Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2005

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

Όταν τα βρόντηξα απ΄την δουλειά μου και είπα να αλλάξω επάγγελμα, βούτηξα ένα πρωί μια εφημερίδα και αποφασισμένη να κάνω τα πάντα, άρχιζα να παίρνω τηλέφωνα. Πωλήτρια, τηλεφωνήτρια, γραμματέας, ότι καθόταν. Ξεσκόνιζα κάθε μέρα όλες τις αγγελίες και έστελνα παντού βιογραφικά. Δεν είχα τίποτε ιδιαίτερες γνώσεις, αλλά βλέποντάς το σφαιρικά, όλα μια πώληση ήταν. Του εαυτού μου. Και ψιλοδικαιώθηκα. Μια γνωστή σε ένα δημαρχείο, είδε το βιογραφικό (μαγειρεμένο με μπόλικη σάλτσα) και με έστειλε γραμματέα σε μια εταιρεία-τηλεοπτικό σταθμό.

Εκτός απ΄το ταγιεράκι και τα βασικά, ήμουν τελείως στούρνος, αλλά δεν θα το ΄βαζα κάτω. Ότι μου ζητούσαν, έλεγα ναι και κάθε βράδι καθόμουν και διάβαζα κάτι τεράστια βιβλία για το Office. Η αγάμητη ιδιαιτέρα του Γενικού, ήταν το πιο στριφνό άτομο που έχω δει ποτέ στην ζωή μου και πήρε πρέφα νωρίς, ότι ήμουν άσχετη με αυτό το αντικείμενο. Γι΄αυτό το γαμημένο, το merge cells και το border, το τί μου είχε σούρει, δεν λέγεται. Και ήταν από τις γκόμενες που δεν γουστάρουν να στα χώσουν κατ΄ιδίαν, αλλά ήθελε και ακροατήριο. Περίμενε λοιπόν, να εμφανιστεί ο γενικός και όλοι οι διευθυντάδες, για να αρχίσει το κήρυγμα.

-Απορώ κυρία μου, ποιός βλάκας σας έδωσε αυτή τη θέση (ο γενικός ήταν, αλλά κι αυτός ο μαλάκας, άκουγε ότι τον συνέφερε). Αν δεν έχετε μάθει να κάνετε merge (με προφορά), στα cells (πάλι με προφορά) μέχρι αύριο, θα σας στείλω στο τηλεφωνικό κέντρο. Είστε απαράδεκτη!

Λες και ήταν δύσκολο να μου δείξει ένα κλικ, η σκρόφα. Ουφ, έσκυβα το κεφάλι, ζητούσα συγνώμη και το βράδι πάλι ξενύχτι, μέχρι η σιχαμένη να μου ζητήσει την επόμενη, κάτι καινούργιο. Θα μπορούσα να παραιτηθώ αμέσως, αλλά είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι θα την καταφέρω την καινούργια δουλειά. Έπειτα, η σκρόφα είχε δίκιο. Ήμουν άσχετη. Το υπόλοιπο προσωπικό, είχε απορήσει με το μένος της. Θεωρούσαν ότι είχαμε προηγούμενα για να με κάνει κάθε μέρα, ως και τρεις φορές ρόμπα δημοσίως, αλλά θεωρούσα ότι κάποια στιγμή, θα της πέρναγε.

Μια μέρα, μετά από τρελλές υστερίες, επειδή χρησιμοποιούσα λάθος τον υπολογιστή (έκανα save στα κείμενα που μου υπαγόρευε με ctrl+s, αντί για file-save – ήταν η καλύτερη μαλακία που βρήκε εκείνη τη μέρα), κανόνισε την μεταφορά μου σε χαμηλότερη θέση, στην ρεσεψιόν. Ουσιαστικά, σ΄ένα γραφειάκι έξω απ΄το δικό της, οπότε πάλι φωνές και υστερίες.

Οι συνάδελφοι απορούσαν πώς κρατιόμουν. Γενικά, σχεδόν ποτέ δεν έχω καυγαδίσει ή υψώσει φωνή σε συνάδελφο (μαλακισμένη νοοτροπία, αλλά δεν μου βγαίνει ποτέ) και άσχετα απ΄τις αγαμίες της, ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι θα τα καταφέρω και αργά ή γρήγορα, θα σταματούσε να ασχολείται μαζί μου. Βλέποντας εκείνη, ότι μπορεί να σούρει ότι γουστάρει (και ότι ήμουν ικανή να σκάσω γάιδαρο απ΄τη φτέρνα, με τα συγνώμη μου), με φόρτωνε έξτρα δουλειά και υπερωρίες, μπας και κλατάρω.

Μια μέρα, με πλησίασε ο Αρχιλογιστής. Μάλλον με λυπήθηκε, επειδή δούλευα απ΄το πρωί ως το βράδι και ήμουν η μόνη που κάπνιζα κρυφά στην τουαλέττα. Θα είχε ακούσει ο άνθρωπος και τα κοσμητικά επίθετα...Με φόρτωσε ένα σωρό βιβλία Γενικής Λογιστικής και μου είπε πως αν τα μάθω γρήγορα, θα με πάρει στο λογιστήριο. Μου εξήγησε, ότι η Λογιστική δεν είναι καμμιά επιστήμη, μια χαζοτεχνική είναι, αρκεί να ξέρεις μαθηματικά. Μου εκμυστηρεύτηκε, ότι ήταν οικοδόμος και στα τριάντα του, αποφάσισε να γίνει λογιστής και τα κατάφερε μια χαρά.

Εγώ, πελάγωσα. Όχι, πάρτε έναν άσχετο και δώστε του αυτά τα τεράστια βιβλία. Κάθε βράδι για κάνα μήνα, μεταξύ τηγανίσματος και μπουγάδας, μάθαινα τί είναι το χαρτοφυλάκιο, οι εγγραφές λογιστικής και οι λογαριασμοί, με αυτά τα περίεργα τεράστια νούμερα 32.00.00.001.Και ήταν τόσοι πολλοί οι ρημάδες. Αλλά μου άρεσε τρελλά. Χωρίς να τα ΄χω μάθει καλά και έχοντας αγανακτήσει απ΄την παπάρω, πήγα και του είπα ότι τα ΄μαθα, μπας και γλιτώσω. Και ήρθε η πρώτη κεραμίδα. Με έκανε ταμία και μου παρέδωσε το χρηματοκιβώτιο και το χαρτοφυλάκιο με τις επιταγές. Τόσα λεφτά στην ζωή μου, δεν είχα ξαναμετρήσει (κάπου σαράντα εκατομμύρια μετρητά και πεντακόσια εκατομμύρια επιταγές).

Η παπάρω, μόλις άκουσε για την καινούργια μου θέση, αφήνιασε. Έκανε ολόκληρο καυγά στον Αρχιλογιστή και για πρώτη φορά, έλεγε τα καλύτερα λόγια για μένα. Ότι ήμουν το δεξί της χέρι, ότι δεν μπορεί να με αντικαταστήσει, ότι καμμιά δεν είναι τόσο επαγγελματίας και ένα σωρό άλλες πίπες, γιατί πού αλλού, θα έβρισκε άλλο κορόιδο να τα χώνει. Ο κυρ-Γιάννης δεν μάσησε. Της το ΄κοψε και με καθησύχασε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να μου ξαναμιλήσει έτσι.

Η νέα μου δουλειά ήταν ότι καλύτερο έχει συμβεί στην ζωή μου. Η λογιστική ήταν φοβερά ενδιαφέρουσα και σύντομα τα έμαθα φαρσί. Ο κυρ-Γιάννης, μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν ήξερε αγγλικά, οπότε του μετέφραζα κρυφά, ότι ήθελε απ΄το αγγλικό πρόγραμμα λογιστικής και εκείνος με βοηθούσε στις δύσκολες ταμειακές εγγραφές. Η κάργια, ανά καιρούς ερχόταν στο καινούργιο μου γραφείο, να με χώσει για δακτυλογραφήσεις και ο κυρ Γιάννης την πέταγε έξω με τις κλωτσιές.

Μετά από καιρό, μου ανέθεσαν και την μισθοδοσία. Πλέον, ανήκα στην μικρή κάστα υπαλλήλων, που ήξερε ακριβώς πόσα έπαιρναν όλοι εκεί μέσα, και ειδικά η παπάρω. Την μέρα της πληρωμής, την κάλεσα στο γραφείο μου, για να την πληρώσω. Στο τηλέφωνο ήταν ιδιαίτερα διαχυτική «ναι αγάπη μου, τρέχω!». Όταν μπήκε στο γραφείο μες την χαρά, πλέον οι δυό μας, άρχισε τις γλύκες.

-Κωσταντινούλα μου, είδες που τα κατάφερες; Εγώ, το ΄ξερα απ΄την αρχή. Φαινόσουν μόνο, ότι ήθελες λίγο σπρώξιμο και τώρα κοίτα που έγινες και λογίστρια.

Την έγραψα στ΄αρχίδια μου, φύσηξα τον καπνό μου στην μάπα της και της έδωσα τον φάκελο. Το σύστημα ήταν, να τα μετρήσει για να σιγουρευτεί ότι δεν έχει γίνει λάθος. Στραβομουτσούνιασε με τον καπνό, αλλά άρχισε γρήγορα το μέτρημα του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού. Ξαφνικά, πετάχτηκε πάνω και άρχισε τις φωνές.

-Μα, εδώ λείπουν πενήντα ευρώ. Αμάν βρε άχρηστη, πάλι λάθος έκανες. Φώναξέ μου τώρα τον κύριο Γιάννη, να δεις τί έχει να γίνει!

Είχα χεστεί επάνω μου. Είχα μετρήσει την μισθοδοσία τρεις φορές το προηγούμενο βράδι, δεν μπορεί να είχα κάνει λάθος. Και ειδικά στην σκρόφα. Ο κυρ Γιάννης μπήκε μέσα φουριόζος. Την άφησε να αδειάσει για άλλη μια φορά τον βόθρο της και έριξε μια ματιά στην λίστα μου. Τα λεφτά ήταν σωστότατα.

-Ξέρεις, η μισθοδοσία έρχεται κατευθείαν απ΄τον Γενικό. Μμμμ...αλλά είναι περίεργο γιατί κάποιοι άλλοι (μου ΄κλεισε ματάκι), πήραν και αύξηση. Λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να μιλήσεις με κείνον. Πού ξέρεις, μπορεί το λαθάκι...να είναι ένα μικρό πρόστιμο...μάλλον για ψυχική οδύνη! Θα μπάφιασε ο άνθρωπος με τις φωνάρες σου, κάθε πρωί.

Έφυγε και δεν με ξαναενόχλησε. Έχω μετανοιώσει άσχημα, που δεν της είπα ποτέ τίποτε, αλλά μάθαινα καθημερινά από τρίτους, για τις προσωπικές δυστυχίες της, τις επεισοδειακά αποτυχημένες σχέσεις της και την λυπόμουν λιγάκι. Τελικά, κάποιοι άνθρωποι, μοιάζουν με το πεπτικό μας σύστημα. Ότι και να φάνε, πάντα σκατά θα βγάζουν. Μόνο που για μερικούς, κρίνοντας απ΄τη μπόχα, ξέρεις καμμιά φορά, ότι έχουν μπερδέψει τα εισαχθέντα με τα εξαχθέντα. Ξέρεις σίγουρα για μερικούς, ότι μόνο σκατά πρέπει να τρώνε.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2005

ΖΗΤΩ Η ΑΛΛΑΓΗ

Σύντροφοι του μπεκρή μεζέ, δεν έχουμε κανένα μέλλον. Αλλαξοπίστησα και βρήκα λύσεις. Αποφάσισα να γίνω νεοφιλελεύθερη. Αυτά τα παιδιά, έχουν ρε γαμώτο ένα χιούμορ, ένα υπεράνω, μια τέτοια χαρά που με βάζει σε σκέψεις. Στην ζωή μας, δεν πρέπει να χωράνε μιζεριάσματα του στυλ «το σύστημα», «η άτιμη κοινωνία». Όχι. Το μυστικό είναι εργατικότητα και ικανότητες. Ή τα έχεις ή δεν τα έχεις. Αν τα ΄χεις, πετυχαίνεις. Αυτοί που κλαίγονται, ας το πάρουν χαμπάρι, δεν τα ΄χουν.

Λάθος σ΄αυτή την ιδεολογία, δεν υπάρχει. Όλοι είναι ίσοι και μόνο όσοι δουλεύουν ανταμοίβονται. Οι τεμπέληδες, απλά γκρινιάζουν, μιζεριάζουν και αποτυγχάνουν. Αφού λοιπόν δεν είμαι τεμπέλα, θα χωθώ στην ιδεολογία μου και θα περιμένω. Σιγά μην διαψεύσει έναν τέτοιο τέλειο μαθηματικό τύπο, μια ψιλικατζού. Άντε σύντροφοι, γιατί ως τώρα με τους αγώνες σας, τις εργατικές σας τάξεις και το καλάθι της νοικοκυράς, μας ξεποδιαριάζετε, μας ξελαρυγγιάζετε και ένα prada στο πόδι μας, δεν είδαμε. Επίτηδες μας κάνετε μίζερους, κακούς και μας κρατάτε χαμηλά. Αλλά είναι να μην σηκώσω κεφάλι. Τώρα που ξέρω τον μηχανισμό, θα κάτσω και θα περιμένω την Αλλαγή.

Όχι, το φιλοσόφησα. Αν και έχει αργήσει λιγάκι να λειτουργήσει για μένα το καινούργιο συστηματάκι, εγώ θα το ακολουθήσω γιατί με συμφέρει πιο πολύ. Λοιπόν, ακούστε τη λύση. Σύμφωνα με τη νέα μου ιδεολογία, αν λάβετε υπόψιν την ηλικία μου, τις ολίγες σπουδές μου, τα χρόνια προυπηρεσίας μου και τις ατέλειωτες υπερωρίες μου, αυτή τη στιγμή πρέπει να βρίσκομαι στην σπιταρόνα μου, ενώ η καθαρίστρια, μου τα ΄χει κάνει τσουρέκια με την ηλεκτρική σκούπα. Μισό σύντροφοι, «Μαρίαααα και κάτω απ΄την καρέκλα σκούπισε παιδί μου, με αυτή την αριστερή νοοτροπία, τον εαυτό σου κοροιδεύεις!» Μάλιστα, τί λέγαμε; A, το εισόδημά μου, είναι γύρω στα τρία χιλιάρικα ευρά τον μήνα και του άντρα μου, άλλα τόσα. Πίνω αργά τον καφέ μου, βλέποντας την θάλασσα. Ανοίγω την ντουλάπα, φοράω το ταγιεράκι μου και ετοιμάζομαι να πάω στο ψιλικατζίδικο. Στον δρόμο, τα ΄παίρνω με τους άχρηστους που θίγουν την αισθητική μου, με τα σαράβαλά τους (παρά την αισιόδοξη ιδεολογία μου) και τους πατάω στα μούτρα την κόρνα του καινούργιου μου τζιπ, μπας και κάνουν στην άκρη να περάσει ο εργάτης ο σωστός (εγώ, ρε σεις).

Το μαγαζί μου, βρίσκεται σε φτωχο...ωπ λάθος, σε αποτυχημένη γειτονιά (πρέπει να αλλάξω ρε γαμώτο λεξιλόγιο) και οι τριγύρω ανίκανοι τεμπέληδες, παρόλο που κλαίγονται, δεν σταματούν να καταναλώνουν δάνεια, που εμείς οι επιτυχημένοι τους παρέχουμε. Σαν σωστή επαγγελματίας, αυξάνω συχνά τις τιμές και κρύβω το τζιπ στο πίσω στενό, για να μην προξενήσω την μίζερη κακία τους. Διώχνω με κλωτσιές, τους δήθεν κακομοίρηδες ζητιάνους και στέλνω τον Αλί με τα σιντάκια, πίσω στο Πακιστάν. Αν είναι ικανός, ας δουλέψει και ας πετύχει στην χώρα του. Βρήκαμε τώρα όλοι δικαιολογία τους ψευτοπολέμους και φορτωνόμαστε στον τίμιο κοσμάκη της Ευρώπης. Ούστ, βρωμόσκυλα!

Σύντομα, η ζωή μου γίνεται ένα Ντάλλας, μια Δυναστεία και γύρω μου όλοι χωρίζονται ορατά, σε επιτυχημένους ή αποτυχημένους (πράγμα που με βγάζει απ΄τον κόπο, να χρησιμοποιώ άχρηστα συναισθηματικά κριτήρια) και με μαθηματική ακρίβεια, τίποτε δεν θα πάει στραβά. Όλα είναι υπολογισμένα από κάτι πολύυυυυ μεγάλα μυαλά, απλά θα πρέπει λιγάκι ακόμη να περιμένω.

Να θυμάστε μέχρι να δικαιωθώ όμως, πως οποιαδήποτε άλλη ιδεολογία, είναι πλαστή. Είναι ο μόνος τρόπος κάλυψης της αποτυχίας και της μιζέριας σας. Εγώ πια, είμαι δεδομένα επιτυχημένη και έπαψα να είμαι μίζερη.

ΦΙΛΙΕΣ ΜΕ ΜΕΛΛΟΝ

Ο Χάρης ήταν γύρω στα σαράντα, δημόσιος υπάλληλος, όταν ήρθε πρώτη φορά για αδυνάτισμα. Ο χώρος ήταν επιβλητικός, σοβαρός αλλά ταυτόχρονα προκλητικός, γεμάτος από όμορφα σώματα με λευκές ποδιές που πήγαιναν πέρα δώθε. Οι μελλοντικοί πελάτες, όλοι ντανιασμένοι σε έναν υπερπολυτελή καναπέ, αναγκαστικά να αναμένουν την δική τους σειρά στο όνειρο. Η τακτική ήταν, να περιμένουν τουλάχιστον για κάνα τέταρτο στο σαλονάκι, ούτως ώστε να πειστούν για το επιστημονικό του χώρου, να εντυπωσιαστούν από την χλιδή και να πέσουν οι άμυνες.

Εκείνο το πρωί ήρθε μόνος. Λιγάκι τρακαρισμένος, λιγάκι έξω απ΄τα νερά του, έχοντας σαφή εντολή απ΄τον γιατρό του, να αδυνατίσει. Στο γραφειάκι, άρχισα να μιλάω στον πληθυντικό, για τα οφέλη του αδυνατίσματος και την θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει. Είχα απέναντί μου έναν ψηλό, σοβαρό γεματούλη κύριο, με γυαλιά, με γκρίζα μαλλιά που δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο κοιτούσε επίμονα και έκανε καταφατικά νεύματα. Είχε μια περίεργη ζέστη και μια αθώα πονηριά στο βλέμα του. Όταν τελείωσα την «κασέτα», τον ρώτησα την γνώμη του για τη θεραπεία και μου την είπε.

-Αυτό το μίνι, πολύ σας πάει.

Πέταξα ένα ευχαριστώ, σκέπασα τα πόδια μου με την ποδιά μου και το γύρισα πάλι στην θεραπεία. Έπρεπε να το φτάσω στο οικονομικό για να ξεμπερδεύω. Στο άκουσμα της τιμής, ο Χάρης δεν χαμπάριασε.

-Αν είναι να σας βλέπω κάθε μέρα, εντάξει.

Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και μηχανικά, του συμπλήρωσα την καρτέλα, του έκλεισα ραντεβού για την επομένη και του είπα να με ζητήσει όταν θα έρθει για να τον ξεναγήσω. Στην χειραψία, με βούτηξε και με φίλησε σταυρωτά.

-Τα λέμε αύριο κύριε Χάρη.

-Εννοείται κυρία Κωσταντίνα μου.

Την άλλη μέρα με μπάνισε απ΄την είσοδο. Είχα πελάτισα στο γραφείο όταν εκείνος μπαίνοντας, φώναξε δυνατά «γειά σου μανάρα μου». Έμεινα με ένα παγωμένο χαμόγελο και τα κορίτσια στην ρεσεψιόν, κρύβονταν κάτω από τον πάγκο, να μην τις δει που γελούσαν. Παράτησα την πελάτισσα και έτρεξα να τον χώσω στις θεραπείες, για να μην πετάξει κάνα καινούργιο. Τον παρέδωσα στα κορίτσια και συνέχισα την δουλειά μου. Μετά από καμμιά ώρα, βγήκε κατακόκκινος με το μπουρνούζι στην ρεσεψιόν.

-Κύριε Χάρη, τί συμβαίνει;

-Παπαριές κυρά Κωσταντίνα μου! Αυτές εκεί μέσα, θα με βράσουν ζωντανό και έχουν και τις ποδιές κουμπωμένες. Θα πεθάνω και ούτε μάτι δεν μπορώ να πάρω!

Οι πελάτισσες στο σαλόνι, είχαν ανοίξει το στόμα σαν χάνοι. Εκεί, δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Πήγα, τον βούτηξα απ΄το μπουρνούζι και τον έσουρα πάλι μέσα.

-Κύριε Χάρη, πώς μιλάτε έτσι; Ρεζίλι με κάνατε. Και πώς βγαίνετε έτσι έξω; Απαγορεύεται. Μπροστά στον κόσμο, πρέπει να μιλάμε στον πληθυντικό και κόσμια, γιατί θα έχω πρόβλημα.

Ο Χάρης γέλασε, πήγε στο μαρτύριο και μετά καμμιά ώρα βγήκε κουστουμαρισμένος στο σαλόνι.

-Όλα καλά κύριε Χάρη;

-Όλα υπέροχα, κυρία Κωσταντίνα μου. Δεν πάμε στο γραφείο σας, να ρωτήσω κάτι για την θεραπεία;

-Και βέβαια, κύριε Χάρη.

Στο γραφείο, μπήκε φουριόζος και έκλεισε την πόρτα.

-Καλά μωρή παπάρω, σε πλήρωσα χρυσή, για να με στείλεις στα καζάνια; Βρωμάω σαν σαρδέλα απ΄τα κωλοφύκια. Άσε που ο κώλος μου άμα τον πιάσεις, κάνει ακόμα σαν κομπρεσέρ απ΄το ηλεκτροσόκ. Θες να πιάσεις; Αλήθεια, γιατί δεν φοράς το μίνι;

Ο Χάρης από τότε και μέχρι τώρα, είναι φιλαράκι μου.Του αρέσει ακόμη να προκαλεί και να διασκεδάζει, με την δήθεν σοβαρότητα των γύρω του. Παντρεύτηκε το Λιτσάκι, έχει δυό τέλεια μωράκια και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Μετακόμισε μόνιμα σ΄ένα χωριό έξω απ΄τη Θήβα και φτιάχνει το καλύτερο κρασί του κόσμου. Οι πελάτες μου, μου ορκίζονται, ότι δεν έχουν ξαναπιεί πιο όμορφο κρασί. Ίσως επειδή προέρχεται από ένα όνειρο ζωής. Όταν πλησιάζει η εποχή που θα μου φέρει την καινούργια σοδειά, έρχεται οικογενειακώς και αρχίζει με το Λιτσάκι το ψηστήρι.

-Πάρε ρε μωρό μου τον άντρα σου και ελάτε στο χωριό. Θα χτίσουμε στο χωράφι δυό σπιταρόνες, θα φτιάξουμε και πισίνα. Άντε ρε Τάσο, βαρέθηκα τα πήγαιν΄ έλα, πάρτην και ελάτε και θα περνάμε ζάχαρη. Θα τις στέλνουμε στο πατητήρι, θα πουλάμε το κρασάκι μας στους μαλάκες της Αθήνας και εμείς θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

Φέτος, δεν έχει κρασάκι. Για τρία χρόνια, τον έστειλε η υπηρεσία του στην Κύπρο και νοίκιασε το χωράφι. Τρία μόνο χρόνια διάλειμα απ΄το όνειρο και μετά θα πίνουμε, θα βλέπουμε τσόντες, θα πηδάμε και θα αμολάμε κουτσούβελα.

ΟΤΑΝ...

Όταν ο Πρωινός καφές, προσφέρει με κλήρωση 1 τόνο πετρέλαιο θέρμανσης…

Όταν η οικογένεια του οχτάχρονου Κλάιντι, μετακομίζει απ΄το ερείπιο παραδίπλα, σε φτηνότερο ερείπιο…

Όταν οι εργάτες που περιμένουν κάθε πρωί στην γωνία, για ευκαιριακό μεροκάματο, είναι ακόμη εκεί, απ΄τις έξι το πρωί και κανείς δεν έρχεται να τους πάρει…

Όταν η φίλη μου η Ελένη, που έχει κατάστημα με δώρα και παίρνει κάθε χρόνο βραβείο για την ομορφότερη βιτρίνα, είναι άσεφτη απ΄την προηγούμενη Τετάρτη…

Όταν τα χρωστούμενα στο τεφτεράκι μου, ξεπερνούν τα πενήντα ευρώ ανά άτομο και οι πελάτες εξαφανίζονται δια παντός, ακόμη κι αν μένουν παραδίπλα…

Όταν η λαική αγορά κλείνει κάθε Δευτέρα μετά τις πέντε το απόγευμα, ενώ παλιότερα στις μία, είχε ερημώσει…

Όταν κανείς πια δεν σου λέει καλημέρα, κανείς δεν γελά, κανείς δεν αστειεύεται πια…

Τότε, σκύβεις το κεφάλι και περιμένεις λίγες ακόμα μέρες, μέχρι τις γιορτές. Τότε, που όλοι θα πάρουν το Χριστουγεννιάτικο δώρο και θα έχουν άπειρα χρήματα να ξοδέψουν. Οι βιτρίνες και οι δρόμοι θα στολιστούν, τα μαγαζιά θα ξεπουλήσουν, όλοι οι λογαριασμοί θα πληρωθούν, τα δάνεια θα εξοφληθούν, οι πιστωτικές δεν θα ΄χουν λόγο ύπαρξης, οι συνταξιούχοι θα έχουν να πληρώσουν τα φάρμακα, το πετρέλαιο θα ρέει άφθονο.

Τότε που όλοι θα είναι ευτυχισμένοι και εγώ, θα κλείσω το μαγαζί μου για όσο γουστάρω και θα πάω στο βαρετό (κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια) Άσπεν για γλαρόσουπα.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2005

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Η καρδιά μου, πάει να σπάσει. Αυτό που με τρελλαίνει στα πιτσιρίκια είναι όταν καμμιά φορά, προσπαθώντας να μεγαλώσουν, ή να δείξουν ευγνωμοσύνη, υιοθετούν τερτίπια μεγάλων. Ο μπόμπιρας, γύρω στα επτά, έχει έρθει πέντε-έξι φορές και είναι στ΄αλήθεια κούκλος. Απ΄αυτά τα ευγενικά πιτσιρίκια, που λένε πάντα ευχαριστώ, που ζητάνε την άδειά μου για να αγγίξουν, που ότι ακουμπήσουν το βάζουν στην θέση του προσεκτικά. Όταν περνάει απ΄το μαγαζί, πάντα με χαιρετάει και την πρώτη φορά, με ρώτησε το όνομά μου και μου είπε το δικό του, κάνοντας χειραψία.

Αυτός ο μικρός πρίγκηπας, έρχεται πλέον καθημερινά και πάντα κάνει και μικρές συζητησούλες, για να μην πλήττω όσο τον περιμένω όρθια να διαλέξει. Κάποια φορά, μου είπε για τις κάρτες του Μπομπ του Σφουγγαράκη, ότι είναι μεγάλη απάτη. Χρειάζεται όλο το χαρτζηλίκι της εβδομάδας και οι «αλήτες» ποτέ δεν βάζουν στο κουτί, την κάρτα που του λείπει. Συνήθως, δεν τα καταφέρνει να κάνει λογαριασμό με τα λεφτά του. Πάντα μπερδεύεται και νοιώθει πολύ άσχημα όταν δεν του φτάνουν τα χρήματα. Τις περισσότερες φορές, του τα κερνάω χωρίς να το ξέρει, μόνο και μόνο για να μην κοκκινήσει απ΄την ντροπή.

Σήμερα, ήρθε πιο σοβαρός. Διάλεξε πατατάκια και γλυφιτζούρι και με ύφος έβγαλε απ΄την τσέπη ένα πεντάευρο. Ήταν η πρώτη φορά που μου ΄φερε χάρτινο νόμισμα και ένοιωθε πιο ασφαλής. «Σίγουρα, έχω ρέστα σήμερα», μου είπε χαρούμενος. «Και μάλιστα πολλά», του απάντησα, για να δω αυτό το κάτασπρο χαμογελάκι να του ξεφύγει. Μέχρι να βρω τα ρέστα, άρχισε πάλι την συζήτηση.

-Είστε πιο όμορφη, σήμερα.

-Ευχαριστώ, μωρό μου.

-Σας πάνε πολύ τα μαύρα, αν και η Ελένη που μου αρέσει απ΄το σχολείο, φοράει μόνο κόκκινα επειδή είναι Ολυμπιακός. Εγώ, είμαι Άεκ. Πόσα είναι τα ρέστα μου;

-Τέσσερα ευρώ και δέκα λεπτά (του τα δίνω, γιατί δεν φτάνει να τα πάρει απ΄τον πάγκο).

-Ωραία. Αυτά, δικά σας (και μου αφήνει δέκα λεπτά).

-Έλα εδώ, βρε! Δεν χρειάζεται.

-Όχι, το σωστό είναι να αφήνουμε και κάτι στο μαγαζί, ε... αν έχουμε. Έχω άλλα τέσσερα ευρώ, εγώ.

Έφυγε τρέχοντας για να μην τον προλάβω και έμεινα να κοιτάω το νόμισμα των δέκα λεπτών. Δέκα ολόκληρα λεπτά ευγένειας και ομορφιάς από ένα τόσο δα πιτσιρικάκι που ξέρει να μιλάει στον πληθυντικό, που είναι τόσο μεγάλος στην καρδιά και τόσο μικρός στο μπόι. Και μετά μου λένε, δεν έχουν σημασία οι λεπτομέρειες. Ά, ρε Ελενίτσα τυχερή!

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2005

ΟK, LET’S PLAY

Για όσους βαριούνται να γράφουν σήμερα – καλή ώρα – πείτε το με εικόνες. (Ή τέλος πάντων, λέω να πάω να διαβάσω κάνα μπλογκ της προκοπής).

/8-) = «Είμαι γυαλάκιας»

8 >) = «Έχω μεγάλη μύτη και....όχι μόνο»

8-] = «Άντε, γελάσαμε και σήμερα»

8-.) = «Μοιάζω με την Σίντι Κρόφορντ»

0-) = «Εγώ, ο Πολύφημος» ή «Διαθέτω ενόραση»

$-) = «Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;)

*-0 = «Τί είπε το άτομο;» ή «Πάει το μάτι μου»

8-(» = «Κόψε τα μούσια φιλαράκι»

:-3 = «Τσιμπούκια ο Τίγρης - Η εξάσκηση έκανε θαύματα»

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2005

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Όλοι γύρω μου, έχουν καταπιεί κασέτα : «άδραξε τη μέρα», «ζήσε το παρόν», «μην ανησυχείς για το αύριο», «ζήσε σαν να ήταν η τελευταία σου μέρα» και τέλος πάντων, όλες αυτές τις ενθαρυντικές ενεσούλες, μπας και την παλέψεις. Σε όλα αυτά τα ρητά, έχω ανατρέξει συχνά στο παρελθόν και η αλήθεια, κάτι έκαναν. Αν ας πούμε, είσαι στο χείλος της καταστροφής και διαβάσεις τον Αλχημιστή, τουλάχιστον θα καταστραφείς με αισιοδοξία.

Τώρα, τα θεωρώ σκέτες πίπες. Όταν έχεις προβλήματα, έχεις προβλήματα. Πάει και τελείωσε. Όσο φιλοσοφικά κι αν το δεις το θέμα, όσο ρομαντικά, όση αγάπη κι αν διαθέτεις για την ζωή, το τίμημα θα το πληρώσεις. Όλα τα ρητά, βγήκαν από σοφά κεφάλια, αλλά ΜΕΤΑ την καταστροφή. Άντε ρώτα τους, όταν ήρθε η καταιγίδα πώς ένοιωσαν. Άντε, την στιγμούλα πριν την καταστροφή και κότσαρέ τους μια παπαριά, του τύπου «αν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει να τα καταφέρεις» και στην καλύτερη, δεν θα σε σώσει όλο το σύμπαν μαζί.

Είναι ωραίο πράγμα η ελπίδα και η αισιοδοξία, αλλά πάνω απ΄όλα ο ρεαλισμός. Είναι τέλειο να ακολουθείς τέτοιου τύπου ρητά, αλλά σαν γενική θεώρηση των πραγμάτων και όχι σαν λύση για τα προβλήματά σου, που σίγουρα κάποια στιγμή θα έρθουν. Αυτές τις μέρες ψάχνω κάτι να πιαστώ. Αλλά κάτι πραγματικό και ουσιαστικό. Κάτι που δεν θα με κάνει χαζά αισιόδοξη, αλλά θα φέρει λύσεις. Προσπαθώ να βρω την πραγματική διάσταση του κάθε προβλήματος και οφείλω να παραδεχτώ, ότι δεν γουστάρω καθόλου να αδράξω την μέρα. Αν έπρεπε να πιαστώ και να ζήσω στο έπακρο, μέρες σαν την σημερινή, βράστα.

Αυτά λοιπόν, που θα ήθελα να πω σε κάποιον που έχει πρόβληματα και που του τα ΄χουν κάνει τσουρέκια με τα σύμπαντα, θα ήταν λίγα και ρεαλιστικά, αλλά ουσιαστικά λογάκια (όποιος δεν βαριέται, ας τα κάνει βιβλίο με τίτλο ΣΚΑΤΑ) :

«Σκάσε και κολύμπα τώρα, κακομοίρη»,

«Μπορεί να την γλιτώσεις πεθαίνοντας απ΄το άγχος, βρε χαζό»,

«Αν τη σκαπουλάρεις, θα γράψεις best seller, μαλάκα μου!».

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2005

ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Απέναντι απ΄το μαγαζί μου, υπάρχει ένα δημοτικό σχολείο. Με τα πιτσιρίκια του, τα γκράφιτι, τις φωνές και το κουδούνι να υπενθυμίζει σε όλους εμάς απ΄έξω, ότι ήμασταν κάποτε παιδιά. Φωνές, κατάρες, γέλια και πολύ μεγάλες τσάντες. Μετά βίας τα πιτσιρίκια σηκώνουν όλες αυτές τις τεράστιες τσάντες με τα πολλά βιβλία. Είτε εγώ μεγάλωσα πολύ, είτε οι τσάντες.

Είχα μια κόκκινη τετράγωνη τσάντα μέχρι την Τετάρτη τάξη του δημοτικού. Σαραβαλιάστηκε μετά. Την είχε στείλει η μάνα μου από την Γερμανία και η γιαγιά κοκορευόταν γιατί ήταν «ορθοπεδικιά». Και ΄γω ήξερα ότι επειδή άρεσε στην γιαγιά, θα την έτρωγα πολλά χρόνια στην μάπα. Προσπάθησα να την σκίσω, την έραβε. Προσπάθησα να την μουτζουρώσω, την έβαζε στο πλυντήριο. Κόλλαγα στρουμφάκια να την ομορφύνω, τα ξεκολλούσε. Τα παράτησα. Δεν ήταν ορθοπεδικιά αυτή η τσάντα, μαρτύριο ήταν. Κολλημένη στην πλάτη μου τόσα χρόνια, τα κοτσίδια μου να μπλέκονται στα λουριά της, οι συμμαθητές μου να με φωνάζουν «ορθοπεδικιά», ο Κυριάκος μου να δέρνει κόσμο, παλιοκατάσταση.

Στην Πέμπτη δεν θα κουβαλούσα την ίδια τσάντα. Είχαν καταργηθεί και οι ποδιές και το μόνο που έμενε, ήταν να καταργήσω την τετράγωνη κόκκινη καμπούρα. Άνοιξαν τα σχολεία, μας μοίρασαν τα βιβλία και εγώ ακόμη με την παλιοτσάντα. Πρώτη φορά είχα δει τόσα πολλά βιβλία. Αλλά αυτό θα με έσωζε.

Κάθε πρωί γέμιζα επίτηδες με όλα τα βιβλία την τσάντα. Ο παππούς, γέλαγε συνομωτικά και η γιαγιά απορούσε που η Πέμπτη τάξη ήθελε όλα τα βιβλία κάθε μέρα. Μου ΄φυγε η μέση μέχρι να την σαραβαλιάσω τελείως και να καταφέρω τη γιαγιά, να μου πάρει καινούργια. Η μαλακία ήταν, ότι ήθελε να μου πάρει μεγαλύτερη και πιο ορθοπεδικιά. Μέχρι να στείλει η μαμά λεφτά, με μπούκωνε κάθε πρωί τεράστιες φέτες ψωμί με μέλι για να πάρω δύναμη και με έστελνε για ύπνο απ΄τις εφτά. Πλησίαζε όμως η μέρα που θα έστελναν οι γονείς μου τα λεφτά. Είχα παραγγείλει στην μαμά να στείλει δυό πορτοφόλια λεφτά. Ένα για την γιαγιά και ένα για την τσάντα. Ο μπαμπάς, φώναζε απ΄το τηλέφωνο «δυό ολόκληρα πορτοφόλια λεφτά; Εσύ παιδάκι μου, δεν θα πάρεις τσάντα, τριαξονικό θα πάρεις» και ξεραινόταν στα γέλια. Εγώ, ανένδοτη: «δυό πορτοφόλια λεφτά, θέλω. Το ένα κατάδικό μου».

Εκείνο το πρωί, περιέργως με ξύπνησε η γιαγιά με χαρές. Μέχρι να πλύνω δόντια, να φτιάξω κοτσίδια, να σου η γιαγιά με μια τεράστια σακούλα. «Η τσάντα σου» μου λέει. Την είχε ψωνίσει μόνη της απ΄τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς και ήθελε να μου κάνει έκπληξη. Ανοίγω την σακούλα και παθαίνω τον πρώτο ταμπλά. Είχε πάει η αθεόφοβη και είχε βρει την ίδια βρωμοτσάντα. Μόνο που αυτό ήταν το λιγότερο. Η καινούργια τσάντα είχε και αξεσουάρ, ίδια ομπρέλλα, ίδιο καπέλο και ίδιο αδιάβροχο. Και έξω, έβρεχε! Και θα με έβλεπε ο Κυριάκος και θα με χώριζε με τη μία. Αλλά πού να χαμπαριάσει η γιαγιά. Μου έλυσε τα κοτσίδια και μου ΄φτιαξε δικά της, με την τσατσάρα που πόναγε – κάθε πρωί ο ίδιος καυγάς. Μου φόρεσε το κόκκινο αδιάβροχο, την κόκκινη καμπούρα, το κόκκινο καπέλο και μου άνοιξε το ομπρελάκι.

Ο παππούς, μου έβαλε το εικοσάρικο στην τσέπη γελώντας. Α, εσύ είσαι σωστός πυροσβέστης! Στον δρόμο, κρυβόμουν πίσω απ΄τα δέντρα και έτρεχα βιαστική όταν συναντούσα συμμαθητές. Αυτό, ήταν λιγάκι δύσκολο όσο πλησίαζα στο σχολείο, γιατί οι παρέες γίνονταν πιο πυκνές. Ξαφνικά, το μάτι μου άστραψε! Ένα παιδάκι μπροστά μου, είχε την ίδια τσάντα, το ίδιο καπέλο και την ίδια ομπρέλλα, μόνο που το χρώμα ήταν σιέλ. Ένοιωσα απίστευτη ανακούφιση και έτρεξα να το προλάβω. Τουλάχιστον θα μοιραζόμασταν την καζούρα δια δύο. Η φιγούρα, μου φαινόταν γνώριμη και το περπάτημα χαρακτηριστικό. Ήταν ο Κυριάκος. Μόλις με είδε, γέλασε.

- Έγινες ορθοπεδικός, για μένα;

- Ήθελα να σου κάνω έκπληξη και να έχουμε την ίδια τσάντα, αλλά βρήκα μόνο αυτή με την ομπρέλλα. Κάτσε να δεις, αύριο όλη η παρέα θα έχει την ίδια τσάντα και αν σε ξαναπούν ορθοπεδικιά, θα ΄χουν να κάνουν μαζί μου.

Η τσάντα μας, έγινε μόδα. Και όσοι την κορόιδευαν, έβγαιναν αυτομάτως απ΄την ομάδα ποδοσφαίρου του Κυριάκου. Ο Γιάννης, ο μοναδικός αντίζηλος του Κυριάκου, ήρθε στα κρυφά και μου ψιθύρισε: «θέλεις του χρόνου, να έχουμε ίδια τσάντα; Εγώ, θα πάρω τζην». Τον είχα βαρεθεί τον Κυριάκο τόσα χρόνια να βαράει κόσμο, είχα βαρεθεί και την παλιοτσάντα, ακόμα κι αν το μισό σχολείο την είχε αγοράσει και είπα να τον χωρίσω.

Την επόμενη χρονιά στην Έκτη, με τις γνωστές μαλαγανιές, μου ΄δωσε ο παππούς λεφτά και πήρα τσάντα τζην. Εκεί δεν είχε μαλακίες και ρομαντικούς τσαμπουκάδες Κυριάκους. Ήμουν πια μια δεσποινίδα με σοβαρό γκόμενο, αφήνοντας για πάντα πίσω το κοριτσάκι, ακόμη και αν τώρα μου λείπει πολύ.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2005

ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

Αυτό που μου τη σπάει περισσότερο απ΄όλα στην εποχή μας, είναι ότι δεν μπορεί κάποιος να αποδείξει με κανέναν τρόπο, κάτι που ισχυρίζεται. Όλα έχουν αναχθεί στο θέμα της πίστης.

Ας πούμε, ότι είδα έναν εξωγήινο. Από μόνο του, δεν αποτελεί απόδειξη στους τρίτους, εκτός απ΄τον εαυτό μου. Αν και προσωπικά, απαγορεύω στον εαυτό μου τέτοιους ισχυρισμούς (ανατρέξτε στην ψυχολογία και ελάτε μετά να μου πείτε ότι είδατε εξωγήινο –φάντασμα –νεράιδα). Πόσο μάλλον, να φωτογραφήσετε κιόλας ένα τέτοιο φαινόμενο. Με τις φωτοσοπιές, έχει γεμίσει ο τόπος ψεύτικες φωτογραφίες και φαινόμενα που προκαλούν ψευδαισθήσεις. Αν απ΄την άλλη το τραβήξετε και βίντεο, εκεί έχετε κάνει μεγάλη μαλακία. Τσάμπα η κασέτα. Εδώ τεμάχισαν εξωγήινο σε ολόκληρη ΝΑΣΑ, το έδωσαν σε κοτζάμ Χαρδαβέλα, μας τα ΄πρηζε για δυό βδομάδες και ακόμη να πειστούμε.

Αυτό λοιπόν, ισχύει για τα πάντα. Απ΄τις προσωπικές σχέσεις (μ’αγαπάς-δεν μ΄αγαπάς, με κερατώνεις –δεν σε κερατώνω), μέχρι την πολιτική (εμείς βελτιώσαμε την οικονομία –όχι, εμείς βελτιώσαμε την οικονομία).

Αυτό που μου τη σπάει όμως, ακόμα πιο πολύ, είναι ότι για να έχω δική μου άποψη, πρέπει να έχω σπουδάσει φωτογράφος, φωτοσοπάς, γιατρός, οικονομολόγος, πολιτικός αναλυτής, αρχαιολόγος και δικηγόρος (εντάξει, το τελευταίο είναι άσχετο, αλλά κολλάει παντού). Πόσοι από εμάς, έχουν τέτοιες γνώσεις; Πώς γίνεται ένα απλό ανθρωπάκι, να μην τρώει τόσες χλαπάτσες χωρίς αντίλογο; Χωρίς να έχει μια άποψη;

Έτσι, έχοντας ως γνώμονα μόνο την πίστη, χωριζόμαστε σε στρατόπεδα και χρησιμοποιούμε τα έτοιμα επιχειρήματά τους. Άλλοι είναι θρήσκοι, άλλοι άθεοι, άλλοι σκεπτικιστές, άλλοι ουφολάτρεις, άλλοι Πασόκ, άλλοι ΑΕΚ και άλλοι δικηγόροι (εντάξει, αυτό το τελευταίο, δεν χώραγε πουθενά και το έκανα ξεχωριστή κατηγορία). Πέρα από την πίστη, δεν μπορείς να βασιστείς σε τίποτε άλλο, ούτε καν στο μυαλό σου. Γιατί, τί να την κάνεις την μυαλουδάρα, όταν έχεις απέναντί σου έναν επιστήμονα, να σου λέει ότι στις πυραμίδες μέσα, έχει τοιχογραφίες με ελικόπτερα;

Λουφάζεις λοιπόν στο στρατοπεδάκι σου, νοιώθεις λιγάκι πιο σωστός απ΄τους άλλους, μαθαίνεις το ποιηματάκι σου απ΄όξω και ελπίζεις γρήγορα να δικαιωθείς. Μόνο που όλοι δικαιώνονται. Όλοι έχουν δίκιο. Όλοι κερδίζουν, όλοι κατέχουν την αλήθεια. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο, τίποτε δεν λέγεται χωρίς ταυτόχρονα να υπάρχουν δέκα διαφορετικές γνώμες, που όλες έχουν επιχειρήματα.

Ίσως το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσα να σας αποδείξω με αυτό το κείμενο, είναι ότι είμαστε όλοι, αποδεδειγμένα μαλάκες. : )

ΠΩΣ;

Ας πούμε ότι είσαι δημοσιογράφος και αποκαλύπτεις μια απάτη, ένα έγκλημα, μια λαμογιά. Ας πούμε ότι έχεις μια εκπομπή, η οποία έχει μεγάλη θεαματικότητα και όσο μεγαλύτερη η λαμογιά, τόσα πιο πολλά λεφτά θα βγάλεις. Ας πούμε ότι είσαι και λιγάκι θεατρίνος και έχεις τα μέσα να το κάνεις να φαίνεται χοντροσκανδαλάρα. Πώς είναι σωστό να το πεις;

Ας πούμε ότι η υπόθεση, περιλαμβάνει μίζες, από την ανάληψη ενός μεγάλου Ολυμπιακού έργου. Ας πούμε, ότι αυτή που κατηγορείται για τις μίζες είναι σύζυγος ενός εφημεριδάρχη. Πώς είναι σωστό να το πεις;

Ας πούμε ότι η γυναίκα αυτή, έχει ήδη κληθεί από τον Εισαγγελέα και δεν τίθεται θέμα λάθους για την πιθανότητα της ενοχής της. Ας πούμε, ότι αν το αποκαλύψεις στο ευρύ κοινό, οι μισοί συναδέλφοι σου, θα σε μισήσουν. Ας πούμε, ότι έχεις αποκαλύψει και άλλα μικρά ή μεγάλα σκάνδαλα και είσαι ήδη μισητός, πολλές φορές, όχι χωρίς αιτία. Πώς είναι σωστό να το πεις;

Ή δεν πρέπει να το πεις, γιατί όταν το θέμα αφορά συναδέλφους, είναι ανήθικο να το κάνεις; Κι αν το πεις, έτσι όπως συνήθως τα λες, με τα σκληρά λόγια, με τις φανφάρες περί ηθικής, πώς υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου, από τον μισό δημοσιογραφικό κόσμο;

Ειδικά, όταν ολόκληροι εκδότες, σου κάνουν τεράστιες αναφορές στις εφημερίδες τους, για τα ατοπήματά σου, ενώ στην διπλανή σελίδα, υπάρχει ρεπορτάζ για το παραδικαστικό κύκλωμα, που εσύ πρωτοαποκάλυψες; Ειδικά όταν σχεδόν όλες οι εφημερίδες, έχουν υλικό για μήνες, απ΄τα θέματα που αποκάλυψες και που τώρα οδηγούνται στην δικαιοσύνη;

Πώς είναι σωστό να το πεις;

Μάλλον, να μην πεις τίποτε. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να το πεις. Μάλλον, να κρατηθείς και να περιοριστείς στα καθωσπρέπει. Άλλωστε, πάνω κάτω όλοι θα τα φαντάζονται. Βάλε κρυφές κάμερες και μίλα αόριστα για πρόσωπα χωρίς ονόματα, για καταστάσεις θολές. Άσε αμφιβολίες να υπάρχουν και βολέψου στην περιουσία σου. Δεν είναι δουλειά σου, να αποκαλύπτεις, να δικάζεις, να τρομάζεις, να κηλιδώνεις.

Δουλειά σου, είναι να παρέχεις σόου, αλλά πάντα,στα πλαίσια της «ηθικής».

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2005

ΟΜΑΔΑ Ε - ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

Η ομάδα Ε, υπάρχει σας λέω! Ήδη αφυπνίζει τους Έλ-ληνες και τους οδηγεί στην κυριαρχία. Σας αποκαλύπτω την αλήθεια, που η ομάδα funel, απέτυχε παταγωδώς να ανακαλύψει, κάνοντας στείρα προπαγάνδα και σας προτρέπω να αγοράσετε μέχρι τελευταίου pocket, τα βιβλία που θα γράψει ο Λιακό, μετά την αποκρυπτογράφησή μου. (Μπορεί να γράψω και ‘γω κανένα μεταφυσικό Άρλεκιν, για τον έρωτα μιας Ελ-ληνίδας με έναν Εψιλονομάναρο. Υπερτεράστιο κοινό, αλλά δεν έχω μεγάλη ποσότητα ληγμένα – μάνα στείλε, ξέμεινα).

Πώς λοιπόν, θα μπορούσε μια θεική ομάδα, να εισχωρήσει στον οργανισμό όλων μα όλων των Ελ-λήνων και να τους αφυπνίσει; Πώς θα ήταν σίγουρη ότι δεν ξέφυγε κανείς και ότι όλοι το 2012, θα ξυπνήσουν ένα πρωί (εικάζεται για τις 16 Δεκεμβρίου) και ενωμένοι θα οδηγήσουν τον πλανήτη σε μια κούρσα Γνώσης, Αλήθειας και Τιμωρίας για τους αλλογονιδιακούς; Πώς το υπεργονιδιάκι, θα βγει απ΄την λήθη αιώνων και θα επηρρεάσει τον εγκέφαλο, ώστε επιτέλους να λειτουργήσει;

Ήταν μπροστά στα μάτια μας τόσα χρόνια, αλλά απαιτούσε υψηλή νοημοσύνη, παρατηρητικότητα, ομορφιά, λάμψη, τσακίρικα μάτια και πόδια άνω των 70 εκατοστών. Εγώ, δηλαδή.

Η τεράστια αφύπνιση, ξεκινάει λοιπόν απ΄τα ψιλικατζίδικα που στο εξής, δικαίως λαμβάνουν την ονομασία Ε-ψιλικατζίδικα. Και ο συμπαθέστατος κλάδος μου, θα ονομάζονται Ε-ψιλικατζίδες. Είμαστε οι ιεροί ναοί των Έψιλον. Επιλεχθήκαμε με λοτταρία και συντελούμε καθοριστικά με τα εδέσματα που πουλάμε, στην Απελευθέρωσή μας από τους Σιωνιστές.

Για να σας το αποδείξω, αγοράστε κάτι από ένα Ε-ψιλικατζίδικο. Διαβάστε τα συστατικά του και θα βρείτε μεταξύ τους, όλους τους Έψιλον. Ο συμπαθέστατος Ε124 είναι κολλητάρι με τον Ε 131 και η ομάδα τους αποτελείται από καμμιά εκατοστή Εψιλονάκια.

Σαν σωστοί Έλ-ληνες λοιπόν, οφείλετε να καταναλώνετε πάνω από πέντε φορές την ημέρα τα προιόντα των Ε-ψιλικατζίδικων, για να λειτουργήσει ο εγκέφαλός σας, όταν έρθει η ώρα. Προς το παρόν, αφήστε τον στην ησυχία του. Οφείλετε να πληρώνετε διπλάσια αυτά που αγοράζετε, για ενίσχυση της προσπάθειας και εμείς ως επιλεγμένοι Ε- ψιλικατζίδες, θα τα δίδουμε στο ακέραιο, υπέρ της ανέγερσης ναού....σόρυ μπερδεύτηκα...υπέρ της Αφύπνισης.

Ε-ξεστραβωθείτε λοιπόν και καταναλώστε.

Ε-ψιλικαζού.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2005

THE TRUTH IS OUT THERE

Καθημερινή μεσημέρι και το ινστιντούτο μας, άδειο από καλλυντικά. Θα παραλαμβάναμε νέα σε μια βδομάδα, οπότε ακυρώναμε τα ραντεβού ή αλλάζαμε τις θεραπείες με μηχανήματα (και καλά, δωράκι), για να γλιτώσουμε παράπονα.

Υπήρχε όμως μια πελάτισσα, η οποία ποτέ δεν έκλεινε ραντεβού. Είχε έρθει απ΄το Ντουμπάι και θα παρέμενε για έναν μήνα, μόνο και μόνο, για φτιάξει το στήθος της. Έχοντας μεγάλες αφραγκίες εκείνη την εποχή, έκανα το παν στην πώληση, να την κατατρομάξω για τις πλαστικές επεμβάσεις (αν κάναμε βέβαια και ΄μεις τότε επεμβάσεις, δεν το γλίτωνε το νυστέρι με τίποτα) και να της πουλήσω μια θεαματική νέα θεραπεία στήθους.

Βέβαια, πώς είναι δυνατόν, μερικές αμπούλες και δυό κρέμες, δεμένες με έναν επίδεσμο για τριάντα λεπτά σε κάθε συνεδρία, να γεμίσουν δυό πέτσες που είχε αντί για βυζιά, αυτό απέφυγα να το αναλύσω. Βλέποντας επιπλέον στην πορεία, ότι η πάμπλουτη πελάτισσα είναι ιδιαίτερα εύπιστη και δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ, της χτύπησα και ένα εκατομμυριάκι παραπάνω, για να βάλουμε και λίγο ρευματάκι στην θεραπεία. Έτσι, από τύψεις, μπας κάνω κάτι παραπάνω.

Την μέρα εκείνη, ήρθε δυστυχισμένη. Είχαμε κάνει πέντε θεραπείες απ΄τις είκοσι και ισχυριζόταν ότι δεν είχε δει κανένα αποτέλεσμα.

-Μα, τί λέτε; Μιά χαρά πάτε, εγώ που ξέρω, βλέπω μεγάλη διαφορά. Εσείς, θα τη δείτε προς το τέλος.

-Κι αν δεν δώ; Ο άντρας μου, μου λέει ότι κακώς σας πλήρωσα προκαταβολικά, το στήθος μου, είναι το ίδιο. Το μέτρησε με τα χέρια του.

-Σκεφτείτε, ότι σας πήρε σαράντα χρόνια για να πέσει (καλό ε;) . Δεν μπορεί σε μια βδομάδα να δείτε κάτι θεαματικό. Υπομονή. Σε τί στάση κοιμάστε;

-Ε...μπρούμυτα.

-Καλά, δεν λυπάστε τον κόπο μας! Εμείς σας κάνουμε τις καλύτερες θεραπείες και εσείς πάτε τη νύχτα και τα πατικώνετε; Λυπάμαι, αλλά δεν κάνουμε τίποτε. Ή σας δίνουμε πίσω τα χρήματα (γαμάτη μπλόφα – το βουλώνει και ο σύζυγος – ισχυροποιούνται οι αγνές προθέσεις), ή πληρώνετε πιό ενισχυμένη θεραπεία για “γυναίκες που κοιμούνται μπρούμυτα” (αυτή την θεραπεία, την ανακάλυψα εκείνη τη στιγμή).

-Εντάξει, ας κάνουμε την ενισχυμένη θεραπεία, αλλά ας αρχίσουμε από σήμερα, για να προλάβω μέχρι να φύγω απ΄την Ελλάδα (πεντακόσια χιλιαρικάκια η ενίσχυση – το ξέρω, πάω καπάκια κόλαση).

Το πρόβλημα ήταν, ότι δεν είχα εκείνη τη μέρα καλλυντικά. Ούτε ορούς, ούτε μάσκες, ούτε τίποτε θεαματικό για να δικαιολογήσω την «ενίσχυση». Έπεσε συναγερμός στο τμήμα αισθητικών. Θα βρίσκαμε λύση πάση θυσία, αρκεί να τους έταζα ποσοστά απ΄το συμβόλαιο για να βοηθήσουν (οι γαιδούρες, χωρίς φράγκα με είχαν γραμμένη, πέρα απ΄τα «χρύση μου» και όλα αυτά τα γλοιώδη προσωνύμια που συνηθίζονται μεταξύ συναδέλφων).

Η θαυματουργή θεραπεία συστάθηκε σε πέντε λεπτά (μην το προσπαθήσετε μόνοι σας). Βρήκαμε στο ψυγειάκι, τρία γιαούρτια (fruyo - αυτά με τα φρούτα και τα στάρια – ξεσκίστηκα μέχρι να βγάλω από μέσα τα στάρια, γαμώτο τελικά είναι πολλά) και ένα μπουκάλι γάλα. Χρειαζόμασταν όμως κάτι, να σταθεροποιήσει τον πολτό. Βάλαμε μέσα λίγο αφρό μαλλιών, αλλά τζίφος, ήταν πολύ νερουλό για να σταθεί στο στήθος. Την λύση την έδωσε η καθαρίστρια του πάνω ορόφου, που βρήκε στην αποθήκη ένα σακούλι άργιλο σκόνη. Ο πολτός γιαουρτιού-άργιλου μοσχομύριζε και το μπωλ είχε ικανό υλικό να σταθεί σαν μάσκα πάνω στο στήθος, ίσα για τριάντα λεπτά μέχρι την επόμενη που θα είχαμε πάλι καλλυντικά.

Η πελάτισα ξάπλωσε, έβαλε τα χέρια πίσω απ΄το κεφάλι, εγώ βάσταγα τα βυζιά (όπου να ΄ναι ξερνάω) και η αισθητικός πήρε το μυστρί να τα χτίσει.

-Γνωστή είναι η μυρωδιά.

-Ναι, βασίζεται σε λακτόζη και σε οξέα φρούτων ( πώς τα σκέφτηκα, μην ρωτάτε – πενία μήτηρ κ.τ.λ.).

Η μασκούλα τζάμι! Ε, ας πούμε. Δηλαδή, μέχρι να περάσουν τα τριάντα λεπτά, γιατί μετά, τρέχαμε και δεν φτάναμε. Μάλλον είχαμε βάλει πολύ άργιλο και είχε γίνει τσιμέντο. Είχε και κάτι γαιδουρότριχες στο γιουροβίζιον (ξερνάω, λέμε) και η μάσκα είχε γίνει ένα με τα βυζιά. Να την τραβήξουμε, ούτε κουβέντα, θα ξεκολλάγαμε και τα βυζιά μαζί. Σκεφτήκαμε να την διαλύσουμε με νερό, αλλά έπρεπε να βρούμε έναν κομψό τρόπο να το κάνουμε, μην μας πάρει χαμπάρι. Βρέξαμε ένα πινέλο, το πασαλείψαμε, αλλά τζίφος.

Μετά από σύσκεψη, βάλαμε σε λειτουργία τα μεγάλα μέσα. Πινελάκι και ασετόν. Της μύρισε βέβαια, αλλά η επιστημοσύνη μου, καθάρισε και πάλι.

-Καλά, δεν ξέρετε την επίδραση της ακετυλλίνης στα βλαστοκύτταρα; (ουφ, ευτυχώς, δεν την ήξερε...καλά που δε ρώτησε.)

Ντύθηκε γρήγορα γιατί την αργήσαμε με τις αλχημείες και έφυγε τρισχαρούμενη. Το θρίλερ είχε τελειώσει, αφήνοντας μια ελαφριά ερυθρότητα στο στήθος και ένα ανέλπιστα ευχάριστο οίδημα. Νόμιζε δε, ότι αυτή η θεραπεία κάνει θαύματα (λόγω πρηξίματος) και θα μου σύστηνε και φίλες. Η φαγουρίτσα βέβαια επέμενε, αλλά δεν την ένοιαζε μία.

Η μαλακία ήταν, ότι την επόμενη φορά που ήρθε, έκανε φασαρία γιατί η κανονική θεραπεία δεν έμοιαζε, ούτε μύριζε σαν την πρώτη. Θεώρησε ότι πάμε να την κοροιδέψουμε, ότι τσάμπα πληρώνει, ότι τις καλές θεραπείες τις κρύβουμε, μπλα,μπλα, μπλα. Ε, αφού θα πήγαινα κόλαση και αφού το ζήταγε ο οργανισμός της, του έδωσα να καταλάβει. Το τί γιαούρτι φάγανε τα βυζιά της, δε λέγεται. Στο τέλος του μήνα, μου έφερε δώρο ένα δαχτυλίδι και με ευχαρίστησε για το αποτέλεσμα, το οποίο παραδόξως ήταν αρκετά καλό (κι εμένα αν μου τα πρήζανε για έναν μήνα, έτσι θα ΄ταν).

Αν εξαιρέσεις φυσικά ένα μικρό εκζεματάκι (της είπα ότι είχαν υπερδιεγερθεί τα γαμωβλαστοκύτταρα – το ξέρω, το παραγάμησα), αλλά μπρος τα κάλλη...

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2005

ΣΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΥΚΟΛΑ

Μόνο που όταν ξεκινάς, περιμένεις μόνο τα εύκολα. Περιμένεις μια διαφορετική ζωή, λίγο χώρο να αναπνεύσετε, λίγο χρόνο για λίγες περισσότερες αγκαλιές. Και τα χρόνια περνούν, οι ανάσες λιγοστεύουν, οι αγκαλιές σπάνιες, τα φιλιά πεταχτά. Η ζωή σου πιο δύσκολη, η ψυχή σου πιο μαύρη, αλλά οι λίγες αγκαλιές, το ίδιο γερές με την πρώτη. Απ΄ αυτές, που νοιώθεις μια παράξενη δύναμη, αυτό το γλυκό τρέμουλο στα μπράτσα.

Είμαστε στη μέση της ζωής μας. Ανάμεσα σε δύο κόσμους, ακριβώς στο σημείο που πρέπει να ισορροπήσουμε τις δυστυχίες και τις ευτυχίες μας, να προχωρήσουμε την ζωή μας και να μας νοιάξει να πολεμήσουμε.

Μπορεί να σταθήκαμε άτυχοι σε όλα, αλλά μην έχεις αμφιβολίες. Αν ήμουν πάλι δεκάξι, θα έκανα τόσο προσεκτικά τις κινήσεις μου, ώστε να ξαναζήσω και στο ελάχιστο, όλα αυτά που ζήσαμε μαζί. Θα σχεδίαζα το κάθε δευτερόλεπτο να είναι ίδιο με αυτά που περάσαμε, για να μην χάσω ούτε μια αγκαλιά, ούτε ένα φιλί, ούτε μια ματιά.

Για ακόμη μια χρονιά, δεν θα έχουμε τούρτα, κεράκια, και πάρτι. Για ακόμη μια χρονιά, μην περιμένεις δώρα, εκπλήξεις, ξεκούραση, γλέντια. Μπορείς όμως να βασίζεσαι ότι θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω, να κλείσουμε το μαγαζάκι μας, να χωθούμε στο σπιτάκι μας και να σε αγκαλιάσω το ίδιο γερά.

Καρδιά μου,

Χρόνια Σου Πολλά και -στο υπόσχομαι- μαζί, στα δύσκολα και στα εύκολα.

ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ

Μία βασική αρχή, της Κβαντομηχανικής (σκάστε ρε, θα το σώσω), υποστηρίζει πάνω κάτω, ότι τίποτε δεν συμβαίνει ή δεν βρίσκεται σε μία θέση, αν δεν το παρατηρήσουμε. Δηλαδή, χωρίς το μάτι του παρατηρητή, σε επίπεδο κβάντων, κάποια φαινόμενα δεν υπάρχουν, αλλά αναγκάζονται να υπάρξουν και παίρνουν υπόσταση, μόνο αν τα πάρουμε μάτι. Παραθέτω αυτά τα δύο κειμενάκια, γιατί το αρχικό που διάβασα, το έχασα (είπα να κάνω πειράματα με το history και με γάμησε).

«Σύμφωνα με τη κβαντομηχανική, τα σωματίδια δεν έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες μέχρις ότου αυτές μετρηθούν από όργανο μέτρησης. Μέχρι τη μέτρησή τους, τα σωματίδια μπορούν να υφίστανται σε πολλά σημεία ταυτοχρόνως. Μετά τη μέτρηση, όμως, το σωματίδιο αποκτά υπόσταση στη θέση στην οποία ανακαλύφθηκε».

http://www.focusmag.gr/fora/view-message.rx?oid=48023#msg_48023

«Η κβαντική μηχανική είναι σε θέση να μας δώσει την πιθανότητα με την οποία το ηλεκτρόνιο μπορεί να βρεθεί σε μια από τις πιθανές καταστάσεις, με την βοήθεια ορισμένων εξισώσεων.
Η κβαντομηχανική άποψη της περίπτωσης αυτής είναι ότι το ηλεκτρόνιο δεν βρίσκεται σε μια θέση αλλά σε πολλές θέσεις ταυτόχρονα - βρίσκεται δηλαδή σε μια υπέρθεση καταστάσεων. Και το σπουδαιότερο, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να περιγράφουμε τη θέση ενός ηλεκτρονίου, έως ότου πραγματοποιηθεί μια μέτρηση. Όταν θα κάνουμε μια μέτρηση, τότε η μέτρηση καταστρέφει την υπέρθεση (και την αβεβαιότητα), και αναγκάζει το σωματίδιο να καταλάβει μια συγκεκριμένη θέση ή καλύτερα να μας αποκαλύψει όχι πιθανές αλλά πραγματικές τιμές της ορμής και της θέσης που έχε»ι.

http://www.focusmag.gr/fora/view-message.rx?oid=48062#msg_48062

Με έπιασαν λοιπόν τα επιστημονικά μου (που τελευταία δεν μ΄αφήνουν με τίποτα) και είπα να το δω στην πράξη, λιγάκι.

Κύριοι επιστήμονες, αυτή η θεωρία είναι μούρλια. Όχι, δηλαδή, σας βγάζω το καπέλο. Και κάτι που μου ανοίγει νέους κόσμους και εξηγεί πολλά ανεξήγητα. Όταν ας πούμε, κάνει κάποιος μια λαμογιά και κανείς δεν την βλέπει, δεν υπάρχει. Σωστά; Κάνει δηλαδή, μια Κβαντική λαμογιά.

Κύριοι Κβαντοτέτοιοι μου, τα συγχαρητηριά μου, εγώ δεν θα το σκεφτόμουν. Δηλαδή για να το καταλάβω, τώρα που δεν βλέπω τον κώλο μου, αυτός μπορεί να είναι βραζιλιάνικος, ή να με βαρεθεί και να φύγει; Έχω λοιπόν, κατά την θεωρία σας, έναν Κβαντοκώλο (ή άπειρους Κβαντοκώλους) που συμπεριφέρεται όπως γουστάρει, μέχρι να γυρίσω να τον κοιτάξω. Τότε, συμμορφώνεται και παίρνει την μορφή ενός απλού κώλου για να μην τον πάρω πρέφα.

Αλλά, είναι λίγο κουραστικό, ρε σεις. Δηλαδή θα πρέπει να έχω πάντα το μυαλό μου στον κώλο μου, για να μην του τη βαρέσει και φύγει;

Εντάξει, ευτυχώς που τα βυζιά μου είναι μπροστά και τα ‘χω το νου μου...

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΕΞ’ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ

Τα χρόνια της δικτατορίας, οι γονείς μου και όλοι οι μετανάστες, τα έζησαν από μία ασφαλή αλλά βασανιστική απόσταση. Αγόραζαν από τα περίπτερα ελληνικές εφημερίδες, συνήθως ΤΑ ΝΕΑ και προσπαθούσαν κουτσά στραβά να μάθουν για τους δικούς τους. Ο θείος μου, που έμενε στην Ελλάδα, ήταν ένα βήμα πριν τη φυλακή, για τα πολιτικά φρονήματα του παππού του. Τον ανάγκασαν να παρατήσει τις σπουδές του και να εργαστεί μετέπειτα στα καράβια. Ο «φιλόσοφος» τον αποκαλούσαν οι υπόλοιποι εργάτες, μη μπορώντας να ακολουθήσουν τις επαναστατικές απόψεις του για τον συνδικαλισμό. Αναγκάστηκε να μεταναστεύσει. Τον φιλοξένησαν για λίγα χρόνια, οι γονείς μου στη Γερμανία, αφήνοντας πίσω την γιαγιά, τον παππού, την αδελφή μου και εμένα νεογέννητη. Η μάνα μου, ήταν ράκος. Είχε δύο παιδιά που τα ΄βλεπε σπάνια σε μια επικίνδυνη χώρα, όπου επικρατούσαν ξυλοδαρμοί, ανελευθερία, βασανιστήρια.

Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τα έμαθαν από τις γερμανικές ειδήσεις και μαζεύονταν κάθε βράδυ όλοι, στο εστιατόριο του νονού μου, για να ανταλλάξουν πληροφορίες. Κάποιο βράδι, ήρθε ένας κύριος, που φυγάδεψε μια μαγνητοταινία απ΄την Ελλάδα. Είχε καταγράψει τα πάντα μέσα απ΄το Πολυτεχνείο. Την έδωσε κρυφά στον πατέρα μου και έφυγε για άλλη χώρα. Ο λόγος ήταν, να μάθουν όλοι οι Έλληνες του Βερολίνου, τα αληθινά γεγονότα.

Η μαγνητοταινία αυτή, υπάρχει ακόμα. Έχω να την ακούσω απ΄τα δεκάξι μου, γιατί το κασετόφωνο χάλασε και δεν είχαμε τα μέσα να την αντιγράψουμε. Μας την έβαζε να την ακούσουμε ο πατέρας μου κάθε επέτειο του Πολυτεχνείου και ήταν το μόνο πράγμα, που αν και πιτσιρίκια, μας καθήλωνε για ώρες. Είχε σκεφτεί να την δώσει σε δημοσιογράφους, για να την ακούσουν ή ακόμη και να την αντιγράψουν, αλλά δεν το έκανε ποτέ. Την τύλιγε σε ένα πανί, σαν ακριβό κόσμημα και την φύλαγε στο συρτάρι του. Κάθε 17 Νοέμβρη, ξέραμε ότι θα ξανακλάψουμε, θα ξαναφοβηθούμε, θα ξαναθυμώσουμε.

Η επιμονή του πατέρα μου να την ακούμε κάθε χρόνο, μου φαινόταν σκληρή και αδικαιολόγητη. Τώρα, καταλαβαίνω ότι ήταν ένα ακόμη απαραίτητο μάθημα. Μία ακόμη προσπάθεια, μέσα από τις ουρλιαχτές φωνές των φοιτητών, να μας δείξει, πόσο οικείο πράγμα πρέπει να είναι οι αγώνες των ανθρώπων για πράγματα τόσο δεδομένα, όσο η ελευθερία.

Πόσο τρομερά φυσικό ήταν, για μια χούφτα πιτσιρίκια να πεθάνουν έτσι απλά, χωρίς δεύτερη σκέψη, μόνο και μόνο για να είμαι εγώ εδώ και να σας γράφω ένα κάρο μαλακίες.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2005

ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΞΙΣ;

Ρε παιδιά, να ρωτήσω κάτι παράλογο (φαντάζομαι, έχω πια το ακαταλόγιστο); Τί ακριβώς είναι αυτό, που πέρα απ΄τα εκλογικά σας καθήκοντα (και τα οικονομικά βεβαίως βεβαίως), σας κάνει να πιστεύετε ότι ζείτε σε μια χώρα;

Δεν λέω δημοκρατική χώρα(αυτό το ξεκαθαρίσαμε), δεν λέω «τόπο», αυτό είναι δεδομένο και γεωγραφικά οριοθετημένο, δεν λέω ευρωπαική χώρα, γιατί μετά θα βρίσω.

Εννοώ, αυτά τα αυτονόητα απ΄τα οποία αποτελείται μία χώρα, δηλ. κυβέρνηση, αντιπολίτευση, κράτος, νόμοι, δικαιοσύνη, υγεία, παιδεία, κ.τ.λ. Και όλα αυτά, τα ρωτάω, απ΄την μεριά του πολίτη. Γιατί απ΄την άλλη μεριά, υπάρχει το ακράδαντο πειστήριο της τσέπης, οπότε οι όποιες απορίες τους, λύνονται στα καπάκια.

Help?

OΕΟ? (εντάξει, αυτό είναι άσχετο, αλλά το ΄βαλα για ηχητικά εφέ).

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2005

ΓΥΡΙΖΟΥΜΕ ΠΙΣΩ

Αυτές τις δύο λέξεις, τις άκουσα σήμερα το πρωί από μια ηλικωμένη κυρία. Αυτό το «πίσω» δεν το έχω ζήσει αρκετά, δεν το έχω παλέψει όπως εκείνη. Το έχω ακούσει όμως και βλέπω να το ζω σύντομα, σε όλο του το μεγαλείο.

Θυμάμαι το «σύνδρομο της κατοχής» που είχε η γιαγιά, ο παππούς μου και όλοι όσοι έζησαν δύσκολα χρόνια. Τα ντουλάπια γεμάτα κούτες γάλα και ζάχαρη, η κατάψυξη γεμάτη κρέας και τρόφιμα αγορασμένα σε κιβώτια. Η μαγική λέξη που κρυβόταν πάντα στο μυαλό τους, ακόμα κι αν δεν την έλεγαν ποτέ, μου τριβέλιζε το μυαλό από πιτσιρίκι : «κι αν;». Το αόρατο βάσανό τους, ήταν «οικονομία». Ήταν τότε, που ο κόσμος μπάλωνε ρούχα, χρησιμοποιούσε πεταμένα άχρηστα αντικείμενα άλλων, μαγείρευε για τρεις μέρες. Τότε που όλα τα παντελόνια μου, είχαν ραμμένες μικρές κόκκινες δερμάτινες καρδούλες στα γόνατα, για να μην τα σκίσω, για να αντέξουν πιο πολύ. Τότε, που είχα καινούργια ρούχα και παπούτσια μόνο Πάσχα και Χριστούγεννα και ήταν τα «καλά» μου.

Όταν στην μέση του σαλονιού είχαμε ακόμη την σόμπα πετρελαίου και η γιαγιά άφηνε πάνω φλούδες μανταρινιού, για μυρωδιά, περιμένοντας τα κάστανα να ψηθούν. Γενικότερα, ακούγοντας παλιότερες ιστορίες ανθρώπων που πάσχιζαν για την επιβίωσή τους και τώρα απλά τα αφηγούνται, έχοντας πλήρως ενταχθεί στον υπερκαταναλωτικό κόσμο μας, αναρρωτιέμαι τί βιώματα μπορεί να έχουν και αν θα χρειαστεί να τα ζήσω κι εγώ.

Σαν παιδάκι έχω ακούσει πολλές ιστορίες. Ήταν πολύ ζωντανές οι μνήμες της γιαγιάς μου απ΄τον πόλεμο. Όταν παιδάκι ακόμη, για να πάει να φέρει φαγητό περνούσε από σωρούς πτωμάτων που άδειαζαν κάθε λίγο τα καρότσια, κάθε είκοσι μέτρα. Το ίδιο και του παππού, όταν αφηγούταν τον χαρακτηριστικό θόρυβο που έκαναν οι ψείρες στην φωτιά όταν τίναζε το στρατιωτικό πανωφόρι του. Μετέπειτα, με τρόμαζαν οι ιστορίες της μαμάς μου, όταν για να επιβιώσει, πουλούσε κεράκια από τριών χρονών, στις εκκλησίες ανά την Ελλάδα. Όταν γνώρισε σαν παιδάκι τα κρατητήρια και ήταν πολύ ντροπιασμένη, αλλά ενδόμυχα χαρούμενη για το γεγονός, γιατί πρώτη φορά θα έτρωγε ζεστό φαγητό, χωρίς να ανησυχεί για την πληρωμή του.

Μου δόθηκε ένας τρόπος ζωής καλύτερος. Κλήθηκα να γεμίσω ένα σπίτι αντικείμενα, να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, το ενοίκιό μου, να βρω δουλειά, να πάρω αυτοκίνητο και να κάνω οικογένεια. Ότι ακριβώς είχαν κληθεί να κάνουν και οι προγόνοι μου, να ζήσουν αξιοπρεπώς. Μόνο που για εκείνους τίποτε δεν ήταν δεδομένο. Κάποιοι τα κατάφερναν, κάποιοι άλλοι όχι. Αλλά ήταν συνηθισμένο να παλεύεις και να μην τα καταφέρνεις, να πεινάς, να αρρωσταίνεις, να πάει στράφι η ζωή σου. Η αποτυχία ήταν στο πρόγραμμα για τους περισσότερους, η φτώχεια συνηθισμένη.

Τώρα, είναι σκληρότερο. Δεν επιτρέπεται η αποτυχία. Βλέπεις αστραφτερά αμάξια, που πίσω τους όμως, κρύβονται δάνεια, βλέπεις σπιταρόνες που πίσω τους καραδοκεί μια κατάσχεση. Βλέπεις τα νυχτερινά μαγαζιά γεμάτα, αλλά πίσω απ΄τα γέλια των θαμώνων, θα δεις κρυμμένη αριστοτεχνικά την θλίψη και την απόγνωση. Όλοι ντρέπονται να παραδεχτούν τη φτώχεια, λες και είναι συνυφασμένη με την αποτυχία. Προτιμούν να την φυλακίσουν μέσα στα πολυτελή σπίτια τους , μέσα στις οθόνες του υπολογιστή τους και μπροστά σου θα είναι τόσο αστραφτεροί, όσο θα έπρεπε να είναι και μέσα τους.

Σιχαίνομαι την εποχή μας. Μας κάνει ψεύτες, επιδειξίες και μικραίνει την ψυχή μας. Μας αναγκάζει να προχωρήσουμε δέκα σκαλιά μπροστά απ΄τους προγόνους μας, αλλά δεν μας δείχνει τον τρόπο να το καταφέρουμε, ούτε μας επιτρέπει να αποτύχουμε. Μας ζητάει συνεχώς περισσότερα, χωρίς να ρωτάει αν τα μπορούμε και εμείς πεθαίνουμε, αλλά πλέον αυτό που μας νοιάζει, είναι να το κάνουμε με στυλ.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2005

Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ

Η νονά μου, ήταν αυτό που θα χαρακτήριζα γυναικάρα. Δίμετρη, πανέμορφη και ντυμένη πάντα εκπληκτικά. Ήταν κακή συναναστροφή για τις υπόλοιπες Ελληνίδες στην Γερμανία. Οι άντρες της παρέας, έκρυβαν τα πορτοφόλια τους. Μιά βόλτα μαζί της και ήθελες τρεις μισθούς για να την ακολουθήσεις σε μαγαζιά, κομμωτήρια, ινστιντούτα. Ήταν η ίδια αισθητικός, αλλά για προσωπική χρήση.

Έμαθε την μάνα μου, να καπνίζει στα τριάντα της και έβαλε μια φίλη της να κουρέψει τα μαλλιά της σύριζα. Της πουτάνας είχε γίνει με τον άντρα της, αλλά είχε πειστεί, ότι ήταν απίστευτα μοδάτη και δεν χαμπάριαζε. Ο νονός μου, ήταν αυτό που θα λέγαμε επαρχιώτης. Όποτε με έβλεπε με φώναζε «γαιδάρα μου» και η νονά μου, δαγκωνόταν. Εκείνος με έπαιρνε αγκαλιά και με φιλούσε τραβώντας τα κοτσίδια μου , ενώ εκείνη απλά μου τσίμπαγε το μάγουλο γελώντας τόσο, όσο ακριβώς επέτρεπε το κραγιόν της.

Η μαμά μου, μου έλεγε ότι με αγαπούσε πολύ, απλά η ομορφιά της ήταν λιγάκι πιο σημαντική, από απλές καθημερινές πράξεις. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, την έβλεπα σπάνια. Μια φορά, ήρθε να με πάρει απ΄το σχολείο να πάμε βόλτα, διακόπτοντας το μάθημα, γιατί θα έφευγε το βράδι για Γερμανία. Ο δάσκαλος, βλέποντας μια τέτοια θεογκομενάρα, έμεινε κάγκελο. Ούτε κουβέντα δεν της είπε, που μπήκε σαν σίφουνας και διέκοψε το μάθημα. Τον αγνόησε επιδεικτικά και με εντόπισε γρήγορα με τα μάτια της. Ήρθε στο θρανίο μου, φωνάζοντας «γλυκό μου, σήκω, έχουμε ψώνια», με βούτηξε απ΄το μπράτσο και γέλασε φεύγοντας, στον άναυδο δάσκαλο. Όποτε το έλεγε αυτό, σήμαινε ότι θα με ξεθεώσει στον ποδαρόδρομο, θα μου πάρει θεόστενα ρούχα και καραστάνταρ θα μου έκοβε τα μαλλιά κοντά. Αλλά ποτέ δεν σήκωνε κουβέντα.

Είχα να την δω περίπου δέκα χρόνια, όταν έμαθα ότι πέθανε ο νονός μου. Είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μόνιμα, όταν αρρώστησε. Η νονά μου ήταν το αντίθετο της θρήσκας. Δεν το είχε πει ποτέ, αλλά το μοτό της σίγουρα ήταν «ότι φάμε ότι πιούμε...». Πήγε τον άρρωστο νονό μου, παραδόξως σε όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του έκανε ότι ματζούνια υπήρχαν, τον γύρισε σε όλους τους γιατρούς, αλλά μάταια. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, μου τηλεφώνησε ένα απόγευμα, στο άσχετο.

-Έλα γλυκό μου, η νονά είμαι, εσύ είσαι;

-Ποιά νονά;

-Έλα αγάπη μου, με ξέχασες;

-Νονά μου, εσύ; Καλά είσαι;

-Τώρα, καλά αγάπη μου. Σε πήρα γιατί χρειάζομαι την συγχώρεσή σου.

-Ορίστε;

-Πρέπει να με συγχωρέσεις, γιατί ήρθε η ώρα να χειροτονηθώ Ηγουμένη.

-Ορίστε; Εσύ Ηγουμένη;

Ο μπαμπάς τρελαμένος, βούτηξε το ακουστικό.

-Καλά βρε μουρλή, τί σχέση έχεις εσύ με μοναστήρια; Πόσα τους πλήρωσες για να σε πάρουν;

Μετά από κάνα μισάωρο, ο πατέρας μου έκλεισε τσαντισμένος το τηλέφωνο. Όλη η περιουσία των νονών μου, όλα τα χρήματα που είχαν μαζέψει με απίστευτο κόπο, τόσα χρόνια στην Γερμανία, δόθηκε στο μοναστήρι. Το μόνο που είχε αφήσει στα παιδιά της, ήταν ένα παλιό σπιτάκι, το πατρικό της στο χωριό. Είπε στον πατέρα μου, ότι τώρα παντρεύτηκε τον Θεό και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η συγχώρεσή μου, αφού τα παιδιά της το είχαν ήδη κάνει. Μου είχε στείλει ένα δέμα και είπε στον πατέρα μου, όταν το λάβω, θα μου τηλεφωνούσε για μάθει αν την συγχώρεσα.

Το κουτί ήταν πολύ βαρύ. Το παρέλαβα μετά από δέκα μέρες και ήταν γεμάτο βιβλία. Τα άπαντα του Χριστιανισμού και μερικές εικονίτσες. Δεν έβρισκα όμως, για ποιό πράγμα να την συγχωρέσω. Δεν μου είχε κάνει τίποτε κακό, δεν ήξερα τί εννοούσε, τί την βασάνιζε ώστε να χρειάζεται απαραίτητα την συγχώρεσή μου για να γίνει Ηγουμένη. Η μάνα μου, μου είπε ότι μάλλον είναι θέμα καθαρά εθιμοτυπικό. Πρέπει να το κάνω, για προχωρήσει η διαδικασία, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνω.

-Έλα μωρό μου, το πήρες το δέμα;

-Ναι...

-Θα με συγχωρέσεις, τώρα;

-Οκ, αλλά δεν μου έκανες τίποτε.

-Το ξέρω. Απλά πρέπει να μάθω την ταπεινότητα. Πες ότι τώρα, μαθαίνω ένα μάθημα.

-Δηλαδή, αν δεν σε συγχωρούσα, τί θα γινόταν;

-Μάλλον, δεν θα γινόμουν Ηγουμένη.

-Ωραία, δεν σε συγχωρώ.

Βούτηξε η μάνα μου το ακουστικό, της ζήτησε συγνώμη για τις βλακείες μου, την συγχώρεσε εκ μέρους μου και τώρα η νονά μου, είναι Ηγουμένη σε κάποιο μοναστήρι, σε κάποιο βουνό της Βόρειας Ελλάδος.

Τελικά ο Θεός, παντρεύεται τις καλύτερες γκόμενες και παίρνει και προίκα.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2005

ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΖΩΕΣ ΛΙΓΩΝ ΓΡΑΜΜΑΡΙΩΝ

Είχα διαβάσει κάποτε, μια συνέντευξη ενός πολύ περίεργου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας. Ο λόγος που τον είχα ψάξει (αν και πια δεν θυμάμαι τ΄όνομά του), ήταν γιατί πίστευε πως το τελευταίο του βιβλίο εικονικής πραγματικότητας, θα μπορούσε να γίνει πράξη. Γενικά, τρελλαίνομαι για ότι έχει να κάνει με επιστημονική φαντασία, έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Ι. Βέρν και έχω δει όλες μα όλες (καραγουστάρω b movies), τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Κυριολεκτικά, υπήρχαν μέρες, που έβλεπα πέντε και έξι ταινίες στην σειρά (αυτά, για να καταλάβετε την ανάγκη μου για «αποδράσεις» και «ταξίδια»). Γράφω εδώ, την κεντρική ιδέα, γιατί μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζω και το σκέφτομαι διαρκώς, αν και μου είχε φανεί τότε, αρκετά πεζό και άσχημο.

Ήταν περίπου ένα είδος μάτριξ, αλλά με διαφορετική πλοκή και διαφορετικές αιτιάσεις για το αποτέλεσμα. Λοιπόν, υποστήριζε ο κύριος αυτός, ότι το σώμα μας, είναι μια βρώμικη, ταλαίπωρη μηχανή. Ότι είμαστε αναγκασμένοι, να περνάμε όλη αυτή την βρώμικη διαδικασία της τροφής, της πέψης και γενικά των βιολογικών διαδικασιών, τις περιπέτειες της υγείας μας, μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε και να εξασφαλίσουμε ενέργεια. Θεωρούσε λοιπόν, ότι αν μπορούσαμε να «γδύσουμε» τον άνθρωπο από όλες αυτές τις διαδικασίες, θα είχαμε έναν ελεύθερο άνθρωπο.

Το μόνο που χρειαζόταν, κατά τον συγγραφέα, ήταν τα λίγα γραμμάρια του εγκεφάλου μας και ένας ηλεκτρονικός κόσμος με τον οποίο θα συνδέονταν οι νευρικές απολήξεις μας. Δεν θα υπήρχαν φτωχοί και πλούσιοι, δεν θα υπήρχε λόγος εργασίας με την έννοια της επιβίωσης, δεν θα υπήρχαν όμορφοι, άσχημοι, χοντροί, κοντοί. Χρησιμοποιώντας ωστόσο, ένα πολύπλοκο διάλυμα στο οποίο θα διατηρούσαμε τους εγκεφάλους, θα παρέτεινε την ζωή μας, μερικές εκατοντάδες χρόνια.

Υποστηρίζοντας λοιπόν στο βιβλίο του, ότι όλα αυτά είναι βατά, απάντησε σε μερικές λογικές ερωτήσεις στην συνέντευξη. Στο θέμα ηδονές και απολαύσεις, υποστήριξε ότι αυτά είναι αποτελέσματα ερεθισμάτων. Ακόμα και η σεξουαλική μας ζωή μπορεί άνετα, με τα κατάλληλα ερεθίσματα να είναι πολύ καλύτερη (δεδομένου ότι τα ερεθίσματα θα ήταν ουσιαστικά η εκπλήρωση οποιασδήποτε φαντασίωσης) . Στο θέμα αγάπη και προσωπικών σχέσεων, απάντησε ότι οι σχέσεις αυτές, θα είναι ουσιαστικότερες, γιατί δεν θα έχουν τα «φίλτρα» της εμφάνισης, της ηλικίας, της κοινωνικής θέσης, οπότε θα είναι αγνότερες.

Φυσικά, για να γίνουν όλα αυτά πράξη, βάζοντας στο όλο σχέδιο και την αναπαραγωγή και την συντήρηση του «εικονικού κόσμου» κάποιοι άνθρωποι θα ζούσαν «φυσικά», για κάποια χρόνια και μετά από μία συγκεκριμένη ηλικία θα «γδύνονταν» από το φυσικό τους σώμα. Έτσι, όλοι θα είχαμε επαφή με το φυσικό περιβάλλον και θα νοιώθαμε περισσότερη ευγνωμοσύνη για την «μετάβαση» αυτή.

Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση, ήταν η κεντρική ιδέα του όλου σχεδίου. Ότι δηλαδή, θα ήταν μία καλή λύση για να φτάσει ο άνθρωπος κοντύτερα στην ευτυχία. Μέσα από μία τέτοιου είδους «ζωή» και ελεύθεροι από καταναγκαστικές πράξεις επιβίωσης, προβλήματα, άγχος, θα μπορούσαμε να γίνουμε όλα αυτά που ποτέ δεν μπορούσαμε. Ο συγγραφέας, την ελευθερία την όριζε ως εξής : «Γνώση, Μάθηση, Παιχνίδι, Δημιουργία». Έννοιες που λίγοι από εμάς τις έχουμε αγγίξει και λίγοι τις ζούμε ή έχουμε την ελευθερία να τις αξιοποιήσουμε.

Η εικονική μου ζωή λοιπόν, θα ήταν χτισμένη σε ένα ξύλινο σπιτάκι δίπλα σε μια λίμνη και θα είχα δίπλα της, έναν δικό μου ζωολογικό κήπο με όλα τα ζώα του κόσμου. Στο χιονισμένο χωριό δίπλα, θα έμεναν όλοι οι συγγενείς και φίλοι μου, ενώ θα έρχονταν σχεδόν κάθε βράδι όλοι για παρέα. Θα έβλεπα ταινίες, θα διάβαζα, θα έπαιζα παιχνίδια με την οικογένειά μου και θα άκουγα μουσική όλη μέρα, πολύ δυνατά. Το βράδι, δεν θα κοιμόμουν ποτέ και το πρωί, θα χωνόμουν στα σκεπάσματα και θα χουζούρευα με αγκαλίτσες. Θα ταξίδευα όσο συχνά θα ήθελα και θα επισκεπτόμουν όλες τις χώρες του κόσμου.

Για να γίνουν όλα αυτά, που ποτέ δεν έχω κάνει, θα χρειαζόμουν πέντε κερδοφόρα λαχεία, τρεις κληρονομιές και τεράστια τύχη. Αλλά μπορεί και να πέθαινα από μία οποιαδήποτε ανίατη ασθένεια, πριν τα πραγματοποιήσω.

Για να γίνουν όλα αυτά, ίσως σε λίγο να φτάνει, να βγούμε από το σώμα μας, για να γίνουμε πάλι άνθρωποι.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2005

Ο ΠΕΤΑΛΟΥΔΙΤΣΑΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ

Θεωρώ ότι ως λαός, δεν έχουμε διορατικότητα. Δεν έχουμε, αυτό που λένε, κληρονομικό χάρισμα. Ειδικά σε ψιλοπροβληματάκια, που θα τα φάμε σύντομα, θέμε δε θέμε, αλλά ποτέ δεν τα βλέπουμε στην γέννεσή τους.

Έχουμε πρώτα πρώτα τον Μητσοτάκη. Πας κύριε και βαφτίζεις την μισή Ελλάδα. Που πα ρε θείο; Δεν έπρεπε να περιμένουμε, ότι τα γαλάζια «παιδιά» σου, θα δημιουργήσουν πρόβλημα κάποια στιγμή, στα ρουσφέτια και στις θέσεις του Δημοσίου;

Έχουμε τη φέτα μας. Κάνουμε δικαστηριάρες να την κατοχυρώσουμε ως Ελληνική, στην Ευρώπη. Δεν έπρεπε να φανταστούμε ότι αν δεν την κατοχυρώσουμε παγκοσμίως, θα ξανατρέχουμε και δεν θα ξαναφτάνουμε; Εμένα, δεν με χαλάει καθόλου πώς λένε το τυρί μου και μάλιστα θα προτιμούσα να κάναμε ως κράτος, ανάλογους αγώνες για πιο σημαντικά, αλλά αν τα κάναμε τόσο σκατά στην φέτα, ας τρέχουν και για το τζατζίκι, χέστηκα.

Έχουμε το ευρώ. Το Ευρωπαικό μας νόμισμα. Ε, ρε χαρές που κάναμε όταν μας το δείξανε! Διώξαμε την δραχμούλα εν μια νυκτί και βρεθήκαμε να αντιμετωπίζουμε ευρωπαικά στάνταρς. Πόσο μυαλό ήθελε να πάρουμε πρέφα ρε ΄σεις, ότι πρώτα έπρεπε να εξισώσουμε τους μισθούς μας, γιατί θα φτωχύνουμε με ταχύτητα φωτός; Οι τουρίστες με τα σαμάρια που κοροιδεύαμε, γίναμε εμείς, ηλίθιοι, αλλά πλέον αυτή, είναι η μόνιμη περιβολή μας. Φάτε σαλάτες τώρα.

Έχουμε στην προκειμένη, το «Ανεξάρτητο» Ραδιοτηλεοπτικό. Ανεξάρτητο, λες και πληρώνεται από τον Άρη, λες και δεν ελέγχεται από κανέναν και οι τύποι που το απαρτίζουν παίρνουν εντολές απ΄τον Βούδα. Κλείνει σταθμούς για φράσεις, ύβρεις και αθυροστομίες παραγωγών. Δεν μπορούμε γαμώ το κέρατό μας, να φανταστούμε ότι αυτοί οι παραγωγοί, είναι η αρχή; Πού θα ξαναβρεί δουλειά ο κάθε Ψαριανός, ο κάθε αθυρόστομος παραγωγός, ακόμα κι αν λέει μαλακίες;

Δεν θα το βουλώσουν και άλλοι δέκα όμοιοί του; Δεν θα γράφουν λιγότερα μετά οι εφημερίδες, δεν θα βλέπουμε λιγότερα για παπάδες, για λαμόγια, για σκάνδαλα; Δεν θα γράφουν λιγότερα τα blogs (ή αν δεν μπορούν να γράψουν, πολύ απλά, θα κλείνουν αηδιασμένα - βλέπε Μεσαίωνας) ; Δεν θα σκεφτόμαστε λιγότερα; Δεν θα διατυπώνουμε τα μισά; Δεν θα μιλάνε μόνο οι μισοί (η Αυριανή, αλήθεια, την γλίτωσε;). Θα είμαστε αλήθεια, αυτό που είμαστε τώρα, ακόμη κι αν αυτό είναι ήδη σκατά;

Ο Πανούσης, κάνει ακόμη εκπομπές και παραστάσεις. Λέει διπλάσια μπινελίκια και τρέχει χρόνια στα δικαστήρια. Αυτό, το «δε μας χέζεις ρε Νταλάρα», κανείς δεν το προχώρησε; Έχει όρεξη ο κάθε Πανούσης, να πληρώνει τον κάθε Νταλάρα, για να πει δυό λέξεις; Τον αφήνουμε και τα πληρώνει όμως, χρόνια τώρα. O Λαζόπουλος; Στα κάτεργα πρέπει να τον στείλετε. Αυτό το «ποιός είναι ο Κούγιας;» που έχει γανιάσει να το φωνάζει, κανείς δεν το κατάλαβε;

Κύριοι ανεξάρτητοι ραδιοτηλεοπτικοί, που προφανώς εξαρτάστε από τις δικές σας πίπες μόνο, αν δεν μπορώ να πω «τραγόπαπας», που στην τελική είναι κοπλιμέντο μπροστά σε αυτά που σκέφτομαι, αν δεν μπορώ να ακούσω και την πιο ηλίθια σκέψη, άποψη, σάτυρα, μάλλον έχετε κάνει χοντρή μαλακία και εμείς μεγαλύτερη. Προσέβαλλε δηλαδή κάποιος τους παπάδες σας, γιατί σατύρισε τα σκάνδαλα, που μόνοι τους έδειξαν και είπαν - παραστατικότατα στις τηλεοράσεις σας, (όπου απαγορεύονται φυσικά τα ομοφυλοφιλικά φιλιά, αλλά επιτρέπονται οι αλλαξοκωλιές της ιερότητάς τους);

Πόσο ανεξάρτητοι θα υποστηρίζετε ότι είστε, αν δεν κλείσετε αυτή τη στιγμή ΟΛΟΥΣ τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και ΟΛΑ τα κανάλια; Και κόψτε τις αηδίες με τα πρόστιμα. Είπαμε, δεν πάτε για τα λεφτά, για το ήθος πάτε. Μαλακία το πρόστιμο για τον Παπακαλιάτη. Όλο το Mega έπρεπε να κλείσετε κυρ Ανεξάρτητοι.

Μπορώ όμως να σας βοηθήσω. Μπορώ όποτε γουστάρετε, να σας καταγράψω όλα αυτά που έχουν πει όλοι οι αντίχρηστοι και είναι, πιστέψτε με, πολύ κακά πράγματα. Η γιαγιά μου, ακόμα σταυροκοπιέται.

Σύμφωνα με την θεωρία του Χάους, για μένα ο Ψαριανός είναι η πεταλούδα. Και έχουμε πια, γεμίσει από δαύτες.

Υ.Γ. Αυτά, γιατί άκουσα σήμερα έναν διαφορετικό, πολύ υποτονικό Ψαριανό, με μισή φωνή. Ακόμα και οι μουσικές του, ήταν μισές.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2005

ΕΠΙΛΥΣΗ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΥ

Θέλοντας να βγάλω άκρη, θα αναλύσω τα επιστημονικοθρησκευτικά μου, που ποτέ δεν άφησα να ανθίσουν, κάνοντας μερικές απλοποιήσεις.

ΣΥΜΠΑΝ : Ένα μεγάλο μαύρο πράγμα, γεμάτο πέτρες. Πού και πού, λίγα φωτάκια, που κάνουν τις πέτρες να γυαλίζουν. Δεν ξέρουμε πού αρχίζει και πού τελειώνει. Μπορεί να έχει μορφές ζωής παντού, μπορεί και όχι. Μπορεί να το έφτιαξε ένας τύπος που τον λέμε Θεό, μπορεί να φτιάχτηκε μόνο του, μπορεί να είναι μια σκατούλα κολλημένη στον κώλο ενός γίγαντα. Κανείς δεν ξέρει (εγώ εμμένω στην θρησκεία της σκατούλας, αλλά ξέρω, δεν πρόκειται να πουλήσει με τέτοιο όνομα).

ΓΗ : Μία μεγάλη πέτρα, γεμάτη έμβια όντα. Έχει οξυγόνο και συνθήκες που ευνοούν την ζωή οργανισμών. Χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των δίποδων ζώων που λέγονται άνθρωποι, τα οποία ως τώρα από γαλαζοπράσινη, την έχουν κάνει σκατί.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ : Έμβια όντα, που νομίζουν ότι διαθέτουν λίγη μεγαλύτερη νοημοσύνη απ΄όλα τα υπόλοιπα, γιατί απλά και μόνο κυριάρχησαν. Θα μπορούσαν να ορίσουν την «κυριαρχία», με άλλα κριτήρια αλλά είναι καθαρά θέμα νοημοσύνης. Έτσι, με επιστημονικό (δικό μου) κριτήριο την επιβίωση, θα λέγαμε ότι κυριαρχούν οι κατσαρίδες. Με κριτήριο την αναπαραγωγή οι γουρουνίτσες, με κριτήριο την πιο γαμάτη οσμή ο μουσακάς...γράψτε λάθος, παρασύρθηκα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ : Η γη, είναι χωρισμένη απ΄τους ανθρώπους νοητά (μεγάλη ιστορία), με γραμμούλες που κλείνουν γύρω γύρω σε κουτάκια. Κάθε κουτάκι από γραμμούλες, έχει το όνομά του, τους ανθρώπους του (δηλ. αυτούς που πρόλαβαν ή έτυχε και χώθηκαν μέσα) και τους δικούς του ήχους συννενόησης. Εδώ, σφίγγουν τα πράγματα. Άπαξ και χωθείς στο κουτάκι σου, τελείωσε. Είσαι κολλητάρι με τους συν-κουτούς σου και τους μισείς όλους, έξω απ΄τις γραμμούλες σου.

Από το ένα κουτάκι στο άλλο, δεν πας έτσι απλά. Κάποια κουτάκια θεωρούνται σημαντικά και κάποια άλλα όχι (μεγάλη ιστορία). Άλλοι μεγαλώνουν τα κουτάκια τους και εξαφανίζουν τα διπλανά και άλλοι κάνουν κουμάντο σε κουτάκια, μισή γη πιο μακριά. Οι άνθρωποι πολλές φορές, πάνε μουσαφήρηδες στα άλλα κουτάκια από κατινιά, ενώ κάποιοι άλλοι, αναγκάζονται να αλλάξουν κουτάκι μόνιμα, για να επιβιώσουν (μικρή ιστορία). Αν μπερδευτήκατε, ή νομίζετε ότι τα δυσκολέψαμε μόνοι μας, σκεφτείτε ότι είστε μέρος ενός κοσμικού σχεδίου, που μόνο η δική μου θρησκεία, εξηγεί τόσο καλά (αρκεί να της βρω ένα πιασάρικο όνομα).

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ : Ανακεφαλαιώνοντας, όλο το σύμπαν είναι μια σκατούλα στον κώλο ενός γίγαντα. Η γη, είναι ένας κόκκος της σκατούλας, οπότε οι άνθρωποι είναι τα σκατομόρια. Ως σκατομόρια που σεβόμαστε τον εαυτό μας, οφείλουμε να παράγουμε την μεγαλύτερη δυνατή βρώμα, έτσι ώστε, ενωμένα δυνατά να δώσουμε στον κόκκο μας, περισσότερη μπόχα, περισσότερη σκατοκυριαρχία πάνω στους άλλους κόκκους.

No worries, then. Πιστεύω ότι τα πάμε περίφημα!

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2005

ΠΑΓΑΠΟΝΤΙΕΣ

Τα έχω καρακαταπάρει με τους κάθε είδους πωλητές που τρώω στη μάπα, αλλά δεν έχω τύψεις. Τεχνικές πώλησης που δούλευα πριν δέκα χρόνια, μου τις σκάνε και τσαντίζονται, λες και είμαι ανάποδη που δεν τους αφήνω να πουν όλο το ποίημα για κάνα μισάωρο, λες και βρίσκομαι εδώ μόνο και μόνο, για να τους ακούσω. Ακόμα κι αν έχω πελάτες, δεν μασάνε. Χώνονται και αρχίζουν τον ασταμάτητο μονόλογο, μέχρι να εντοπίσω μια μικρή παύση για ανάσα, για να προλάβω να τους κόψω. Ένας απίστευτος σήμερα, έσπρωξε μια κυρία για να έρθει πρώτος στον πάγκο.

Ήμουν πάντα ευγενικότατη με πλανόδιους πωλητές και συνεχίζω να είμαι. Δίνω πολλά λεφτά τη βδομάδα σε ζητιάνους, στον φίλο μου τον Αli για σιντάκια (προτιμώ να ψοφήσουν οι δισκογραφικές, παρά το φιλαράκι μου), στον τυπάκο με το ακορντεόν και γενικά σε όσους νομίζω ότι πρέπει να βοηθήσω. Αρκεί, να μπουν κατευθείαν στο ψητό και να μου δείξουν το προιόν τους, χωρίς να ενοχλήσουν τους πελάτες και χωρίς να μου πρήξουν το κεφάλι μία ώρα, μέχρι να αγοράσω μία θαυματουργή κόλλα ή ότι άλλο «εκπληκτικό» υπάρχει.

Αρνητική Πώληση

-Κοπελιά, (χαμηλόφωνα και συνομωτικά) έχω δυό ζευγάρια γυαλιά Αρμάνι, να, τα πούλησα όλα και μπαίνω στο αμάξι να φύγω. Στα δίνω όσο όσο.

-Ρε φιλαράκι, τί να τα κάνω εδώ μέσα όλη μέρα, έχω μαλλώσει με τον ήλιο.

-Ρε φιλαράκι (ειρωνικά κουνώντας μάγκικα το κεφάλι), μας δουλεύεις; Θα φύγω και θα μείνεις χωρίς γυαλιά και θα λες πού΄ναι ο γύφτος τώρα που τον θέλω, αλλά ο γύφτος θα ΄χει πουλήσει και θα χορεύει (και σηκώνει τα χέρια κάνοντας πως χορεύει).

Εντάξει, καλό το σόου, αλλά είδα κι έπαθα μέχρι να φύγει, πολύ πολύ τσαντισμένος, φωνάζοντας να τον ακούσει η γειτονιά, λέγοντάς μου ότι δεν θα ξαναπατήσει. Πάντα έτσι λέει... Ρόμπα μ΄έκανε με τις γιαλαντζί τσαντίλες του. Μέχρι, που μου ζήτησε να πάρω τα γυαλιά και να τον πληρώσω με τρία Marlboro. Δελεαστικό, αλλά...για γυαλιά; Έπειτα, θα έπαιρνε αέρα και θα τον είχα κάθε μέρα εδώ. Τουλάχιστον, τώρα έρχεται μόνο μία φορά την εβδομάδα..όταν «παρκάρει» κοντά.

Εκφοβιστική Πώληση

-Καλημέρα σας. Έλεγχος.

-Ορίστε;

-Σε ποιά σημεία του μαγαζιού βρίσκονται οι πυροσβεστήρες;

-Εδώ και μέσα.

-Η πυροσβεστική φωλιά;

-Εκεί.

-Δείχτε μου τον πυροσβεστήρα.

-Μιά στιγμή (τρέμοντας από φόβο, όπως συνηθίζω αδικαιολόγητα σε οποιαδήποτε συναναστροφή μου, με ένστολους, ή ελέγχους)

-Ωραία. Θα κάνουμε την αναγόμωση.

-Τί ακριβώς έλεγχος είναι; Είστε απ΄την Πυροσβεστική; (αρχίζω και καταλαβαίνω, αλλά τώρα τρέμω από νεύρα).

-Όχι κορίτσι μου (γλυκαίνει την φωνή και παρατηρώ ότι είναι ντυμένος σαν λέτσος, βαστώντας ένα μπλε απλό τετράδιο κατατσαλακωμένο). Από την εταιρεία που αγόρασες τους πυροσβεστήρες είμαι.

-Η εταιρεία είναι γνωστού μου και εσύ δεν είσαι υπάλληλός του.

-Ω, συγνώμη, λάθος θα έγινε. Τί θα γίνει, θα την κάνουμε την αναγομωσούλα;

-Έχεις ένα λεπτό να πας έξω να αναγομωθείς, πριν σου χώσω τον πυροσβεστήρα στον κώλο, μαλάκα.

Παραπλανητική πώληση

-Καλημέρα σας (μπαίνουν δύο καρακουκλάρες, βαστώντας ντοσιέ)

-Καλημέρα.

-Κάνουμε ενημέρωση στα μαγαζιά της περιοχής σας, από την Υπηρεσία Υγείας.

-Δηλαδή;

-Ξέρετε πρώτες βοήθειες; Τεχνητή αναπνοή; Μαλάξεις στην καρδιά; Αν μια πελάτισσά σας, πάθει κάτι, ξέρετε τί να κάνετε; Είστε υποχρεωμένη από τον Νόμο να τα γνωρίζετε αυτά.

-Μάλιστα, ξέρω.

-Για δείχτε μας.

-Κορίτσια, έχω δουλειά. Πείτε μου τί παίζει και βλέπουμε.

-Να...είμαστε φοιτήτριες και δουλεύουμε στον τάδε εκδοτικό οίκο. Έχουμε βιβλία για πρώτες βοήθειες, μόνο δεκαπέντε ευρώ.

-Και πουλάτε με αυτές τις χαζομάρες; Ρε, αν ήμουν σαν κι εσάς, ένα χαμόγελο θα ΄ριχνα και θα ΄φτανε. Άντε, εξαφανιστείτε.

Χαζή πώληση

-Γειά σας, μου δίνετε μια στιγμή τον λογαριασμό του ΟΤΕ σας;

-Ορίστε;

-Είμαι απ΄τον ΟΤΕ και θέλω να δω, αν δικαιούστε την έκπτωση. Όλα τα τριγύρω μαγαζιά την πήρανε.

-Με δουλεύεις; Ο ΟΤΕ κάνει εκπτώσεις και βγαίνει στη γύρα να τις χαρίσει; Έλα, λέγε από πού είσαι.

-Ε, απ΄την τάδε εταιρεία, που όντως είναι πάνω στις γραμμές του ΟΤΕ και είναι πολύ πιο φτηνή, θα σας έρθει σαν έκπτωση.

-Έφυγες όπως είσαι. Σουτ! Κουβέντα. Έξω.

Τώρα που τα γράφω, ψιλοχαλαρώνω, αλλά είναι τόσα πολλά...τέλος πάντων.

Αθυρόστομη Πώληση

Ένα τσιγγανάκι πολύ μικρούλι, έρχεται γύρω γύρω στον πάγκο και φωνάζει μέσα στ΄αυτί μου:

-Πέντε πετσέτες, τρία ευρώ.

-Ρε συ, με τρόμαξες. Πήγαινε μπροστά. Εδώ απαγορεύεται.

Πάει μπροστά και ξαναλέει:

-Πέντε πετσέτες, τρία ευρώ μωρή.

-Δεν θέλω,φύγε.

-Πέντε πετσέτες, τρία ευρώ είπα, μη σε γαμήσω.

-Ε, αν είναι να πάθω τέτοιο κακό, φέρε!