Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2005

ΚΥΡΙΟΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΓΡΑΨΕΙ ΠΟΤΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Ελάτε κύριοι πολιτικοί, μια μέρα στην ζωή μας. Ελάτε να σας πάρουμε ρε γουρούνια απ΄το χέρι, να δείτε πώς στο διάολο μας καταντήσατε. Μας πρήζετε τόσο καιρό με σκάνδαλα, με φανφάρες, με μίζες, με δημοκρατίες. Μας βάζετε να σας ψηφίσουμε και μας φτύνετε πριν καν εκλεγείτε. Δεν σας μένουν χέρια να αρπάζετε και συνεχίζετε να μας φλομώνετε με υποσχέσεις. Και εμείς οι μαλάκες, σας ψηφίζουμε, από φόβο μην βγει ο άλλος μαλάκας, για το ποιός θα φάει τα λιγότερα, για το αν θα μπούμε στο Δημόσιο. Εκεί καταντήσαμε και πάμε κατά διαόλου.

Αυτό που μου τη δίνει περισσότερο, είναι ότι ρε τενεκέδες, οι περισσότεροι λέτε ότι ήσασταν σαν κι εμάς. Εργάτες, ταπεινοί και φτωχοί, που μια μέρα βάλατε κουστούμι και γίνατε πολιτικοί. Αλήτες ήσασταν πάντα. Και τώρα πληρώνεστε κιόλας. Η πιο ξεκούραστη ρέχλα. Σιγουράντζα, μονιμότητα, μίζες και εκατό πρόβατα να σας κάνουν τεμενάδες. Μας δέσατε χειροπόδαρα, κάτσατε στα κεκτημένα, φοβίσατε για τα καινούργια και οδηγάτε τον λαό.

Ξέρω ότι δεν υπάρχει κόλαση, ξέρω ότι καλοπερνάτε, ξέρω ότι την φυλακή θα την γλιτώσετε. Δεν πιστεύω στην δικαιοσύνη, ούτε στην θεία δίκη, ούτε ακόμη και στην μοίρα. Αλλά θα ΄ρθει η ώρα, που δεν θα ξέρετε από πού θα φύγετε. Έτσι όπως τα καταφέρατε, θα αναγκαστείτε σύντομα να ζήσετε λίγη απ΄την ζωή μας. Θα σας πνίξουν κι εσάς τα δάνεια, θα μετράτε τις μέρες μέχρι την σύνταξη, θα παρακαλάτε για μια θεσούλα στο δημόσιο. Ούτε τα τομάρια σας δεν θα μπορείτε να σώσετε μετά. Αλλά και να τη σκαπουλάρετε, πάντα για μας, θα είστε πολιτικοί.

Πολιτικοί, για μας τους μικρούς ανθρώπους, είστε όλοι εσείς οι λεχρίτες, που θα λαδώσουμε ακόμη και για το πιο απλό αίτημα, που θα μας πήξετε στα ψέμματα για να καλύψετε γκάφες, που θα έρθετε και στο σπίτι μας ακόμη, όταν είναι να πάρετε ψήφο. Και μετά, στ΄αρχίδια σας. Όμως, όταν ξεσκεπαστείτε από τα κανάλια, αντί να πάτε να χωθείτε στην πιο μακρινή σπηλιά απ΄την ντροπή σας, αναλύετε τα όρια των δημοσιογράφων. Και ΄μεις τα ζώα, συμπάσχουμε.

Χέστηκα ρε πώς και γιατί σας ξεσκεπάσανε. Χέστηκα και για τις αποκαλύψεις. Τις ήξερα καλά, πριν τις δω φάτσα φόρα. Αλλά με καίει η γαιδουριά σας. Οι αγριοφωνάρες σας, ο ένας πάνω στον άλλον, μην τυχόν και ακούσουμε κάτι που σας θίξει, μην τυχόν και ακουστεί κάνας άλλος και μετά, οι μονόλογοι για την αξία του διαλόγου και της δημοκρατίας. Το μένος σας, να υπερασπιστείτε την θεσούλα σας και το γυαλιστερό κουστουμάκι σας, κι ας κρύβονται από κάτω σκατά.

Μην μας υποτιμάτε άλλο, δεν έχετε άλλα περιθώρια. Όσο αμόρφωτοι και να είμαστε, όσο ταλαιπωρημένοι και δυστυχείς, η κρίση μας δεν είναι τόσο πρωτόγονη, η τηλεόραση δεν είναι τόσο αποχαυνωτική, τα μυαλά μας δεν έπαψαν να λειτουργούν στον βαθμό που θα θέλατε. Η εξαθλίωση, δεν έκανε καλά την δουλειά της κύριοι. Παραμένουν πολλοί άνθρωποι και νέα παιδιά, που βγάζουν σπυριά στην θέα σας, που δεν ψηφίζουν κανέναν σας, που δεν γουστάρουν ρουσφέτια, που ξέρουν ότι είστε ότι χειρότερο έχει περάσει από την πολιτική ιστορία της Ελλάδας.

Ως την στιγμή που θα το αντιληφθείτε, ζήστε στην πλάνη σας, αρπάξτε όσα μπορείτε, χώστε και τα δισέγγονά σας στην βιομηχανία σας και συνεχίστε να μας εξαθλιώνετε. Το μόνο που έχω να σας συμβουλέψω, είναι να ρίξετε τρελλά λεφτά στην επόμενη προεκλογική σας καμπάνια. Βρείτε τους καλύτερους διαφημιστές, βάλτε τις πιο γυαλιστερές ρεκλάμες, πείτε τα πιο γερά σας ψέμματα. Αν δεν το κάνετε και αποτύχετε, ελάτε να σας δείξουμε πώς θα ζήσετε μετά.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2005

ΚΑΡΑΛΑΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Μεσημεράκι, στη δουλειά. Ήταν η ώρα που όλες οι καλές πελάτισσες, είχαν τελειώσει τις δουλειές τους και έρχονταν για την μεσημεριανή κούρα στο ινστιντούτο. Για άλλες δουλειές, αυτή η ώρα είναι χαλαρή, για μας, ήταν χοντρό τρέξιμο. Το προσωπικό ήταν πέντε άτομα όλα κι όλα, οπότε τρέχαμε σαν τρελλές να καλωδιώσουμε, να αποτριχώσουμε, να παστώσουμε. Εγώ συνήθως, τρύπωνα στις θεραπείες προσώπου και έκανα αλχημείες.

Τρώγαμε κατά τις πέντε το απόγευμα, γιατί όσο να πεις, η κρέμα Νο5 σετάκι με τη Νο92 της Galland και μια αποτρίχωση γλουτών (κυριλέ ονομασία, γιατί οι πελάτισσες ντρέπονταν να πουν κωλοτρυπίδα), δεν σου άνοιγε ακριβώς την όρεξη. Σου έδινε όμως το περιθώριο, να δημιουργήσεις (και δεν εννοώ την αποτρίχωση, διεστραμμένοι). Έχω υπάρξει ζωγράφος, γλύπτης και ψυχοθεραπεύτρια μαζί.

Υπήρχε μία μάσκα προσώπου, η λεγόμενη «εκμαγείο». Ήταν ουσιαστικά, μία περίεργη σκόνη που αν της έβαζες λίγο αλατάκι για καταλύτη, λίγο νεράκι να την κάνεις λάσπη, μπόλικες κρέμες από κάτω και έχτιζες το πρόσωπο στα γρήγορα, μετά έβγαινε μια συμπαγής τσιμεντοποιημένη μάσκα, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου που κάλυψες. Με το αλατάκι, αυτό το πράγμα θερμαινόταν και το δέρμα εγκλωβισμένο απ΄την μάσκα, απορροφούσε όλο αυτό το στρώμα της κρέμας μέσω της διαστολής των πόρων. Ήταν η «οδός» για να φέρω στην επιφάνεια, όλες ταυτόχρονα τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες.

Αλλά.... Είχε πολλά «αλλά», αυτή η θεραπεία. Είχα αποτύχει να εκπαιδεύσω τις συναδέλφους και για να πω την αλήθεια, στο χτίσιμο φύσαγα. Μετά από καιρό, αφού είχα γίνει εξπέρ, δημιουργούσα υψηλή τέχνη. Αφού οι πελάτισσες δεν έβλεπαν τί τους έκανα, έβαζα το παραβάν και έφτιαχνα μουτσούνες. Τα σουξέ μου, ήταν ο Καραγκιόζης, ο Φρέντι Κρούγκερ και ο Κούγιας. Μετά, έβγαζα προσεκτικά το εκμαγείο και το ΄δινα στις συναδέλφους να το βάψουν για τις Απόκριες . Μεγάλη επιτυχία.

Όλα αυτά, όταν έπινα καφέ. Απαραίτητη προυπόθεση. Ήταν πολύ επικίνδυνη θεραπεία, ειδικά όταν ξέχναγα να ανοίξω τρυπούλες στα ρουθούνια. Έπρεπε το χτίσιμο να γίνει σε λιγότερο από δύο λεπτά, γιατί το τσιμέντο έπηζε, αλλά τις τρυπούλες, πάντα τις ξέχναγα. Πριν αρχίσω το χτίσιμο, έλεγα διαρκώς από μέσα μου : «τρυπούλες να αναπνέει – τρυπούλες να αναπνέει», αλλά χωρίς καφέ, ούτε εμένα δεν άκουγα. Μια κάργια ένα μεσημέρι, έβαλε μόνη της το δάχτυλο και άνοιξε μία τρυπάρα στο στόμα ΝΑ! Εντάξει, η τρύπα δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα, απλά θα τροποποιούσα την μουτσούνα από Καραγκιόζης σε Μόνικα επί τω έργω. Σιγά, το δύσκολο. Όμως, αυτά που έλεγε η τρύπα ήταν άκρως προσβλητικά, οπότε για να γλιτώσει την αποτρίχωση γλουτών, την ξαναβούλωσα και τρύπησα τα ρουθουνάκια που δεν έβριζαν.

Η μάσκα αυτή, είχε κι άλλους πολλούς κινδύνους. Δεν έπρεπε να έρθει σε επαφή με δέρμα και μαλλιά. Έπρεπε να υπάρχει μπόλικο στρώμα κρέμας από κάτω γιατί αλλιώς κόλλαγε και την έπαιρνες μαζί σου για κάνα τριήμερο. Και άντε μετά να κυκλοφορήσεις ως Κούγιας. Α, και μετά λανσάριζες και το στυλάκι Μίνα (αυτή, χωρίς τα φρύδια). Αν πάλι σου έπεφτε λίγο αλατάκι παραπάνω, το σολάριουμ ήταν μια μαλακία μπροστά στο φυσικό ξεροψησιματάκι που πετύχαινε αυτή η μάσκα. Αλλά πού να το εκτιμήσουν.

Το χειρότερο σπάσιμο, ήταν όταν ξέχναγα να πάρω ιστορικό. Υπήρχαν μερικές σιχαμένες που στα πρώτα τρία λεπτά, πριν ολοκληρώσω το έργο μου, θυμούνταν ότι πάσχουν από κλειστοφοβία. Για να μην μου καταστρέψουν την μουτσούνα, τις έψηνα να κάνω την μάσκα γραβιέρα, για να μπαίνει φως. Πώς στο διάολο, θα έμπαινε φως με τα μάτια κλειστά, δεν τους έκοβε. Σε άλλες κρατούσα το χέρι και μίλαγα, μέχρι να ακούσω ροχαλητά. Αν όχι, είχαν λιποθυμήσει, οπότε η μάσκα θα έκανε καλύτερη δουλειά, γιατί ήταν ήρεμες. Μετά τα γερά χαστουκάκια (το αντιγηραντικό μασάζ της Κλεοπάτρας – από ευρήματα λέμε), όλες νόμιζαν ότι κοιμήθηκαν και βλέποντας στον καθρέφτη, θεραπεύονταν δια παντός, από κλειστοφοβίες και άλλες μαλακίες. Τσάμπα τα λεφτά στους ψυχολόγους.

Τί τράβαγα για την τέχνη μου! Και όπως κάθε διάσημος καλλιτέχνης, θα ψόφαγα στην ψάθα. Καμμία αναγνώριση, καμμία χορηγία. Εγώ, το φώναζα, αλλά η προισταμένη, χαμπάρι. Ήμουν μια σπάνια καλλιτέχνης, με εντυπωσιακότατες στατιστικές ψυχοθεραπείας και η μοναδική γλύπτρια καραλαικής τέχνης. Και όλα αυτά με ένα μισθό. Αδικία! Σύντομα, πήρα δυσμενή μετάθεση στις αποτριχώσεις γλουτών. Εκεί όμως, αναγνωρίστηκα και με το παραπάνω.

Τα έργα μου, από μαλλιαροί, λεροί πυγοκαμβάδες, γίνονταν γυαλιστερές κατακόκκινες, μπιμπικιασμένες πεδιάδες και πού και πού έβλεπες καμμιά τουφίτσα ανέμελα να κυματίζει σε σχήμα τόξου. Οι επίδοξοι εραστές, τον δρόμο δεν θα τον έχαναν. Είχα τιγκάρει στα πεντοχίλιαρα. Τέτοιες χορηγίες, δεν είχα ξαναπάρει. Μια φορά, ένας καλός πελάτης (ιπτάμενος φροντιστής – τα πλήρωνε όλα η εταιρεία του), μου ΄χωσε στο τσεπάκι τέσσερα πεντοχίλιαρα. Εγώ, έκανα την δύσκολη, «μα δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ο Γιαννάκης, έσκυψε στ΄αφτί και μου ψιθύρισε : « Είσαι ο Πικάσο του κώλου μου».

Το έργο μου πάραυτα, δεν σώζεται.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2005

ΜΠΛΟΓΚ

Έχω τόσα πολλά που θέλω να γράψω, τόσες ιστορίες να θυμηθώ, αλλά όταν αποφασίζω να τις γράψω, το μυαλό μου δεν μ΄αφήνει να ταξιδέψω. Ο σκοπός της γραφής μου, είναι η φυγή από την πραγματικότητα. Είναι τσάμπα ταξίδια σε όμορφους τόπους, είναι τσάμπα μαστούρα, είναι επική ταινία φαντασίας, με στοιχεία θρίλερ, τραγωδίας και παρωδίας. Είναι μια σπάνια διασκέδαση-διαφυγή που λατρεύω, από την μέρα που ξεκίνησα αυτό το μπλογκ.

Τις περισσότερες φορές, η πραγματικότητα με κρατά γερά απ΄το λαιμό και με ταρακουνάει γερά για να ξυπνήσω. Με ωθεί να ζήσω τις τωρινές άχαρες και άχρωμες ιστορίες, μου απειλεί το μέλλον των ταξιδιών μου. Διάβασα ότι για να έχει κάποιος ένα λαμπρό παρελθόν, πρέπει πρώτα να φροντίσει να έχει ένα λαμπρό παρόν, ώστε όταν ο καιρός περάσει να υπάρχουν όμορφα πράγματα να θυμηθεί. Όταν όμως αυτό είναι αδύνατο, ή έστω θολό, τί άλλο μπορείς να κάνεις απ΄το ψάχνεις καταφύγιο στην πρότερη ευτυχία;

Περιμένοντας λοιπόν τις ευτυχισμένες στιγμές που ίσως να ΄ρθουν, ζεις το παρόν όπως-όπως, ταξιδεύεις στο παρελθόν, γράφεις και ονειρεύεσαι το μέλλον.

Αυτό είναι ένα μπλογκ.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΘΑΡΡΟΥΣ

(αυστηρά προσωπικής χρήσης)

Θα τα καταφέρω.

Αν δεν τα καταφέρω και τί έγινε; Θα περάσει ούτως ή άλλως και το πολύ πολύ να χάσω και πάλι την αξιοπρέπειά μου. Μια γαμολέξη είναι η «αξιοπρέπεια». Μια ρημάδα γαμολέξη, που δεν είναι στην τελική όλα αυτά που είμαι, που θα ψάξω να την ξαναβρώ. Μετά από την καινούργια σφαλιάρα, πρέπει να την ξαναβρώ. Θα κόψω παλιούς δεσμούς, θα φτιάξω νέους που να μην ξέρουν, που να μην ρωτούν και θα την χτίσω πάλι. Τουβλάκι, τουβλάκι, θα φτιάξω ένα κάστρο γύρω μου από δαύτην, τόσο ψηλό, που ένα φύσημα δεν θα είναι αρκετό να την ισοπεδώσει.

Θα τα καταφέρω ή όχι. Αλλά δεν θα με ξανανοιάξει.

Αυτό, είναι υπόσχεση.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2005

ΚΑΘΑΡΑ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ

Δεν έχω κάποιον να γιορτάζει όξω απ΄το ίντερνετ, ή τέλος πάντων κάποιον σημαντικό. Αν και βαριέμαι τις κοινωνικές υποχρεώσεις, αναγκαστικά θα την κάνω την αγγαρεία, τουλάχιστον για τους καλούς πελάτες (έχουμε και μια άλφα ανάγκη από γλύψιμο).

Δημήτρη και Δημήτρη :

Λοιπόν, βλαμένα να ζήσετε, ότι επιθυμείτε (γαμώτο, τί άλλο λένε...) α, και του χρόνου (ή μήπως και στα δικά μας...τεσπα), καλή δύναμη, καλοτάξιδοι, πάντα τέτοια. Είστε απ΄τα πρώτα άτομα που άρχισα να διαβάζω εδώ μέσα, είστε η αφορμή και η παραίνεση να γράψω και συνεχίζετε να με εμπνέετε να συνεχίσω. Είστε απ΄τα φωτεινότερα άτομα που έχω γνωρίσει. Σας ευχαριστώ για όλα, μα πιο πολύ που με βοηθάτε να μάθω τον εαυτό μου (σας συγκίνησα ε; Eπίτηδες το ΄γραψα, μπας και πουλήσω κάνα χαρτομαντηλάκι).

Δεν ξέρω κατά πόσο θα διαβάσουν έγκαιρα τις ευχές μου, γιατί ο ένας είναι άρρωστος (περαστικά μωρό μου) και ο άλλος ήταν πάντα άρρωστος (βάζελος γαρ – θου κύριε ), αλλά να ξέρετε οι ευχές μου πάντα πιάνουν. Θα φταίει που (λέω ότι) είμαι Σαββατογεννημένη ή που με βουτήξανε μικρή σε ένα καζάνι με κοτόσουπα.

Για όλους τους υπόλοιπους που γιορτάζουν ή και για αυτούς που ξέρω μόνο τα μπλογκονόματά τους, αλλά είναι κρυφοΔημητρούλες και κρυφοΔημητρούληδες, ένα τεράστιο ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Πράγμα το οποίο, με προβληματίζει λιγάκι. Δηλαδή εγώ πότε θα πω χρόνια πολλά στην Κουρούνα, στον Μακμάνους, στον Old boy... υπάρχει καλέ αγία Κουρούνα και δεν το ΄ξερα; Α, νόμιζα.

Μπορούμε λοιπόν να φτιάξουμε ένα μπλογκικό εορτολόγιο, με όλων τα ονόματα, να σκάσει λιγάκι και το δικό τους χειλάκι, να πάρουν κάνα εικονικό δωράκι. Προτείνω, για όποιον το φτιάξει (βαριέμαι ρε γαμώτο), να βαφτίσει αγίους, όσους έχουν πρωτοχρησιμοποιήσει ένα μπλογκόνομα. Για παράδειγμα, ο Μακμάνους, να γίνει Άγιος Μακμάνους, και όσοι Μακμάνους υπάρχουν, να γιορτάζουν την μέρα που θα διαλέξει αυτός. Κι αν την μέρα του Άγιου Μακμάνους (μεγάλη η χάρη του), γίνει κάνα θαύμα, να τον ονομάζουμε ο Άγιος Μακμάνους ο Θαυματοποιός. Και όταν ψοφήσει, να φτιάξουμε μια μεγάλη ταμπακιέρα, να βάλουμε τα κοκκαλάκια του, και να τα φυλάμε στην μονή Ενότιον, και να φτιάχνουμε Μακμανόπιττες και να τις βάζουμε κάτω απ΄το μαξιλάρι μπας και σταυρώσουμε γκόμενο. Εγώ, θα ηγούμαι της Μονής και θα κάνω ευχέλαια (ή τρισάγια ρε γαμώτο;) για το καλορίζικο. Και θα διαβάζω ύμνους του Μπομπ Ντύλαν και από πίσω θα παίζει κιθαρούλα ο Gallagher. Και θα παίρνω και φακελάκια και μετά θα φτιάξω ένα κτίριο για αποτέφρωση μπλόγκερ, σε κουτάκια απ΄τις ταμπακιέρες του Άγιου Μακμάνους του Θαυματοποιού.

Αμήν.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2005

ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΕ

Το μεγάλο σαλόνι ήταν πλημμυρισμένο με παιδιά από τεσσάρων ως δεκαέξι. Στην αριστερή γωνία, μια πελώρια κουζίνα με πάσο και μικρά παιδιά μαγείρευαν, έπλεναν, γελούσαν. Άλλα κάθονταν στον τεράστιο καναπέ και έβλεπαν τηλεόραση, άλλα στην τραπεζαρία και συζητούσαν, άλλα έκαναν κωλοτούμπες και έπαιζαν παιχνίδια στην παχιά μοκέτα. Πού και πού, κάποιο μικρούλι μόνο του, σε μια γωνία κοίταζε επίμονα τον τοίχο, άλλο έκλαιγε σιγά, άλλο καθόταν μόνο του κάτω από κάποιο τραπέζι. Αλλά έπρεπε να προσπαθήσεις πολύ για να τα δεις.

Μπήκαμε και οι τρεις διστακτικοί με τρεις σακούλες δώρα. Καθίσαμε στην μικρή τραπεζαρία και προσπαθούσαμε αμήχανοι να κάνουμε την πρώτη επαφή. Η μεγάλη κυρία, έκλεισε την τηλεόραση και φώναξε δυνατά στα παιδιά τα ονόματά μας και μας σύστησε ως «εθελοντές». Ένα, ένα ήρθαν τριγύρω και μας κοιτούσαν. Το πιο μικρό, σαν πιθηκάκι, έδωσε ένα σάλτο και ήρθε στην αγκαλιά μου. Τα χέρια του γατζώθηκαν απ΄τα μαλλιά μου και μου ψιθύρισε στ΄αφτί «εθελοντή, μόνο για μένα δεν είναι τα δώρα;»

Σε δευτερόλεπτα οι τσάντες είχαν ανοιχτεί και όλα τα αντικείμενα είχαν παραταχθεί στο τραπέζι. Η μοιρασιά, γινόταν από την μεγάλη κυρία, που τόνιζε πως δεν ανήκει τίποτε σε κανέναν και πόσο σημαντικό είναι να μοιραζόμαστε. Σκατά! Εγώ δεν θα ΄θελα να μοιραστώ τίποτε, θα τα ήθελα όλα δικά μου. Σύντομα, άρχισαν οι καυγάδες, μέχρι που επενέβη πάλι η γυναίκα και τους τα πήρε όλα και τα ΄κρυψε. Τα παιδιά, άρχισαν τις ερωτήσεις, μου άνοιξαν την τσάντα, έπαιξαν με το κινητό μου, διάβασαν την ατζέντα μου, μας έφτιαξαν καφέ. Τα πιο μικρά, μοιράστηκαν σε τριάδες και χώθηκαν στις αγκαλιές μας. Τα μεγαλύτερα αγόρια, μας έδειχναν ακροβατικά στην μοκέτα.

Είχε περάσει ένας μήνας και ήξερα όλα τους τα ονόματα και πολλές λεπτομέρειες απ΄την μικρή τους ζωή. Ζωή, που ούτε στα εξήντα μου δεν θα ΄χω ζήσει. Ζωή που δεν πρέπει κανείς να ζει. Το μικρό κοριτσάκι, το βρήκαν στα φανάρια. Είχε μείνει δύο χρόνια σε ορφανοτροφείο και σε κάθε σκανταλιά, έπρεπε να παραμείνει γονατιστό σε μία σκάφη με χαλίκια. Το έσκασε ένα βράδι και ζούσε απ΄τα φανάρια. Τώρα φαίνεται ευτυχισμένο. Τα δάχτυλα των χεριών του, είναι παραμορφωμένα και χωρίς νύχια, δεν τόλμησα να ρωτήσω. Τα εφτά αδέλφια της, ήταν κι αυτά εκεί και οι γονείς τους στην φυλακή.

Πήγε μια μέρα την μικρή, μια φίλη μου να της ψωνίσει παιχνίδια και μετά στο κομμωτήριο. Η κομμώτρια, χωρίς να ξέρει, μετά τις γλύκες, την ρώτησε αν η φίλη μου είναι μαμά της. Το πιτσιρίκι την αποστόμωσε : « Όχι, δεν είναι μαμά μου, αυτή είναι καλή».

Κάθε φορά που πήγαινα, προσπαθούσα να μην κλάψω, να μην φανεί η θλίψη μου. Κάθε φορά, καινούργιες αγκαλιές, τα μπράτσα μου πονούσαν, η καρδιά μου το ίδιο. Όποτε δεν πήγαινα, μου τηλεφωνούσαν όλα μαζί και με ρωτούσαν τί κάνω, αν είμαι καλά. Μετά από καιρό, χαθήκαμε. Τα βλέπω καμμιά φορά στην τηλεόραση, όταν πηγαίνουν να ζητιανέψουν αγάπη και πόρους για το «σπίτι» τους. Μου λείπουν όλα τους πολύ, αλλά δεν πρέπει να ξαναπάω. Η κοινωνική λειτουργός, μας είπε πως είναι σκληρό για τα παιδιά να γνωρίζουν ανθρώπους, να τους συμπαθούν και μετά να τους αποχωρίζονται. Δέχονται εθελοντές που θα είναι έστω και σε αραιά διαστήματα, δίπλα στα παιδιά. Δεν τολμώ να τα ξαναβάλω στην διαδικασία.

Όποτε χτυπάει το τηλέφωνο και είναι τα μικρά, για να με καλέσουν σε κάποια εκδήλωση, σε κάποιο πάρτυ, όλα λυγίζουν. Η καμαρωτή κορμοστασιά μου, η αψεγάδιαστη ζωή μου, τα ευτυχισμένα παιδικά μου χρόνια, τα αντικείμενα που με περιτριγυρίζουν. Είναι δύσκολο μετά να τα επαναφέρω, είναι ακατόρθωτο να βρω τη δύναμη να τα θεωρήσω ξανά σημαντικά.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2005

LIFE

Αυτές τις μέρες η κούραση είναι εφιαλτική. Ο Τασούλης δουλεύει ασταμάτητα, τα τρία τελευταία Σαββατοκύριακα. Χθες αποφασίσαμε κατά τις δώδεκα τη νύχτα να βάλουμε μπουγάδα και να ψάξουμε μπας και βρούμε κάτι καθαρό να φορέσουμε το πρωί. Με την γαμημένη βροχή, πάει και η μπουγάδα, άντε σήμερα να περιμένουμε νυσταγμένοι να πλύνει το πλυντήριο για να απλώσουμε. Και ποιός σιδερώνει μετά...

Στην κουζίνα μου, γίνεται μάχη από άπλυτα μπoλάκια και ταψιά των συμπεθέρων, ευγενικές χορηγίες, που πρέπει αύριο το πρωί να επιστραφούν καθαρά, για να ξαναγεμίσουν, επίσης ευγενικά. Διαδικασία που θα πάρει καμμιά ώρα γιατί το πλυντήριο πιάτων δεν τα χωράει. Τους τονίζω κάθε φορά ότι είναι πιο εύκολο να παραγγέλνεις σουβλάκια και αρχίζουν τα γνωστά περί βιταμινών και μετάλλων. Ρόμποκομπ μας κάνανε με τα σπανάκια και τις φακές, αλλά κουράγιο πουθενά.

Έχουμε νοικιάσει εδώ και πέντε μέρες κάποια dvd, που σίγουρα θα ολοκληρώσουμε σε καμμιά βδομάδα. Τον άρχοντα των δαχτυλιδιών, τον είδαμε σε τέσσερα μίνι επεισόδια. Ουσιαστικά τα dvd, τα έχουμε για τη χώνεψη. Τρώμε σαν γουρούνια στο κρεβάτι και στα πρώτα δέκα με δεκαπέντε λεπτά αρχίζουμε εναλλάξ τα ροχαλητά. Εντάξει, εγώ δεν ροχαλίζω, αλλά επειδή οι φήμες υπάρχουν, θα κάνω την πάπια. Η μαλακία είναι ότι δεν έχουμε συγχρονισμό στον ύπνο. Κοιμόμαστε σε διαφορετικά σημεία της ταινίας με αποτέλεσμα, μέχρι την επόμενη μέρα να βγάλουμε άκρη πού είχε μείνει ο καθένας, ξαναψοφάμε. Τα περισσότερα dvd, τα γυρνάμε άθικτα.

Όταν κλείνει νωρίς καμμιά φορά το video club, την βγάζουμε με ντοκυμαντέρ. Είναι εγγύηση ότι θα έχουμε συγχρονισμένο ύπνο. Ειδικά με αυτήν την χαρακτηριστική φωνή αυτού του κυριούλη που ποτέ δεν θυμάμαι τ΄όνομά του. Ύπνωση σκέτη είναι.

Η μόνη μαλακία, είναι ότι δεν προλαβαίνουμε να τα πούμε. Περιμένουν οι πελάτες πότε θα σχολάσει εκείνος, για να πουν τα ποδοσφαιρικά τους. Μου σκάει ένα φιλί στα πεταχτά, καμμιά φορά και μια αγκαλίτσα και αρχίζει τις αναλύσεις. Ότι πούμε στο αυτοκίνητο κι αυτό αν δεν ακούμε sport fm. Τουλάχιστον, κάθε πρωί και κάθε βράδι μας φτιάχνει λίγο η διάθεση με το ραδιόφωνο. Πετάνε κάτι ατάκες, που μας θυμίζουν να γελάσουμε παρέα.

Μερικά βράδια, όταν τα σουβλάκια έρχονται γρήγορα και έχουμε πιει κάνα μεταμεσονύκτιο φραπεδάκι, καθόμαστε και τρώμε στον καναπέ. Βάζουμε τα σουβλάκια αραδιαστά στο τραπεζάκι και κοκορευόμαστε πόσο γαμάτα είναι να τρως σε καναπέ καθιστός.

Έτσι είναι και οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων που γνωρίζω. Ζεις σχεδόν όλη σου τη ζωή με τους συναδέλφους, λες τα μισά απ΄αυτά που θέλεις, αγαπάς τον άνθρωπό σου, αλλά από μακριά. Ακόμα κι όταν συναντηθείτε, υπάρχουν τόσα πολλά που έχουν μείνει πίσω και τρέχεις να τα προλάβεις.

Σήμερα θα πλύνουμε μπολάκια, θα βάλουμε μπουγάδα, θα φάμε σουβλάκια και θα ροχαλίζουμε μετά. Ίσως προλάβουμε να πούμε και καμμιά κουβέντα. Η πιο όμορφη στιγμή της μέρας, είναι λίγο πριν κοιμηθώ. Όταν έρχεται η στιγμή της αγκαλίτσας. «Αγκαλίτσα;» μου λες, «μου λείπεις» σου λέω και ας σε σφίγγω στην αγκαλιά μου.

ΤΥΨΕΙΣ

Επειδή νοιώθω ότι έχω αδικήσει τον Γητευτή, ας μου επιτραπεί αυτό το αναλυτικότερο κείμενο, τουλάχιστον για να μπορέσω σε πιο χαμηλούς τόνους να εξηγηθώ καλύτερα. Όλα αυτά, γιατί ένα παιδί 24 χρονών, θεωρώ ότι έχει τα περιθώρια να ακούσει, να σκεφτεί και όλη τη ζωή μπροστά του για να τα ζήσει. Ας μην θεωρηθούν σοφίες ή υποδείξεις, είναι απλά η δική μου γνώμη και μια αφορμή για μια συζήτηση που δεν άφησα να γίνει.

Είναι ευκολότατο να ρίχνουμε το φταίξιμο σε ομάδες ανθρώπων, σε συνομωσίες, σε σεξουαλικές συμπεριφορές. Είναι εύκολο να κολλάμε την ταμπέλα «πούστης», «λεσβία», «διεστραμμένος». Το δύσκολο, είναι να πλησιάσουμε έναν έναν από αυτούς τους ανθρώπους και να τους προσεγγίσουμε. Να δούμε και την δική τους οπτική. Το να είσαι ομοφυλόφιλος, δεν είναι κάτι που το επέλεξες, κάτι που πειραματίστηκες και το διάλεξες, είναι η ίδια σου η φύση. Όταν λοιπόν ζεις μια ζωή όπου είσαι αρνητικά δακτυλοδεικτούμενος για κάτι τέτοιο, όπως ας πούμε, ένα μοντέλο είναι θετικά δακτυλοδεικτούμενο για την εξωπραγματική ομορφιά του, φαντάζεσαι πόσο δύσκολο είναι.

Φαντάζεσαι επίσης, πόσο απάνθρωπο είναι, ένα μικρό παιδί σαν κι εσένα, που απλά ακολουθεί την ετεροφυλόφιλη φύση του, να τσουβαλιάζει με αυτόν τον τρόπο ανθρώπους, που δεν το αξίζουν. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιώ για τέτοιες περιπτώσεις και πιάνει σε αρκετά παιδιά, είναι το εξής. Πάρε έναν άνθρωπο που δεν συμπαθείς για λόγους που είναι πάνω απ΄την επιλογή του και βάλτον νοητά σε ένα δωμάτιο μόνο του. Γύμνωσέ τον από ρούχα, σεξουαλική συμπεριφορά και οτιδήποτε άλλο σε ενοχλεί και δες τον. Είστε ίδιοι. Τίποτε επάνω του δεν τον κάνει λιγότερο ή περισσότερο άνθρωπο από σένα. Έχει ένα σώμα, μιά καρδιά, δυό μάτια. Το να τον υποτιμάς, εκτός από απάνθρωπο και άκαρδο, είναι απαξίωση της φύσης του ανθρώπου που αποδεδειγμένα δεν περιορίζεται στις συνήθεις και αποδεκτές σεξουαλικές συμπεριφορές.

Δεν είμαι μοντέρνα, ούτε και απελευθερωμένη. Είμαι ετεροφυλόφιλη και με τον ίδιο άνθρωπο, παραπάνω απ΄την μισή μου ζωή. Προσπαθώ όμως να μην χωρίζω τους ανθρώπους σε γυναίκες, άντρες, χοντρούς, ομοφυλόφιλους, λεσβίες. Είμαστε όλοι άνθρωποι και αξίζουμε την ίδια αντιμετώπιση σε όλα.

Αναλογίσου τέλος, πού σε οδηγεί αυτός ο τρόπος σκέψης. Είσαι πολύ κοντά στο να συνεχίσεις αυτή την λογική, εναντίον Εβραίων, νέγρων και ότι τραβηγμένο ξεκινά από αφορισμούς φυσικών ή άλλων επιλογών που δεν βλάπτουν κανέναν εκτός από την «ηθική»* μας.

* Ηθικό = ότι γουστάρω, Ανήθικο = ότι δεν γουστάρω (απλός αλλά πολύ περιεκτικός ορισμός από μιά φίλη)

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2005

ΚΡΑΤΟΣ – ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Κράτος : Είναι εκείνο το σύνολο των μηχανισμών, που λειτουργούν με σκοπό την διακυβέρνηση, την σωστή λειτουργία και την ευμάρεια μιας χώρας.

Εκκλησία : Είναι εκείνο το σύνολο των μηχανισμών, που λειτουργούν με σκοπό την διακυβέρνηση, την σωστή λειτουργία και την ευμάρεια της θρησκείας των ορθόδοξων χριστιανών.

(εντάξει, αυτές ήταν δικές μου ερμηνείες – χωρίς πολλές πολλές σάλτσες)

Ο διαχωρισμός Κράτους – Εκκλησίας είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε να ήταν δεδομένο. Ο όρος «κράτος», αφορά το σύνολο του πληθυσμού μιας χώρας και ο όρος «εκκλησία» ένα μεγάλο υποσύνολο αυτής. Εκτός αν κάποιοι αποφασίσουν να λέγονται, ας πούμε, Μαδαγασκάροι πολίτες και τότε θα έπρεπε να συζητάμε τον διαχωρισμό Κράτους – Πολιτών, αλλά δεν φτάσαμε ακόμα εκεί.

Όταν πήγαινα δημοτικό, είχα στην τάξη μου και ένα ξαδελφάκι, που ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά. Τον υποχρέωναν κάθε πρωί να κάνει προσευχή μαζί μας και στο μάθημα των θρησκευτικών άκουγε συνέχεια σπόντες για την θρησκεία του. Όταν μας πήγαιναν εκκλησία, ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει και πάντα είχαμε φασαρίες όταν προσπαθούσαν να τον βάλουν σηκωτό μέσα στον ναό. Αργότερα, στον στρατό, πήγε πέντε χρόνια φυλακή γιατί αρνήθηκε να πιάσει όπλο και πλέον έχει γίνει πιο φανατικός απ΄τους Ταλιμπάν. Στον γάμο της αδελφής του, γνώρισα πρώτη φορά την εκκλησία του και η αλήθεια, η τελετή μου φάνηκε απίστευτα υποτιμητική για την δεκαεφτάχρονη ξαδέλφη (να υπακούς τον σύζυγό σου, να μην φέρνεις αντιρρήσεις, απαγορεύεται να χωρίσετε κ.τ.λ.), αλλά σέβομαι την πίστη του και το δικαίωμά του να την ακολουθεί. Όπως και οποιαδήποτε άλλη θρησκεία υπάρχει, αρκεί να μου δίνεται το δικαίωμα να συμφωνήσω, να διαφωνήσω, να ακολουθήσω ή να απέχω.

Ο διαχωρισμός κράτους - εκκλησίας, έγκειται καθαρά στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην κατάργηση του στιγματισμού, του εξαναγκασμού και της ψυχολογικής βίας, όπως αυτή που υπέστη ο ξάδερφός μου. Ειδικά στην εποχή μας, που τα σχολεία είναι γεμάτα παιδάκια από διαφορετικές θρησκείες. Όσο είναι νωρίς πρέπει να τα διαφυλάξουμε από τον ρατσισμό, που τα περισσότερα έχουν ήδη υποστεί. Στην γειτονιά μου, τα παιδάκια χωρίζονται σε παρέες, ανάλογα την εθνικότητα και την θρησκεία, με τους γονείς, φρουρούς και τους δασκάλους άδολους προσηλυτιστές.

Η εκκλησία, έχει κάθε λόγο να αντιδρά και να προσπαθεί να διατηρήσει την «συνοχή» των πιστών. Είναι το τελευταίο οχυρό που της έχει μείνει, πριν την πλήρη κατάρρευση της ιερότητάς της. Οι περισσότεροι κληρικοί, ενώ θέλουν να συμβαδίζουν με την εποχή και την σεξουαλική απελευθέρωση, αρνούνται να σταματήσουν να είναι οι μπροστάρηδες της επανάστασης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, την αλλοίωση του Έθνους, στα «κουσούρια» και ενάντια στο 666 που έχει εισβάλλει στις ταυτότητές μας. Βέβαια, αγνοώντας πάντα τις πιο μαύρες εποχές του Έθνους, όπως η Δικτατορία, αλλά αφού δεν έπληξε τον χριστιανισμό, δεν πρέπει να ήταν τόσο κακή, στην τελική.

Εμείς όμως ως άνθρωποι, τί κάνουμε; Η πλειοψηφία των πολιτών, πιστεύει στον χριστιανισμό και στις διδαχές του. Η εκκλησία είναι κάτι τελείως διαφορετικό, είναι εγκαταστάσεις, είναι πλούτη, είναι ιερατείο, είναι εκφοβιστικοί και απογορευτικοί κανόνες, είναι ότι πάντα ο χριστιανισμός πολεμούσε και τελείως ενάντια στην φιλοσοφία του. Πώς μπορείς να ασπαστείς το «αγαπάτε αλλήλους», έχοντας παράδειγμα τον Χριστόδουλο με τον Ειρηναίο και όλους τους υπόλοιπους καυγάδες των ιερέων, που διασύρονται καθημερινά; Πώς μπορείς να πεις το «ο έχων έναν χιτώνα...», έχοντας μάθει τις αστρονομικές τιμές των αμφίων και φορώντας λιωμένα παπούτσια; Πώς μπορείς να δεχτείς το «ου μοιχεύσεις», όταν το ιερατείο με ροζ εσώρουχα και ερωτικές περιπτύξεις, δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από την τελευταία πόρνη της Αθήνας; Πώς μπορείς να ασπαστείς το «ου ψευδομαρτυρήσεις», όταν στους κόλπους της εκκλησίας έχουν στηθεί ολόκληρα δικαστήρια με ίντριγκες, απατεωνιές και ριφιφί που θα ζήλευε και ο Αλ Καπόνε;

Δεν θέλω να γίνω άλλο γραφική, αν και νομίζω ότι η γραφικότητα είναι παρεξηγημένη έννοια και είναι από τους μόνους τρόπους προσέγγισης που ταιριάζουν στο μικρό μου μυαλό. Απλά θεωρώ ότι όταν έχουμε να υπηρετήσουμε μία θρησκευτική πεποίθηση, πρέπει να δίνουμε το παράδειγμα, πρέπει να ακολουθούμε κατά γράμμα τις διδαχές της, ή αν τέλος πάντων είναι αδύνατον, γιατί «είμαστε κι εμείς άνθρωποι», να φτιάξουμε μια δικιά μας θρησκεία, στα ανθρώπινα μέτρα μας, που θα μπορούν όλοι να ακολουθήσουν.

Πριν ένα χρόνο, στην γειτονιά μου, αρρώστησε με λευχαιμία, ο Αλέξανδρος εννιά χρονών. Μια φορά την εβδομάδα, εκπρόσωποι του ναού, χτυπούσαν τα κουδούνια και όλοι οι κάτοικοι έδιναν ένα ποσό για την ανέγερση ενός υπέροχου και τεράστιου ναού. Όταν ο Αλέξανδρος αρρώστησε, η μαμά του αποτάνθηκε στον Ναό για βοήθεια. Έπρεπε να σταλεί ο μικρός στην Αμερική για θεραπεία. Η εκκλησία το αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα ήταν τσάμπα λεφτά, γιατί ο μικρός ήταν ετοιμοθάνατος. Οι εκπρόσωποι του ναού, ακόμα χτυπάνε τα κουδούνια και εισπράτουν κάθε βδομάδα χρημάτα από τους κατοίκους για την αποπεράτωση του ναού.

Ο Αλέξανδρος πέθανε, ο ναός έχει κάτι μερεμετάκια ακόμα και εγώ επιλέγω να είμαι γραφική.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2005

ΟΧΙ, ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΩ ΛΗΓΜΕΝΑ

(...απλά έφτιαξα έναν ιό που δεν προσβάλλει υπολογιστές, αλλά τους μαλάκες που τους φτιάχνουν – οι υπόλοιποι ΜΗΝ το διαβάσετε)

Μιά φορά κι έναν καιρό, ένα ζευγάρι μέσα σ΄ένα παραμύθι, βρήκε ένα κοριτσάκι χωμένο με τον κώλο, σ΄ένα λάχανο στον κήπο. Επειδή δεν είχαν παιδάκια, αποφάσισαν να το κρατήσουν και το έντυναν πάντα στα λαχανί. Το αγαπούσαν πολύ και κάθε μέρα το έστελναν στο δάσος, για να πάει πρέζα στην γιαγιά. Το κοριτσάκι έπαιρνε το καλαθάκι του και προχωρούσε στο δάσος τραγουδώντας και μαζεύοντας μπιφτέκια. Ο αλήτης, ο γάτος με τα παπούτσια, πάντα καραδοκούσε μπας και βουτήξει την μικρή, αλλά ο γουρούνης με τα τρία γουρουνάκια, την προστάτευαν.

Πηγαίνοντας μια φορά στο σπιτάκι της γιαγιάς, το κοριτσάκι χάθηκε. Βολόδερνε από ΄δω, βολόδερνε από ΄κει και βρέθηκε ξάφνου σε ένα μικρό μικρό σπιτάκι, ίσα που χώραγε να μπει. Παντού όλα, ήταν ανά οχτάδες. Οχτώ κρεβατάκια, οχτώ σερβίτσια στο τραπέζι, οχτώ κομπινεζά. Στο τσουκάλι υπήρχε μπόλικο ζεστό μπριάμ, οπότε η μικρή, αφού πείναγε σαν λύκος, το βούτηξε και το τρέλλανε στις παπάρες. Αμέσως μετά, άραξε τουμπανιασμένη σε ένα κρεβατάκι και ξεράθηκε.

Όταν ξύπνησε, από πάνω της στέκονταν οι οχτώ πεινασμένοι νοικοκυραίοι του σπιτιού. Ο Πινόκιο, ο Τζακ, η Φασολιά, η Στρουμφίτα, ο Μπάμπης (ο Σουγιάς), η ΣταχτοΜπούτα, η Χιονάτη και η Καρλότα. Την βούτηξαν απ΄το λαιμό και την πίεσαν να τα ξεράσει όλα. Τους είπε ότι χάθηκε πηγαίνοντας στην κωλόγρια και για να τους ξεπληρώσει την μάσα, αποφάσισαν να την κάνουν δουλάρα. Η ζωή της από τότε έγινε μαύρη. Έπλενε, σιδέρωνε, μπάλωνε, μαγείρευε και τους καθόταν κιόλας.

Βασιλόπουλο σ΄αυτό το παραμύθι, δεν υπήρχε εύκαιρο, γιατί στο τελευταίο δημοψήφισμα, τον έστειλαν στην χώρα του Ποτέ. Η κακιά μάγισσα με το μήλο, άνοιξε φραντσάιζ με μηλόπιττες και η νεραιδονονά κλέφτηκε με τον Μαύρο Πιτ. Σκούρα τα πράγματα. Έπρεπε να βρει κάποιον να την σώσει, να την καταραστεί, κάτι τέλος να γίνει, για να βγει απ΄αυτή την άδικη ζωή. Μία μέρα που όλοι είχαν γυρίσματα στα παραμύθια τους, ο Μπάμπης ντέρμπυ και η Καρλότα εγχείρηση παραμονής φύλου, βούτηξε λίγο φαί και αποφάσισε να δραπετεύσει.

Είχε πια νυχτώσει και ήταν μόνη σε ένα σκοτεινό δάσος με μοναδικά υπάρχοντα, λίγο φαγητό και έναν γυάλινο δονητή που της άρεσε πολύ, όταν τον βρήκε κρυμμένο στο συρτάρι της ΣταχτοΜπούτας. Κατάκοπη, κάθισε για λίγο κάτω από μια αγριομπιφτεκιά για να ξαποστάσει και να αναλογιστεί το υπόλοιπο της πορείας της. To χέρι της, χάιδεψε τον γυάλινο δονητή στην τσέπη και αποφάσισε να τον περιεργαστεί, μέχρι να ξημερώσει. Τον κράτησε με τα δυό χέρια και αποπειράθηκε να τελειοποιήσει την τεχνική «το βαθύ λαρύγγι», όταν στην τρίτη γλυψιά, ο τόπος γέμισε καπνούς και πετάχτηκε από μέσα ένα φοβερό πλάσμα. «Με λένε Πουτζίνι» της φώναξε, «και έχεις μόνο μία ευχή». Το καπνισμένο τέρας είχε κατατρομάξει την μικρή, που παρά τον φόβο της, άρχισε να αναλογίζεται τί να ζητήσει.

Ήθελε το παραμύθι της, να είναι το καλύτερο, αλλά δεν ήθελε να τελειώσει με το σιχαμερό «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Ήθελε να ζήσει αυτή «καλύτερα» και χέστηκε για το «εμείς». Το Πουτζίνι την κοίταγε εξαγριωμένο και η μικρή δεν έλεγε να αποφασίσει.Πέρασε καμμιά ώρα, ώσπου η σιωπή έσπασε με μια ανατριχιαστική κραυγή : «Γκαγκάααααν...τέλος χρόνου. Για τιμωρία, θα γίνεις πουτάνα στο Άμστερνταμ», ούρλιαξε το τέρας. Με ένα φύσημα λοιπόν, εξαφάνισε την μικρή και από τότε το Άμστερνταμ έχει γεμίσει πουτάνες.

Και έζησε αυτή σκατά κι εμείς χειρότερα.

Υ.Γ.1 : Ελπίζω να σας γάμησα τον παιδικό σας κόσμο.

Υ.Γ.2 : Όλοι οι υπόλοιποι που το διαβάσατε, χαλαρώστε. Το Άμστερνταμ δεν έχει πουτάνες.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2005

FRIENDS

Όταν για μια εποχή στην ζωή μου, τα πράγματα ήταν λιγουλάκι πιο ανθρώπινα, το σπίτι μου κάθε βράδι, είχε πολύ κόσμο. Διασκορπισμένοι, άλλοι στο γραφείο, άλλοι στο σαλόνι, άλλοι στο τραπέζι της τραπεζαρίας για επιτραπέζια παιχνίδια. Καμμιά δεκαριά φιλαράκια. Τα Σαββατοκύριακα ένιωθα σαν να ζούσα σε παιδική χαρά. Τότε ήταν, που μαζεύονταν όλοι και πολλές φορές ξεπερνούσαμε τους είκοσι. Βάζαμε όλοι μαζί λεφτά και αγοράζαμε καινούργια επιτραπέζια, μαγειρεύαμε εναλλάξ και νοικιάζαμε του κόσμου τις κασέτες.

Με την συγκεκριμένη παρέα δεν υπήρχαν διαφωνίες ως προς τα γούστα. Αν διαλέγανε μια ταινία που άρεσε μόνο σε έναν-δυό, οι υπόλοιποι το ρίχναμε στην πλάκα μέχρι να τους πείσουμε ότι η ταινία είναι σούπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «where is my car dude». Όσπριο στο σπίτι, δεν υπήρχε ποτέ. Ειδικά την εποχή που είχαμε κολλήσει με την πόκα. Τα λεφτά της μονόπολης δεν μας έφταναν ποτέ και τα συμπληρώναμε με φακές και φασόλια. Επειδή οι περισσότεροι ήταν άντρες και ανύπαντροι, όποτε έφτανε καινούργια κοπελιά στην παρέα, τους παραχωρούσαμε το μικρό δωμάτιο ή στρωματσάδα στο σαλόνι, μαζί με όσους άλλους έμεναν μακριά. Επειδή οι περισσότερες κοπέλες ήταν στο ίδιο μήκος κύματος, πολλές φορές ξυπνάγαμε πρωί πρωί και τα λέγαμε με τις ώρες.

Όλη μου η παρέα ήξερε πότε έκανα σεξ. Ήταν οι μόνες νύχτες που το σπίτι ήταν “closed till further notice”. Είχε φροντίσει ο άντρας μου να τους ειδοποιήσει, για να μην έχουμε απρόοπτα. Μια φορά τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο: «μάγκες, άμα γουστάρετε να έρθετε, εμείς πάμε και σε ξενοδοχείο, αλλά εγώ σήμερα θα γαμήσω». Τα τηλέφωνα εκείνα τα βράδια σταματούσαν να χτυπούν και οι γείτονες επιτέλους έβρισκαν πάρκινγκ στο στενό και λίγη παραπάνω ησυχία. Την επόμενη, τα γουρούνια, ήθελαν και λεπτομέρειες ή μου ανέλυαν την δική τους τεχνική. Ήξερα όλα τους τα χούγια στο κρεβάτι και τί κάνει ή δεν κάνει η κάθε μια κοπέλα που είχαν. Ένας μάλιστα, είχε χωρίσει την κοπέλα του, γιατί την πρώτη φορά που της κατέβασε το βρακί, αντίκρυσε έναν θάμνο και ξενέρωσε. «Να ξυρίζεσαι», μου τόνισε. Θεέ μου, τί είχα ακούσει. Αλλά ήταν όλοι ερωτεύσιμοι και τους ήξερα από μωρά. Ήταν όλοι αδέλφια μου.

Όταν είχε ποδόσφαιρο ήταν η καλύτερή μου. Οι κοπελιές έμεναν σπίτι τους γιατί σπάνια άντεχαν τις γαιδουροφωνάρες και εγώ κλεινόμουν στο γραφείο και έπαιζα Zeus, Pharaoh, και ότι άλλο παιχνίδι είχα κόλλημα εκείνη την εποχή. Αν ο αγώνας πήγαινε κατά διαόλου, με έβαζαν για το γούρι να ξεματιάσω την ομάδα, ή με έστελναν στο σαλόνι και κάθονταν όλοι στο γραφείο, στην μικρή τηλεόραση, για να προκαλέσουν την τύχη τους. Όταν πήγαιναν γήπεδο, έκανα την κυρία. Μάσκες, αποτριχώσεις,πεντικιούρ και μετά έφτιαχνα ένα τσαι με κανελογαρύφαλλo και την άραζα στον καναπέ. Ακόμα όμως και εκείνες τις σπάνιες μέρες, το σπίτι, μου φαινόταν άδειο. Είχα συνηθίσει την παρέα και οι τέσσερις τοίχοι με έπνιγαν.

Τώρα πια, τα φιλαράκια μου, άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι έγιναν γονείς, άλλοι μετακόμισαν μακριά, άλλοι ζευγάρωσαν. Τους βλέπω πολύ σπάνια και όταν έρχονται όλοι μαζί, το μαγαζί γίνεται ένα μπουρδέλο. Ένα γλυκό, ανταριασμένο και φωνακλάδικο μπουρδέλο που μου λείπει πολύ. Τώρα κανείς δεν ξέρει πότε είμαι καλά, πότε όχι, πότε μου λείπουν, πότε κάνω σεξ.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το σπίτι έχει ερημώσει. Εκεί που ήταν το σαλόνι, τώρα είναι αποθήκη με κούτες για το μαγαζί. Το γραφείο έγινε ένα τεράστιο βουνό από ασιδέρωτα ρούχα και η κουζίνα πια δεν χρησιμοποιείται. Τα λουλούδια μου στο μπαλκόνι χαρίστηκαν και τα πατζούρια είναι πάντα κλειστά. Το ίδιο και η ψυχή μου.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2005

Ν

Όταν πρωτοπήρα το αυτοκινητάκι μου, το πρώτο αξεσουάρ που φρόντισα να του βάλω, ήταν καθρέφτη λεωφορείου στην μέση του παμπρίζ και φως στο τασάκι. Ήθελα να είμαι πρώτα απ΄όλα ασφαλής. Του έδωσα και όνομα: Tσίφτης. Τους πρώτους μήνες, σε κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν, είχα δίπλα το manual και ανάλογα το λαμπάκι που άναβε, διάβαζα τις οδηγίες.

Ο μπαμπάς μου, με είχε προειδοποιήσει ότι αν το λαμπάκι είναι κόκκινο, πάντα να σταματάω το αυτοκίνητο και να του τηλεφωνώ. Όταν άναβε το λαμπάκι της βενζίνης, παρότι κόκκινο, είχα πάρει το κολάι και δεν σταμάταγα (εκτός αν σταμάταγε μόνο του). Το βιβλιαράκι μου βέβαια, δεν περιείχε το σηματάκι του χειρόφρενου και υπήρχαν αρκετές φορές που τηλεφωνούσα στον μπαμπά, προσπαθώντας να περιγράψω το σήμα στο λαμπάκι και άλλες τόσες, που τον αγγάρευα να έρθει, μόνο και μόνο για να κατεβάσει το χειρόφρενο, μέχρι να μάθω να αναγνωρίζω το συγκεκριμένο σηματάκι. Τα λαμπάκια του μπαμπά μου, τις περισσότερες φορές ήταν πιο κόκκινα απ΄ αυτά του αυτοκινήτου, αλλά το συγκεκριμένο μοντέλο, δεν είχε manual.

Είχε φροντίσει να μου βάλει ένα τεράστιο Ν στο πίσω τζάμι και δεν μου επέτρεπε να το βγάλω, μέχρι την ημέρα που θα μάθαινα όλα τα λαμπάκια, που θα μάθαινα τα φώτα ομίχλης (άκου μαλακία που έβαλαν οι άνθρωποι – πιο χρήσιμα θα ήταν φώτα για να βγάζω τα φρύδια μου, αλλά πού να τους κόψει), που θα έβαζα μόνη μου βενζίνη, που θα ξεχώριζα το baby oil απ΄το καστορέλαιο (...της castrol).

Μου ψιλοάρεσε για να πω την αλήθεια, το Ν. Όλοι μου έδιναν προτεραιότητα, μου άλλαζαν λάστιχο τσάμπα, με πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Ακόμη και στο παρκάρισμα, έβγαζαν τα αυτοκίνητά τους για να ξεπαρκάρω. Ευγενικότατοι. Εκτός από έναν αγενέστατο κύριο, που μου άφησε ένα σημείωμα κάποιο βράδι πολύ υβριστικό. Δεν έβρισκα χώρο αρκετά μεγάλο για να παρκάρω και άφησα το αυτοκίνητο πάνω σε ένα μικρό βουναλάκι άμμου έξω από μια οικοδομή. Έκατσε ο τσίφτης στα μαλακά και πήγα το βράδι να τον πάρω. Υπήρχε λοιπόν ένα τεράστιο σημείωμα σαν ταμπέλα, που έλεγε «είσαι μαλάκας ΜΕΓΑΛΟΣ». Αν έγραφε μεγάλος μαλάκας, οκ. Αλλά μαλάκας ΜΕΓΑΛΟΣ και με κεφαλαία, έδειχνε αδικαιολόγητη εμπάθεια και ευτυχώς που δεν τον πέτυχα νωρίτερα.

Στα φανάρια, μόλις άναβε το πράσινο, όλοι μου κόρναραν ευγενικότατα για να μου θυμήσουν να ξεκινήσω. Και ευτυχώς που το έκαναν, γιατί έπρεπε να θυμηθώ τις κινήσεις μία μία, ή να ανοίξω τις σημειώσεις μου και να κολλήσω όπως πάντα, κάνα πεντάλεπτο (γύρω στα δύο φανάρια), στο τί είναι το αμπραγιάζ. Το μπέρδευα πάντα με το πορτμπαγκάζ και πάντα αναρρωτιώμουν τί στο διάολο σημειώσεις εκκίνησης ήταν, που περιελάμβαναν τον αποθηκευτικό χώρο. Μετά από μερικά ατυχή περιστατικά, το έγραψα «αριστερό πεντάλ» και άφησα τα γαλλικά για τους ειδήμονες.

Μου είχαν μείνει όμως απωθημένο οι ταξιτζήδες. Δεν είχαμε και τις καλύτερες των σχέσεων πριν γίνω οδηγός, οπότε είχα αποφασίσει να τους εκδικηθώ. Οι συγκεκριμένοι, άρχιζαν τα κορναρίσματα πολύ πριν γίνει πράσινο το φανάρι, βλέποντας τρομοκρατημένοι κατάφατσα το Ν μου. Το έπαιζα λοιπόν κι εγώ Ν. Έσβηνα τη μηχανή, έβγαινα απ΄το αμάξι μου τρομοκρατημένη και τους ζητούσα βοήθεια. Όσοι δεν το χάβανε, άνοιγα το πορτμπαγκάζ και τους κότσαρα το τριγωνάκι πάνω στην οροφή, κάνοντας παράλληλα τον τροχονόμο για να αλλάξουν λωρίδα. Στο επόμενο φανάρι, κόλλαγα από πίσω τους και τους τρέλλαινα στα κορναρίσματα. Η εκδίκηση.

Με τράκαραν τρεις φορές και δεν έφταιγα σε καμμία. Ο φαρνατζής, πρότεινε να μου βάλει γύρω γύρω στραντζαριστά. Δεν ήξερα καν τί ήταν και επειδή δεν μου αρέσουν τα φανταχτερά πράγματα, αρνήθηκα. Το επόμενο τρακάρισμα ήταν το χειρότερο. Συγκρούστηκαν δύο αυτοκίνητα στην απέναντι λωρίδα και ήρθαν οι δύο οι μαλάκες και έπεσαν πάνω μου. Ο τσίφτης μου, εκτός από μονόφθαλμος, ήθελε πλέον και σιδέρωμα. Μέχρι να βρω χρόνο, τον κυκλοφορούσα όπως ήταν. Τρομοκρατούσε τους πάντες ένα σαραβαλιασμένο αυτοκινητάκι με ένα τεράστιο Ν από πίσω. Εκεί, να δείτε μεταχείρηση. Βασίλισσα με είχαν. Τρία αυτοκίνητα χώρο μου έκαναν για να ξεπαρκάρω.

Αποφάσισα να πάω συνεργείο, όταν μια μέρα μου κόλλησε άσχημα από πίσω ένα παπί. Από αυτά με τις πρα-πρα εξατμίσεις που σου παίρνουν το κεφάλι. Ευγενικότατη πάντα με τα δίτροχα, έκανα στην άκρη να περάσει. Τίποτα. Το ζώον είχε κολλήσει πίσω μου και έκανε διαρκώς οχτάρια, όποτε πήγαινε να χωθεί. Μετά από πολλή ώρα, με προσπέρασε χαιρετώντας με, με το μεσσαίο δάχτυλο. Τί μαλάκας! Ενώ όμως είχε απομακρυνθεί, εγώ συνέχιζα να ακούω τον καταραμένο θόρυβο. Τα λαμπάκια ήταν όλα σβηστά, εκτός από το τασάκι. Στον μεγάλο καθρέφτη μου, δεν υπήρχε άλλο μηχανάκι από πίσω και σταμάτησα στην άκρη, για να δω τί συμβαίνει.

Είχε ξεκολλήσει γαμώτο το φανάρι και το ΄σουρνα σ΄όλο τον δρόμο. Ρόμπα. Πήρα ένα σελοτέιπ από ένα βιβλιοπωλείο, το κόλλησα όπως όπως και άντε πάλι στον μάστορα.Μετά από κάνα χρόνο και πολλά παρακάλια, ο μπαμπάς πείστηκε να βγάλουμε το Ν. Μου πήρε δώρο παπούτσια για οδήγηση που τα ΄χα σε ένα σακουλάκι κάτω απ΄το κάθισμα και καινούργιο καθρέφτη, πιο μεγάλο απ΄τον προηγούμενο.

Δυό τρία τρακαρίσματα μετά και πολλά πολλά φάσκελα, ξανάβαλα το Ν, από μόνη μου (για να λυθούν οι όποιες παρεξηγήσεις, πλήρωσα για το δίπλωμα μόνο την τέταρτη φορά).

ΚΑΜΑΚΙ

Το άθλημα αυτό, δεν το πολυσυμπαθώ. Μερικές φορές αναρρωτιέμαι γιατί τόσοι πολλοί επιδίδονται σ΄αυτό σαν μανιακοί. Πραγματικά, δεν έχω γνωρίσει καμμιά που να έχει υποκύψει σ΄αυτό, αν και πολλές φίλες μου κολακεύονται αρκετά απ΄την διαδικασία, αρκεί να μην είναι χυδαία και πιεστική. Καταλαβαίνω την ανάγκη για άντρες και γυναίκες να κοιτάξουν κάτι πολύ όμορφο και σε καμμία περίπτωση δεν το θεωρώ απιστία ή ότι άλλο τραβηγμένο για το οποίο κατηγορούνται, άδικα κυρίως, οι άντρες.

Ο πεινασμένος, φαίνεται όμως από μίλια μακριά. Δεν θα κοιτάξει μόνο, θα μιλήσει, αν μπορέσει θα αγγίξει και στην χειρότερη θα πει ότι μαλακία του έρθει στο μυαλό. Η διακριτικότητα δεν είναι το ατού του. Ελάτε για λίγο στην θέση μας. Κάθε γυναίκα, ανεξαρτήτου εμφάνισης, έχει βρεθεί σ΄αυτήν την δύσκολη θέση. Πιστέψτε με, το πατρικό μου ήταν κοντά σε γήπεδο και έχω ακούσει ότι μπορείτε να φανταστείτε. Αυτά τα περιστατικά, για καιρό είχαν καθορίσει το πώς θα ντυθώ, το πώς θα περπατήσω, από ποιούς δρόμους θα διαλέξω να πάω σπίτι.

Ήταν μια καθημερινή καταπίεση, γιατί οι τύποι που σύχναζαν στα γήπεδα (υπό την επήρρεια του όχλου), είχαν ξεφύγει από κάθε όριο. Μεμονωμένα, μπορεί να ήταν αρκετά συμπαθητικά παιδιά, αλλά σε μπουλούκια των είκοσι, μαινόμενοι ταύροι. Όλα άλλαξαν όταν πήρα αυτοκίνητο. Δεν είχα να ασχοληθώ με κανέναν καυλωμένο ταρίφα, κανέναν εφαψία στο λεωφορείο, κανέναν ανώμαλο που θα μου έκλεινε τον δρόμο με το αυτοκίνητό του, βγάζοντας σιχαμερά την γλώσσα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γιατί πάρκινγκ δεν υπήρχε κοντά στην δουλειά μου και ούτως ή άλλως δεν μπορούσα να αποφύγω το περπάτημα.

Δεν έχω βρίσει κανέναν από δαύτους, αλλά πολλές φορές ένοιωθα έτοιμη για εμετό από αυτά που άκουγα. Άρχισα λοιπόν να προσπαθώ να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους κάποιος θα έκανε κάτι τόσο σιχαμερό. Προφίλ συγκεκριμένο δεν υπήρχε. Όλες οι ηλικίες, όλες οι φάτσες, απ΄όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Οι φίλες μου, αηδιασμένες και τσαντισμένες τις περισσότερες φορές, έφταναν στα άκρα. Από σφαλιάρες και τσαντιές, μέχρι μηνύσεις. Εγώ, απλά τους απέφευγα.

Μέχρι εκείνο το βράδι που γύριζα σπίτι απ΄την δουλειά και έπρεπε να περπατήσω κάνα δεκάλεπτο μέχρι το αυτοκίνητο. Φορούσα ένα σιχαμερό αλλά απαραίτητο ταγιεράκι για την δουλειά μου και τακούνια που δυσκόλευαν αρκετά το γρήγορο περπάτημα. Ήταν γύρω στις δέκα το βράδι και ο Πειραιάς ήταν σχεδόν άδειος, ειδικά στην ερημιά που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο, απ΄την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένας ηλικιωμένος άντρας που μου γέλαγε πονηρά από μακριά. Έτρεμα, και πριν ακόμα πλησιάσει, έβαλα την τσάντα μου ακριβώς πάνω στον κώλο μου, για να προλάβω τα χειρότερα. Ο τύπος όσο πλησίαζε, ερχόταν ακριβώς κατά πάνω μου. Πήγαινα λίγο πιο δεξιά, το ίδιο και εκείνος. Πήγαινα πιο αριστερά, ο ανώμαλος το ίδιο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή τη φορά δεν θα γλίτωνα ούτε το χούφτωμα, ούτε το κλέψιμο και άρχισα να φοβάμαι τα χειρότερα. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά, οι δρόμοι άδειοι και δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Θα πήγαινα σαν το σκυλί στ΄αμπέλι. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε το μικρό μου μυαλό των είκοσι χρόνων.

Καταπαγωμένη και μην μπορώντας να αντιδράσω ένιωσα τις ζεστές χερούκλες του στο πρόσωπό μου. Είχε πλησιάσει τόσο κοντά, με κοίταγε κατευθείαν στα μάτια και ήταν μια αναπνοή απ΄το να με φιλήσει. Είχα χεστεί επάνω μου, μέχρι που τον άκουσα να μου λέει «είσαι μια γλύκα» και ξαφνικά με άφησε σύξυλη στην μέση του δρόμου και έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο.

Ήταν το πιο τρομακτικό και ταυτόχρονα το πιο όμορφο καμάκι, που μου έχουν κάνει ποτέ. Αυτά τα μάτια του γερούλη δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, ούτε και την παγωμάρα μου για όση ώρα έμεινα ακίνητη, μέχρι να συνειδητοποιήσω τί είχε συμβεί.

Κύριοι που επιδίδεστε στο άθλημα, δεν ξέρω τί σας ωθεί να είστε τόσο γελοίοι και σιχαμεροί. Δεν μας αρέσουν οι κρεμασμένες παλόμενες γλώσσες, , δεν καυλώνουμε με το χούφτωμα, δεν θέλουμε να μάθουμε τί θα κάνετε στον πάτο μας. Τουλάχιστον, αν πρέπει να το κάνετε, μάθετε απ΄τους καλύτερους και κάντε το έτσι.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2005

ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ

(...γιατί χρειάζεται η άσκοπη πολυλογία καμμιά φορά)

Αρχίζει και αλλάζει πάλι ο καιρός. Σκοτεινιάζει νωρίς, κλείνω πλέον την πόρτα τα μεσημέρια, ακούω λιγάκι πιο δυνατά τις μουσικές μου, τα δάχτυλά μου μονίμως παγωμένα, οι πελάτες πιο λίγοι. Πάντα γέλαγα, όταν η κουβέντα πήγαινε στον καιρό. Και να, τώρα, που δεν έχω τίποτε να γράψω, και μιλάω για τον καιρό. Είμαι περίεργη να δω που θα καταλήξω.

Τελικά μέσα από τους πελάτες μου, έχω ένα καλό δείγμα της κοινωνίας. Των συμπεριφορών, της οικονομικής κατάστασης, του ρατσισμού και άλλων πολλών χαρακτηριστικών. Θα βάλω καμμιά κάλπη καμμιά μέρα και θα σας φτιάξω δημοσκοπήσεις, που θα τρίβετε τα μάτια σας.

Ας πούμε, όταν πλακώνουν οι αφραγκιές, όλοι με πληρώνουν με κέρματα. Και δεν εννοώ χοντρά κέρματα, εννοώ τα χάλκινα. Επειδή το ΄χω περάσει κι εγώ στο παρελθόν, προσπαθώ να είμαι πολύ ευγενική και τους ευχαριστώ για τα κέρματα για να νοιώσουν λίγο καλύτερα, γιατί στα πέτρινα χρόνια ήταν το χειρότερό μου να με στραβοκοιτάνε μέχρι να τα μετρήσω. Όταν πληρώνονται τις συντάξεις, με πλακώνουν στα πενηντάρικα και δεν ξέρω πού να κρυφτώ. Νέοι και γέροι (δεδομένου ότι στην περιοχή μου, λόγω ανεργείας όλοι ζουν πλέον απ΄τις συντάξεις των ηλικιωμένων), ξεσκίζονται στην κατανάλωση και μετά πάλι τεφτεράκι.

Ξέρω ότι μερικοί πελάτες, αν τους δώσω βερεσέ, δεν θα τους ξαναδώ. Άλλοι, κάνουν ότι το ξεχνάνε και άλλοι με βγάζουν τρελλή. Έχω στάνταρ ένα ποσό την ημέρα που θα πάει υπερ πίστεως και πατρίδας. Το πιο εκνευριστικό μου, είναι η πουτανιά. Έχω πολλά τέτοια παραδείγματα, αλλά το πιο χαρακτηριστικό μου συνέβη πριν λίγες μέρες.

Πάρκαρε έξω απ΄το μαγαζί μου, μια Μερσεντές τεράστια, μαύρη με φιμέ τζάμια. Κατέβηκε μια γκομενάρα που σπάνια συναντάς έτσι απλά στον δρόμο και μπήκε στο μαγαζί μου. Ήταν δίμετρη, καρακουκλάρα και αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι τα βυζιά της ήταν τεράστια και δυσανάλογα με το υπόλοιπο σώμα. Κοκκάλωσα τελείως. Όλη η γειτονιά την χάζευε και ο Σωκράτης που έχει καφετέρια απέναντι, ακόμα μου λέει για τον θεικό κώλο της. Μπήκε μέσα, εξυπηρετούσα δυό τρεις πελάτες και μου ζήτησε ευγενικότατα αν έχω να χαλάσω εικοσάευρο. Χωρίς να το σκεφτώ, άνοιξα το συρτάρι και της έδωσα δυο δεκάευρα. Τέτοιο τρέξιμο δεν έχω ξαναδεί. Έτρεξε με τα τακούνια μέχρι την Μερσεντές και με ένα φοβερό σπινιάρισμα εξαφανίστηκε. Έμεινα τελείως μαλάκας. Αυτή τη φορά όμως, δεν έβαλα τα κλάμματα. Να πάει να γαμηθεί κι η γκόμενα (που μάλλον το κάνει ασύστολα), χέστηκα και για τα είκοσι ευρώ. Μου ΄χουν κλέψει με ανάλογους τρόπους, σχεδόν μια περιουσία, εδώ θα κόλλαγα; Έφαγα και την ανάλογη καζούρα απ΄τον Σωκράτη και όλους τους καφετερόβιους μετά και στάνιαρα.

Μυαλό όμως δεν βάζω. Η πουτανιά, η κλεψιά και η μαλακία είναι μέσα στο παιχνίδι. Θα την ξαναφάω σύντομα, με την αφέλεια που κουβαλάω και θα μείνω μετά μαλάκας να τα γράφω στο μπλογκ. Καργιόλα, είμαι σίγουρη ότι το πληρώνεσαι ήδη.

Κοίτα ρε, πού κατέληξα. Πάλι βρίζω. Και να φανταστείτε ότι έχω ένα φιλαράκι που αντιπαθεί τις γυναίκες που βρίζουν και βγάζει καντήλες όταν ανοίγω το στόμα μου. Αλλά ρε γαμώτο, αφού ήταν καργιόλα και πουτάνα, πώς να την πώ; Βάλτε μου πιπέρι.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2005

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΨΙΛΙΚΑΤΖΙΔΙΚΟΥ

Εδώ Καλτσόβρακο (δις).
Σας μιλάω απο το Ψιλικατζίδικο, το γνωστό ντε!
Ζήτω η υποκουλτούρα, ζήτω τα blogs με φωτογραφίες!
Πάρτε και έναν πύγο να 'χετε και έναν καλό πήδο να 'χετε!



Μπουρδέλο το 'κανα το μαγαζί! Χαχαχαχα!

Σε λίγο θα αποχωρήσω αδέλφια, μην διαβάζετε αυτά που γράφονται εδώ.
Είναι προπαγάνδα, είναι πράκτορας (η Ψιλικατζού, είπαμε) των μεγάλων εταιριών!
Κάτω η Tasty, η Coca Cola, η ΦΑΓΕ, η ΔΕΛΤΑ, η PEPSI, το ΙΚΑ και η Phillip Morris, Oλέ!

Δώστε τα λυγμένα στο λαό, μην τα επιστρέφετε στις εταιρείες. Πάλι λυγμένα τα φέρνουν!

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΛΤΣΟΒΡΑΚΟΥ






ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΥΡΩ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Πριν λίγο καιρό είχε ανακαλυφθεί το φάρμακο του καρκίνου από έναν φαρμακοποιό στα Τρίκαλα. Μιλούσε σε όλο τον κόσμο για την ανακάλυψή του αυτή και έδινε το σκεύασμα δωρεάν για να σώσει τον κόσμο. Διαχώριζε τον εαυτό του από τους τσαρλατάνους και θα δεχόταν να γίνουν αναλύσεις για να αποδείξει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Το ότι το έδινε σε αρρώστους, πριν γίνουν τα πειράματα και με την προυπόθεση να μην κάνουν χημειοθεραπεία, ήταν ψιλά γράμματα.

Έφυγε μετά στο εξωτερικό για να παρεμποδίσει τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες να κουκουλώσουν ή να οικειοποιηθούν με σκοπό το κέρδος, το φάρμακό του. Έφυγε κατατρεγμένος απ΄την Ελλάδα έπειτα από κατηγορίες για τσαρλατανισμό, με σκοπό να γίνουν αναλύσεις στο φάρμακό του. Ένας επιστήμονας που στιγματίστηκε πριν επιβεβαιωθεί. Στα πειράματα του εξωτερικού, το «φάρμακο» αποδείχτηκε απάτη. Ή, να μην το τραβήξουμε πολύ, αποδείχτηκε αναποτελεσματικό. Το φαρμακείο του, έκλεισε μετά από καταγγελίες ανθρώπων που τον εμπιστεύτηκαν με αντάλλαγμα την ζωή τους.

Στην θέση του φαρμακείου πλέον, ο κύριος Χρηστος Καραμέτας άνοιξε ιατρείο. Προβιβάστηκε μόνος του, σε γιατρό. Το φάρμακο πλέον πωλείται εκεί, στην τιμή των 350 ευρώ. Προφανώς παραμένει ανθρωπιστής, απλά λόγω των αστήρικτων κατηγοριών, πρέπει να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Πρόσφατα τον επισκέφτηκαν συγγενείς μου. Δεν αντέδρασα και μέσα μου, για να είμαι ειλικρινής, ανακουφίστηκα για λίγο. Αν υπάρχει έστω και ένα μικρό φαρμακάκι κρυμμένο στην πιο απομακρυσμένη σπηλιά της γης ή ακόμα και έξω από τον γαλαξία, το θέλω πολύ και τριακόσια πενήντα ευρώ είναι πολύ λίγα. Ακόμα και αν αυτό το φαρμακάκι είναι ψεύτικο, ακόμα κι αν απλά δώσει λίγο φως στα μάτια των ανθρώπων μου που το αγόρασαν, αρκεί να το πιστεύουν εκείνοι και να απαλύνει για λίγο τον πόνο τους.

Κύριε Καραμέτα, δεν θα σταθώ στα κίνητρά σας, στις οικονομικές απολαβές σας, στις γνώσεις σας και στα αποτελέσματά σας. Δεν θα σταθώ καν στο ιατρείο που ανοίξατε. Είμαστε άλλωστε γεμάτοι από τόσους τσαρλατάνους, άλλος ένας δεν θα κάνει την διαφορά. Θα σταθώ στην αντοχή σας. Ένας άνθρωπος ξεγραμμένος κύριε, συνεχίζει να είναι άνθρωπος, μέχρι την τελευταία ανάσα. Συνεχίζει να αξίζει σεβασμό και ανθρωπιά. Όταν αυτά τα καταπατάτε, ο ήδη αναμενόμενος θάνατός του δεν θα σας απαλλάξει από την ευθύνη.

Κύριε Καραμέτα, όταν αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και τους δίνετε το μαγικό μπουκαλάκι, πώς το μπορείτε; Πως κοιτάτε τόσο πόνο στα μάτια, πώς παίρνετε τα λεφτά, πως πουλάτε κι άλλο πόνο;

ΕΝΑ ΓΛΥΚΟ HANGOVER

Το Σάββατο, πήγα σε ένα πολύ όμορφο πάρτυ, στο σπίτι ενός ανθρώπου, που δεν είχα ξανασυναντήσει στην ζωή μου, με καλεσμένους που δεν είχα ξαναδεί. Πριν τους γνωρίσω, μου φαινόταν βουνό. Δεν ήξερα τί να περιμένω, πώς να τους φερθώ, τί να πρωτοπούμε. Καμμιά φορά η ζωή τα φέρνει έτσι, που μικρά μικρά δωράκια σου δίνονται απρόσμενα και καταλαβαίνεις πως μια ζεστή χειραψία, ένα φιλικά και ανθρώπινα πλαισιωμένο σπίτι, είναι το μόνο που χρειάζεσαι.

Είχα ένα τεράστιο hang over μετά, παρόλο που δεν ήπια σταλιά αλκοόλ. Είχα μια γλυκιά ζαλάδα και το στομάχι μου δεν έλεγε να σταματήσει να γυρνάει.

Φίλε μου, ήταν όλα υπέροχα. Ειδικά για ανθρώπους σαν κι εμένα, που ζω αναγκαστικά μέσα απ΄την οθόνη μου. Κι εσύ για λίγο, το άλλαξες αυτό.

Σ΄ευχαριστώ

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2005

DEAR FOREIGN BLOGGERS,

I’m writing this post in my very fluent and arxidata English, just to answer a few questions you may have about this little Greek blog.

My strange name, is actually a job in Greece, in a little shop which is called psilikatzidiko, were I kolovarao all day long. We sell kapotes and bixlibidia and we actually attract, among other kelepouria, many stupid people, just as you were attracted by this blog.

Don’t be so foolish and naive to think that we Greeks like only kamaki, or gyros, or mousaka, or just a good peace of kolara. If you think that, then you must stop watching tv ASAP!!! We have periexomeno too. We hated Olympics and all the money we lost, gamo to kerato tous and we still want our marbles back you bloody kleftronia! Although if you plan to keep them, give us some miza monofagades or we’ll tell Zeus to strike you with a big thunder and you won’t see your tyfla sas, lamogia meta.

Anyway, I don’t want to be carried away by emotions, so I’ll try to give you a guide of the themes greek bloggers devour most. We like everything that has to do with ksekatiniasma and malliotravigma, as well as politics. Don’t think of course we really like politics. Mostly we adore making fun of them and their silly peroukinia, their big koilies and kolous and everything stupid they amolane.

It’s a bit interesting though, that we all are psilopouremenoi and varemenoi because of such a successful blogosphere, you would expect at least some myalomenous. But no, that’s just rumors.

We don’t like bouzoukia, or if we do, we hide it and we play it koultouriareoi. It attracts more gomenakia that way. Oh, how could I forget! Most bakoureoi have become bloggers and try to psarepsoun gomenakia, but they stay with their poulo sto xeri because if we were after poulos we wouldn’t keep a blog. We would just wear a minaki and we woud dance tsifteteli on the bara with no vraki. That would be a lot easier than writing our guts out, but they can’t figure it out yet.

So, we write, we rant, we curse, we fight and we are very proud of our gamiades ancestors. They are the only thing to hold on, cause our brains are unwilling to work, after the fifth century of Periklis, if you know what I mean. Take a tour in my links if you like, and if you understand shit, please notify me. It’s all greek to me too.

Don’t think for a minute that we don’t like foreign bloggers. We are not racists, we just only think that when we discovered filosophy, you were pithikia, so our superiority is natural, you see. You may learn a lot from us, but first you have to learn our language as well as ancient greek. If you don’t, you won’t be as kaliergimenoi as we are, so you are not allowed to enter our blogosphere. It doesn’t matter that we ourselves don’t know our language, we have the genes that will katharisoun for that. You know, “the classic, the malakas, the ellinas” Georgiou speaking.

Thanks for stopping by and don’t forget to live your myth in Greece next summer. We already live in a myth, all year long.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2005

DE JA VU

Πρέπει να παραδεχτείτε ότι αυτό το φαινόμενο συμβαίνει στα γειτονικά μαγαζιά περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Εικόνες και πρόσωπα που τα βλέπουμε ξανά και ξανά, λέξεις συγκεκριμένες που θα ειπωθούν καθημερινά, φάτσες που σίγουρα τις έχουμε ξαναδεί. Σπάνια κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο, κάτι διαφορετικό. Καλά που υπάρχουν και τα πιτσιρίκια, που η ηλικία τους, δεν τους επιτρέπει να βαρεθούν και μας συμπαρασύρουν σε νέες σκέψεις, νέες λέξεις και καμμιά φορά και λίγα αληθινά χαμόγελα.

[Νοιώθω σαν σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, σαν ένας τοίχος, που πάνω του χτυπάνε τα μπαλλάκια, κάνουν γκελ και φεύγουν. Δεν περιμένεις τίποτε άλλο από ένα μπαλλάκι, ένα ηλεκτρονικό παιχνιδάκι. Θα έρθει, θα χτυπήσει, θα φύγει. Ο ήχος είναι συγκεκριμένος, ο χτύπος με την ίδια ένταση, το χρώμα το ίδιο].

Έχει όμως κι αυτό την χάρη του. Ο τρελλός της γειτονιάς, θα έρθει κάθε μέρα, θα με ρωτήσει την συγκεκριμένη ερώτηση «πού είναι ο άντρας σου;», θα πάρει την συγκεκριμένη απάντηση «στη δουλειά» και θα φύγει. Αν καμμιά φορά έχω κέφια, τον αποσυντονίζω τελείως. Του πετάω ένα «τον χώρισα» και όντας έτοιμος να φύγει, γυρνάει πίσω απορημένος και δεν φεύγει αν δεν πάρει την σωστή απάντηση. Έχει προγραμματίσει τον εγκέφαλό του, για συγκεκριμένες απαντήσεις. Απορώ γιατί τον λένε τρελλό, είναι ο πιο τακτικός εγκέφαλος της γειτονιάς.

Θα περάσει απ΄έξω η γριούλα με το Αλζχάιμερ και θα μου κάνει την ίδια καθημερινή ερώτηση, που αλλάζει μόνο σε συνταρακτικά γεγονότα. Το τελευταίο συνταρακτικό γεγονός, στο οποίο έχει σταθεί η μνήμη της, ήταν που έκλεισα τον Αύγουστο για μια βδομάδα. Έπρεπε να βρει καινούργιο μαγαζί για να ψωνίσει και αυτό πρέπει να την ταλαιπώρησε αρκετά. Θα περάσει λοιπόν, θα με δει και με ανακούφιση θα με ρωτήσει «Ανοίξατε; Μπράβο, καλό χειμώνα». Θα της πω καλό χειμώνα, θα πάρει γάλα και φρυγανιές και αφού με πληρώσει, θα σταθεί κάνα δεκάλεπτο να θυμηθεί αν με πλήρωσε. Πολλές φορές ξαναβγάζει το πορτοφόλι να με πληρώσει. Θα της πω «με πληρώσατε» και θα φύγει. Θα την προλάβω στην πόρτα, δίνοντάς της τα ψώνια που ξέχασε και θα ξαναμπεί μέσα να ξαναπληρώσει. Μπορεί μετά από λίγο να ξανάρθει να ψωνίσει τα ίδια πράγματα, αλλά θα της θυμίσω ότι τα αγόρασε και χαμογελαστή, θα μου πει «καλό χειμώνα» και θα φύγει.

Θα έρθει ο Άρης, θα διαλέξει το ζελεδάκι μπανάνα ή καρδιά, ενώ σχεδόν πάντα, θα μπερδευτεί και αντί να μου δώσει τα λεφτά, θα μου δώσει το ζελεδάκι. Αν έχω τα κέφια μου, θα το κάνω μια χαψιά και θα μείνει να με κοιτάει (το ΄χω ψιλοκόψει στα πολύ νιάνιαρα, γιατί βάζουν τα κλάμματα, νομίζοντας ότι δεν θα τους δώσω άλλο). Αν όχι, θα του το δώσω πίσω και θα του πάρω το νόμισμα των πέντε λεπτών.

Θα έρθει ο κυρ Σωκράτης, και σφυρίζοντας από μακριά, θα με προειδοποιήσει να του ετοιμάσω την εφημερίδα του. Σφυρίζοντας άλλο σκοπό, θα φύγει. Θα έρθει ο κυρ Μήτσος, αν καπνίζω θα το κρύψω (γιατί θα αλλάξει το πάτερν, σε κήρυγμα), θα μου βαρέσει τα ψιλά, λες και παίζει τάβλι, θα βουτήξει τα τσιγάρα και θα φύγει. Θα έρθει η γυναίκα του μετά από λίγο, θα βρίσει τον τσιγγούνη άντρα της που ποτέ δεν της παίρνει τσιγάρα, θα ανοίξει το πορτοφόλι και βρίζοντας θα ψάχνει κάνα δεκάλεπτο ψιλά μέχρι να συμπληρώσει τα 1,95 του άσσου και θα φύγει τσαντισμένη για το μαγαζί τους.

Θα έρθει η Έρη, θα μου ξεφωνίσει απ΄τον δρόμο «κακιασμένη τσιγάρα», θα βαστήξει την μέση της βογγώντας, γιατί πονάει απ΄το ράψιμο, θα μου γελάσει και θα φύγει. Θα έρθει ο άντρας της, θα μου πει «φως», θα του δώσω την εφημερίδα, θα αστειευτεί λέγοντας αμέσως μετά «νερό, τηλέφωνο», θα γελάσω ψεύτικα και θα φύγει ευχαριστημένος.

Θα μπορούσα να σας γράψω και τα εκατόν πενήντα περίπου, dejavu της μέρας μου, αλλά δεν θα σας κουράσω άλλο. Εκμεταλλεύομαι τα dejavu μου, ώστε να βρω ευκαιρία να ψαχουλέψω καλά το μυαλό μου. Αντιδρώ μηχανικά σε αυτά, σαν να παίζω ηλεκτρονικό παιχνίδι και παράλληλα σκέφτομαι, ταξιδεύω, γράφω.

Ίσως τα dejavu μας, να μας βολεύουν λιγάκι, ώστε να βάλουμε σε τάξη τις σκέψεις μας, να θυμηθούμε, να χαρούμε. Ίσως όλοι όσοι με βαλτώνουν κάθε μέρα, να μην είναι τόσο γκρίζοι μέσα τους. Ίσως και πίσω απ΄τα dejavu των άλλων, να κρύβονται όμορφα πράγματα, όμορφες σκέψεις, όμορφα ταξίδια...

ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ VS ΠΟΙΗΤΕΣ

Σκεπτικισμός είναι ο τρόπος σκέψης που έχει βάση την λογική. Που θα καταλήξει με ορθούς συλλογισμούς στο λογικό, στο γνωστό, στο προφανές. Δεν μπορείς να περιμένεις από έναν σκεπτικιστή να σου χαρίσει ένα τριαντάφυλλο, μπορείς όμως να περιμένεις να σου αναλύσει επακριβώς την χημεία του έρωτα. Μπορεί να σου μιλάει όλη μέρα για την σεροτονίνη, την τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα και να μην δώσει δεκάρα για το βαθύ ντεκολτέ σου (άσχετα αν θα του τρέχουν τα σάλια, χωρίς να μπορεί να μαζέψει τις ορμόνες του).

Ποιητής, είναι αυτός που χωρίς εφαλτήριο την λογική, θα προσπαθήσει μόνο μέσα απ΄τα συναισθήματά του να εξηγήσει τον κόσμο. Στην κοσμάρα του δηλαδή. Θα σε πήξει στα τριαντάφυλλα και στα ηλιοβασιλέματα και θα αδιαφορήσει για τα πεζά της ζωής. Μπορεί το στομάχι σου να έχει φτάσει στην πλάτη από την πείνα, αλλά ένα βρωμιάρικο δεν θα στο προσφέρει. Θα προτιμήσει κεριά, ρομαντικά δείπνα και οτιδήποτε άλλο γαργαλάει την γλώσσα χωρίς να προφταίνει να φτάσει στο στομάχι.

Ας τα πάρουμε λοιπόν, να τα ανακατέψουμε λιγάκι.

Ο σκεπτικιστής ποιητής, είναι ένας πεζός αιθεροβάμων. Εμένα δεν μου στέκει καθόλου ο συσχετισμός αλλά προσπαθώ να δω το αποτέλεσμα. Ας πούμε ότι το εν λόγω πειραματόζωο είναι μηχανικός, γιατί από κάπου πρέπει να έχει πάρει την γραμμή της ορθής σκέψης. Και ας υποθέσουμε ότι γεννήθηκε ρομαντικούλι, που ανά καιρούς του βγαίνει και προσπαθεί να το καλύψει με τη λογική.

Χρησιμοποιεί λοιπόν κάποιες φορές, ρομαντική γλώσσα για να περιγράψει πεζά καθημερινά πράγματα και κάποιες άλλες, κυνικό πεζό λόγο για να λύσει τα μυστήρια που τον συναρπάζουν. Θα σε απογειώσει : «να βουτήξεις σ’ αυτόν τον σαρκικό χείμαρρο και να παρασυρθείς, όλες τις έγνοιες ν’ αποθέσεις» και μετά θα σε αποτελειώσει με ένα : «και τώρα που το μέλλον βροντοφωνάζει παρών, η αυτού ταπεινότης μου σπεύδει να κρυφτεί πίσω από το πέπλο καφρίλας π’ ανέκαθεν την διέπει». Και θα γράψει την λέξη παρόν με ω, για ξεκάρφωμα και μετά θα στα χώσει γιατί δεν το είδες.

Είναι μια διχασμένη προσωπικότητα που η φύση τον έχει προικίσει με ρομαντισμό και εκείνος το τσεκουρώνει με σκεπτικισμό. Είναι ένας ιδεολόγος, ένας αθεράπευτος Δον Κιχώτης, που του αρέσουν τα βρωμιάρικα και οι γκόμενες.

Κύριε, πρέπει γρήγορα να κάνετε κάτι γι΄αυτό, για να χωρέσετε στα υπάρχοντα καλούπια μας. Πρέπει να σας εντάξουμε στο κουτάκι σας, για να μπορέσουμε να σας χώσουμε στο ανάλογο ράφι συμπεριφορών, στην βιβλιοθήκη των συμβιβασμένων, από εμάς τους βιβλιοθηκάριους των ενταγμένων ανθρώπων. Αλλιώς δεν θα λέγεστε άνθρωπος. Θα είστε ένας ανένταχτος, ένας απάλευτος, ένας επικίνδυνος.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2005

ΕΝΑ ΗΧΗΡΟ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ

Ήταν βράδι, γύρω στις 9,30 και μετά το σχόλασμα συνήθως ήμουν στην κολλητή μου, παρέα με το βαλιτσάκι μου, της ριζικής αποτρίχωσης. Πήγαινα δυό φορές την εβδομάδα και είχα σκοπό να της καθαρίσω το πρόσωπο από τις τρίχες. Είχαμε δώσει ονόματα στην κάθεμιά, γιατί τις παλεύαμε πάνω από δύο χρόνια. Η πιο επίμονη τρίχα που δεν έλεγε να εξαφανιστεί ήταν ο Μήτσος. Η άσπρη τρίχα μέσα σ΄ένα λακάκι. Τουλάχιστον μιά φορά την εβδομάδα, έσκαγε μύτη ο Μήτσος και ήθελε τρία τέσσερα χτυπήματα με την βελόνα για να βγει. Η φίλη μου πόναγε πολύ και όπως πάντα, συζητούσαμε τα γκομενιακά μας, για να ξεχαστεί. Άλλωστε δουλεύαμε τόσο πολύ, που αυτές ήταν οι μόνες ώρες που μπορούσαμε να τα πούμε μόνες.

Η ώρα της αποτρίχωσης, ήταν ιερή. Κλεινόμασταν στο δωμάτιό της και κανείς δεν μας ενοχλούσε. Εκτός απ΄τη θεία. Η θεία, ήταν μια γριούλα γεροντοκόρη απ΄το νησί και όποτε ερχόταν επίσκεψη (μιά φορά τον χρόνο), ξεσκιζόταν στην πολυλογία. Η φίλη μου, προσπαθούσε να την αποφύγει αλλά αδύνατον. Μέχρι να ετοιμάσω το βαλιτσάκι, η θεία κάτι της ψιθύρισε και έφυγε. Πέφτει κάτω η φίλη μου απ΄τα γέλια. –Ρε συ, ξέρεις τί μου είπε; «καλή η φιλενάδα σου, αλλά ας φάει τίποτε, αυτό το αγόρι της τί στο διάολο πιάνει». Το μυαλό της θειάς είχε κολλήσει στο σεξ απ΄την χρόνια αγαμία.

Η συγκεκριμένη μέρα ήταν όλο απρόσμενες διακοπές. Έτυχε να περάσει όλη η οικογένεια απ΄το δωμάτιο του μαρτυρίου. Ήταν η ώρα που σχόλαγαν όλοι και άρχισε να δημιουργείται συνωστισμός. Δεν έχω ξανασυναντήσει πιο όμορφη και ευτυχισμένη οικογένεια. Ο μικρός αφού μας χαιρέτησε, πήγε στο δικό του δωμάτιο και έβαλε δυνατά λαικοκαψουροτράγουδα. Είχε πρωτοερωτευτεί το Λιτσάκι τότε και είναι ακόμη μαζί. Τους βγάλαμε και όνομα. Τα φασολάκια. Η μαμά της, ήρθε να μου πει κρυφά από την κόρη της, που πήγε τουαλέττα, συμβουλές για να μην με κερατώνουν οι άντρες. «Ξεζούμιζέ τον. Να μην έχει κουράγιο να προχωρήσει. Έτσι έκανα κι εγώ, και δεν γύρναγε να δει ούτε την Μπριζίτ Μπαρντό». Ο μεγάλος της αδελφός, μουτζούρης απ΄το συνεργείο, ήρθε να κανονίσουμε για έξοδο με το αίσθημά του.

Κάποια στιγμή, γυρίσαμε στην μαρτυρική αποτρίχωση. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα είχαμε άλλες διακοπές. Έπρεπε να ξεμπερδεύουμε πριν έρθουν κι άλλοι. Ο μόνος που δεν με είχε πάρει χαμπάρι, ήταν ο πατέρας της. Κάπνιζα τότε davidoff και όποτε με πετύχαινε μου ΄κανε τράκα. Του άρεσαν τα τσιγάρα μου, αλλά δεν μπορούσε να τα ζητήσει στον περιπτερά. Μέχρι λεφτά μου ΄χε δώσει μια φορά για να του τ΄αγοράσω. Φοβερός άνθρωπος και πολύ ντροπαλός. Κοκκίνιζε ολόκληρος όποτε μου ζήταγε τράκα. Η φίλη μου τον κορόιδευε και προσπαθούσε να του μάθει να λέει Davidoff.

Κάποια στιγμή, η αποτρίχωση έφτανε στο τέλος, είχαμε αναλύσει τα πάντα και πλέον το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από τις βελονιές ρεύματος, μιας ολόκληρης ώρας. Είχαμε σταματήσει να μιλάμε, άλλωστε ο πόνος δεν την άφηνε να σχολιάσει και δεν μπορούσα να της πω κάτι αστείο, γιατί η αποτρίχωση δεν άφηνε περιθώριο για μορφασμούς.

Την σιωπή, την έσπασαν τέσσερις απανωτές κλανιές. Η φίλη μου έλιωσε στο γέλιο. Αυτό ήταν το καλησπέρα του πατέρα της, κάθε βράδι στην οικογένεια. Μιά για τον καθένα. Αλλά δεν ήξερε ότι ήμουν κι εγώ εκεί. Η φίλη μου, ξαφνικά τον έκραξε : «Μπαμπά, πες καλησπέρα και στην Ντίνα, μόνο πρόσεχε μην την χέσεις ». Έκανα να τον ξαναδώ κάνα μήνα. Άφηνα κάθε φορά, κάνα δυο τσιγάρα στην κολλητή μου να του τα δώσει γιατί εκείνος κλεινόταν στην κρεβατοκάμαρα μέχρι να φύγω.

Τώρα είναι παππούς. Δεν με ξανάκλασε από τότε.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΥ ΣΕΞ

(...για παντρεμένες φεμινίστριες)

Επειδή είμεθα σοβαρό μπλογκ και αρνούμαστε κατηγορηματικά να χρησιμοποιούμε κακές λέξεις, θα χρησιμοποιήσουμε κωδικοποιημένες συμβουλές τέτοιες, που θα είναι αθώες στο μάτι, αλλά κόλαση στο κρεβάτι. Δώστε μεγάλη προσοχή. Πίσω από την κάθε λέξη, κρύβονται σοφά νοήματα.

Κρέας στο φούρνο με πατάτες (το πιάσατε το υπονοούμενο;)

Αγοράζετε ένα κιλό κρέας. Πλένετε τα χέρια σας και κόβετε το κρέας σε κομματάκια. Αφού το πλύνετε, το ρίχνετε στο τηγάνι και το περνάτε από καυτό λάδι με ψιλοκομμένο κρεμμύδι και σκόρδο. Το τσιγαρίζετε απ΄όλες τις πλευρές και το τοποθετείτε στο ταψί με κομμένες πατάτες. Προσθέτετε το καυτό λάδι, αλάτι, πιπέρι και νερό. Σε περίπου μία ώρα, γύρω στους 160 βαθμούς, είναι πανέτοιμο. Σερβίρεται ζεστό.

Μην ψάχνετε άλλο. Μόλις μάθατε μυστικά που ανά τους αιώνες βρίσκονταν μπροστά σας. Ναι, ο Τσελεμεντές είναι το Κάμα Σούτρα των παντρεμένων. Ξεχάστε τα τούλια στα λαμπατέρ, τα έλαια και τα αποτριχωτικά, τα κομμωτήρια και τις κυτταρίτιδες δευτέρου βαθμού. Αφού αποφασίσατε να βγείτε από τον αγάμητο κόσμο του φεμινισμού, κάντε το παραδοσιακά. Γεμίστε το στομάχι Του και πλημμυρίστε τις αισθήσεις Του, με σκόρδο.

Υ.Γ. Αγάπη μου, φεμινίστρια και παντρεμένη δεν πάει. Φεμινίστρια και συμβουλές αποπλάνησης , δεν πάει. Χειραφετημένη με σκοπό να τυλίξει-αποπλανήσει-κουκουλώσει-καυλώσει, δεν πάει. Cosmopolitan και φεμινισμός, ΔΕΝ ΠΑΕΙ! Αποφάσισε επιτέλους!

ΕΡΩΤΙΚΑ ΤΑΜΠΟΝ

-Γειά σου Κωσταντίνα.

-Γειά σας. Τί έγινε μάγκες; Δεν έχετε σχολείο;

-Μας πήγε ο Δάσκαλος στην εκκλησία και σχολάσαμε νωρίς. Δες τί βρήκαμε (χαμηλόφωνα και συνομωτικά).

-Τί είναι αυτό ρε Παναγιώτη;

-Προφυλακτικά! (Κρατάει ένα άδειο κουτί ταμπόν και ανοίγει το φυλλάδιο με τα σκίτσα για την τοποθέτησή του). Κοίτα, να πώς μπαίνει!

-Καλά ρε, πάτε καλά; (όχι, κρατήθηκα, δεν γέλασα). Τα προφυλακτικά τα φοράνε οι άντρες ή οι γυναίκες;

-Παναγιώτης : Τα ΄χουν οι άντρες στα πορτοφόλια τους, όπως ο μπαμπάς και τα φοράνε στις γυναίκες!

-Δημήτρης (μικρός αδελφός Παναγιώτη) : Αφού έρχομαι και παίρνω και για την μαμά, επειδή ο μπαμπάς ντρέπεται.

-Νίκος : Εγώ όταν μεγαλώσω, δεν θα ντρέπομαι. Και θα παίρνω το μεγάλο κουτί, αυτό που έχει εικοσιτέσσερα μεγάλα. Θα ΄χω εικοσιτέσσερις γκόμενες εγώ!

Εδώ, γέλασα, δεν κρατήθηκα, αλλά τους πέταξα έξω με κλωτσιές.

Κυρίες μου, πλέον γνωρίζω κάτι τυπάκια που είναι πρόθυμα να σας τοποθετήσουν το ταμπόν σας, με τρόπο ερωτικό, αρκεί να μαζεύεστε κατά εικοσιτετράδες.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2005

My number one, the last twenty days :

When I find out all the reasons
Maybe I'll find another way
Find another day
With all the changing seasons of my life
Maybe I'll get it right next time
And now that you've been broken down
Got your head out of the clouds
You're back down on the ground
And you don't talk so loud...
An you don't walk so proud...
Any more, and what for...

Well I jumped into the river
Too many times to make it home...

Estranged, Guns ‘N’ Roses

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2005

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ (my ass)

Θεωρείτε όλοι σας, ότι υπάρχει ελευθερία λόγου; Ότι υπάρχει αυτό που λέμε ελευθερία τύπου στην Ελλάδα; Κατά το σύνταγμά μας, ακόμη και το γελοιωδέστερο των εντύπων, έχει ισότιμο δικαίωμα να διανεμηθεί και να διαβαστεί από αυτούς που το επιθυμούν. Συνεχίστε να κοιμάστε και να πιστεύετε κύριοι δημοσιογράφοι και κύριοι εκδότες, πως σας βρίσκουνε και σας διαβάζουνε όσοι θέλουνε. Νομίζετε ότι αρκεί να πάει κάποιος, στο πλησιέστερο σημείο πώλησης; Τεράστιο λάθος. Δικτατορία έχουμε κύριοι!

Υποσχέθηκα σε έναν φίλο, να γράψω για το τεράστιο τσιφλίκι των πρακτόρων εφημερίδων και ενώ σε λίγο φεύγω απ΄αυτή την δουλειά, το κάνω ευχαρίστως, γιατί ήταν το μόνο κομμάτι που ένα απλό «λάδωμα», δεν ήταν και δεν είναι αρκετό.

Όταν ανοίγεις ένα κατάστημα ψιλικών και με την προυπόθεση ότι τριγύρω σου σε ακτίνα εκατό μέτρων, κανείς δεν πουλάει εφημερίδες είναι δικαίωμά σου να το ζητήσεις. Για ότι χαρτιά χρειάστηκα για το μαγαζί, έκανα έρευνα στο ίντερνετ και σε κάθε υπηρεσία, τα πήγαινα έτοιμα, σε σημείο να σπάω τα νεύρα των υπαλλήλων, που σίγουρα θα θέλανε να με τρέξουνε κι άλλο. Στο θέμα εφημερίδες, τα βρήκα σκούρα. Άδειες για εφημερίδες δεν δίνονται. Τελεία και παύλα.

Θεώρησα σωστό, να πάω απευθείας στο πρακτορείο. Στο αίτημά μου, η απάντηση του υπερήλικα πράκτορα ήταν «Όχι, φύγε από ΄δω». Αυτό έγινε τρεις συνεχόμενες φορές και όταν του είπα πως ίσως βρω τρόπο να πάρω πλαγίως άδεια (με μέσο, με λάδωμα, θα το έψαχνα), μου είπε ειρωνικά ότι δεν πρόκειται ποτέ να πάρω άδεια (γιατί ήταν στο χέρι του) και ούτως ή άλλως, εφημερίδες δεν θα μου έδινε. Ο λόγος απλός. Ο κύριος πράκτορας, άφηνε την σύζυγο στο πρακτορείο, γέμιζε ένα καρότσι λαικής με εφημερίδες και τις πούλαγε έξω απ΄το μαγαζί μου. Πουλώντας τις απευθείας, κέρδιζε τρία με τέσσερα λεπτά παραπάνω, ενώ αν τις πούλαγα εγώ, θα κέρδιζε λιγότερα. Του πρότεινα λοιπόν, να τις πουλάω χωρίς καθόλου κέρδος και αρνήθηκε με τον ίδιο τρόπο, που έκανε και τις προηγούμενες φορές.

Ο σύζυγός μου, δουλεύει σε διαφημιστική και συνεργαζόταν καθημερινά με όλες σχεδόν τις εφημερίδες. Όλοι υπόσχονταν ότι το θέμα θα λυνόταν αμέσως. Μετά από λίγες μέρες, τον πήρε τηλέφωνο διευθυντής εφημερίδας και του είπε πως το σύστημα αυτό με τους πράκτορες, δεν έχει αλλάξει από το 1950 και κανένας δεν μπορεί να κάνει τίποτε, εάν ο πράκτορας αρνηθεί!

Προχώρησα λοιπόν στον εκβιασμό. Πήγαινε ο άντρας μου στις έξι το πρωί για δύο ολόκληρους μήνες και έπαιρνε εφημερίδες κρυφά από ένα φιλαράκι σε αθηναικό πρακτορείο εφημερίδων. Οχτώ η ώρα κάθε πρωί, όλες οι απογευματινές εφημερίδες, ήταν κρεμασμένες στην βιτρίνα μου. Η κούραση φρικτή. Πέρναγε απ΄έξω ο πράκτορας να πουλήσει τις εφημερίδες του, έβλεπε τις απογευματινές παράνομα κρεμασμένες και άφριζε. Μου έστειλε τον Δήμαρχο, να μου ζητήσει άδεια εφημερίδων. Του είπα ότι η ελευθερία του τύπου στην Ελλάδα είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά και καμμία άδεια δεν χρειάζεται γι΄αυτό, απ΄την στιγμή που το κάνω χωρίς κέρδος. Ο κύριος Δήμαρχος, δεν το γνώριζε και πήγε και είπε το ποιηματάκι όπως το άκουσε.

Ο πράκτορας στην πορεία, με κατηγόρησε για κλοπή. Του είπα ότι τις αγοράζω απ΄την Ομόνοια χωρίς κέρδος, για να μην καρφώσω το φιλαράκι απ΄το αθηναικό πρακτορείο. Μετά από δυό φοβερά κουραστικούς μήνες, πήγαμε ξανά, μπας και άλλαζε γνώμη ο πράκτορας. Τίποτε. Μόνο που δεν μας έδιωξε με τις κλωτσιές.

Το είχα βάλει σκοπό να κάνω το μαγαζί μου όπως ήθελα και η όλη αυτή τρομοκρατία με έκανε να κάνω κάτι παράτολμο. Πήρα τηλέφωνο στα ξεκάρφωτα τον πρόεδρο των εφημεριδοπωλών της περιοχής μου (βρήκα το τηλέφωνό του από το 131) και στην κυριολεξία του τα ΄χωσα. Του είπα το όνομά μου, του είπα ότι δεν έχω κανένα μέσον και του ανέφερα την κατάσταση και το δίκαιο του αιτήματός μου. Δεν είχα κανένα σκοπό να λαδώσω, αλλά και ούτε να υποχωρήσω. Απείλησα ακόμη, τον άγνωστο αυτό άνθρωπο, με μήνυση.

Προς τιμήν του, ήταν συζητήσιμος. Μου έστειλε κάποιον κύριο την επόμενη μέρα για χαρτογράφηση, ούτως ώστε να αποδείξω ότι κανείς γύρω μου δεν πουλούσε εφημερίδες και μου είπε να κάνω υπομονή. Του πήρε έναν ολόκληρο μήνα ικεσίες, για πείσει τον πράκτορα να μου φέρνει εφημερίδες.

Πλέον στο μαγαζί μου, ΕΧΩ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ. Αλλά, με τους δικούς του όρους. Πρέπει να τις παίρνω από το πρακτορείο κάθε πρωί και να τις επιστρέφω το βράδι. Καταλαβαίνετε ότι αν θέλω κάποιο βράδι εγώ, ή ο σύζυγός μου να πάμε σπίτι λίγες ώρες να ξεκουραστούμε, αυτό είναι αδύνατο τα τελευταία δύο χρόνια. Πρέπει να είμαστε και οι δύο κάθε πρωί και κάθε βράδι να πηγαινοφέρνουμε εφημερίδες. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο.

Ο αριθμός και το είδος των εφημερίδων, είναι περιορισμένος. Υπάρχουν εφημερίδες που δεν μου τις φέρνει ποτέ και άλλες που μου φέρνει αυστηρά ένα ή δυό κομμάτια. Αν απ΄το Σάββατο μου ζητήσουν παραπάνω άτομα να τους κρατήσω Κυριακάτικες εφημερίδες, πρέπει να πάρω το αμάξι μου και να ψάχνω σε όλα τα περίπτερα της περιοχής για να τις βρω. Όταν ζήτησα ξένο τύπο (αλβανικό και ρωσσικό), ήταν κατηγορηματικός και δεν ήθελα να πιέσω άλλο καταστάσεις.

Οι μοναδικές μέρες που δεν δουλεύει ο σύζυγός μου, είναι Σάββατο και Κυριακή. Είναι οι μόνες μέρες που μπορούμε εναλλάξ να πάμε σπίτι να ξεκουραστούμε. Αυτό γίνεται πλέον μόνο μεσημέρια, γιατί πρωί και βράδι έχουμε τις γαμημένες εφημερίδες. Για ένα γαμημένο αλλά αναγκαίο 8% κέρδος. Για μία γαμημένη ανύπαρκτη Ελεύθερη Διακίνηση του Τύπου στην Ελλάδα του 2005. Οι πωλήσεις μου στις εφημερίδες πλέον, είναι πολύ πεσμένες. Οι πελάτες ξέρουν, ότι έχω μικρή γκάμα και λίγα φύλλα, οπότε δεν κάνουν καν τον κόπο να με ρωτήσουν. Πάνε κατευθείαν στο πρακτορείο, πέντε στενά πιο κάτω ή δεν αγοράζουν καθόλου.

Κι εσείς κύριοι εκδότες συνεχίστε να αναρρωτιέστε γιατί πουλάτε λίγες εφημερίδες, στις υπόλοιπες περιοχές της Αθήνας.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2005

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ

Η μητέρα μου, σε κάποια στιγμή αναπόλησης, μου εκμυστηρεύτηκε ότι θα ήθελε πολύ να γράψει ένα βιβλίο για την ζωή της. Να το μοιράσει στα παιδιά της και να μάθουμε όλα όσα δεν ξέρουμε για κείνη. Παλιότερα, είχε αρχίσει να λύνει μανιωδώς σταυρόλεξα, μπας και μάθει να γράφει σωστά. Είμαι σίγουρη, ότι θα είχε πολλά να μας πει. Όμως ήταν δύσκολο. Κάθε φορά που έλεγε να το αρχίσει, την έπιαναν τα κλάμματα και τα παράταγε. Για έναν άνθρωπο σαν κι εκείνη, που δεν είχε παιδικά χρόνια, ούτε ανέμελη νιότη, ούτε ευτυχισμένη μητρότητα, ούτε καλά καλά, ακόμη και τώρα, ξεκούραστα γεράματα, είναι δύσκολο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, αποτελείται από φτώχεια και στεναχώριες. Θα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά σκληρό να υποβληθεί κάποιος σ΄αυτή τη διαδικασία, ακόμα κι αν είναι για τα ίδια του τα παιδιά.

Ακούω για ανθρώπους, που γράφουν για την ζωή τους, σαν απλοί αφηγητές, και απορώ πώς τα καταφέρνουν. Θα μου ήταν βράχος ολόκληρος να μπορέσω να αποτυπώσω, έστω και μία, απ΄τις λίγες ομολογουμένως, τραγικές στιγμές της ζωής μου, σε όλη τους την έκταση. Ή, θεωρώ τελείως αδύνατον, ακόμα κι αν τα καταφέρω, να μεταφέρω επακριβώς τα συναισθήματα αυτά. Διαβάζω ανά καιρούς ανάλογα βιβλία και ανατριχιάζω. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να παίρνουν ναρκωτικά, για να ξαναζήσουν και να μεταφέρουν τόσο ζωντανά, στιγμές που στη θέση τους, θα ήθελα να ξεχάσω δια παντός.

Στο δικό μου μυαλό, ένας συγγραφέας είναι ένας πολύ ασυνήθιστος άνθρωπος. Είναι ένας εκ πεποιθήσεως μάρτυρας. Που μέσα απ΄τα προσωπικά του μαρτύρια, καταφέρνει και μεταδίδει συναισθήματα, φόβους, ελπίδες και χαρά. Το καταλαβαίνεις όταν κάποιος γράφει εμπειρικά. Εκεί συναντάς τα πιό ζωηρά χρώματα, τις πιο δυνατές μυρωδιές. Σκίζεται η ψυχή σου σε κάθε σειρά, σε παίρνει μαζί του χέρι-χέρι και σε πάει στα μέρη που αγαπά και μισεί περισσότερο.

Δεν θα ήθελα όμως η μητέρα μου να ήταν συγγραφέας, ακόμη κι αν ήταν η πιο προικισμένη του κόσμου. Είναι κάποια πράγματα που δεν θα ΄θελα να γράψει, γιατί από μόνα τους, είναι τόσο δυνατά, που δεν θα τα άντεχε.

Προσπαθώ σιγά σιγά, χωρίς πολλές φορές να μπορώ να συγκρατηθώ, να γράφω εδώ, μερικά αποσπάσματα απ΄την ζωή της, τόσο απαλά, τόσο περιληπτικά, ενώ ακόμη και αυτά, πολλές φορές με λυγίζουν. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα, αρνούμαι να τα ξαναδιαβάσω και τα θάβω γρήγορα με άλλα πιο χαρούμενα, πιο χιουμοριστικά μέχρι να εξαφανιστούν τελείως απ΄την οθόνη μου. Το ότι έχουν καταγραφεί όμως, ηρεμούν ένα μικρό κομματάκι της καρδιάς μου, που τα ΄χει στριμώξει και τα θυμάται μόνο για χάρη της.

Ίσως λοιπόν, αυτό συμβαίνει και με τους συγγραφείς. Τιμούν με την τόσο ζωντανή γραφή τους όλα αυτά τα κομματάκια της καρδιάς, που ίσως πολλές φορές δεν τα διαλέγουμε, αλλά μας στοιχειώνουν για πάντα. Καταγράφοντάς τα, ίσως από τρομακτικά θηρία, γίνουν για λίγο απλές αναμνήσεις που μπορούν να χωρέσουν σ΄ένα κομμάτι χαρτί. Άραγε, πόσο τρομακτικά μπορεί να είναι αυτά τα θηρία, που χωράνε σε ένα κομμάτι χαρτί...