τόσο πολύ και λέω, δεν είναι δυνατόν, πώς καταντήσαμε έτσι. Λες καλημέρα και σε κοιτάνε πονηρά ή καχύποπτα. Μπουκάρουν στο μαγαζί μου και μου μιλάνε στον ενικό και ποτέ μα ποτέ, δεν λένε ευχαριστώ. Κάνουν σαχλά ή χυδαία αστεία και περιμένουν να γελάσω. Σαν παγοκολώνα τους απαντώ στον πληθυντικό, μπας και καταλάβουν τις αποστάσεις και αυτοί συνεχίζουν. Δεν μπορεί να είμαι τόσο παράξενη.

Έχω έξω απ΄το μαγαζί, έναν τεράστιο κάδο απορριμάτων. Κάθε βράδι σκουπίζω σακούλες ολόκληρες με σκουπίδια. Κανένα πιτσιρίκι δεν χρησιμοποιεί τον κάδο και όταν το λέω ευγενικά η απάντηση είναι «όχι εγώ». Ναι, είναι πιο εύκολο έτσι. Το όχι εγώ, σε βγάζει αυτομάτως από τη δύσκολη θέση, σε απενοχοποιεί. Έχω πελάτες, που θα έρθουν γύρω απ΄τον ψηλό πάγκο μου, χωρίς να με ρωτήσουν, για να δουν τί γράφω στην οθόνη. Έχω πελάτες που θα με ρωτήσουν τις πιο προσωπικές, τις πιο δύσκολες ερωτήσεις. Και το χειρότερο, δεν ξέρω ούτε τ΄όνομά τους.

Το κουτσομπολιό έχει τα όριά του, αλλά όχι όταν πρόκειται για τρίτους. Μόνο για τον εαυτό μας. Έχω μάθει εξωφρενικά πράγματα, τα οποία δεν ήθελα ποτέ να μάθω. Ναι, η αδιακρισία είναι από τα νέα ήθη των ημερών μας. Καθώς και η καταναγκαστική παραβίαση του χρόνου μου. Ξέρω για μερικούς πελάτες μου, πως δεν θα τη βγάλω καθαρή. Θέλω δεν θέλω, πρέπει αυτές τις δύο φορές που θα έρθουν την ημέρα, να ακούσω ότι έχουν να πουν, για όση ώρα γουστάρουν. Θέλετε κι άλλο νέο ήθος; Η παθητική συναίνεση. Πρέπει να συμφωνήσω, δεν με παίρνει για κάτι άλλο, αν θέλω να ξεμπερδεύω γρήγορα. Αλλά και να έχω χρόνο, πάλι θα συμφωνήσω, δεν έχω μάθει να κάνω διάλογο.

Φίλε Μανώλη, τα λεωφορεία και ο σεβασμός στους πιο αδύναμους και τους γεροντότερους, είναι ουτοπικό. Ειδικά όταν ακούς δικαιολογίες του τύπου «γεμίζουν οι γέροι τα λεωφορεία, την ώρα που πρέπει να πάμε στις δουλειές μας και θέλουν να κάτσουν κιόλας». Ναι, κύριοι, όταν είσαι συνταξιούχος, θα ξυπνήσεις πρωί, γιατί δεν μπορείς να κοιμηθείς πολλές ώρες. Οι μόνες δουλειές που τους έμειναν, είναι να προλάβουν τον γιατρό τους, να πάνε στα νεκροταφεία ή να κάνουν ψώνια το πρωί, που έχουν κουράγιο. Το να τους στερήσεις τη θέση απ΄το λεωφορείο, δεν είναι εγωισμός, είναι κακία, είναι απανθρωπιά. Έχω λιποθυμήσει μέσα σε λεωφορείο από αδυναμία, αλλά ποτέ δεν θα ζητούσα θέση. Φανταστείτε όταν ένας γέρος φτάνει στο σημείο να ζητήσει θέση. Πόσο πιο χαμηλά θα μπορούσαμε να πέσουμε. Είναι ότι χειρότερο έχω δει στη ζωή μου.

Θεωρώ, ότι τα έχουμε μπλέξει λιγάκι. Ο λόγος που θα επιδείξουμε ανθρωπιά, είναι μόνο όταν πρέπει να την επιδείξουμε. Όταν πραγματικά υπάρχει ανάγκη για ανθρωπιά, όταν κανείς δεν μας επιβραβεύσει γι΄αυτό, προτιμάμε να το αποφύγουμε ή ακόμη και να το απαξιώσουμε. Όταν δεν δίνουμε τη θέση μας στο λεωφορείο, όταν πετάμε τα σκουπίδια μας στον δρόμο, όταν ρωτάμε αδιάκριτα ή περνάμε τα όρια των άλλων, το κάνουμε μηχανικά. Στην πραγματικότητα δεν το συνειδητοποιούμε.

Όχι εγώ.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2005

ΠΟΙΟΣ ΧΕΖΕΙ Τ’ΑΣΤΡΑ

Από τα αρχαία χρόνια έχουν ανακαλυφθεί (επινοηθεί) πολλοί τρόποι για την πρόγνωση των μελλοντικών γεγονότων. Πάντα η ζήλεια μου, για τα λεφτά τους και τη φήμη τους ήταν μεγάλη. Άλλοι διαβάζουν τα χαρτιά, άλλοι τα βότσαλα, άλλοι τα αυγά και τέλος οι πιο μάγκες, τα άστρα.

Αυτοί οι τελευταίοι με τ΄άστρα πολύ μάγκες. Αλλά όχι για πολύ. Δηλαδή ο Χορταρέας είναι καλύτερος; Εντάξει, δεν θα τον ξεπεράσω στα ενδυματολογικά, αλλά το ντεκαπάζ μου, είναι στάνταρ πιο πετυχημένο!

Λοιπόν, τί κάνανε οι μάγκες; Πήρανε μια επιστήμη, που είχε να κάνει με κάτι όξω απ΄τον άνθρωπο (αστρονομία) και φτιάξανε μία δικιά τους με παραπλήσιο όνομα (ουσιαστικά, δύο γράμματα αλλάξανε). Πήρανε και τους αστερισμούς, τους δώσανε χαρακτηριστικά ανθρώπινα και πήγανε και μας τους βάλανε στον σβέρκο. Όχι όμως, δεν έφτανε αυτό. Μπλέξανε και τους πλανήτες. Αν κλάσει ένας πλανήτης στραβά, θα μου χαλάσει εμένα τον μήνα μου.

Πάρτε για παράδειγμα εμένα. Είμαι Παρθένος. Ποιός το λέει; Μα, η αστρολογία. Έχει βάλει χρονικούς κανόνες. Γεννήθηκες 21 Σεπτέμβρη; Καταδικάζεσαι στο ζώδιο της Παρθένου. Μα, η Παρθένος δεν είναι τρέντυ, ρε παιδάκι μου. Μπορώ να αλλάξω; Όχι. Είναι νόμος. Θα είσαι πρακτική, προσγειωμένη, μπλα μπλα μπλα, σπασαρχίδω. Μα, εγώ δεν είμαι Παρθένος. Εγώ, θέλω να γίνω πουτάνα. Δεν υπάρχει, σου λέει τέτοιο ζώδιο. Πάει και τελείωσε. Από δω και πέρα θα φας την Παρθένο στην μάπα. Μάλιστα, τόσο δημοκρατικά.

Από τότε που γκομένιζα είχα αυτό το Παρθένος, να με καταδιώκει. Η πρώτη ερώτηση όλων! Βρήκα διεξόδους στον Ωροσκόπο, αλλά αυτό μου έλεγαν πιάνει μετά τα τριάντα. Πέρασα τα τριάντα, κι ακόμα το Παρθένος με κυνηγάει. Λοιπόν, βαρέθηκα. Αποφάσισα να το αλλάξω. Κυρά Λίτσα, you know new age? Μόνο οι άλλοι είναι μάγκες;

Πήρα λοιπόν την μετεωρολογία και της άλλαξα τα φώτα. Την ονόμασα Μετεωαερολογία και σας χώρισα σε ομάδες, όπως γούσταρα. Δεν θέλω αντιρρήσεις, την αστρολογία γιατί δεν την αμφισβητείτε;

ΜΕΤΕΩΑΕΡΟΛΟΓΙΑ

2 Ιανουαρίου- 1Απριλίου, είστε ΧΙΟΝΙ : Δηλαδή κρυόκωλοι, ψυχροί, ανοργασμικοί. Τα θετικά σας είναι, ψυχραιμία, απόσταση και αντικειμενικότητα. Α, και έχετε κρύα πόδια.

2Απριλίου – 1Αυγούστου, είστε ΛΙΑΚΑΔΑ : Είστε θερμόαιμοι και επιφανειακοί. Αλλά είστε θερμοί εραστές, με ζεστά πόδια.

2Αυγούστου - 1 Νοέμβριος, είστε ΑΝΕΜΟΣ : Πάτε όπου φυσάει ο άνεμος. Δεν έχετε σταθερές απόψεις και θέσεις. Αλλά είστε διπλωμάτες και ευέλικτοι.

2Νοεμβρίου – 1 Ιανουαρίου, είστε ΒΡΟΧΗ : Πέφτετε σαν τη βροχή. Αυθόρμητοι, παρορμητικοί και επιπόλαιοι. Αλλά διακρίνεστε για την παιδικότητά σας.

Εντάξει, θα μπορούσα να γράφω χρόνια, αλλά σαν καινούργια Χορταρέα, θα πρέπει να αγοράσετε τις προβλέψεις μου. Θα σας δώσω όμως μερικά hints. Οι των πρώτων ημερών είστε τα ήπια φαινόμενα. Όσοι όμως έχετε γεννηθεί πιό κοντά στο τέλος της περιόδου, τόσο πιο έντονα θα είναι τα χαρακτηριστικά σας.

Αν ας πούμε είστε ανεμούλης ή ανεμούλα και έχετε γεννηθεί 22 Οκτωβρίου, την κάτσατε. Ουσιαστικά, είστε μία Κατρίνα (ή Κατρίνας) , που θα μπορούσατε να καταστρέψετε μία Νέα Ορλεάνη.

Και δεν θέλω μαλακισμένες ερωτήσεις του στυλ : Ταιριάζει Λιακάδας με Χιονούλα; Θα σας ανακοινώσω σύντομα το 090 μου, με χρέωση 5,00 euro συν φπα, για τα περαιτέρω.

CELLULAR AUTOMATA Classομπανιέρα

Τα ανθρωπάρια όντα, όντας εξελικτικά σωβινιστικά ερείπια της υπερμανιώδους ατομικής προσέγγισης, με πλουραλιστικά μοτίβα αδράνειας, ανταπαντούν στις πρωσοποκεντρικές εκρήξεις – που εκπίπτουν στον εσωτερικό αυτοαυνανισμό, προσπαθώντας να καταγκρεμνίσουν την δαιδαλώδη προσέγγιση της αδηφάγου υπερκοινωνίας, αναντίστρεπτα.

Ω ναι, συνήθως αναστρέψιμα.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2005

THIS TOO WILL PASS

Ίσως θα ΄πρεπε να περιμένω να περάσει αυτή η μέρα, ίσως αύριο να είμαι καλύτερα. Δεν ξέρω τί θα γίνει, αλλά νοιώθω την ανάγκη να γράψω. Αν νοιώθετε καλά, απλά προσπεράστε το, μην του δώσετε ιδιαίτερη σημασία, άλλωστε προσπαθώ πάντα να μένω πιστή στην αισιόδοξη φιλοσοφία μου.

Δεν μπορεί να συμβαίνουν τόσα πολλά, όλα μαζί. Λες και ένα τεράστιο πόδι πατάει, πατάει και θέλει να σιγουρευτεί ότι μ΄έχωσε μέχρι βαθιά.

Είναι φορές που νοιώθω εδώ μέσα, πως δεν μπορώ να σας τα πω όλα. Τελικά είναι κάποια πράγματα που πρέπει να τα κρατάω για μένα. Ίσως όταν περάσουν να τα γράψω, ίσως τότε να μην έχουν τόση σημασία.

Έμαθα ότι πρέπει να διαβάζουμε πράγματα που δαγκώνουν και τσιμπάνε. Το είπε κάποιος κύριος Κάφκα, που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω. Αντιθέτως εγώ, θέλω να γράφω ότι με τσιμπάει και με δαγκώνει. Όχι απαραίτητα για να τα διαβάσει κάποιος, αλλά για να φύγουν μιά για πάντα απ΄το κουτάκι τους.

Κύριε Κάφκα, δεν θα είχα τη δύναμη να διαβάσω για τα βάσανα άλλων. Όχι σήμερα. Αλλά πρέπει οπωσδήποτε κάποια πράγματα να βγουν απ΄το ρημάδι το κεφάλι μου.

Μέχρι τότε, θα υπομένω τα δαγκώματα και τα τσιμπήματα. Πείτε σ΄όποια κουφάλα τα ΄στειλε, ότι θα τα καταφέρω. Έχω μάθει ν΄αντέχω.

Καληνύχτα.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2005

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ

Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδι, πολύ διαφορετικό. Όλη η Ελλάδα είχε καρφωθεί μπροστά στις τηλεοράσεις. Ο καύσωνας που σε άλλες περιπτώσεις θα τους έδιωχνε όλους, τώρα δεν ήταν ικανός να σταθεί εμπόδιο σε ένα τέτοιο θέαμα. Η Ελλάδα είχε περάσει για πρώτη φορά στην ιστορία, στον τελικό του Μουντιάλ. Όπως και όλοι οι άλλοι αντίπαλοι, έτσι και ο τελευταίος, φάνταζε σαν τον Γολιάθ.

Στο μυαλό όλων, το ίδιο βασανιστικό ερωτηματικό. Κι άν; Κι αν κερδίσουμε, μετά τί; Ήταν ένα φοβερό ερώτημα αυτό, ήταν ένα σουβλί στον κώλο. Πώς θα δήλωναν τη χαρά τους; Τα τελευταία χρόνια, τα είχαν δοκιμάσει όλα. Γέμιζαν πλατείες, βάσταγαν ή φόραγαν σημαίες, έδερναν αλλοδαπούς, πέταγαν φωτοβολίδες, τραγουδούσαν ολόκληρες νύχτες. Όμως τώρα, ήταν η μεγαλύτερη χαρά απ΄όλες και δεν ήξεραν πώς να την εκδηλώσουν. Ήταν αβάσταχτη η χαρά, μεγαλύτερη απ΄όλες τις άλλες τις εθνικές.

Η ώρα περνούσε βασανιστικά. Μερικοί κρυφά παρακαλούσαν για την ήττα. Θα ήταν πιο εύκολο. Θα την δικαιολογούσαν καλύτερα. Αν όμως κέρδιζαν δεν θα υπήρχαν δικαιολογίες. Έπρεπε όλες οι οθόνες του κόσμου να δείχνουν τους εκστασιασμένους Έλληνες και την άνευ προηγουμένου ευτυχία τους. Όντας όμως πρωταθλητές στην Ευρώπη στο ποδόσφαιρο, στα τραγούδια, στο μπάσκετ, τώρα έπρεπε να δείξουν κάτι άλλο. Κάτι εξωφρενικό.

Τα τελευταία λεπτά του αγώνα, έφερναν πιο κοντά τους φιλάθλους στο μεγάλο γεγονός. Ο σχολιαστής του αγώνα, είχε καταπιεί τη γλώσσα του, από τα ίδια ερωτηματικά. Δεν μπορούσε να μιλήσει για «πειρατικό», τον είχαν προλάβει. Δεν μπορούσε να κλάψει, το είχαν κάνει κι αυτό. Επέλεξε τη σιωπή, αφήνοντας τον κόσμο να φαντάζεται ότι θέλει για την ιατρική του κατάσταση. Ένα έμφραγμα, θα ήταν ότι έπρεπε, αλλά το προσπάθησε και δεν ερχόταν το γαμημένο.

Ο διαιτητής σφυρίζει την λήξη. Είναι επίσημο, η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια κόσμου. Η παγωμένη Ελλάδα είναι στο βάρθρο του κόσμου. Έχει νικήσει όλες τις φυλές, είναι ΑΝΩΤΕΡΗ από όλες τις άλλες. Ο Δίας από πάνω βλέπει ευχαριστημένος και περιμένει με χαρά τις θυσίες προς τιμήν του. Οι κάμερες όλες στρέφονται στην Ελλάδα. Αρχίζουν οι πρώτες λήψεις που δεν θα ξεχάσει ποτέ η υφήλιος.

Η εικόνα μοιάζει με σκηνή πολέμου. Οι μισοί έχουν πηδήξει απ΄τα παράθυρα των πολυκατοικιών, μην έχοντας κάτι πιο θεαματικό να δείξουν. Οι άλλοι μισοί σκίζουν τις σάρκες τους και καίνε ότι βρούνε. Ο κόσμος πείθεται για την χαρά τους. Εκστασιασμένοι από το γεγονός, βιάζουν γυναίκες, ποδοπατούν αλλοδαπούς και ουρλιάζουν σαν πρωτόγονοι.

Είναι σίγουροι ότι ο κόσμος το πήρε το μήνυμα. Τέτοια πιο μεγάλη χαρά δεν έχουν ξαναζήσει. Ακόμη κι αν είναι περίεργος ο τρόπος που την εκδηλώνουν, είναι ευτυχισμένοι.

Όσοι επιβιώνουν, γυρίζουν σιγά σιγά στα σπίτια τους. Είναι αργά και το πρωί πρέπει να πάνε στην δουλειά. Με μία μεγάλη διαφορά, όμως.

Ως πρωταθλητές κόσμου πια.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2005

ΟΙ ΚΑΣΕΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Στα τέλη του ‘60, οι γονείς μου, έφυγαν απ΄την Ελλάδα με σκοπό την επιβίωση. Δεν είχαν κάνει ακόμη παιδιά και απ΄ότι φαινόταν δεν είχαν και πολλές επιλογές. Υπήρχε μία συνοικία στο Δυτικό Βερολίνο, γεμάτη Έλληνες. Ένα μικρό χωριουδάκι που το έκαναν να θυμίζει πατρίδα. Με τις ελληνικές ταβέρνες, την εκκλησία, τα δικά μας έθιμα και τις δικές μας μουσικές.

Ο νονός μου, ήταν ο μόνος Έλληνας που είχε πιτσαρία. Τα πειράγματα έπεφταν βροχή. Αγύριστο κεφάλι όμως. Είχε βάλει σκοπό να πλουτίσει με όποιο τρόπο και τα κατάφερε. Όποιος δοκίμαζε τις πίτσες του, έμενε άφωνος και ξέχναγε ότι φτιάχτηκαν από Έλληνα. Έμεινε στην Γερμανία μέχρι τα τέλη του ογδόντα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι φίλοι, είχαν φύγει δέκα χρόνια πριν. Ήρθε κατακουρασμένος στην πατρίδα για να χαρεί τα γεράματα και να δώσει ένα καλό Ελληνικό μέλλον στα παιδιά του. Χάρηκε μόνο δύο χρόνια. Η κούραση τόσων χρόνων, η αγωνία και η στέρηση μιάς ζωής, καμμιά φορά δεν περνούν απλά με το χώμα της πατρίδας.

Η ζωή τους εκεί δεν ήταν όμως ευκολότερη. Οι περισσότεροι Έλληνες είχαν στείλει τα παιδιά τους στην Ελλάδα και αυτό από μόνο του ήταν φρικτό. Τα τηλέφωνα τότε ήταν πολύ ακριβά. Συνήθως επικοινωνούσαμε με γράμματα που αν είμασταν τυχεροί, είχαν και κασέτες με τις φωνές τους. Η εικόνα τους αχνή, η φωνή τους όμως σφηνωμένη πάντα στο κεφάλι μου. Κάθε μήνα ετοιμάζαμε με την γιαγιά, την καινούργια κασέτα που θα στέλναμε. Από την μια πλευρά τα τραγούδια που τους αφιερώναμε και απ΄την άλλη μηνυματάκια αγάπης απ΄όλο το σόι. Διαλέγαμε Διονυσίου, Αλεξίου, Μοσχολιού και πολλές πολλές ευχές. Ότι θύμιζε εντονότερα πατρίδα.

Ένα απ΄τα πιο όμορφα τραγούδια που είχαμε στείλει, μου έχει μείνει καρφωμένο τόσα χρόνια στο μυαλό. Ήταν ένα τραγούδι με το όνομα της μαμάς μου, που θυμάμαι μόνο μερικές λέξεις του «...και έφυγες για τα ξένα... Βάγγελίτσα μου... μικρή κουκλίτσα μου..» Η γιαγιά έκλαιγε ασταμάτητα και ορκιζόταν πως δεν ήθελε να το ξαναακούσει. Το άκουγε όμως κρυφά κάθε βράδι που πέφταμε για ύπνο.

Το τραγούδι που επέλεγα πάντα εγώ, ήταν το «σαν θα πας κυρά μου στο παζάρι». Ψόφαγαν οι γονείς μου στα γέλια. Ήταν το μόνο τραγούδι που ήξερα να το τραγουδάω ολόκληρο και για πολλά χρόνια δεν το άλλαζα με τίποτε. Έστελνα μόνο αυτό. Στην άλλη πλευρά της κασέτας, άπειρα μηνύματα από το σόι, την γιαγιά και πάντα τελευταίες εμείς. Ακόμα και στα πρώτα μας χρόνια, που δεν ξέραμε να μιλάμε, η γιαγιά καραδοκούσε και ηχογραφούσε όσους περισσότερους ήχους μπορούσε.

Μιά φορά, οι γονείς μου, πήραν τηλέφωνο αμέσως αφού άκουσαν την κασέτα. Η γιαγιά τους είχε περιγράψει λεπτομερώς τα νέα μας. Μέχρι και το δόντι που πετάξαμε στα κεραμμύδια, μέχρι και το δέκα της αδελφής μου στην ορθογραφία. Τελευταίες, μείναμε εμείς. Η αδελφή μου, είχε γράψει το μήνυμα και το είπε σαν ποιηματάκι, εγώ μπορούσα μόνο με ερωτήσεις.

-Ντινούλα, πες γειά στην μανούλα και τον πατερούλη.

-Θέλω νερό.

-Πες μωρό μου γεια στην μανούλα και τον πατερούλη.

-Θέλω νερόοοοοο!

-Άμα πεις γεια, θα σου δώσω νερό.

-Είπα, θέλω νερόοοοοο!

Και η κασέτα, τελείωσε. Οι γονείς μου αμέσως μόλις την έλαβαν, καμμιά δεκαριά μέρες μετά, πήραν τηλέφωνο κατατρομαγμένοι. Δεν ήθελαν κανέναν, ζήτησαν να μιλήσουν σε μένα.

Το μόνο που θυμάμαι, ήταν τα κλάματα της μάνας μου. «Μωρό μου, ήπιες νερό;»

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2005

Blogger’s profile

Αυτό το κείμενο, ως σκοπό έχει, να σας βγάλει απ΄τον μεγάλο λήθαργο. Δίνω απ΄την αρχή το νόημα, γιατί στάνταρ μετά θα ξεχαστώ, θα γελάω ή μπορεί να με πάρουν και τα ζουμιά. Θα δείξει (γαμώ την αυτόματη γραφή μου, γαμώ).

Έχω κυρίες και κύριοι να δηλώσω, πως οι μπλόγκερ είναι άνθρωποι! Έχουν ένα κεφάλι δύο χέρια, δύο πόδια, μία μύτη και δύο αφτιά. Τελεία και παύλα! Δεν έχουν καμμία τερατογένεση και το κυριότερο χαρακτηριστικό τους είναι τα μάτια. Η μόνη διαφορά τους με τους υπόλοιπους ανθρώπους, είναι η επικοινωνία με τα μάτια. Με αυτά κυρίως μιλάνε. Κάτι σαν τηλεπάθεια.

Έχουν όλοι, τεράστια γλυκά μάτια που σε διαπερνούν, σε γεμίζουν φως και ζεστασιά. Δεν χρειάζεται να πεις πολλά πράγματα με έναν μπλόγκερ. Έχεις άλλωστε βγάλει τα σώψυχά σου, τόσο καιρό στα γραφτά σου. Ο μπλόγκερ που θα συναντήσεις, θα σε ξέρει, θα σε νοιώθει όσο κανείς και μένουν μόνο δυό μάτια που θα σε κοιτάνε γλυκά και ζεστά.

Γνώρισα το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα μπλόγκερ. Με τα πιο γλυκά μάτια, κατευθείαν καθρέφτης στην καρδιά.

Φίλε μου,

Εις το επανειδείν.

Η ταμπακιέρα σου, ήταν το λιγότερο, απ΄αυτά που μου έδωσε η γνωριμία μας, αλλά θα την τιμώ εξίσου.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2005

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Τα μεσημέρια στο μαγαζάκι μου, είναι απ΄τις ώρες που θα μου λείψουν πιο πολύ. Εκεί, γύρω στις τρεις τέσσερις, όταν η πελατεία κοιμάται, όταν έχω τελειώσει με προμηθευτές και παραγγελίες. Συνήθως έχω προλάβει να μασουλήσω καμμιά φρυγανιά ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις καμμιά μαλακιούλα. Τότε, βάζω ζεστό καφεδάκι, στρίβω με το πάσο μου ένα τσιγαράκι και αραδιάζω όλες τις εφημερίδες της ημέρας.

Είναι η ώρα του παιδιού. Βέβαια, πάντα κάποιος πελάτης θα έρθει να μου την σπάσει, αλλά συνεχίζω ακάθεκτη την νιρβάνα μου. Έχω πάντα κόλλημα με ποιά εφημερίδα θα ξεκινήσω, αφού ποτέ δεν με αφήνουν να τις τελειώσω όλες. Έτσι, όπως θα έχετε καταλάβει τον επί πολλοίς (και όχι εν τω βάθει) χαρακτήρα μου, πάνω πάνω στην στοίβα, βρίσκεται σχεδόν πάντα η εσπρέσο και η τράφικ. Έτσι, για να έχω κάτι αρκετά διασκεδαστικό για ξεκίνημα. Που σχεδόν πάντα, μένω στο ξεκίνημα, αλλά είναι και κάτι μέρες που τα καταφέρνω και τις ξεφυλλίζω όλες.

Ποτέ στην ζωή μου, πριν το μαγαζί δεν διάβαζα εφημερίδες. Εκτός βέβαια από τις Κυριακές (πριν τα dvd), που το ΄χαμε σαν ιεροτελεστία. Ξυπνούσε ο Τάσος, αγόραζε πέντε έξι εφημερίδες, φτιάχναμε καφεδάκι και μετά κάναμε τη μοιρασιά. Εκείνος τις εφημερίδες, εγώ τα ένθετα. Με μία προτίμηση στο symbol. Ήταν για αρκετό καιρό, το αγαπημένο μου.

Αυτά τα τελευταία δύο χρόνια όμως, έκανα απόσβεση. Ξεκίνησα καθαρά, λόγω βαρεμάρας (η πασέντζα ήταν αφόρητα βαρετή, ο ναρκαλιευτής μου κοκκίνιζε τα μάτια και δεν είχα και ίντερνετ) και στην πορεία έγινε ένα από τα πιο απολαυστικά πράγματα της μέρας μου. Το περίεργο με τις εφημερίδες είναι ότι μοιάζουν με τα σήριαλ. Κολλάς. Κολλάς στις αγαπημένες σου στήλες, στα αγαπημένα σου ένθετα, αλλά σου κάνουν και ένα σωρό άλλα πράγματα. Στην αρχή της γνωριμίας μου με τις εφημερίδες, διάβαζα ελαφρά θέματα. Υγεία, ομορφιά, ζώδια.

Παρατήρησα, ότι στην πορεία μου άρεσαν και οι γνώμες, οι αναλύσεις, τα θέματα για τον κόσμο. Ποτέ όμως η πολιτική. Ήταν κάτι σαν τζιζ για μένα. Δεν ήξερα πού ανήκω, το ένοιωθα σαν τα Μαθηματικά. Είχα χάσει τους κρίκους και άντε να φτιάξω αλυσίδα. Χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ιστορίας, χωρίς ιδιαίτερη πολιτική θέση, ένοιωθα λίγο μαλάκας. Ωστόσο, είχα τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές μου. Αλλά πάντα σε πρόσωπα. Έχω αυτό το κακό με την πολιτική. Στηρίζομαι σε πρόσωπα. Δεν μπορώ να εμπιστευτώ πολιτικές, ιδεολογίες, θέσεις. Μπορώ όμως να κρίνω πρόσωπα. Έτσι, το είδα λιγάκι σαν κουτσομπολιό. Έκανα την Τατιάνα της πολιτικής. Και σιγά σιγά μάθαινα, καταλάβαινα.

Δεν μπορώ να πω ότι έχω ακόμη κατασταλάξει. Άλλοι διαβάζουν μια ζωή, εγώ μόνο δύο χρόνια. Τουλάχιστον όμως για αυτά τα δύο χρόνια, διάβασα όλες τις απόψεις, όλες τις πολιτικές. Απ΄τις πρόσφατα αγαπημένες στήλες μου, αυτή του Πανούτσου στο Έθνος. Όχι, δεν γράφει μόνο αθλητικά. Και εγώ έτσι νόμιζα.

Μακραίνει το ποστ και πρέπει να προλάβω να δώσω το δίδαγμα. Είμαι εθισμένη στα μπλογκ και στις εφημερίδες. Καταπίνω μανιωδώς πληροφορίες και απορώ πού ζούσα τόσα χρόνια χωρίς αυτά. Σε δύο χρόνια, έχω μάθει ότι δεν είχα μάθει σε τριάντα και ήδη νοιώθω αρχάρια σε όλα.

Υπάρχουν μέρες, που νομίζω ότι διάβασα το πιο συνταρακτικό κείμενο της ζωής μου και θέλω να το μοιραστώ. Συνήθως αυτές τις μέρες, όταν το μοιράζομαι, με κοιτούν με οίκτο και με ταπώνουν : «καλά δεν το ΄ξερες;»

Όχι.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2005

Η ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΟΥ

Κάθε βράδι όταν πήγαινα Δευτέρα και Τρίτη Λυκείου, είχα φροντιστήριο. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζαν οι γονείς μου. Η αλήθεια, ήταν ότι κάθε Τετάρτη απόγευμα από τις πέντε μέχρι τις εννιά, ήμουν ελεύθερη. Το θεωρούσα φοβερά μεγάλη ευκαιρία για να βγω με το αμόρε και να κάνω ότι θέλω. Συνήθως πηγαίναμε για καφεδάκι ή στα ουφάδικα. Εκεί, μας περίμεναν όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές κι όλα τα παράνομα ζευγαράκια του σχολείου.

Ήταν απ΄τις πιο ξένοιαστες βόλτες που έκανα, διότι όταν έβγαινα «επίσημα» τα πράγματα ήταν σκούρα. Και αυτό, συνέβαινε εξαιρετικά σπάνια. Έπρεπε να δώσω αναφορά πού θα πάω, με ποιόν και τί ώρα θα γυρίσω. Έπρεπε να καταφέρω να μην έχω ενοχές, να μην με πάρει κανένα μάτι έξω απ΄το φτηνό ξενοδοχείο και να γυρίσω ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Η μαμά πάντα μου τόνιζε : «δέκα παρά ένα λεπτό, όχι δέκα και ένα».

Στις «επίσημες» βόλτες, μου τύχαιναν τα πιο κουφά περιστατικά. Το χειρότερο, είχε τύχει όταν είχαμε καλέσει ραδιοταξί να με πάει σπίτι απ΄το ξενοδοχείο που ήταν πια το στέκι μας. Περιμένοντας στο άβολο σαλονάκι, κάτω απ΄τα επικριτικά (τουλάχιστον έτσι νόμιζα) βλέματα της ηλικιωμένης καθαρίστριας, φτάνει το ταξί και βγαίνουμε σχεδόν τρέχοντας, να μας πάει σπίτι. Ο οδηγός ήταν πρώην συνάδελφος του μπαμπά. Μεγάλη ξεφτίλα. Ήμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, πίσω απ΄τα μαλλιά μου και για ξεκάρφωμα, του είπαμε να μας αφήσει πολύ μακριά. Χρειάστηκε να περπατήσουμε κάνα μισάωρο με υπερτεράστιες ενοχές και φόβους.

Ο πατέρας μου, ήταν ανέκαθεν «πίσω» απ΄τα γεγονότα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι ουσιαστικά μπροστά και πίσω απ΄τα γεγονότα ήταν πάντα η μητέρα μου, χρησιμοποιώντας τον σαν κολώνα φόβου, σαν αόρατο μπαμπούλα. Αυτό, με μπέρδευε μικρότερη. Δεν μπορούσα να τον καταλάβω καθόλου. Μόνο διέταζε μέσω της μαμάς, έβαζε κανόνες, κινητοποιούσε το όποιο φιλότιμο και μπροστά μας ήταν ο πιο γλυκός και αγαπησιάρης άνθρωπος του κόσμου. Ο μπαμπάς στο σπίτι τότε, ήταν το παιχνίδι μας.

Τα πράγματα άρχισαν να ξεδιαλύνονται όταν ένα βράδι Τετάρτης, έτσι στα ξεκάρφωτα, ήρθε να με πάρει απ΄το φροντιστήριο. Που φυσικά δεν ήμουν εκεί και που φυσικά τον ενημέρωσαν ότι ποτέ Τετάρτες δεν είχα μάθημα. Ευχαρίστησε τους καθηγητές, τους ζήτησε συγνώμη γιατί μάλλον θα είχε μπερδευτεί, όπως τους είπε, και ήρθε σπίτι. Δεν ανέφερε ποτέ το περιστατικό και συνέχισε να μου φέρεται όπως πριν. Η μάνα μου πλέον, την είχε βαμμένη και το ΄ξερε. Την τσιγάρισα για όλο το υπόλοιπο της εφηβείας μου.

Μετά από χρόνια, όταν της θύμιζα παρόμοια περιστατικά, γέλαγε σαν μωρό που είχε κάνει σκανταλιά. Μου άρεσε όμως ο τρόπος που το ΄χε φέρει. Ίσως αν δεν είχα όλους αυτούς τους περιορισμούς, να μην γνώριζα τους γονείς μου καθόλου, να γινόμουν τελείως διαφορετική. Ίσως να μην καταλάβαινα τόσο καλά τις φοβίες τους, τα άγχη τους, την παιδικότητά τους.

ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Η ζωή μου, μέχρι τα δεκαεφτά εκτυλισσόταν κυρίως μέσα στο δωμάτιο που συγκατοικούσα μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή μου και τον μικρότερο αδελφό μου. Είχαμε μοιράσει τις ντουλάπες έτσι, ώστε μετά βίας να χωρούν τα απαραίτητα και διαβάζαμε εναλλάξ στο μικρό γραφειάκι με την βιβλιοθήκη. Το δικό μου αγαπημένο μέρος για διάβασμα, ήταν πάνω στον θερμοσυσσωρευτή. Έβαζα ένα μαξιλάρι και καθόμουν μέχρι να καεί ο κώλος μου. Άλλωστε ποτέ δεν διάβαζα ιδιαίτερα πολύ, είχα αρκετά εύφλεκτο κώλο. Το ΄χα για μεγάλη αγγαρεία. Τα κρεβάτια μας ήταν λίγο περίεργα. Στο διώροφο κοιμόμουν εγώ κάτω, ο μικρός πάνω και σε ένα συρταρωτό κάτω απ΄το δικό μου η μεγάλη μου αδελφή. Το συρταρωτό ήταν το μεγαλύτερο μανίκι απ΄όλα. Έπρεπε η ταλαίπωρη να το ανοίγει κάθε βράδι και να το κλείνει κάθε πρωί, γιατί δεν υπήρχε χώρος ούτε για βήμα. Αλλά της έτυχε ο κλήρος γιατί ήταν η μεγαλύτερη.

Ωστόσο, τα μοιράζαμε όλα εξίσου. Μέχρι και τους τοίχους είχαμε μοιράσει. Ο δικός μου τοίχος, ήταν το κομμάτι ανάμεσα στο δικό μου κρεββάτι και του μικρού. Καμμιά φορά κρέμαγα ένα σεντόνι και το έκανα ιδιωτική σπηλιά. Εξέχουσα θέση, στις αφίσες μου, ο Ρομπ Λόου και αδιαμφισβήτητα ο Πάτρικ Σουέζ.

Στις εννιά κάθε βράδι έπρεπε να είμαστε απαραιτήτως ξαπλωμένοι όλοι. Δεν χώραγε δεύτερη κουβέντα.Δεν υπήρχε νυστάζω ή δεν νυστάζω. Το δυσκολότερο, ήταν να κάνουμε ζάφτι τον μικρό. Πολλές φορές έπρεπε συνεχώς να κλωτσάω το πάνω κρεβάτι, κάτι σαν νανούρισμα, μέχρι να κουραστεί και να κοιμηθεί. Αν ήθελε να του διαβάσω παραμύθι, τα πράγματα ήταν πολύ σκούρα. Συνήθως η αδελφή μου ήταν πολύ κουρασμένη απ΄το διάβασμα και ήθελε όλα τα φώτα κλειστά και απόλυτη ησυχία. Τότε ήταν που μας έπιανε η μεγάλη μαλακία. Γέλια, τριξίματα στους σουμιέδες και ότι άλλη μαλακία μπορείτε να φανταστείτε, την κάναμε. Λέγαμε ανέκδοτα, μέχρι να την κάνουμε λιγάκι να σκάσει το χείλι της. Προσπαθούσε να το κρύψει, αλλά μόνο τότε εμείς ευχαριστημένοι που πετύχαμε τέτοιο κατόρθωμα κοιμόμασταν.

Το χειρότερο όλων ήταν η πρωινή έγερση. Ή μάλλον το χειρότερο της αδελφής μου. Αν τύχαινε και ο μικρός ξύπναγε νωρίτερα, της έκανε το χειρότερο ξύπνημα που υπάρχει. Στεκόταν στο σιδερένιο κάγκελο του πάνω κρεβατιού και προσποιούμενος τον Ταρζάν με την χαρακτηριστική κραυγή, έπεφτε πάνω της, τόσο αριστοτεχνικά σαν αγκαλίτσα. Που καθόλου αγκαλίτσα δεν ήταν στην τελική.

Για την αδελφή μου, το να έχεις δέκα χρόνων διαφορά με τον μικρό σου αδελφό, ήταν πάντα μαρτύριο. Ήταν γροθιά στο στομάχι της σοβαροφάνειας που έπρεπε να έχει μία αριστούχος απόφοιτη Λυκείου. Για μένα είχε πολλή πλάκα να είμαι πάντα η μεσσαία. Εμείς, τα μεσσαία αδέλφια, είμαστε κάτι σαν παρατηρητές. Όλα συμβαίνουν στα πρώτα και στα τελευταία παιδιά. Εμείς είμαστε οι κωλοσούρτες. Άντε το πολύ οι διαμεσολαβητές. Ακόμα και στη σχέση των γονιών με τα υπόλοιπα αδέλφια. Γαμάτο είναι.

Είχα στάνταρ πολύ περισσότερες ελευθερίες απ΄την αδελφή μου και συμμετείχα στην ανατροφή του μικρού. Δεν χρειαζόταν να είμαι τέλεια μαθήτρια , γιατί έφταναν οι βαθμοί της αδελφής μου και για μένα και για άλλα δέκα παιδιά. Στο σχολείο, όταν άκουγαν οι καθηγητές το επίθετό μου, δεν χρειαζόταν ποτέ να με εξετάσουν. Είχα πάντα, ειδικά στην χημεία και τα αρχαία, ένα ολοστρόγγυλο είκοσι (εκτός από την φορά που με έπιασαν με σκονάκι), μόνο και μόνο για το επίθετό μου. Στις πανελλήνιες βέβαια, κατέρρευσαν όλα, αλλά δεν ήταν τόσο τεράστιο γεγονός γιατί είχε ξανασυμβεί.

Ως προς τον μικρό, ήμουν πάντα η μεγαλύτερη αδελφή, αλλά όχι τόσο μακριά του όσο η αδελφή μου. Είχα ίσες αποστάσεις και από τους δύο, πράγμα που μου έδινε το δικαίωμα να λέω γνώμη και να επεμβαίνω όπου και όπως γουστάρω.

Οι γονείς μου, ακόμη θεωρούν ότι ήμουν το πιο ξεκούραστο παιδί τους. Έτσι νοιώθω κι εγώ. Δεν με κούρασαν ιδιαίτερα, ήταν αρκετά ξεκούραστοι γονείς.

Τα αδέλφια μου, προφανώς έχουν διαφορετική γνώμη.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2005

ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΡΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΝΑ ΓΙΝΩ...

Ένα material girl !

Θέλω τα πιο ακριβά δώρα του κόσμου.

Θέλω μια αγκαλιά αξίας 5,000,000 ...

Θέλω ένα φιλί αξίας 10,000,000...

Θέλω μια ζεστή ματιά αξίας 20,000,000...

Θέλω ένα γλυκό χαμόγελο αξίας 30,000,000...

Θέλω αιώνιους φίλους αξίας 50,000,000...

Θέλω αγάπη αξίας όλων των εκατομμυρίων του κόσμου...

Θέλω πλούσιους ανθρώπους να μου τα δώσουν.

Η μονάδα μέτρησης δεν είναι ευρώ.

Δεν είναι καν χρήματα.

Είναι εκατομμύρια κατανόησης και ανθρωπιάς...

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2005

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ;

Με αφορμή, ένα σχόλιο του Νικόλα, εδώ, θα ήθελα να γράψω τις σκέψεις μου γι΄αυτό το είδος του ρόλου που καλούμαστε να παίξουμε. Κατ΄αρχήν ο όρος θηλυκότητα πηγάζει από το ίδιο το φύλο μας, άρα καλούμαστε να είμαστε ότι ακριβώς περιλαμβάνει αυτό. Αλλά τί σημαίνει; Πιο γυναίκες εμφανισιακά, πιο γυναίκες εσωτερικά, πιο γυναίκες κοινωνικά; Και όλα αυτά τί σημαίνουν;

Κατά τον Νικόλα «Θηλυκότητα σημαίνει μυαλό, δύναμη, ζεστασιά, συναίσθημα, ομορφιά και χάρη».

Διαφωνώ. Θηλυκότητα στο δικό μου μυαλό είναι κάτι ανόητο πρώτα πρώτα σαν λέξη. Σαν να λέγαμε ας πούμε, ανδρικότητα, ή ανδρισμός, ή το κουλότερο όλων «φοράω παντελόνια». Το φύλο είναι κάτι με το οποίο γεννιόμαστε. Δεν υπάρχουν όρια όμως στο τί θα περιλαμβάνει. Το πώς θα ντυθεί η κάθε γυναίκα, το πώς θα συμπεριφερθεί, το πώς θα νοιώσει, έχει να κάνει με το άτομο.

Τα χαρακτηριστικά μυαλό, δύναμη, ζεστασιά, συναίσθημα, ομορφιά και χάρη, θα τα ήθελα για όλα τα φύλα και δεν θα τα περιόριζα μόνο στο δικό μου. Οι γυναίκες που δεν έχουν μυαλό; Αυτές δηλαδή δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι θηλυκιές; Οι άσχημες; Έχω παραδείγματα πολλά, αντικειμενικά άσχημων γυναικών, που έχουν όμως όλα τα άλλα χαρακτηριστικά και κυριολεκτικά κολλάνε τους άντρες στον τοίχο.

Αν βέβαια, μερικές γυναίκες μπερδεύουν αυτό το «θηλυκότητα» με υπέρμετρη επίδειξη του φύλου τους και ακραίες ενδυματολογικές επιλογές, αυτό έχει να κάνει με το γούστο, την ανασφάλεια και τα κοινωνικά πρότυπα. Δεν με χαλάει ιδιαίτερα να βλέπω ιδιαίτερα σέξι γυναίκες, αντιθέτως μου αρέσουν πολύ (και το ίδιο νομίζω και στους περισσότερους άνδρες), αφορά όμως καθαρά το γούστο του κάθε ανθρώπου και τίποτε άλλο.

Νικόλα, σ΄ευχαριστώ για το σχόλιο και για το έρισμα να συνεχίσουμε την συζήτηση.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2005

ΟΜΑΔΑ ΚΑΠΑ

Σήμερα, αποφάσισα να φτιάξω τον δικό μου εχθρό. Μία καινούργια συνομωσιολογία με επιχειρήματα ισάξια των υπολοίπων. Άντε, γιατί βαρέθηκα, όλο τα ίδια και τα ίδια. Όλο οι Εβραίοι, οι Αμερικάνοι, οι Δρακονιανοί, οι gay. Είναι πολύ της μόδας ο ρατσισμός-συνομωσιολογίες και τελευταία έχω ξεφύγει κατά πολύ απ΄την μόδα. Πού ξέρεις, μπορεί να βρω και οπαδούς. Μπορεί να με στηρίξουν όλων των ειδών οι επιστήμονες και να γίνω καλύτερη από τον Έριχ Φον Ντάινικεν. Άκου, οι Σουμμέριοι. Καλά, πού πήγε και τους σκέφτηκε... Αλλά πουλάει τουλάχιστον πολύ. Και πήγε και τους μπέρδεψε με ότι αρχαίο υπάρχει σε όλη τη γη, κάτι σαν τους Μάγια ένα πράγμα. Μάλλον τους έχει μπερδέψει κι αυτούς στο κόλπο.Έτσι, πλέον είναι ένας σεβαστός μελετητής. Εγώ, ποτέ δεν ήμουν μελετήτρια, αλλά ένα δαιμονικό μυαλό, το έχω, πώς να το κάνουμε.

Λοιπόν, πρέπει να βρούμε τους κανόνες. Μία καλή συνομωσιολογία, περιέχει ρατσισμό και εχθρούς. Παίρνεις μια ομάδα ανθρώπων-όποια σου κάτσει-με ένα κοινό. Μπορεί να είναι η θρησκεία, μπορεί η χώρα, μπορεί η οικονομική δύναμη, μπορεί ο κοινός ενδυματολογικός κώδικας. Δεν έχει καμμία σημασία. Επικεντρώνεσαι στα κοινά χαρακτηριστικά τους και τα συνδέεις με την αρχαιότητα, για να δώσεις κύρος. Όποια να ΄ναι, αν δεν ξέρεις πολύ καλά τα αρχαιολογικά. Βέβαια, μπορείς πάντα να φτιάξεις δικά σου αρχαιολογικά. Μέχρι ελικόπτερα σε πυραμίδες έχουν φτιάξει οι αντιπυραμιδολόγοι.

Έπειτα, δημιουργείς τους προυπάρχοντες (απλά, δεν το ήξεραν) εχθρούς της και τους δίνεις λόγους. Πατάς στο μίσος, την φαντασία και την ζήλια τους και βρίσκεις για πάρτη τους κι άλλους λόγους. Θα είναι άλλωστε οι πρώτοι σου οπαδοί. Μετά σκαρφίζεσαι μυστικές συναντήσεις, μυστικούς αρχηγούς και τοποθεσίες-όπου γουστάρεις- για αρχηγεία (γαμώτο, τον Όλυμπο τον πήρε η Ομάδα έψιλον, κρίμα και τον ήθελα εγώ. Τέλος πάντων, κάτι θα βρω).

Το βασικότερο όλων, είναι να τους μπλέξεις με όλα τα κακά του πλανήτη. Να τους κατηγορήσεις ανοικτά για τα κλιματολογικά, για τους πολέμους, για την άχρηστη ζωή που ζεις, γι΄αυτά που θεωρείς ότι απολαμβάνουν περισσότερο από σένα. Πρέπει όμως, λιγάκι να κουραστείς. Πρέπει να γράφεις βιβλία, να έχεις κονέ με τον Λιακό, να ανεβάσεις κάνα δυο σάιτ , κάνα μπλόγκ, να πεις κάνα δυο τάχα μου μυστικά, σε κάνα μέλος του Esoterica.

Η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη. Ότι κενά έχει η θεωρία σου, ως δια μαγείας θα καλυφθούν από άλλους, πιό επιστήμονες, πιο διαβασμένους. Και θα σε έχουν θεό. Από κείνη τη στιγμή και μετά, είσαι ο ανοιχτομάτης που πολεμά το Κακό. Δεν έχεις να κάνεις πολλά πράγματα μετά. Αν βέβαια, θέλεις κι άλλα λεφτά, φτιάξε κι άλλη μια ή βρες το μεγάλο μυστικό όλων των αιώνων που να σε επιβεβαιώνει. Οι φωτογραφίες απ΄τον Άρη, ίσως σε βοηθήσουν.

Πάρτε να ΄χετε λοιπόν:

ΟΙ ΔΥΣΚΟΙΛΙΟΙ

Όσοι δεν το ΄χετε καταλάβει ακόμη, είναι μία ειδική γενιά ανθρώπων, που απ΄την στιγμή που γεννήθηκαν, είναι δυσκοίλιοι. Και δεν μιλώ για τους παροδικά δυσκοίλιους, μιλώ για αυτούς που το εικοστό τρίτο τους χρωμόσωμα έχει σχήμα τρόμπας και δίνει το χαρακτηριστικό της αιώνιας δυσκοιλιότητας γι΄αυτή τη μυστική φυλή. Ο νομπελίστας γιατρός Χέστε Φον Κωλοσούρτ βρήκε πριν μερικούς μήνες αυτό το χρωμόσωμα και μας προειδοποιεί για την σίγουρη επικράτησή τους στην γη.

Σε κάποια έγγραφα θαμμένα πίσω απ΄τον αρχαίο Μολοσσό της Γάδου, κάτω απ΄την ουρά του, περιγράφεται διεξοδικά το απάνθρωπο της φυλής τους, όπως ακριβώς και στα ημερολόγια των Μάγια. Προέρχονται από την εξωγήινη φυλή των άκωλων σαυροειδών και μοναδικός σκοπός τους να μας χέσουν αλύπητα.

Το αρχηγείο τους βρίσκεται μέσα στον Παρθενώνα (πανέξυπνο, ε; - φάτε τη σκόνη μου εψιλονάδες) και οι αρχηγοί τους ονομάζονται ομάδα Κάπα (εκ του αρχαίου λήμματος κώλος). Είναι όλοι τους εξώφθαλμοι (λόγω του σφιξίματος) και ο σκοπός τους να πάρουν υπό την κατοχή τους, τους ελαιώνες της Κρήτης και με το πολύτιμο λάδι να χέσουν τον κόσμο.

Από τις πρόσφατες φωτογραφίες στον Άρη, μπορείτε εύκολα να δείτε καλοσχηματισμένες κουράδες, απ΄την προιστορική κυριαρχία τους, στους ελαιώνες του Άρη.

Ο πασίγνωστος Γάλλος αστροφυσικός Αλλού ντ΄Αλλού το είπε καθαρά : «ο Άρης, πήγε από χοντρό χέσιμο».

Έριχ Φον Ψιλικατζού

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΙΜΩΡΩΝ

Η χειροδικία είναι συνηθισμένη πρακτική γύρω μου. Βλέπω διαρκώς μελανιασμένα πρόσωπα και σπασμένα χέρια και φταίει πάντα αυτή η γαμημένη σκάλα. Όλες γλιστράνε απ΄αυτήν την σκάλα. Οι άντρες εδώ, είναι διχασμένες προσωπικότητες, μυστικοί πράκτορες της δικαιοσύνης. Μπορεί να έρθουν, να αστειευτούμε, να κουτσομπολέψουμε και μόλις λίγα λεπτά πριν, να έχουν ξαπλώσει κάτω την γυναίκα τους με κλωτσιές. Ναι, αυτή που αγκαλιάζουν μπροστά μου, αυτή που υποτίθεται αγαπούν. Έχουν το ιερό καθήκον να την τιμωρήσουν, άλλωστε.

Φαντάζομαι ότι αυτές οι γυναίκες πρέπει να έχουν διαπράξει τρομερά εγκλήματα για να έχουν αποδεχτεί μία τέτοια ισόβια τιμωρία, που μπορεί το τέλος της να είναι μοιραίο.Στην θέση τους, θα προτιμούσα την φυλακή. Θα πήγαινα να παραδοθώ από μόνη μου και θα δεχόμουν ευτυχισμένη την τιμωρία, μέχρι να έρθει η ώρα να ελευθερωθώ. Γιατί δεν επεμβαίνει η αστυνομία ; Γιατί δεν χώνει όλες αυτές τις παράνομες γυναίκες στην φυλακή; Γιατί τις αφήνει και κάνουν παιδιά; Είναι τόσο βαριά τα εγκλήματά τους, που πρέπει να τιμωρηθούν και οι απόγονοι;

Είναι τόσο σκληρή η αστυνομία στις μέρες μας, που έχει διορίσει οικογενειακούς τιμωρούς. Πρέπει να τους πληρώνει πολύ καλά, γιατί τους επιβάλλει να παντρευτούν την ένοχη, να κάνουν παιδιά μαζί της και όσο αντέξει να την τιμωρούν. Αν η ένοχη δεν παραδεχτεί τα εγκλήματά της, σειρά έχουν τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν διπλά.Πρέπει να τιμωρηθεί η επόμενη γενιά, για να σβηστούν τα αμαρτήματα, αλλά έτσι φτιάχνουν και μία ειδική στρατιά τιμωρών. Που είναι πιο αποτελεσματικοί και πιο δίκαιοι. Που εκπαιδεύονται κάθε μέρα, απ΄την στιγμή που γεννιούνται.

Μερικές φορές όμως, οι μικροί τιμωροί αποτυγχάνουν. Κληρονομούν λίγη απ΄την ευαισθησία της αμαρτωλής μητέρας τους και λυγίζουν. Η κληρονομικότητα είναι ο μεγάλος εχθρός των τιμωρών. Πριν λίγες μέρες ένας μικρός τιμωρός, ένας απ΄αυτούς που εκπαιδευόταν οχτώ ολόκληρα χρόνια, αρρώστησε με διαβήτη. Η μυστική στρατιά των τιμωρών, έχασε έναν άριστα εκπαιδευμένο στρατιώτη από μία ασθένεια, που σαν θεία δίκη, δεν του επιτρέπει να τιμωρεί. Πρέπει να ζει ήρεμα και προσεκτικά και θα πρέπει να εκπαιδευτεί απ΄την αρχή.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2005

ΧΑΡΤΑΚΙΑ ΔΙΧΩΣ ΖΩΗ

Όταν πρέπει να ταξινομήσεις φωτογραφίες, πώς το μπορείς; Πώς μπορείς έτσι απλά, χωρίς να τρέμουν τα χέρια σου, να δεις να ξαναζήσεις, να θυμηθείς; Πώς μπορείς να τους φερθείς σαν ένα απλό κομμάτι χαρτί χωρίς να σε επηρρεάζει το γεγονός ότι απ΄αυτές περνά η ζωή σου; Σε αυτές θα δεις συνήθως χαμόγελα, αγκαλιές, τοπία, αλλά είναι και οι άλλες στις οποίες θα δεις ένα πικρό χαμόγελο, μια αναγκαστική αγκαλιά, φίλους που έφυγαν, τοπία που ακόμα και να χτυπιέσαι κάτω δεν θα ξαναδείς ποτέ στην ζωή σου.

Το χειρότερο απ΄όλα είναι όταν ανάμεσα σ΄αυτές, έχει παραπέσει ένα χαρτάκι που ίσως να γινόταν κάποτε φωτογραφία. Ένα ακόμη κομμάτι χαρτί που δεν ήσουν τόσο τυχερή να γίνει φωτογραφία. Που δεν θα το ζήσεις, δεν θα το χαρείς. Το τσαλακώνεις, το σκίζεις, θέλεις να εξαφανιστεί και το πετάς. Αλλά σιγά που θα τέλειωνε εκεί. Σιγά, που με μία κίνηση θα εξαφάνιζες κάποιες από τις παραλίγο πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σου. Ανάμεσα στις φωτογραφίες σου, βρίσκεις κι άλλο, κι άλλο. Κάποιοι προσπαθούν να σε πείσουν ότι θα γίνει φωτογραφία, κάποιοι ότι ίσως ο θεός αποφάσισε ότι δεν τ΄αξίζεις. Κάποιοι δεν σου λένε τίποτε, αλλά βλέπεις τον οίκτο καθημερινά και μεγαλώνει.

Ήθελες τότε, να είναι πολλά τα ασπρόμαυρα χαρτάκια και μέρα με τη μέρα περίμενες να μεγαλώσουν και να γίνουν φωτογραφίες. Ίσως και άνθρωποι, ίσως και ζωή.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2005

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Πάντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έβλεπα δύο ανθρώπους γερασμένους μαζί, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή πλάι πλάι. Το κοντινότερο παράδειγμα ήταν η γιαγιά και ο παππούς απ΄το νησί. Τους είχα δει όλες κι όλες τρεις φορές και δεν τους γνώριζα πολύ καλά. Απ΄ότι μου έλεγε ο πατέρας μου, η γιαγιά ήταν κάποτε η πιο όμορφη κοπέλα του νησιού και μάλλωναν όλοι ποιός θα την παντρευτεί. Είχε λέγανε τα πιο γαλάζια μάτια και τις πιο παχιές γάμπες (στο νησί μου οι γάμπες μετρούσαν πολύ). Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός όμως να διαλέξει τον παππού. Ο παππούς μου ήταν αγροφύλακας και μορφωμένος. Είχε τελειώσει σχολαρχείο και ήξερε και λίγα Γαλλικά. Ήταν φαινόμενο για ένα νησί να υπάρχει ένας τέτοιος άνθρωπος. Και τον είχαν κάτι σαν σοφό.

Από τότε ήταν για πάντα μαζί. Αλλά όχι συμβατικά. Ήταν μέχρι τα τελευταία τους, τρελλά ερωτευμένοι. Δεν είχα συναντήσει ξανά στην ζωή μου τέτοιο έρωτα. Όταν είχαν έρθει μια φορά απ΄το νησί, η μητέρα μου πήγε να δώσει κρυφά στον παππού τσιγάρο. Είχε υποσχεθεί στην Ρηνούλα του ότι θα το κόψει. Άστραψε ο παππούς. Η υπόσχεση ήταν ιερή, δεν θα την πάταγε.

Η γιαγιά ήταν εξωπραγματική. Με κυνηγούσε σε όλο το σπίτι να με ταίσει και φώναζε «φάε μωρουδέλι μ΄ να γίνεις όμορφη σαν κι εμένα».Όταν έβλεπα καρτούν, ερχόταν με την σκούπα να διώξει τα διαόλια μέσα απ΄το σπίτι. Δεν είχε ξαναδεί τηλεόραση. Η μάνα μου κάποιο Πάσχα, είχε την φαεινή ιδέα να της βάλει να δει τα Πάθη του Χριστού. Κάναμε καμμιά βδομάδα να συνεφέρουμε τη γιαγιά για να καταλάβει ότι δεν συμβαίνει αυτό ξανά στ΄αλήθεια.

Αφού πέθανε ο παππούς, θα φιλοξενούσαμε την γιαγιά στην Αθήνα γιατί έπρεπε επειγόντως να την δει και γυναικολόγος. Την πρώτη μέρα στην πόλη στην πρώτη της επίσκεψη σε γυναικολόγο στην ζωή της, έφυγε από ανακοπή πάνω στην εξεταστική καρέκλα. Τα τελευταία της λόγια ήταν « δεν θα με δει κανείς γυμνή εκτός απ΄τον Μιχαλάκη μου».

Είχα ρωτήσει την μαμά, πώς γίνεται δύο γέροι να είναι ερωτευμένοι. Μου είπε ότι δεν είναι έρωτας. Ούτε αγάπη. Μου είπε ότι αν είμαι τυχερή, μετά από πολλά χρόνια θα το νοιώσω κι εγώ.

Είναι πόνεση.

CHOP SUEY

Μετά από πολύ καιρό, έχω ηχεία στον υπολογιστή μου. Ήταν ένα απ΄αυτά τα μικρά δωράκια που μου ΄ρχονται απρόσμενα κάποιες φορές και χωράνε μέσα όλη την αγάπη του κόσμου. Σ΄ευχαριστώ.

Άνοιξα μετά από πολλούς μήνες την λίστα με τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια όλων των εποχών. Τα περισσότερα είναι μπαλάντες και είναι όλα κι όλα μόνο 62.

Θα ήθελα πολλές φορές αυτό το μπλογκ να μπορούσε να ακούγεται με την μορφή μουσικής. Να μην χρειάζεται να γράφω συνέχεια και όταν κάποιος το ανοίγει να πλημμυρίζει από μουσικές.

Έτσι, δεν θα χρειαζόταν να πληκτρολογώ την Κωσταντίνα. Θα σας γράπωνε η μουσική μου την καρδιά και δεν θα την άφηνε ποτέ.

Το νούμερο ένα μου αυτή την εποχή, σας το αφιερώνω :

“Chop Suey” System of a Down.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2005

ΚΟΙΝΟΒΙΟ UPDATE

Μετά από σχετική επέμβαση του Χάρη που ευχαριστώ πολύ πολύ, τα νέα δεδομένα είναι ως εξής :

User name : oloi

Password : oloimazi

Νομίζω ότι τελικά γίνεται ένα πολύ όμορφο μπλογκ.

Διαβάστε οπωσδήποτε το κείμενο του «εγώ» που έχει τίτλο ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ.

Μόνο και μόνο γι΄αυτό, άξιζε το πείραμα.

ΟΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ

Θεωρούσα πάντα ότι ήμουν ένα από τα πιο τυχερά παιδιά του κόσμου. Ή απ΄τα πιο άτυχα. Ειλικρινά αυτή τη στιγμή είμαι πολύ μπερδεμένη. Ως σήμερα ένοιωθα τυχερή. Μεγάλωσα με τρεις μπαμπάδες, τρεις μαμάδες, μία γιαγιά και έναν παππού. Για το διάστημα που οι γονείς μου έλειπαν στην Γερμανία είχα γονείς ανταλλακτικούς. Τους θείους μου και τις θείες μου. Την γιαγιά και τον παππού.

Ότι χατήρι δεν μου ΄κανε ο ένας, είχα ένα τσούρμο γονείς που θα έτρεχαν να μου το κάνουν. Όχι, δεν ήταν θείοι και θείες, ήταν γονείς. Σε μικρότερη ηλικία που δεν καταλάβαινα πολλά,τους είχα ζητήσει κιόλας να τους φωνάζω μαμά και μπαμπά. Όλους. Κανείς δεν μου αρνήθηκε. Το ένα ζευγάρι θείων μου ήταν πολύ προχωρημένοι και το άλλο πολύ συντηρητικοί. Την γιαγιά και τον παππού δεν μπορούσα ποτέ να τους χαρακτηρίσω. Ήταν απλά η γιαγιά και ο παππούς.

Από μικρή, δοκίμαζα συμπεριφορές και ηθικές. Προκαλούσα συγκρούσεις ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς γονείς μου. Στην πρώτη μου εφηβική σχέση, ο ένας θείος μου, μου έριξε τρελλή κατσάδα και ο άλλος με πήγε σε γυναικολόγο για αντισυλληπτικά. Μπάχαλο. Οι αληθινοί γονείς μου, δεν έμαθαν τίποτε, γιατί δεν τους γνώριζα τότε πολύ καλά. Μόνο τους αγαπούσα παθολογικά και δεν ήξερα αν θα συμφωνούν. Αυτούς, πάντα τους είχα λίγο πιο ψηλά απ΄τους άλλους, κάτι σαν εικόνα και δεν ήθελα να τους βεβηλώσω με τις παλαβομάρες μου.

Όσο μεγάλωνα όμως, είχα να ανησυχώ για τρεις μαμάδες και τρεις μπαμπάδες. Με την ίδια αγάπη, με την ίδια αγωνία. Τώρα πια όμως, δεν νιώθω τόσο τυχερή. Μεγαλώνω και θα πρέπει να τους αποχωριστώ όλους, έναν έναν. Η απώλειά μου, θα είναι επί έξι.

Η πρώτη ήδη άρχισε. Ο συντηρητικός μου μπαμπάς, είναι στο νοσοκομείο χωρίς καμμιά ελπίδα. Δεν έχω δύναμη να πάω να τον δω.

Αρχίζω και κατανοώ την ανάγκη μιάς θρησκείας. Αρχίζω να θέλω παραδείσους, μετενσαρκώσεις, ουρί και αγγέλους. Αρχίζω να νοιώθω την ανάγκη να συναντηθώ μαζί του ξανά στον παράδεισο ή την κόλαση. Το ίδιο θα ήταν για μένα, άλλωστε.

Χαίρομαι που εκείνος τουλάχιστον πιστεύει.

Εύχομαι να μπορούσα κι εγώ.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2005

ΑΓΑΠΗΤΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ,

Νοιώθω λίγάκι περίεργα αυτές τις μέρες. Νοιώθω λιγάκι τρομαγμένη σαν να έχεις παραβιαστεί. Σαν να μου ΄χουν πάρει το κλειδί και να το ΄χουν κάνει χίλιες κόπιες. Φαντάσου ημερολόγιό μου, αυτά που σου ΄γραφα τόσο καιρό να τα έβλεπαν χίλια ζευγάρια μάτια. Θα πήγαινα να αυτοκτονήσω. Και φαντάσου ημερολόγιό μου, να έμπαινε μέσα ο καθένας και να μουτζούρωνε, να έσβηνε, να ξανάγραφε, να σχολίαζε.

Αλλά πάνω απ΄όλα φαντάσου τί θα σκέφτονταν για μένα. Δεν θα ΄χα κάτι να κρύψω, ένα μυστικό κόσμο να κρυφτώ, να κλάψω ή να γελάσω πονηρά. Και φαντάσου ημερολόγιό μου, πώς θα έβγαινα έξω μετά. Θα με έφτυναν όλοι. Αλλά κανείς τους δεν με είχε αφήσει να του εξηγήσω. Έλεγαν τα δικά τους και γω προλάβαινα να κουνάω το κεφάλι. Μόλις πήγαινα να μιλήσω έφευγαν, ή άκουγαν αυτά που ήθελαν. Λίγο χρόνο παραπάνω χρειαζόμουν, λίγα λεπτά μονάχα. Όσα ακριβώς αφιερώνω σε σένα.

Ημερολόγιό μου, πρέπει να τους τα πω γρήγορα. Πρέπει γρήγορα να μάθουν με ποιά έχουν να κάνουν, για να μην έχουμε εκπλήξεις. Γιατί έχεις αρχίσει και μεγαλώνεις και δεν μπορώ άλλο να σε κουβαλάω στην πλάτη. Ο Οβελίξ με το μενίρ έχω καταντήσει, αλλά κανείς δεν με βούτηξε πριν στον μαγικό ζωμό.

Και για αυτούς που δεν ήξεραν ότι τους αγαπάω τόσο πολύ; Πώς θα τους το πω ημερολόγιό μου; Άλλο να το γράφεις και άλλο να το λες. Και είναι απότομο χάρτινε φίλε μου, να λες σε έναν άνθρωπο ότι τον αγαπάς. Έτσι, στα ξεκάρφωτα. Μόνο μέσα από τα γραφτά μου, μέρα με την μέρα θα μπορούσε να καταλάβει. Τώρα θα τον τρομάξω.

Το αποφάσισα. Πρέπει ημερολόγιό μου, να σε κάνω κόπιες και να σε πετάξω κάτω απ΄τις πόρτες τους. Θα καταλάβουν, δεν μπορεί. Δεν προλαβαίνω να τους εξηγήσω από κοντά, είναι τόσοι πολλοί και έχω τόσα πολλά να τους πω. Δεν τολμάω όμως να γράψω τ΄όνομά μου. Θα γράψω «ψιλικατζού», οπότε αν κάποιος δεν καταλάβει, θα κάνω πάλι την χαζή και πού να πάει το μυαλό του...

Όμως ημερολόγιό μου, το ξέρω ότι πρέπει να σε έχω κρυφό, θα με συγχωρέσεις; Εμείς οι άνθρωποι είμαστε περίεργα πλάσματα. Ζούμε μια ζωή, έχουμε άλλη στο μυαλό μας, άλλη θέλουμε να ζήσουμε και μόνο τα ημερολόγια το ξέρουν.

Φαντάσου αν όλοι οι άνθρωποι κόπιαραν τα ημερολόγιά τους και τα πέταγαν σαν χαρτοπόλεμο στην πόλη. Αλλά τις αληθινές σελίδες μόνο. Αυτές που είμαστε εμείς γυμνοί και γράφουμε κάτω την καρδιά μας.

Θα ήταν όλη η πόλη ροζ και σιέλ σαν και σένα, αρωματισμένη και γεμάτη αγάπες που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.

Θα ήταν μεγάλη ελευθερία αυτό.

ΚΟΙΝΟΒΙΟ

Σαν χίπισσα και επαναστατικιά, αποφάσισα να κάνω ένα πειραματάκι. Δημιούργησα το μπλογκ Κοινόβιο, στο οποίο θα γράφει όποιος γουστάρει, ότι γουστάρει. Και οι ανώνυμοι, και αυτοί που δεν έχουν blog και αυτοί που έχουν.

User name : KOINOBIO

Password : OLOIMAZI

www.koinobio.blogspot.com

Μόνο, να είστε φρόνιμοι, καθαροί και κύριοι (μπου χα χα) .

Έτσι, για να γελάσουμε...ή να κλάψουμε.

Θα φανεί.

BRAIN TEASER ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ

Κρατάω πάντα αρχείο για τις αγορές του μαγαζιού μου. Όχι τίποτε ιδιαίτερο, ένα excel είναι, για να υπολογίζω στο περίπου πόσα χρήματα θα χρειαστώ κάθε φορά, για τις αγορές μου. Το αρχείο αυτό, περιλαμβάνει όλα τα προιόντα που έχω αγοράσει ποτέ, από την πρώτη μέρα που άνοιξα το μαγαζί. Κάθε φορά που ένα προιόν ακριβαίνει, η τιμή του αλλάζει και η παλιά μπαίνει στο αρχείο με τις παλιές τιμές, για να μην με μπερδεύει.

Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι ένα τεράστιο αγγούρι, αν σκεφτείτε ότι παίζουν τρελλές διαφορές μεταξύ προμηθευτών και τρελλές ανατιμήσεις περίπου κάθε βδομάδα σε προιόντα που δεν είναι «κράχτες», που δεν πολυφαίνονται. Για παράδειγμα η ζάχαρη και ο καφές δεν θα ανατιμηθούν τόσο συχνά όσο κάποια καρυκεύματα ή απορρρυπαντικά που ποτέ δεν θυμόμαστε την τιμή τους.

Πριν ανοίξω αυτό το μαγαζί, ποτέ δεν μπορούσα να συγκρατήσω πόσο κάνει, ας πούμε ένα σαλτσάκι. Το βούταγα, πλήρωνα και έφευγα. Μετά, ήταν απαραίτητο να γνωρίζω, να συγκρίνω, να υπολογίζω την λιανική του. Καταλαβαίνετε φαντάζομαι τί μου έκανε στο αρχείο η αύξηση του φπα, ή τί τραβάω κάθε φορά που βάζω νέα είδη στο μαγαζί. Και μιλάμε για πάνω από χίλια διαφορετικά προιόντα.

Και φαντάζεστε την φάτσα κάθε προμηθευτή, όταν του αναφέρω επακριβώς τις τιμές του ανταγωνιστή του, το ποσοστό κέρδους μου και τις προσφορές, ακόμη και για μία οδοντογλυφίδα. Το φετίχ μου άλλωστε, ήταν πάντα η λεπτομέρεια.

Ξεσκονίζοντας λοιπόν τα αρχεία μου και μετά από μία φάση να ρίξω μερικές τελευταίες ματιές στα πράγματα που μου έτρωγαν ολόκληρα δωδεκάωρα πριν λίγους μήνες, έπεσα στο αρχείο με τις παλιές τιμές. Το ΄βαλα λοιπόν δίπλα δίπλα με το σημερινό και κουφάθηκα. Ενώ ας πούμε θα χρειαζόμουν 150 ευρώ για αγορές την βδομάδα (για είδη μινι μάρκετ – τρόφιμα κ.τ.λ.), τώρα για τα ίδια είδη δεν φτάνουν ούτε 250.

Δεν πήγα σε παλιότερους μήνες, έμεινα στο Φεβρουάριο, γιατί μου φάνηκε μικρό το διάστημα για να δικαιολογηθούν τέτοιες ανατιμήσεις. Και εννοείται ότι το ποσοστό κέρδους μου δεν έχει διαφοροποιηθεί προς τα πάνω. Μερικές φορές το κατεβάζω, για λόγους κατανάλωσης.

Θα πάρω μερικά παραδείγματα έτσι για να δείτε τί εννοώ.

[Συγνώμη για την παρένθεση, αλλά μάλλον δεν θα σας βάλω ποσοστό αύξησης του κάθε προιόντος, μόνο την τιμή του, γιατί τηλεφώνησα στο αδελφάκι μου και μου είπε να το υπολογίσω ως εξής : Παλιά τιμή + ( χ δια 100 επί παλιά τιμή) = Νέα τιμή. Και είχε το θράσσος να μου πει «βρες το χ»! Όχι ρε, γι΄αυτό έχω excel για να τα βρίσκει μόνο του!

Ά, να μου χαθείτε μορφωμένοι με τα mind teaser σας (βρες εσύ ρε, αν ταιριάζει Δίδυμος με ωροσκόπο καργιόλη, με Ταύρο που η Αφροδίτη του είναι στον Δία (?) και ο Ποσειδώνας του στο διάολο. Είδες ; Ο καθένας με την επιστήμη του).]

Anyway, αν αγοράζαμε χονδρική ένα απλό καθαριστικό τζαμιών (πάντα η ίδια μάρκα), τον Φεβρουάριο θα πληρώναμε 1,20 ευρώ. Τώρα, θα πληρώσουμε 2,30. Ο καταναλωτής θα πληρώσει λιανική από 30% εώς + άπειρο (ανάλογα τον αγιογδύτη που θα πέσει). Ένα πακέτο μακαρόνια κόστιζε 0,41 λεπτά και τώρα κοστίζει 0,59. Αλλά το εξωφρενικό είναι οι σερβιέτες. Ένα πακέτο απ΄αυτές με τα αυλάκια και τα φτερά, κόστιζε 2,15 ευρώ. Τώρα κοστίζει 2,54 ευρώ (από τον πιό φτηνό προμηθευτή μου). Οφείλω να παραδεχτώ ότι τα μουνιά είναι πανάκριβα στην συντήρησή τους. Και όλα αυτά, σε εφτά μήνες.

Δεν είμαι μαθηματικός για να σας πω πόσο θα κοστίζουν του χρόνου ή του παραχρόνου με αυτούς τους ρυθμούς, αλλά χαίρομαι που δεν θα κάνω για πολύ ακόμη αυτό το επάγγελμα. Τουλάχιστον δεν θα χρειάζεται να τα παρακολουθώ τόσο στενά.

Βέβαια οι σερβιέτες πάντα θα μου είναι απαραίτητες, αλλά σκέφτομαι σοβαρά να ράψω μεταξωτές, που σε λίγο θα κοστίζουν πολύ λιγότερο και θεωρώ ότι ούτως ή άλλως, μου ταιριάζουν καλύτερα.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2005

BLOGGER’S BLOCK

Τα δέντρα, τα ζουζούνια... (...μάλλον μαλακίες γράφω).

Η βία στα γήπεδα, είναι φαινόμενο... (...τώρα είμαι σίγουρη ότι γράφω μαλακίες).

Άτιμη κοινωνία... (...που άλλους τους ανεβάζεις...ρε γμτ...δεν πρέπει να είμαι καλά).

Οι Δημοτικές εκλογές πλησιάζουν και ο υποψήφιος Δήμαρχος μου τα ΄χει κάνει τσουρέκια με τις προσκλήσεις σε εκδηλώσεις... (...χέστηκα για τον παπάρα, να γράψει κανείς άλλος πολιτικά).

Οι ώρες εδώ μέσα περνάνε βασανιστικά αργά...(...και του Κίτσου η μάνα κλαίει. Φώσκολος θα καταντήσω στο τέλος).

Σήμερα έστειλα τη Δέλτα από ΄κει που ΄ρθε. Τους πέταξα όξω το ψυγείο και τους άφησα να παρακαλάνε. Αλλά είναι αργά μαλάκες. Μονοπώλιο την έχουν δει...(...πρέπει να ΄χω δώσει την εντύπωση ματσό…πρέπει γρήγορα να γίνω γλυκούλα, θηλυκιά και σέξι).

Το φιδίσιο μου κορμί και οι ατέλειωτες ποδάρες μου...(...φτού σου ψωνάρα. Πώς το λέγε ο Παπάζογλου...όταν ξυπνήσω το πρωί, τα βλέπω όλα μαύρα, θέλω μια κούπα με καφέ και τέσσερα τσιγάρα. Και μετά...πάλι ξέχασα τους στίχους...τέλος πάντων ,κάτι κάνει, κοιτάει στον καθρέφτη και χαμογελά στον ψεύτη- ωχ, μάλλον βρήκα θέμα!)

Η ψευτιά της κενωνίας μας...(...μήπως να το γυρίσω στην πλάκα;)

Το ΤΕΒΕ όπου να ΄ναι θα με γαμήσει...(...δεν είναι πλάκα ρε γαμώτο αυτό!)

Σκατά!!!!

Θα το ποστάρω όπως είναι, τί διάολο, μόνο εγώ είμαι ψωνάρα και γουστάρω να γράφω..να γράφω.. χωρίς βέβαια να λέω και τίποτις...δεν θα με παρεξηγήσετε όμως, ε;

Ε;

Εντάξει, ΣΚΑΩ!

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ MATRIX

Σε μικρότερη ηλικία, ήμουν φοβερά περίεργη, για το πώς ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και την σχέση του με τους γύρω του. Μετά από διάφορες διερευνητικές ερωτήσεις, στον καθένα από τους γύρω μου, ένοιωθα ότι ζούσα σε ένα matrix. Άλλα ντ΄ άλλων είχα αντιληφθεί εγώ, για τον κάθε άνθρωπο που με περιστοίχιζε, άλλα ντ΄άλλων νόμιζε αυτός για τον εαυτό του, ή για μένα.

Παρατηρούσα επίσης, ότι όσοι είχαν, έστω και λίγο καλύτερη εικόνα του εαυτού τους (σύμφωνα με την γενική αντίληψη - από ότι πραγματικά ήταν), σιγά σιγά παρέσυραν και τους τριγύρω και ζούσαν όλοι μαζί οικειοθελώς σε ένα matrix. Έχω συμμετάσχει κι εγώ σε matrix άλλων. Άλλωστε, τα δικά μου δεν μπορούσα να τα αναγνωρίσω. Καλά ήταν, αλλά στην πορεία, βαρετά. Γιατί κουράζουν και πρέπει διαρκώς να τονίζεις, να δείχνεις και να εξυψώνεις καταστάσεις που δεν θέλεις.

Έπαιξα σε πολλούς παράλληλους κόσμους, συμμετέχοντας ενεργά στο χτίσιμό τους. Γύρω μου, χτίζονταν έρωτες απ΄το μηδέν, συμπάθειες και αντιπάθειες, που αν καθόσουν και τα έβλεπες απ΄τη γη, δεν υπήρχαν. Δεν γκρέμιζα αυτούς τους κόσμους, από συμπόνοια ή μπορεί και από δειλία.

Τρανταχτό παράδειγμα, ο έρωτας φίλης μου με ραδιοφωνικό παραγωγό. Όλα ξεκίνησαν από μία αφιέρωση. Την έκανε αφού είχε μόλις χωρίσει, έτσι για να νιώσει ότι έχει κάποιον να πει μια κουβέντα. Ο παραγωγός ήταν ιδιαίτερα διαχυτικός και τσουπ, να ο καινούργιος κόσμος. Του είπε ότι ήταν κοκκινομάλλα, του είπε για το πρόσφατο διαζύγιο, του είπε κι άλλα, και από τότε, όλη της η ζωή ήταν ο ραδιοφωνικός έρωτας με αυτόν τον παραγωγό. Κάθε λέξη του, υποτίθεται ότι αναφερόταν σ΄αυτήν, κάθε τραγούδι το ΄βαζε για κείνη. Εκείνος, βέβαια, ούτε που την θυμόταν.

Στηνόταν για ώρες μέχρι να κάνει την δίωρη εκπομπή του και ήξερε ότι ήταν όλα για κείνη. Για δύο ολόκληρους μήνες. Θεώρησα σκληρό να μιλήσω και να γκρεμίσω όνειρα που χτίστηκαν πάνω σε άλλα, που είχαν κι αυτά γκρεμιστεί. Η κουρτίνα έπεσε από μόνη της, όταν τις περισσότερες φορές τρακάρεις με την αλήθεια (που συνήθως δεν εξαρτάται από τα μάτια που την βλέπουν) και σαρώνει τα πάντα.

Για την φίλη μου, αυτό ήταν ένας επίπονος χωρισμός. Άλλη μία απογοήτευση. Για μένα μία μεγάλη παρεξήγηση. Για τον ραδ. παραγωγό, μία τελείως ηλίθια κατάσταση, που θα ταίριαζε περισσότερο σε δωδεκάχρονη γκρούπι. Μπάχαλο.

Έχω αμέτρητα τέτοια παραδείγματα. Κατέληξα λοιπόν, πως δεν μπορεί να αποφύγει κανείς τα matrix. Δεν γίνεται να γατζωθεί κανείς γερά στη γη, χωρίς να έχει ανάγκη, τουλάχιστον άλλους τρεις παράλληλους κόσμους.

Άλλοι ζουν σε συνομωσίες, άλλοι σε αθεράπευτους έρωτες, άλλοι στην πλάνη του όποιου ταλέντου τους, άλλοι στην ακατανίκητη ομορφιά τους. Δεν με χαλάει πια. Αν αυτό είναι κάτι που βοηθά να επιβιώσουμε, λίγο γράσο στα σκουριασμένα γρανάζια μας, είναι καλοδεχούμενο. Ειδικά όταν είμαστε πολύ τυχεροί και αυτό το matrix διαρκέσει για όλη μας τη ζωή, χωρίς κάποιος να το γκρεμίσει.

Ίσως, που ξέρεις, αν διαρκέσει μια ζωή, να μην ζούσαμε σε matrix, να ζούσαμε στ΄αλήθεια στη γη.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2005

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΜΠΛΟΓΚΟ-ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Δεν περίμενα ποτέ ότι θα με στεναχωρούσε τόσο πολύ η αποχώρηση (ευτυχώς για λίγο) του macmanus. Μου έδωσε όμως την αφορμή, να σκεφτώ διαφορετικά κάποια πράγματα. Το τί μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω, είναι αποκλειστικά δικό μου θέμα. Το αν θα επιτρέψω τα σχόλια, αν θα σβήσω σχόλια, πάλι δικό μου θέμα είναι.

Δεν με πολυαγγίζουν ότι κακοπροαίρετα σχόλια έχω δει και όπως λέει και το φιλαράκι «χεστηκαμάν». Μόνο που εγώ το εννοώ. Εκείνος απλά το λέει. Βέβαια, μου έδειξε ότι είναι πολύ πιο ευαίσθητος από ότι θέλει να δείχνει και ίσως γι΄αυτό με στεναχώρησε τόσο πολύ.

Γνωρίζεις έναν άνθρωπο από το διαδίκτιο και για λίγο καιρό, είναι ο «άγνωστος» φίλος σου. Του μιλάς σχεδόν καθημερινά, τον διαβάζεις, μαθαίνεις για την ζωή του, για τα πιστεύω του και αρχίζεις και τον νιώθεις λιγουλάκι πιο «δικό» σου. Και όλα αυτά, χωρίς να τον έχεις δει ποτέ. Αλλά γι΄αυτό είναι ωραία η επικοινωνία. Γιατί έχεις ανακαλύψει αυτό που είναι, αυτό που πίσω από την ανωνυμία, δεν φοβάται να αποκαλύψει.

Δεν έχεις την εικόνα να σε προδιαθέσει, δεν έχεις το κοινωνικό στάτους να σου κόψει τα πόδια, δεν σε ενδιαφέρει η ηλικία. Όμως αυτός ο «ανώνυμος» φίλος, μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς ίχνη, αμέσως την επόμενη στιγμή. Το ίδιο μου είχε συμβεί και με τον Προμηθέα και το θεώρησα πολύ βάρβαρο.

Θα μου πεις, έχεις το mail, μπορείς να επικοινωνήσεις, μπορείς να τον γνωρίσεις από κοντά αν θέλεις. Δεν είναι το ίδιο, αυτού του είδους η καθημερινή επικοινωνία στις μέρες μας είναι δύσκολη. Αν είχαμε τον χρόνο να βγαίνουμε συχνά, να τηλεφωνιόμαστε κάθε, μα κάθε μέρα και μέσα σε όλα αυτά να αναλύαμε, ας πούμε, το θέμα της πίστης, της βίας, της ορθοδοξίας, θα το είχαμε κάνει ήδη. Έπειτα, είναι ακατόρθωτο να ανοιχτείς για κάποια θέματα σε ανθρώπους face to face.

Νοιώθω λιγάκι πιο ελεύθερη στα blogs, απ΄ότι στην πραγματική κοινωνία. Δεν ξέρω αν λέγεται αγοραφοβία, ανασφάλεια, ή τί όρο έχει αυτό που περιγράφω, στην ψυχολογία, αλλά πλέον έχω την ανάγκη να μιλώ για τα πάντα ακριβώς όπως είναι. Επίσης, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που θέλω διαρκώς να γράφω.

Θεωρώ πως ο τιμιότερος τρόπος να μιλήσω για πράγματα, είναι η καταγραφή τους. Γιατί δεν αναιρούνται, δεν ξελέγονται και αν αλλάξω γνώμη, ή μετανοιώσω για κάτι, ή ακόμη και αν το σβήσω, θα το κάνω μπροστά στα μάτια των «φίλων» μου, δεχόμενη το γεγονός πως ωριμάζω. Στον προφορικό λόγο, όλα είναι ευκολότερα αλλά πολύ αόριστα και ασαφή για τα γούστα μου. Και ευτυχώς, γνώρισα κάποιους ανθρώπους που πιστεύουν το ίδιο.

Χαίρομαι που επέστρεψε ο mac, δεν ξέρω αν η dis, η nootropia, ή ο Προμηθέας θα επιστρέψουν, αλλά οφείλω να πω, πως το κενό, τουλάχιστον για μένα, είναι μεγάλο.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2005

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ

Η γειτονιά που βρίσκομαι, είναι μία πολύ μουντή γειτονιά. Απαρτίζεται από όλων των ειδών τις φυλές με ένα κοινό σημείο. Την μεγάλη φτώχεια. Τέτοια, που δύσκολα θα συναντήσει κανείς, ακόμη και στα πιο παρατημένα μέρη της Ελλάδας. Σ΄αυτήν την γειτονιά ακόμη και το φαγητό, είναι για μερικές οικογένειες πρόβλημα. Οι λίγοι Έλληνες που έχουν απομείνει (και αυτό γιατί αν μπορούσαν, θα είχαν φύγει), είναι ρατσιστές, εριστικοί και πάμπτωχοι μέσα τους.

Οι καυγάδες είναι ένα από τα πολλά συμπτώματα της αρρώστιας που μαστίζει την περιοχή μου. Για ασήμαντα πράγματα, που όμως μετατρέπονται σε βεντέτες και ομαδοποιούν φυλές. Η αστυνομία είναι συχνά εδώ και πιο συχνά, είναι μέρος του προβλήματος. Λίγο παραπέρα απ΄το μαγαζί μου, ένα ερειπωμένο σπίτι έχει μετατραπεί σε κοινόβιο ναρκωμανών. Ανεξέλεκτες καταστάσεις, δύσκολες, για τα δεδομένα μιας πολιτισμένης πόλης.

Οι συμμορίες ανηλίκων, είναι πολλές. Απίστευτα σκληρά παιδιά. Μού ΄ρχονται συχνά για τσιγάρα και είναι από δώδεκα μέχρι δεκάξι. Πολλές φορές ξεχνιούνται και χαζεύουν τα σχολικά και τα παιχνίδια, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό να τα γαληνέψει. Οι ληστείες στα τριγύρω μαγαζιά είναι φαινόμενο καθημερινό. Πάντα χωρίς να βρεθεί ο δράστης και πάντα ο γνωστός τζαμάς κάθε πρωί τοποθετεί και ένα τζάμι στο τυχερό μαγαζί.

Στο πίσω στενό υπήρχε πριν λίγο καιρό μία οικογένεια. Είχε τέσσερα παιδάκια και ζούσαν όλοι μαζί, σε μία τρώγλη γεμάτη αρουραίους. Ο πατέρας μπαινόβγαινε στις φυλακές και ξυλοφόρτωνε την γυναίκα του. Τα παιδιά ρακένδυτα με σοβαρά προβλήματα όρασης, κοιμούνταν στο αυτοκίνητο όταν έκανε μεγάλα κρύα. Μετά από καταγγελία, τα παιδιά είναι σε ίδρυμα και ο πατέρας στη φυλακή. Η τρώγλη νοικιάστηκε σε νέα οικογένεια.

Η γειτονιά μετά από κάθε δυσάρεστο γεγονός, μοιράζεται κομματικά και θρησκευτικά. Οι σωτήρες πολλοί. Το Πασόκ, το ΚΚΕ, η Κυβέρνηση, ο Χριστός, ο Αλλάχ. Κάπου εδώ γύρω είναι, θα βοηθήσουν δεν μπορεί.

Και όπως κάθε φτωχογειτονιά, πάσχουμε από υπερκαταναλωτισμό. Μέσα στην μουντάδα της γειτονιάς μου, αστράφτουν πούλιες και βραχιόλια, κόκκινα κραγιόν και χρυσά δόντια. Λίγο πιο πάνω είναι ένα μπαρ. Όχι από αυτά που πας για να πιείς. Από αυτά που θα πας να ξεφύγει το μάτι σου απ΄την μαυρίλα και την βρωμιά. Από αυτά που με πρόφαση το ποτό, θα χαζέψεις ξανθά μαλλιά και όμορφες γυναίκες.

Λίγο πιο πάνω, έμαθα πρόσφατα, ότι βρίσκονται δύο παιδάκια κλειδωμένα στο μπαλκόνι. Η μητέρα τους ναρκομανής, τα έχει παρατημένα και η γειτονιά, τους πετάει στο μπαλκόνι φαγητό, μέχρι πάλι κάποιος να κάνει καταγγελία. Πάντα ανώνυμη.

Μπορώ να τα δω όλα αυτά πιο όμορφα, πιο χρωματιστά. Μπορώ να σας τα περιγράψω με ότι χρώματα μου έρθει, αλλά είναι μερικές μέρες που λείπουν τα χρώματα απ΄τα μάτια μου.

Ο επόμενος καυγάς σιγοψήνεται έξω από το μαγαζί μου. Ο Αλβανός γείτονας πετάει τα τσιγάρα του, από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο. Ένα από αυτά έκαψε το αυτοκίνητο ενός Έλληνα. Μου κάνει τα πρώτα παράπονα για το συμβάν, για τους Αλβανούς και τις γόπες απ΄τα τσιγάρα τους.

Η παρατήρησή του, για τους Αλβανούς καπνιστές με σοκάρει : «Αυτός το έκανε. Φαίνεται. Είναι λιγούρικα καπνισμένα, μέχρι το φίλτρο».

Αυτό είναι το πρόβλημα της γειτονιάς μου. Αυτό, που την διαχωρίζει από τις υπόλοιπες πολιτισμένες γειτονιές της Αθήνας. Ο τρόπος που καπνίζουμε τα τσιγάρα μας. Που προσπαθούμε να τα ρουφήξουμε μέχρι τέλους, μέχρι την ύστατη δυνατή ρουφηξιά καρκίνου, μην πάει χαμένη σαν και μας.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2005

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ

Ένα οχτάχρονο πελατάκι μου, είναι στο νοσοκομείο. Έπαθε ζαχαρώδη διαβήτη και μου το είπαν πριν λίγο.

Νοιώθω φοβερές τύψεις. Κάθε μέρα του πούλαγα ότι μαλακία υπάρχει. Ότι φανταχτερό χρώμα, άρωμα και συντηρητικό, το πούλαγα χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες. Και δυό και τρείς φορές τη μέρα.

Τα περισσότερα πελατάκια μου, είναι από υπέρβαρα έως παχύσαρκα. Το καθημερινό τους είναι τουλάχιστον δύο κρουασάν, ένα παγωτό, ζελεδάκια και σίγουρα δύο αναψυκτικά. Τα περισσότερα, στα κρυφά. Θέλω να εξαφανιστώ.

Αγόρι μου, περαστικά.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2005

«ΠΕΘΕΡΕΣ» ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ

Εν αναμονή των reality με τις πεθερές και επειδή φαντάζομαι τα κουλά που θα βγουν στη φόρα, θέλω να πω δυο λόγια, που τουλάχιστον έχω καταλάβει από ανάλογες περιπτώσεις που γνωρίζω, καθώς και από προσωπική πείρα. Από την δική μου οπτική γωνία, δεν υπάρχουν πεθερές σκύλες και νύφες κατατρεγμένες. Δεν υπάρχουν πεθερόπληκτοι γαμπροί ή ελαφρών ηθών νύφες. Κατ΄ επέκταση, και πάντα στο δικό μου μυαλό, δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο σύμπαν, εκτός από το ζευγάρι.

Από την στιγμή που δύο άνθρωποι τα ΄χουνε βρει μεταξύ τους και έχουν αποφασίσει να πορευθούν από κοινού, δεν υπάρχει κανείς ανάμεσά τους που θέλει να τους χωρίσει- βασανίσει- υπονομεύσει, εκτός από τους ίδιους. Το ξέρω ότι είμαι απόλυτη, αλλά έχω τα επιχειρήματά μου. Επαφείεται στην Ωριμότητα, την Κρίση και την Αγάπη του κάθε ανθρώπου για τον σύντροφό του, για να χειριστεί τέτοιες καταστάσεις.

Ποτέ κανείς κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει να βάλει τον σύντροφό του πάνω ή κάτω από την οικογένειά του. Η θέση του, είναι ακριβώς δίπλα. Αλλά ακριβώς. Ούτε χιλιοστό παραπάνω, ούτε χιλιοστό παρακάτω. Και όλοι έχουν τα δικαιώματά τους και τις προτεραιότητές τους. Όταν όμως πρόκειται για θέματα προσωπικά (το λέει και η λέξη), είναι προσωπικά. Τελεία. Είναι θέματα μη διαπραγματεύσιμα ή συζητήσιμα από τρίτους, πολλές φορές και μη κοινοποιήσιμα, ακόμη και στην οικογένεια.

Οι όροι «πεθερά» ή «νύφη» ή «γαμπρός» ή «πεθερός», είναι καθαρά παρεξηγημένοι ρόλοι. Είναι ρόλοι που πλέον επεξηγούνται μόνο στερεοτυπικά και σαν ρομπότ τους παίζουμε για δεκαετίες.

Εκτός κι αν συνειδητοποιήσουμε πως το αλάτι της ζωής, δεν είναι φουρτούνες, πλάγιες οδοί και ίντριγκες, αλλά η ομορφιά της ηρεμίας και της πεποίθησης ότι το τιμόνι ενός σπιτιού, το κρατάνε μόνο δύο.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2005

ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΕΣ

Είχα πολλές άγνωστες λέξεις στο παρελθόν. Πολλές μου γίνονταν εφιάλτης, γιατί κανείς ποτέ δεν μου τις εξηγούσε ώστε να τις καταλάβω. Κάποιες τις καταλάβαινα από τα συμφραζόμενα, κάποιες με τα χρόνια, κάποιες από την Δομή (αλλά βαριόμουν γιατί ήταν πάνω πάνω στην βιβλιοθήκη).

Οι δάσκαλοι είχαν βαρεθεί να ακούν ερωτήσεις και οι γονείς μου, μου απαντούσαν μονολεκτικά και μετά ψιθυρίζανε μεταξύ τους στα γερμανικά. Τελείως σπαστικό να σου κρατάνε μυστικά. Ένα πρωί μου έδωσε η μάνα μου, σχεδόν κατακόκκινη, το βιβλίο «Η αγάπη, το σεξ και η ανάπτυξη». Πλέον δεν ξανάνοιξα την Δομή και είχα πολύ λιγότερες άγνωστες λέξεις.

Αυτή όμως η λέξη που πραγματικά με στοίχειωνε χρόνια, ειδικά σε επισκέψεις των γονιών μου στο σχολείο, ήταν «επιπόλαιη». Τί χαζή λέξη. Ο πατέρας μου, μου έλεγε ότι σημαίνει βιαστικιά, η μάνα μου κάπου μου ΄λεγε να βαφτίζω την γλώσσα μου (στο στομάχι μου,στην κοιλιά μου,θα σας γελάσω). Ο δάσκαλος, ότι δεν σκέφτομαι. Ένοιωθα τελείως άχρηστη. Αυτή η λέξη, με κυνηγούσε μέχρι την Έκτη Δημοτικού. Κάθε φορά που ήθελα να μιλήσω, χεζόμουν απάνω μου και δεν έλεγα κουβέντα. Έκρυβα το επιπόλαιη και το έκανα αμίλητα στρατιωτάκια, ακούνητα, αγέλαστα. Όταν αρχίσαμε να μαθαίνουμε τις σύνθετες λέξεις είπα να την κάνω κομματάκια, όπως είχα μάθει, να δω μήπως βγάλω άκρη.

Επί + πόλαιος. Άντε το «επί» το καταλάβαινα, αλλά το «πόλαιος»; Δεν υπήρχε πουθενά στην Δομή, ούτε στο άλλο βιβλίο που μου έκρυψε η μάνα μου στο συρτάρι. Χαζομάρες. Είχε πάρει ο σιχαμένος που την έφτιαξε ένα «επί» για να φαίνεται καμπόσος, κότσαρε και μια μαλακία απ΄την κεφάλα του και άντε τώρα εγώ να καταλάβω τί είμαι. Όταν γράφαμε εκθέσεις, απ΄αυτές που έπρεπε να γράψουμε τα προτερήματα και τα ελλατώματά μας, εγώ έγραφα μονολεκτικά «επιπόλαιη», μήπως και φιλοτιμηθεί ο δάσκαλος και μου εξηγήσει. Αυτός, τσαντιζόταν γιατί νόμιζε ότι τον κοροίδευα και άντε ξανά απ΄την αρχή.

Το μυστήριο λύθηκε όταν βρήκα γκόμενο. Μην φανταστείτε τίποτε φοβερό, μικρά παιδάκια ήμασταν. Ο γκόμενος αυτός λοιπόν, ήταν καψούρης μαζί μου από την Πρώτη. Στο πρώτο πάρτυ που πήγαμε σε δύο μέρες, με παράτησε για άλλη. Εγώ, να πέσω να πεθάνω. Και τότε η μάνα μου, είπε το μαγικό «άντε ρε σκατό που είσαι εσύ για σχέσεις, όλα επιπόλαια είστε».

Χα!, από τότε ήξερα ότι ΟΛΑ τα παιδιά το είχαν αυτό το κουσούρι. Δεν μ΄ένοιαζε πια τί σήμαινε. Μου έφυγε ένα τεράστιο βάρος και από τότε έκανα ότι επιπόλαιο μου κατέβαινε στο κεφάλι χωρίς τύψεις.

Αλλά να ξέρουν οι μαλάκες που φτιάχνουν τέτοιες λέξεις, που δεν γίνονται κομματάκια και που δεν έχουν εξήγηση, ότι τους γράφω και πολύ

στα επι-σταρχίδια μου!

ΞΕΝΕΡΟ – ΠΑΡΤΥ ( ΞΕΝΕΡΟ – ΗΛΙΚΙΑ)

Έχω πάθει μια στέρηση από τα παρτάκια που πήγαινα μικρή. Κάθε βδομάδα και άλλο. Να χορεύεις το Big in Japan ή το Stay the night, και οι κάφροι συμμαθητές, να στο κόβουν για το Boys boys της Samantha Fox(από φωνή, βυζί και από βυζί, φωνάρα). Να περιμένεις στην γωνία στα μπλουζ (που μετά τα ονόμασαν σλόου) να έρθει ο καλός σου να σε χορέψει και ο βλάκας να χαλβαδιάζει με άλλη και να έρχεται να σε χορέψει το πιο βλήτο όλων (αλλά τα ΄παμε, είχε καλό γούστο).

Με κάλεσαν λοιπόν πριν λίγες μέρες σε ταράτσα πάρτυ, αλλά με μουσική της εποχής μου. Πλέον τα πάρτυ, δεν έχουν την γλύκα που είχαν, αλλά έχουν και τις χάρες τους. Γίνονται σε δικά μας σπίτια (και όχι στων γονιών μας), δεν φοβάσαι να καπνίσεις, μπορείς να πιείς όσο γουστάρεις, μπορείς γενικά να κάνεις ΟΤΙ θέλεις. Και δεν έχεις και την μάνα σου, να σου ανάβει κάθε τρεις και λίγο τα φώτα (α, ρε μάνα) ή τον πατέρα σου, να βάζει τις αδελφές Baccarat ή τους Abba και να σε ξενερώνει.

Ολίγον πουρέιντζερ το πάρτυ και δη μπακουροπουρέιντζερ, αλλά δε βαριέσαι, με δυό ποτάκια και την ΤΕΛΕΙΑ μουσική, το σώσαμε. Αλλά μόνο για μία ώρα. Δώδεκα η ώρα παρακαλώ, σκάει το περιπολικό. Οι μπάτσοι χεσμένοι γιατί τους πήραν από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης! Ο ξινός που έκανε την καταγγελία, ήταν δικαστικός γαμώ την γκαντεμιά μας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει μα και μου. Τα κλείνεις όλα, γιατί η επόμενη κλήση, είναι αυτόφορω. Το πάρτυ συνεχίστηκε με υπερβολικά χαμηλή μουσική τύπου careless wispers και samurai (πού την θυμήθηκαν την Sandra ήθελα να ΄ξερα).

Ξενερωμένοι, μία η ώρα στο σπίτι.

Το μόνο που μου θύμησε τα παλιά, απ΄αυτό το ξενερο-πάρτυ ήταν η ώρα που γύρισα σπίτι (α, ρε πατέρα).