Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2005

WISHES....

ΚΑΤΣΙΚΟ-ΠΟΔΑΡΙΚΟ

Δεν είμαι προληπτική. Τουλάχιστον όχι σαν μερικούς. Αλλά για να λέμε τα σύκα σκάφη, το μπλογκ μου το προσέχω. Το σταυρώνω, του κάνω αγιασμό και αν πάρω χαμπάρι ότι πάει να μπει κάνας γρουσούζης, του στέλνω διαδικτιακά ξόρκια και τον ξαποστέλνω πίσω στα γιαχού και τα φόρουμ. Μου είπε και ο Mac ένα καλό ξόρκι, αλλά περιλαμβάνει κατούρημα, πράγμα δύσκολο εδώ μέσα. Τί νομίζατε, έτσι εύκολο είναι να κρατάς μπλογκ; Το ίδιο κάνουν και οι περισσότεροι εδώ κι ας το παίζουν υπεράνω. Ένας ανώνυμος μάλιστα, μου στέλνει κάθε μήνα με mail, το top ten των ευχών για πολλά comments. Έμαθα τελευταία, ότι παίζει και ένα καλό ξόρκι για uniques, αλλά θα το διασταυρώσω και θα σας πω.

Τέλος πάντων το point μου είναι άλλο. Επειδή την πρώτη του χρόνου το κόβω χλωμό να σπάσω ρόδι και να γίνει το μπλογκ ξαφνικά σαν μουνί με περίοδο, αποφάσισα να επιλέξω μόνη μου το ποδαρικό μου. Όχι που θα το άφηνα στην τύχη. Σηκωτό τον παίρνω κάθε χρόνο τον πατέρα μου να μπει με το δεξί στο σπίτι, αλλά κομματάκι δύσκολο να μου κάνει ποδαρικό στο μπλογκ. Βασικά θα του ΄βαζα κάτω την οθόνη να την πατήσει με το δεξί αλλά αν δείτε τις ποδάρες του θα καταλάβετε. Σκέφτηκα να φωνάξω κάναν παππά να γράψει ένα comment-ευχέλαιο... τρισάγιο.. τεσπα όπως τα λένε, αλλά είμαι άφραγκη. Πού να ψάχνεις και για μαιντανούς...δυόσμα...πράσα, τέλος πάντων αυτά που βουτάνε στον αγιασμό, ταλαιπωρία και το κατάβρεγμα, οπότε τα παράτησα.

Αλλά καταλαβαίνετε, δεν μπορώ να τα αφήσω όλα στην τύχη. Φαντάζεσαι αδελφάκι μου, να φτάσει η πρώτη του χρόνου και να μπει κάνας γρουσούζης να κάνει το πρώτο comment; Όχι τίποτε δηλαδή, αλλά θα λείπω κιόλας και δεν θα ξέρω πώς μου μπήκε ο χρόνος. Δεν χρειάζεται να κατονομάσω, αλλά τους ξέρετε τώρα τους γρουσούζηδες. Αυτούς που γκρινιάζουν όλο τον χρόνο, μας τα κάνουν τούμπανα με τις λογικές, τις ορθότητες και άλλες πίπες και μετά κυνηγάς τους uniques με το τουφέκι. Ναι ντε, ξέρετε... αυτούς εννοώ.

Έτσι, θα ήθελα να σας στείλω την αγάπη μου μέσα από την καρδιά μου και να ευχηθώ ειδικά σε μερικούς ανθρώπους λίγο πιο ξεχωριστά. Λοιπόν, αγαπημένοι μου φίλοι :

Manifesto, Mac, J95, Laο, Vatraxokoritso, Lefty, Avanti, Πάνο, Αδελφή, Crazy Monkey, Old boy, Aeipote, Thas, Funel, Marilina, dcd, M13, Penguin witch:

Παιδιά με εσάς, θα τα πούμε στις ΔΥΟ του μηνού. Όχι πρώτη παιδιά, ΔΥΟ. Μην τα ξαναλέμε. Πού να μπαίνετε τώρα χρονιάρα μέρα να ευχηθείτε, θα κάνει και κρύο, θα πονάνε τα δαχτυλάκια σας, θα είστε και ξενυχτισμένοι, θα έχετε και πονοκέφαλο… Άσε που όλα τελικά είναι μια κοροϊδία και δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Στις ΔΥΟ παιδιά. Δεν τρέχει μία. Δεν είμαστε άλλωστε και απ΄αυτές που παρεξηγούνε!

Α, ούτε mail παιδιά. Δεν θα ΄μαι εδώ, τσάμπα θα το στείλετε. Από ΔΥΟ και βλέπουμε. Τα φιλιά μου στις οικογένειες και όποτε γουστάρετε κερνάω καφέ μετά τις ΔΥΟ, λέμε.

Υ.Γ. Στις ΔΥΟ, έτσι;

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2005

ΤΑ ΨΕΥΤΙΚΑ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ

Το μεγάλο μου απωθημένο για πολλά πολλά χρόνια ήταν τα μεγάλα νύχια. Δουλεύοντας αισθητικός και πασαλειμένη διαρκώς με κρέμες, τα νύχια μου ήταν αλοιφή. Εξάλλου δεν επιτρεπόταν να τα αφήσουμε να μακρύνουν, για ευνόητους λόγους. Αλλάζοντας λοιπόν πόστο και πηγαίνοντας στις πωλήσεις, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βάλω ψεύτικα νύχια. Όχι όμως τα κανονικά. Έβαλα τα πιο μεγάλα που υπήρχαν. Η κοπέλα που τα «έχτισε», μου είπε ότι θα φύγουν μόνα τους σε τρεις βδομάδες και να μην προσπαθήσω να τα τραβήξω γιατί θα ξεκολλήσουν μαζί και τα δικά μου.

Μέχρι να πάω σπίτι τα κοίταζα σαν χαζή. Μέσα στο ταξί τα κουνούσα και καμάρωνα. Ήταν το σημαντικότερο πειστήριο της θηλυκότητάς μου. Μέχρι τότε την είχαν αμφισβητήσει πολλοί αλλά τώρα πια ήταν φανερή. Ο ταρίφας σταμάτησε έξω από το σπίτι και άρχισε το μαρτύριο. Το πορτοφολάκι δεν άνοιγε με τίποτε. Περίμενε ο κακομοίρης να πληρώσω και εγώ πάλευα με τα νύχια. Το άνοιξα τελικά με τα δόντια ξεχνώντας για λίγο θηλυκότητες και αηδίες και τον έβαλα να πάρει εκείνος τα κέρματα γιατί τα δόντια μου δεν χώραγαν τόσο βαθιά.

Έφτασα στο σπίτι και όπως πάντα έτρεξα για κατούρημα. Γαμώ τα κουμπάκια και τις κόπιτσες! Και άντε να τα ανοίξεις με τις νυχάρες. Φώναξα την μάνα μου και αφού φρίκαρε με τα μεγάλα μαύρα νύχια και αφού την διαβεβαίωσα ότι δεν έγινα σατανίστρια, μου ξεκούμπωσε την φούστα και βγήκε μουρμουρίζοντας κάτι θρησκευτικά. Χρειάστηκα κάνα μισάωρο για ανεβάσω το καλσόν προσπαθώντας να μην φύγουν πόντοι. Τα κουμπάκια τα κατάφερα. Για τις κόπιτσες, χέστηκα.

Σιγά σιγά, άρχισα να τα ψιλοσυνηθίζω. Τα ξέβαψα καμμιά δεκαριά φορές, δοκίμασα όλα τα μανό της μάνας μου και κατέληξα στο διάφανο. Τα έκανε πιο φυσικά. Μια σωστή γυναίκα δεν πρέπει να φαίνεται ότι προσπαθεί πολύ. Βέβαια υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν μπορούσα να κάνω. Για παράδειγμα όταν έτρεχε η μάσκαρα, αν έκανα την μαλακία να την καθαρίσω με το δάχτυλο, μπορεί και να έβγαζα το μάτι μου. Δεν μπορούσα να διώξω το τσουλούφι από τη μούρη μου γιατί σχεδόν πάντα κατέληγα με όλο το χέρι μπλεγμένο μέσα στο μαλλί, ενώ όταν έκανα μπάνιο φορούσα γάντια γιατί είχα γίνει ριγέ απ΄τις γρατζουνιές. Ταλαιπωρία.

Κάπου εκεί, άρχισαν τα πολύ δύσκολα. Είχαμε μάζωξη στελεχών στο Tango μαζί με όλους τους διευθυντάδες και την ιδιοκτήτρια. Έβαλα ότι πιο κυριλέ είχα, γυάλισα τις νυχάρες, φόρεσα τακουνάρες και πήγα να κάνω την κυρία. Όρθια μπροστά απ΄το μπαρ, βάσταγα το ποτό και για να συμπληρωθεί η εικόνα, έβγαλα τσιγαράκι και πήγα να το ανάψω με τον ασημένιο αναπτήρα. Ανέμελη, έφερα με χάρη το τσιγάρο στο στόμα, γελώντας με τις ξενέρωτες μαλακίες που έλεγαν (για δουλειά φυσικά) και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι όλοι κοιτούν εμένα. Το νύχι μου είχε λαμπαδιάσει και δεν έλεγε να σβήσει. Το βούτηξα μέσα σε μια παγοθήκη και κόντευα να ξεράσω απ΄την μπόχα του καμμένου πλαστικού. Την θέση του, πήρε ένα ακαθορίστου σχήματος καρβουνιασμένο πράγμα και οι στελεχάρες γονάτισαν απ΄τα γέλια. Ήταν άλλωστε οι μόνοι που ήξεραν την πραγματική μου ηλικία και την αγωνία μου να την καλύψω με μαιμουδιές.

Αφού λιμάρισα το κάρβουνο και το έκανα ένα μικρότερο αλλά νυχοειδές πράγμα την επόμενη μέρα, είπα να βγω με τους φίλους μου. Συνήθως πηγαίναμε για καφέ, αλλά όχι. Σιγά που θα τη γλίτωνα. Βρήκαν την μέρα να κάνουμε τουρνουά μπόουλιγνκ. Και δεν γινόταν να μην παίξω θα έσκαγα. Μπορεί να ήμουν ο καραγκιόζης της ομάδας μου, ειδικά για την κίνηση που κανείς δεν κατάφερε ποτέ να μιμηθεί πετώντας την μπάλλα συνήθως στον παραδίπλα διάδρομο, αλλά αριθμητικά ήμουν απαραίτητη και γούσταρα τις τούμπες με τα χαριτωμένα παπουτσάκια, με χίλια.

Η μπάλλα για τα κορίτσια ήταν μια μικρούλα φούξια. Σηκώθηκα, έκανα ένα εντυπωσιακό ζέσταμα, οι ηλίθιοι φίλοι μου κάτι έλεγαν να προσέχω τους τένοντες, τους άκουσε και ο σερβιτόρος, με χτύπησε συμπονετικά στην πλάτη (ενώ στήθηκε να μην χάσει το σόου) και πήρα την μπάλλα. Τους γύρισα την πλάτη και με προσοχή έχωσα τα νύχια στις τρύπες. Δεν έμπαιναν εύκολα και έβαλα αρκετή δύναμη προσπαθώντας να τα σφηνώσω καλά. Μόλις τα κατάφερα, πήρα φόρα, έκανα κάτι ακροβατικά και βρέθηκα όπως πάντα φαρδιά πλατιά μέσα στον διάδρομο. Αυτό συνήθως δεν με πείραζε αν η μπάλλα είχε πάει στον σωστό διάδρομο. Αλλά η ηλίθια είχε σφηνώσει στο χέρι μου. Ο σερβιτόρος έφυγε τρέχοντας στην τουαλέτα και εγώ προσπαθούσα να ξεκολλήσω την μπάλλα. Ένας από τους υπεύθυνους, μου είπε να βαστήξω κόντρα και άρχισε να την τραβάει. Οι φίλοι μου τα ζώα, δεν ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξαναπήγαμε στο μπόουλινγκ της Γλυφάδας. Τέλος πάντων, έχασα δυό νύχια εκείνη τη μέρα.

Πήρα την μεγάλη απόφαση να τα βγάλω όταν μου ήρθε η περίοδος και προσπάθησα να φορέσω ταμπόν. : (

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2005

ΑΧΑΙΡΕΥΤΕΣ VS ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ

«Το αρνάκι ψηνόταν όλη νύχτα στους πενήντα βαθμούς μέσα στην λαδόκολλα με τρεις πρέζες πιπέρι και αλάτι». Πρέπει να το είπε η γιαγιά καμμιά δεκαριά φορές. Άλλες τόσες μου ανέλυσε τα συστατικά και τις βρωμερές τεχνικές του μαγειρέματος ενώ περίπου τις διπλάσιες, μου τόνισε από πού το αγόρασε. Όλα αυτά συμβαίνουν περίπου από τότε που παντρεύτηκα. Πριν, απλά καθάριζα καμμιά πατάτα, έστρωνα κάνα κρεβάτι και ήμουν στάνταρ η «αχαίρευτη». Τώρα, πρέπει να γνωρίζω την κάθε λεπτομέρεια ενός σωστού οικογενειακού μαζώματος. Ακόμη κι αν παίζουν Χριστούγεννα. Ακόμη και τότε, εγώ πια πήρα προαγωγή και λέγομαι «νοικοκυρά».

Τα πέντε σκυλάκια του τριώροφου εναλλάξ σε αγκαλιές, ενώ το πιο μικρό δάγκωνε ότι έβρισκε. Και η γιαγιά κολλημένη : «στο τζατζίκι, δεν έβαλα πολύ σκόρδο, για να μην έχετε πρόβλημα μετά με τους άντρες σας». Ναι, λες και μετά το κοπάδι αρνιά που κατάπιαμε, θα μας πείραζε το σκόρδο. Αλλά και οι άντρες της οικογένειας έχουν διαβαθμίσεις. Υπάρχουν τα «παιδιά» δηλ. οι ανύπαντροι που δεν είναι ποτέ αχαίρευτοι γιατί είναι παιδιά, υπάρχουν τα «παλικάρια» που είναι με αχαίρευτες, δηλ. χωρίς στεφάνι και υπάρχουν τέλος οι «άντρες» που είναι με αυτές που πήραν προαγωγή και έγιναν «νοικοκυρές».

Βέβαια όταν τα «παιδιά», τα «παλικάρια» και οι «άντρες» δεν είναι μπροστά, όλες αχαίρευτες είμαστε αλλά όπως και να το κάνουμε εμείς οι παντρεμένες φέρνουμε «βόλτα ένα σπίτι», οπότε παίρνουμε άφεση. Η άφεση όμως απαραίτητα συνοδεύεται με ένα σωρό πράγματα που δεν προλάβαμε να μάθουμε ως «αχαίρευτες» και τώρα στα κρυφά όποτε μας πετυχαίνουν το λένε καμμιά εκατοστή μπας και δικαιολογήσουμε τον νέο τίτλο.

Μετά τον άμπακο, οι νοικοκυρές πρέπει να φτιάξουν τον καφέ. Κι από πάνω η γιαγιά, να τα χώνει στις αχαίρευτες ενώ παράλληλα να μας περιγράφει πώς στο διάολο πετυχαίνεις τον καφέ με τριάντα φουσκάλες γύρω γύρω και μια μεγάλη στην μέση. Άντε να της εξηγήσεις ότι ο μπαμπάς έκανε πλάκα. Όχι, «αφού γίνεται». Και μετά να βάλεις τον καφέ χωρίς να λερώσεις το πιατάκι, να το σερβίρεις χωρίς να φύγει το καιμάκι, το μαλακισμένο σκυλάκι να σου δαγκώνει το πόδι και η γιαγιά από πίσω να σου στρώνει τη φούστα γιατί «δεν είναι σωστό να σε βλέπει ο άντρας σου σ΄αυτά τα χάλια».

Άκου να δεις γιαγιά πώς έχουν πια τα πράγματα για τις νοικοκυρές σαν κι εμένα. Το κλώτσα-και-περπάτα σπίτι μου, σε πέντε λεπτά μπορεί να γίνει όπως θα ήθελες. Αρκεί να παρατηρήσεις την επόμενη φορά που θα ΄ρθεις ότι οι ντουλάπες είναι καλά κλειδωμένες (βέβαια θέλει αρκετό σπρώξιμο) και το πλυντήριο πιάτων δεν καίει γιατί χάλασε αλλά γιατί δουλεύει από την προηγούμενη. Στο πατάρι έξω έξω υπάρχουν τρία φλυτζανάκια με τα άσπρα πιατάκια τους που τα έχω μόνο για πάρτη σου (εμείς πίνουμε «καφέ με σαπουνάδα»). Τα κοφτά σου πετσετάκια είναι τόσο άσπρα, όχι γιατί χρησιμοποιώ Κλινέξ, αλλά γιατί τα στολίζω μόνο όταν έρχεσαι, ενώ τη σιδερώστρα τη στήνω δίπλα στο γραφείο, για να σιγουρευτείς ότι σιδερώνω κάθε μέρα ακόμη και τα σεντόνια. Αν καμμιά φορά διψάσεις και ζητήσεις νερό στο σπίτι μου, μην το ζητήσεις έτσι αόριστα. Κοίτα μόνο εμένα, γιατί μπορεί να στο φέρει ο άντρας μου και να γίνουμε ρεζίλι ως οικογένεια.

Γιαγιά μου, η προαγωγή αργεί. Το μόνο καλό σε όλη την ιστορία, για είσαι ήσυχη δηλαδή, είναι ότι παντρεύτηκα έναν αχαίρευτο. Ή τον έκανα αχαίρευτο. Για ολονύχτιο αρνάκι δεν σου υπόσχομαι, αλλά πιτόγυρα παίζουν όποτε τραβάει η ψυχή σου. Όπως και να ΄χει, ξέρεις εσύ, τηλεφωνάκι κάνα τρίωρο πριν και γίνομαι για πάρτη σου ότι γουστάρεις.

ΑΓΑΠΗΤΕ ΚΥΡΙΕ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΕ,

Δεν έχω ιδέα τί σημαίνει να είσαι συγγραφέας. Ούτε τί σπουδές περιλαμβάνει κάτι τέτοιο, ούτε τί ψυχή. Το μόνο που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι θαυμάζω όλους αυτούς τους ανθρώπους που μου ανοίγουν δρόμους που ποτέ δεν θα είχα φανταστεί. Οφείλω όμως να σας διαβεβαιώσω ότι τέτοιους δρόμους, ακόμα κι αν ποτέ δεν έχουν αποτυπωθεί σε χαρτί θα μπορούσατε να ανακαλύψετε εκατοντάδες στην ψυχή του πατέρα μου κι ας μην πήγε στην μεγάλη σχολή των συγγραφέων.

Δεν ξέρω αν αντιπροσωπεύω επάξια τον «Μεσαίωνα της ψηφιακής εποχής» και θεωρώ τον χαρακτηρισμό σας άδικο. Το αν τα κείμενα που θα βρείτε στην γειτονιά μας λέγονται λογοτεχνία δεν το γνωρίζω. Είμαι πολύ άσχετη με τον όρο. Είναι όμως ζωή. Με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει ο όρος για απλούς καθημερινούς ανθρώπους. Με όλα της τα συναισθήματα, με όλα τα βιώματα και με μπόλικη πραγματικότητα. Ξέρω ότι οι συγγραφείς θα με ταξιδέψουν μακριά, θα χρησιμοποιήσουν καλύτερες λέξεις αλλά τα πόδια μου είναι αναγκαστικά κολλημένα εδώ. Στην ζωή. Για μερικούς ανθρώπους ξέρετε, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. Και θέλω να μαθαίνω πώς νοιώθουν άνθρωποι σαν κι εμένα. Που εργαζόμαστε σκληρά και συνεχίζουμε να κάνουμε όνειρα έστω και μέσα από ένα τόσο δα μαγαζάκι.

Πώς θα νοιώθατε κύριε Ραπτόπουλε αν γράφατε δυό αράδες και μέσα σε δυό στιγμούλες είχατε ένα «μπράβο», ένα «κι εγώ έτσι νοιώθω», ένα «να ΄σαι καλά». Μην γελιέστε, δεν τολμούμε να πάρουμε την θέση σας. Επικοινωνία θέλουμε. Η εποχή μας έχει τόσους «Μεσαίωνες», που ο ψηφιακός είναι ο τελευταίος που θα ΄πρεπε να σταθείτε.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2005

ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΑΙ

Όσοι έρχεστε για πρώτη φορά εδώ μέσα (και παρακαλώντας να μην πέσετε πρώτα στο ποστ μου με τα αρχίδια), κατ΄αρχήν να σας καλωσορίσω. Τί χαμπάρια ωρέ; Πώς από ΄δω;

Μετά τα τυπικά του πράγματος, θα μου επιτρέψετε να αναρρωτηθώ κι εγώ με τη σειρά μου : καλά ρε μαλάκες, δεν έχετε τίποτε καλύτερο να κάνετε Χριστουγεννιάτικα; Εγώ πάντως, όχι. Το ίδιο και οι υπόλοιποι εδώ μέσα προφανώς.

Επειδή λοιπόν αυτή η μαλακία είναι σούπερ κολλητική, ακούστε με πριν γίνετε κι εσείς πρεζόνια ωσάν εμάς. Πάνω πάνω δεξιά είναι το κουμπάκι Χ. Βγάλτε το χέρι σας από κει που το ΄χετε (το πληκτρολόγιο εννοώ – αν βέβαια το΄χετε πουθενά αλλού, λάθος μπλογκ- εδώ παίζουν μόνο ντεκαβλέ κλαψομουνιάσματα) και ΠΑΤΗΣΤΕ ΤΟ!!! Μπράβο μου! Μόλις έσωσα άλλη μια ζωή. Καλά σαράντα.

Αν συνεχίζετε να διαβάζετε, πάει να πει ότι δεν παίρνετε από λόγια και τα θέλει ο κώλος σας. Καθίστε λοιπόν, ο καφές και το τσιγάρο επιβάλλονται, πάτε για κατούρημα καλού κακού, κλείστε το κινητό και δείτε για τελευταία φορά τον κώλο σας να τον θυμάστε. Το blogging βλάπτει σοβαρά τα μικρά κωλαράκια. Σε λίγο θα είστε κι εσείς ένας κωλόφαρδος (με την κυριολεκτική έννοια) σαν κι εμάς. Ναρκωτικά δεν χρειάζεστε. Ένα καλό μπλογκ beats anytime και τον καλύτερο μπάφο.Enjoy the ride!

Οι υπόλοιποι ζήστε και για μας.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2005

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΛΟΙΠΟΝ

Τί είναι γυναίκα; Μα, άνθρωπος. Με δυό χέρια, δυό μάτια, ένα σώμα και μερικές ανατομικές διαφορές από έναν άνδρα. Ας το πάρουμε λοιπόν αλλιώς γιατί πρέπει να το παραδεχτείτε. Οι γυναίκες μοιάζουν διαολεμένα πολύ με τους άντρες. Τί είναι άνθρωπος λοιπόν και τί γκομενάκι.

Δεν ξέρω ακόμα. Το μόνο που με σιγουριά μπορώ να πω, είναι ότι οι καταστάσεις που μας έχουν γαλουχήσει διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και στην πορεία διευρύνουν ή όχι το μυαλό του, την σκέψη του, την καρδιά του. Έχω γνωρίσει αρσενικά και θηλυκά χαζογκομενάκια, που σε ένα σοβαρό πρόβλημα ήταν απίστευτα κοντά στην ψυχή μου. Έχω γνωρίσει Ανθρώπους με όλη την σημασία της λέξης, που όμως στα απλά καθημερινά ήταν διαρκώς αλλού.

Τείνω να καταλήξω, ότι τα χαζογκομενάκια είναι μια κατάσταση. Μεταβατική ή όχι. Κρίνω λοιπόν από τον εαυτό μου και παραδέχομαι ότι υπήρξα χαζογκόμενα για πολλά χρόνια στην ζωή μου. Δεν υπήρχαν καταστάσεις να με δυσκολέψουν αλλά κι αν υπήρχαν, αυτό που με ένοιαζε ήταν πρωτίστως το γκομενιακό, μετά τα καλλυντικά μου, έπειτα το σώμα μου και τέλος ας πούμε, τα χοντρά προβλήματα. Δεν ξέρω τί άλλαξε στην πορεία. Ίσως τα προβλήματα ήταν συνεχή και μπόλικα. Ίσως να με απορρόφησαν τόσο, ώστε πρώτα από όλα να ήθελα να λυθούν, για να γίνω όσο πιο γρήγορα γινόταν, ξανά χαζογκόμενα.

Μου λείπει όμως αυτή η κατάσταση. Ήμουν πιο καλά έτσι. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να ξαναγίνω, αλλά δεν τις λυπάμαι καθόλου αυτές τις γυναίκες. Γιατί γελάνε, είναι ευτυχισμένες με ένα τόσο δα κουτάκι κρέμας προσώπου, αναλώνονται σε ζώδια και ομοιοπαθητικές και φενγκ σούι και με κοιτάνε σαν ούφο όταν δεν έχω κουράγιο ούτε να λουστώ. Το ίδιο και για τους χαζογκόμενους. Είναι τόσο στον κόσμο τους, μπορεί να μιλάμε για ώρες και αυτοί να είναι καρφωμένοι στον κώλο της διπλανής ή να μου κάνουν κάθε μέρα καμάκι και να ξέρουν ότι θα φάνε χυλόπιττα, αλλά δεν τους νοιάζει.

Είναι άσχημο να είσαι το άλλιεν που προτιμά να μην μιλάει καθόλου, απ΄το να γκρεμίζει με άχαρα λογικά επιχειρήματα όλη τους τη φιλοσοφία. Είναι άσχημο να ψάχνεις χρόνια να βρεις έναν άνθρωπο να σε καταλαβαίνει, να μιλήσεις για αυτά που σε καίνε και να νοιώθεις παράταιρος σε όλη αυτήν την ευτυχία. Είναι ηλίθιο να φτιάχνεις μπλογκ για να πεις πράγματα που δεν μπορείς να πεις στους γύρω σου. Είναι φρικτό να πρέπει να παριστάνεις την χαζογκόμενα για να ταιριάξεις με τους γύρω σου, αλλά να ξέρεις ότι έχεις εξελιχθεί σε κάτι που δεν έχει γυρισμό.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2005

ΜΙΑ ΕΥΧΗ

Καμμιά φορά, παρακαλάω για μερικές στιγμές δικές μου. Μόνο δικές μου όμως. Το να σηκωθώ και να εξυπηρετήσω ακόμη και τον πιο ευγενικό άνθρωπο, είναι μερικές φορές πολύ δύσκολο. Όχι σωματικά. Η ψυχή μου είναι πια κουρασμένη. Και όταν η ψυχή κουράζεται, το σώμα δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα.

Την μουσική πια δεν την αντέχω. Το ίδιο και την τηλεόραση. Θέλω απέραντη ησυχία και χρόνο να σκεφτώ, να γράψω, να θυμηθώ, να αποφασίσω. Πρέπει να βρω δύναμη να μπω κι εγώ στο εορταστικό κλίμα. Να ανάψω τα λαμπάκια της καρδιάς μου και να βάλω πολύχρωμες γιρλάντες στην ψυχή μου. Πρέπει να στολιστώ καλά γι΄αυτές τις γιορτές. Αντίθετα απ΄τα προηγούμενα χρόνια που το φως έβγαινε μόνο του και δεν χρειαζόμουν στολίδια, τώρα πια χρειάζομαι αμέτρητα από δαύτα.

Θα ήθελα οι γιορτές να εξαρτώνται από εμάς. Από την διάθεσή μας. Όχι από το ημερολόγιο. Θα ήθελα να αποφασίζω μόνη μου πότε θέλω να είναι Χριστούγεννα, πότε θα προυπαντήσω τον νέο χρόνο. Θα ήθελα γενικώς να ορίζω τον χρόνο, να τον παρατείνω όταν είμαι ευτυχισμένη και να τον περιορίζω σε ένα τόσο δα δευτερολεπτάκι σε δύσκολες στιγμές. Αλλά έχω καταφέρει το αντίθετο.

Για όσους από εσάς αυτή είναι μια ευτυχισμένη εποχή, εύχομαι να κρατήσει για όσο επιθυμείτε. Εγώ με ξέρετε πια τί τρελλή είμαι, γρήγορα πάλι θα είμαι καλά. Απλά ελπίζω να κρατήσει λιγάκι παραπάνω.

Καλά Χριστούγεννα.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2005

ΑΡΧΙΔΙΑ

Ορισμός Λεξικού : Μικρά τριχωτά σφαιρίδια ανάμεσα στα μπούτια των αρσενικών με σκοπό την διαφύλαξη του σπέρματος. Πονάνε και δεν επιτρέπεται να τα ζουλάτε, ούτε να τα κλωτσάτε (εντάξει, είναι φάση να ακινητοποιείς ανθρώπους 2επί2 για πλάκα, αλλά πρέπει να πονάει πολύ) .

Φιλοσοφικός ορισμός : Ζωογόνα σφαιρίδια που περικλύουν το Σπέρμα, ανυψώνουν τον Ανδρισμό και εμπεριέχουν τα σταγονίδια της Ζωής. Χωρίς αυτά, η φιλοσοφία δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του Άνδρα (τί έγραψα πάλι) και τέλος πάντων έχουν γεμίσει κάτι τεράστια βιβλία, που αναφέρονται κυρίως ως «όρχεις» γιατί αν πούνε «αρχίδια» δεν έχουν καμμά πιθανότητα να κάνουν όνομα στην πιάτσα. Ή γιατί τα πονήματά τους θα βγάζουν πολύ γέλιο, πράγμα που είναι μάλλον απαράδεκτο για ένα φιλοσοφικό κείμενο.

Γυναικείος Ορισμός : Είναι κάτι ζουμπουρλούδικες τριχωτές μπαλίτσες που αν οι άντρες ήταν υποχρεωμένοι να φοράνε δαντέλωτό στρινγκ, θα περπατάγανε όλοι σαν τον πρωθυπουργό (λες;). Δεν πρέπει να τα κλωτσάμε (το «ζουμπάμε» συζητιέται) και είναι αγαπημένο θέμα συζήτησης των ανδρών (τσίμπα ένα αρχίδι). Ποτέ μα ποτέ όμως δεν πρέπει ότι ακούμε, να το παίρνουμε κυριολεκτικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χειριστείτε το φιλοσοφικά (ζωογόνα σφαιρίδια...κ.τ.λ.).

Ορισμός του απλού καθημερινού ανθρώπου : Δύο πελώριες τριχωτές μπάλλες, σφηνωμένες γερά στον εγκέφαλο, με απεριόριστο χώρο εγγραφής και μεγάλη μνήμη επεξεργαστή. Η κάρτα ήχου είναι σούπερ (φανταστείτε το «θα μου κλάσεις τ΄αρχίδια» surround – ε, κάπως έτσι). Εδώ, θα τα ακούτε μόνο ως «αρχίδια» γιατί αν πούνε «όρχεις» η συζήτηση γίνεται αυτομάτως φιλοσοφική και τα αρχίδια μετατοπίζονται στην σφαίρα του φανταστικού, ενώ μικραίνουν δραματικά. Και αυτό θα ήταν πολύ κακό.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2005

ODDISNEY

Ένας θείος μου όταν ήμουν πολύ μικρή, έκανε ένα σπουδαίο επάγγελμα. Είχε ένα τρίκυκλο και πουλούσε Μίκι Μάους και κόμικ στις γειτονιές. Είχε ένα μεγάφωνο και φώναζε κάθε πρωί «Μικι Μάους, Σπάιντερμαν, Τιραμόλας, Ντόναααααλντ». Σ΄αυτό το σπουδαίο μαγαζί, μπορούσες να κάνεις παζάρια ή ακόμη και να ανταλλάξεις παλιά κόμικ με καινούργια. Μάλλον, όχι και τόσο καινούργια, αλλά τέλος πάντων με κόμικ που δεν είχες ξαναδιαβάσει.

Ήμουν πάντα σε πλεονεκτικότερη θέση από τους υπόλοιπους πελάτες, καθ΄ότι θείος μου. Περίμενα να σχολάσει και πήγαινα στο τρίκυκλο, ανέβαινα στην καρότσα και χωμένη στα εκατοντάδες κόμικ κάτω απ΄τον μουσαμά, διάβαζα με τις ώρες κρυφά. Αυτό το «κρυφά» με έκανε να διαβάζω όλο και περισσότερο, σε σημείο να θυμάμαι λεπτομέρειες απίστευτες. Με έπαιρναν συνήθως χαμπάρι απ΄τα γέλια που ακούγονταν κάτω από τον μουσαμά. Όμως το «κρυφά» δεν ήταν από τον θείο μου. Εκείνος ποτέ δεν μου χαλούσε χατήρι. Το «κρυφά» ήταν από την γιαγιά μου. Της είχαν απαγορέψει ρητά οι γονείς μου απ΄την Γερμανία να διαβάζω Μίκι Μάους. Θεωρούσαν ότι οι αξίες που περνούσαν αυτά τα κόμικ ήταν απαράδεκτες. Η τεμπελιά του Ντόναλντ και η φιλαργυρία του Σκρουτζ, απογορευόταν να είναι μόνο αστεία. Απαραίτητα για τους γονείς μου, θα μου δίδασκαν πράγματα που δεν έπρεπε. Γι΄αυτό και τα διάβαζα όλα μανιωδώς.

Οι πελάτες του θείου μου δεν ήταν μόνο πιτσιρίκια. Ή μάλλον, σπάνια ήταν πιτσιρίκια. Ήταν ως επί το πλείστον μεγάλοι. Και ήταν τελείως αστείο το θέαμα να μαλλώνουν δυό ενήλικες γιατί ήθελαν το ίδιο κόμικ. Ο κόσμος του Ντίσνευ δεν υπήρχε τότε στις τηλεοράσεις. Ήταν τυπωμένος σε πολύ κακής ποιότητας χαρτί, σωριασμένος σε μια καρότσα που τριγυρνούσε στην γειτονιά μου. Τώρα ο κόσμος αυτός έχει κυριαρχήσει παντού. Ταινίες, ειδικά καταστήματα, ολόκληρες πολιτείες με τις ιστορίες του. Πάντα όταν άκουγα την λέξη Ντίσνευ, μια γλυκιά ζέστη με πλημμύριζε. Όχι πια.

Τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει δραματικά. Το παιδί πλέον η Ντίσνευ, το αντιμετωπίζει τελείως διαφορετικά. Προσπαθεί ξαφνικά, να το εντάξει απότομα στον κόσμο των μεγάλων με φοβερά άκομψο τρόπο. Σε λίγο καιρό θα λανσαριστεί το πρώτο παιδικό κινητό τηλέφωνο Ντίσνευ. Το παιδί είναι ένα καταναλωτικό κοινό, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει η αγοραστική αξία του από τον κόσμο των μεγάλων. Καιρός να το κάνει λοιπόν αγνοώντας ηλικίες, ψυχισμούς και κινδύνους. Ας επιβάλλει στους γονείς να εντάξουν τα παιδιά τους, γρηγορότερα στον κόσμο μας.

Κύριοι της Ντίσνευ όμως, δεν το σκεφτήκατε καλά. Δεν μπορείς να δίνεις μισά πράγματα στα πιτσιρίκια. Είναι πολύ έξυπνα και απαιτητικά πια. Πάντα μαζί με αυτά και πάντα προσπαθώντας να τα βάλετε επιτυχώς στον ενήλικο κόσμο, θα πρέπει να φτιάξετε και ένα γρήγορο αυτοκίνητο «Γρανάζης ο πύραυλος» και να εκδίδετε πιστωτικές κάρτες «Ντόναλντ». Θα μπορούσατε να φτιάξετε ολόκληρη σειρά μακιγιάζ και περιποίησης παιδικών ρυτίδων «Χιονάτη», καθώς και μεγεθυντή πέους «Πινόκιο». Απαραίτητο συμπλήρωμα, εσώρουχα «Κλάραμπελ» και δονητές «Όλιβ» σετάκι με λιπαντικά «Όλιβ όιλ». Α, και μην ξεχάσετε να βγάλετε ξυστό «Γκαστόνε» και παιδικό πορνοsite «O Χιούι, o Λιούι και o Ντιούι, σε παρτούζα με τη Νταίζη».

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ

Στα blogs.gr έχει γίνει της τρελλής με τον Χριστιανισμό και τα θαύματα. Και να κάτσεις να τα εξηγήσεις, θα υπάρχει πάντα η αντίθετη άποψη που απλά «πιστεύει», πέρα από λογικά επιχειρήματα. Καμμία αντίρρηση.

Πριν αρκετά χρόνια, προτού βγάλω τα δικά μου συμπεράσματα για τον Χριστιανισμό, ήθελα να βρω κάτι που να με κάνει να πιστέψω κι εγώ. Όλοι γύρω μου πίστευαν και αναρρωτιώμουν γιατί όχι εγώ. Ήταν άδικο. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει ακόμη, αλλά τώρα με βεβαιότητα μπορώ να πω, ότι υπάρχουν πράγματα που το δικό μου μυαλό αρνείται πεισματικά, πέρα από ρομαντικές και μαγικές θεωρήσεις, αν δεν μου δοθούν αποδείξεις.

Ψάχνοντας, βρήκα μερικά κατατοπιστικότατα στοιχεία από άλλους ερευνητές. Πάρτε για παράδειγμα το Άγιο Φως. Μέχρι τον ένατο αιώνα κανείς δεν είχε αναφερθεί στον Πανάγιο Τάφο και στο Άγιο Φως. Δεν τα είχαν εφεύρει ακόμα. Αφήστε για την ημερομηνία αφής του, που είναι παντελώς λάθος. Τον ανασταίνουμε κάθε χρόνο 13 μέρες νωρίτερα, αλλά παρόλα αυτά το Άγιο Φως, συναινεί. Να μιλήσουμε για το τίμιο ξύλο; Στον Γολγοθά οι σταυρώσεις ήταν χιλιάδες. Καταφέραμε δηλαδή και βρήκαμε τον τίμιο σταυρό που προφανώς έμεινε στην ίδια θέση για τριακόσια ολόκληρα χρόνια; Δεν είναι περίεργο; Και μάλιστα τον ξεχωρίσαμε από τους άλλους δύο που ήταν των λήστών. Μάλλον κάποιος μας δουλεύει άσχημα.

Ακόμα πιο αξιοπερίεργο, είναι το πότε αρχίζουν οι αναφορές για τον Χριστιανισμό. Όλος ο πρώτος αιώνας, που διδαχτήκαμε ότι άνθιζε ο Χριστιανισμός, δεν έχει ούτε μια τόση δα αναφορούλα για την πάρτη του. Τον δεύτερο αιώνα ξεκινάνε οι αναφορές. Μετά από αυτά και άλλα πολλά, γνωρίζω ότι τα βασικότερα πειστήρια του Χριστιανισμού είναι κατασκευασμένα. Μετά άρχισαν οι υστερίες με τις εικόνες, οι παππάδες, τα θαύματα.

Από την άλλη, έχεις την επιστήμη και σου εξηγεί σχεδόν τα πάντα. Βρήκαν για παράδειγμα, ως μία πιθανή λύση για το Άγιο Φως, ότι αν χρησιμοποιήσεις διάλυμα του φωσφόρου στον διθειάνθρακα και εμποτίσεις ένα φιτίλι κεριού, αυτό σε λίγα λεπτά θα ανάψει. Κανείς όμως δεν το πήγε παραπέρα. Κανέναν δεν συμφέρει να απογυμνωθεί ένα τέτοιο πανηγύρι. Μεταξύ μας, ούτε κι εμένα. Δεν μου αρέσει να γκρεμίζω πράγματα που βοηθούν ανθρώπους να ξεπεράσουν όλα αυτά τα άσχημα, που βλέπω γύρω μου καθημερινά.

Προτιμώ να το βλέπω περισσότερο ως ανάγκη, ως ένα διέξοδο. Δείτε το λιγάκι διαφορετικά. Υποθέστε ότι σε λίγα χρόνια θα πεθάνετε και θα σας φάνε τα σκουλίκια χωρίς να έχετε καμμία εναλλακτική. Ότι μετά δεν θα υπάρχετε ούτε ως ύλη, ούτε ως πνεύμα, ούτε καν ως σκονίτσα πάνω στο μάρμαρο που θα σας πλακώσει. Μηδέν. Τίποτε. Μαύρο. Ναι, είναι πολύ σκληρό.

Βασικά, αν ήταν στο χέρι μου χιλιάδες χρόνια πριν, όταν τα πράγματα ήταν τρισχειρότερα για τον απλό κόσμο, η θρησκεία που θα επινοούσα θα ήταν εκατομμύρια φορές πιο εντυπωσιακή απ΄την σημερινή. Θα είχα βάλει πέντε παραδείσους, καμμία εντολή, καμμία κόλαση, γύρω στις πενήντα θεότητες και πολύ φαί για τον επάνω κόσμο. Ίσως, αν τα πράγματα ήταν κάπως έτσι, το κείμενο αυτό να μην υπήρχε στην εποχή μας και εγώ να ήμουν μια χαρούμενη και άδολη πιστή.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2005

ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ

Πάντα το θεωρούσα ωραίο, αλλά τώρα νομίζω ότι με έχει καταγοητεύσει. Δώστε μου οποιαδήποτε θέση και άποψη, οποιοδήποτε θέμα, επιλέξτε σε ποιό στρατόπεδο θέλετε να είμαι και θα σας φτιάξω τα επιχειρήματα για να υποστηρίξω την θέση μου. Δεν είναι θέμα γνώσεων ή ευφυίας, είναι απλά θέμα εποχής (λόγω πληροφόρησης) και μπορεί να το κάνει ο καθένας μας. Περίπου κάπως έτσι δουλεύουν και οι ομάδες debate. Έχουμε και εθνική ομάδα debate. Λαμπρά πιτσιρίκια απ΄ότι έμαθα.

Φανταστείτε λοιπόν, να είμασταν αναγκασμένοι να το κάνουμε για το κάθε τι που υποστηρίζουμε. Φανταστείτε να μας υποχρέωνε κάποιος, για να αποφασίσουμε κάποια πράγματα στην ζωή μας, να έπρεπε να φτιάξουμε ολόκληρη επιχειρηματολογία εναντίον στην άποψή μας. Μόνοι μας όμως, όχι έτοιμες επιχειρηματολογίες άλλων. Ή ακόμη να υπήρχε τέτοιο μάθημα στο σχολείο. Θα έπαιζα την ιστορία στα δάχτυλα. Τώρα δεν με παίζει εκείνη. Ο δικηγόρος του διαβόλου λαμβάνει πια τεράστια θέση στο κεφάλι μου. Θέλω διαρκώς να παίζω αυτό το παιχνίδι και μου αρέσει υπερβολικά. Όταν δηλαδή δεν είμαι σίγουρη για κάποια πράγματα, πριν αποφασίσω, γίνομαι η σπασαρχίδω του εαυτού μου.

Το ΄κανα πρόσφατα με τον Μπους. Μόνο μπουνίδια που δεν μου έριξα. Εντάξει, παίζει ρόλο και η συναισθηματική φόρτιση, αλλά δεν πρέπει καθόλου να την εμπλέκουμε. Προσπαθούσα να ξεχάσω την φωτογραφία του και όλα πήγαν ρολόι. Αποτέλεσμα : Τον σιχαίνομαι τον Μπους (με τέτοια φάτσα πού πάει ο μαλάκας). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, πήρα τον εαυτό μου, τον άδειασα από απόψεις και τον ξανααποφάσισα απ΄την αρχή.

Για παράδειγμα, τώρα πια είμαι κατασίγουρα και με αρχιδάτα επιχειρήματα υπέρ των πλυντηρίων πιάτων, κατά της φριτέζας, υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης, κατά όλων των γεύσεων παγωτού εκτός σοκολάτας, κατά των ταινιών φρίκης, υπέρ των wonderbra, κατά του φεμινισμού, υπέρ της άσπρης γούνινης παντόφλας με ροζ αφτιά, κατά της θανατικής ποινής, υπέρ της χάρτινης λίμας και κατά του χαρτιού υγείας με κυψέλες. Τελεία και παύλα. Και πάντα με επιχειρήματα.

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

-Γειά σου Κωσταντίνα.

-Γειά σου Νικολή.

-Πού είναι οι σοκοφρέτες;

-Έλα ρε Νικόλα, αφού ξέρεις.

-Μα δεν έχει στο ράφι. Ωχ, το κουτί έχει μόνο μία.

-Άστην κάτω,η τελευταία είναι δική μου.

-Μα θα σε πληρώσω.

-Είπα, είναι η τελευταία και είναι δική μου!

-θέλεις όλο το ευρώ;

-Όχι, θέλω τη σοκοφρέτα μου.

-Θα το πω στην μαμά μου.

-Πες το. Η σοκοφρέτα είναι δικιά μου και την κάνω ότι θέλω.

Την βούτηξε και έτρεξε γρήγορα έξω γελώντας. Άλλωστε, θα του τη χάριζα, απλά είχα κέφια.

Σήμερα ήρθε με την μαμά του. Της έκλεισα το μάτι και άρχισα το δούλεμα.

-Νίκο έφερες μαζί σου πιτζάμες;

-Όχι (γέλια).

-Καλά θα πάει να σου φέρει η μητέρα σου. Στην φυλακή ξέρεις, δεν σου δίνουν πιτζάμες.

-Φυλακή; (του κόπηκαν αμέσως τα γέλια)

-Ναι, η κάμερα σε κατέγραψε να κλέβεις μια σοκοφρέτα.

-Αφού δεν μου την έδινες (σοβαρός). Καλά, πάρε ολόκληρο το ευρώ.

-Τώρα είναι αργά. Θα το εξηγήσεις στο περιπολικό. Μόνο ένα πράγμα μπορείς να κάνεις.

-Τί; (έντρομος με κατακόκκινα αφτιά)

-Να μου κάνεις κάθε βδομάδα μια ζωγραφιά...και να μου δώσεις κι ένα φιλάκι.

-Εντάξει.

Αααχ...το πήρα πάλι το φιλάκι μου. ;)

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2005

ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΜΑΣΑΣ

Κάνει πολύ κρύο σήμερα. Τα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών μου, είναι μονίμως παγωμένα, συνήθως μέχρι την άνοιξη. Αυτά τα γαντάκια με τα κομμένα δάχτυλα, είναι μεγάλη μαλακία. Θα ήθελα να υπήρχαν σκέτα μάλλινα δαχτυλάκια και ορκίζομαι δεν θα τα έβγαζα ποτέ. Κάποτε η μάνα μου είχε χτυπήσει τα τρία δάχτυλά της και έπρεπε να φοράει προστατευτικά. Ο γιατρός της είπε ότι τα λένε καπότες. Ούτε που τόλμησε να πάει στο φαρμακείο να τα ζητήσει. Αν κρίνω απ΄τους περισσότερους πελάτες, είναι πολύ δύσκολο να ζητάς προφυλακτικά.

Όλοι έρχονται με κατεβασμένα κεφάλια, κοιτάνε προς το σταντ με τα προφυλακτικά και τελικά αγοράζουν πέντε διαφορετικά πακέτα τσίχλες. Άλλοι, απλά περιμένουν να πετύχουν τον άντρα μου στο μαγαζί. Οι καλύτεροι, είναι οι άνετοι. Έρχονται, τα πιάνουν, διαβάζουν τις οδηγίες ρωτάνε τις διαφορές, αλλά όταν μπει πελάτισσα στο μαγαζί, βουτάνε μια τσίχλα και φεύγουν. Οι εταιρείες με τις τσίχλες, χρωστάνε πολλά λεφτά στις εταιρείες με τα προφυλακτικά. Αν υπήρχαν τσίχλες συσκευασμένες μαζί με προφυλακτικά και οι δύο βιομηχανίες, θα έκαναν την δουλειά τους μια χαρά. Αλλά τα τμήματα μάρκετινγκ κοιμούνται. Καλύτερα να μασάς, παρά να πηδάς, λοιπόν.

Πήρα ένα καινούργιο σταντ με προφυλακτικά της durex. Έκαναν την μαλακία και έγραψαν επάνω «τώρα ευκολοφόρετα». Δεν υπάρχει πελάτης που να τα κοιτάξει και να μην σκάμε στα γέλια. Ο φίλος μου ο Θανάσης που δεν κολλάει πουθενά, ένα πρωί που το μαγαζί ήταν φίσκα με γριούλες άρχισε να τους φωνάζει: «τώρα ευκολοφόρετα; Δηλαδή ρε κορίτσια, τα προηγούμενα είχαν τιραντάκια;» Οι γριές δεν ξαναπάτησαν.

Το χειρότερο, μου έτυχε με ένα πιτσιρίκι γύρω στα δεκαεφτά. Ήρθε σιγά σιγά στον πάγκο και μου ζήτησε προφυλακτικά. Γαμώτο, όταν κάποιος ζητάει προφυλακτικά τότε πλακώνουν όλες οι θεούσες. Και έχουν και καλό κέρδος τα προφυλακτικά, αλλά μην τα ξαναλέμε είμαι γκαντέμα. Η δύναμη της συνήθειας, μου έπαιξε άσχημο παιχνίδι εκείνη την ημέρα. Συνήθως όταν τελειώνει ένα προιόν λέω το γνωστό ποιηματάκι «συγνώμη μου τέλειωσε, θέλετε καλύτερα...» και προτείνω κάτι παρόμοιο. Και την είπα την χοντράδα : «συγνώμη μου τελείωσε, θέλεις καλύτερα... (εκεί κατάλαβα τη μαλακία) ...εεε...(άντε να βρεις κάτι να το αντικαταστήσεις) ... μια τσίχλα;»

ΛΙΣΤΕΣ

Λοιπόν άργησα, αλλά το αποφάσισα. Μισώ τις λίστες. Αυτά τα μεγάλα ατέλειωτα πράγματα από νούμερα – τελίτσες – αστεράκια – σκατουλάκια, που απαριθμούν θετικά ή αρνητικά πράγματα για ένα θέμα. Όχι αισθητικά, μην νομίζετε ότι έχω και ιδιαίτερη αίσθηση του «ωραίου». Δεν έχω ιδέα από ζωγραφική και λοιπές τέχνες, απλά συνήθως λέω την γνώμη μου, με το άσχετο χαζό μου γούστο. Με ενοχλούν ως προς την ουσία. Τις έχω κάνει και εγώ στο παρελθόν, αλλά μου έκαναν άσχημα πράγματα στην λογική μου. Προσπαθείς να γράψεις όσα περισσότερα αρνητικά ή θετικά μπορείς για ένα θέμα, με αποτέλεσμα να σε ενδιαφέρει το μήκος της λίστας, περισσότερο από το πλάτος και στην τελευταία σειρά, έχεις ήδη χάσει την ουσία.

Αν η λίστα σου περιέχει αρνητικά πράγματα για ένα θέμα, αναγκαστικά τυφλώνεσαι και τσουβαλιάζεις πράγματα που σε ένα κείμενο, ή σε μια κουβέντα ποτέ δεν θα ανέφερες. Έπειτα η λίστα σου γενικεύει πράγματα για μεγάλες ομάδες. Δεν θα πεις ο πρώην γκόμενος, ο Νίκος είναι αυτό και αυτό, θα πεις οι άντρες είναι αυτό και αυτό. Αλλά στην ουσία, ένας Νίκος σου ΄χει γαμήσει τον εγκέφαλο. Άντε και ένας Μπάμπης. Για παράδειγμα, λες :

1. Οι άντρες έχουν πουλί (σωστό).

2. Οι άντρες κατουράνε όρθιοι (αυτό παίζεται - κι εγώ έχω κατουρήσει όρθια).

3. Οι άντρες μετά το σεξ ροχαλίζουν (όχι μωρή ηλίθια, ο Νίκος και ο Μπάμπης ροχαλίζουν. Ο Γρηγόρης καπνίζει, ο Γιάννης ξαναπηδάει κ.τ.λ.).

4. Οι άντρες κερατώνουν (ο μπαμπάς μου, ποτέ. Οι άντρες γενικότερα όχι, μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Αν και αυτό το συγκεκριμένο σημείο χωράει πέντε έξι μπλογκ συζήτησης και με μια απλή σειρούλα, γαμάς ένα πολύ καλό θέμα).

5. Οι άντρες είναι αναίσθητοι (ο μπαμπάς μου, ποτέ. Το ίδιο και ο άντρας μου. Μπορώ να θυμηθώ και άλλους τριάντα που είναι τρομερά ευαίσθητοι. Το σωστό θα ήταν, «οι άντρες που είχα είναι αναίσθητοι. Πλέον ξερνάνε μόλις με βλέπουν»).

Καταλαβαίνετε, ότι μια λίστα είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος να αποφύγεις μια συζήτηση. Είναι επίσης ο καλύτερος τρόπος για να πεις έμμεσα στον πρώην Νίκο και τον πρώην Μπάμπη, ότι είναι «άντρες» που πια για σένα, είναι βρισιά. Είναι επίσης ο καλύτερος τρόπος να πεις σε έναν μελλοντικό Γρηγόρη και έναν μελλοντικό Γιάννη ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να κόψουν το πουλί τους, για να εξαφανίσουν το μόνο αντικειμενικό πειστήριο της «ασθένειάς» τους.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2005

BEAUTY

Τις ημέρες που βγαίνουν τα κουτσομπολοπεριοδικά, η βιτρίνα μου γεμίζει κόσμο. Όμως δεν τους φτάνει αυτό. Μπαίνουν και μέσα, περίεργοι από τους χτυπητούς τίτλους, να διαβάσουν τα καινούργια κουτσομπολιά. Σήμερα, είχαμε σουαρέ. Οι μαμάδες που άφησαν τα πιτσιρίκια τους στο δημοτικό, θα πήγαιναν όλες μαζί για καφέ και μου ήρθαν για πολεμοφόδια. Τσιγάρα, τσίχλες, περιοδικά. Μαζεύτηκαν όλες μαζί μπροστά από τα περιοδικά και άρχισαν τις ερωτήσεις. «Καλά αυτή σίγουρα έχει βάλει βυζιά», «γιατί, η τάδε είχε τέτοια μύτη;», «εγώ αν είχα τα λεφτά τους σταρ ελλάς θα έβγαινα», «εμένα το βυζί μου είναι φυσικότατο, πιάσε να δεις», «κοίτα πέτρα ο κώλος μου, αυτές είναι όλες πλαδαρές, πιάσε».

Δεν έχω παράπονο. Έπιασα μπόλικα βυζιά και κώλους, αμφιταλαντεύτηκα για λίγο, αλλά τους το ΄πα, δεν αλλάζω συνήθειες. Συνεχίζω να είμαι straight. Η συζήτηση πήγε στην ομορφιά. Δεν ξέρω αν είναι θέμα καθαρά ανταγωνισμού, ανασφάλειας ή απλά κουτσομπολιού, αλλά πάντα η συζήτηση με αυτές τις γυναίκες πάει στην ομορφιά. Δεν θεωρώ ότι η ομορφιά είναι σημαντικός λόγος επιβράβευσης για κάποιον, απ΄την στιγμή που του δόθηκε χωρίς να κάνει κάτι γι΄αυτό. Έπειτα, είναι κάτι παροδικό και υποκειμενικό. Γι΄αυτές τις γυναίκες όμως, είναι πανάκεια. Άπαξ και το διαθέτεις, είσαι όλα τα καλά του κόσμου. Αποδίδουν στην εμφάνιση, την καλλιέργεια, την αξία, την προσωπικότητα και ένα σωρό άλλα εκτός από αυτό που θα ΄πρεπε. Ότι βασικά, είσαι αξιογάμητη.

Δεν τους λέω τίποτε. Πάντα ήμουν υπέρ των πλαστικών, αν ο περισσότερος κόσμος δίνει τόση αξία στην εμφάνιση. Το αν η Μενεγάκη έβαλε βυζιά, έφτιαξε μύτη και κώλο, ποσώς θα με ενδιέφερε αν εκείνη το ήθελε ή το χρειαζόταν. Άλλωστε από αυτά και μόνο κρίνεται καθημερινά, από τις μαμάδες στην γειτονιά μου. Τί να τους λέω τώρα για αξιοπρέπειες, ανθρωπιές και ταλέντα. Το θέμα, είναι ο άντρας τους να καμαρώνει το βυζί και τον κώλο, χωρίς απαραίτητα να ασχολείται με το πού είναι κολλημένα.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2005

ΣΤΡΙΠΤΗΖ

Δεν ξέρω κατά πόσο πρέπει, κατά πόσο είναι εφικτό να γράφω ότι γουστάρω εδώ μέσα, αλλά χρειάζομαι μερικές φορές, να κάνω ένα ψυχικό στριπτήζ. Δεν πρέπει να με ενδιαφέρει η γνώμη σας, δεν θέλω να την ζητάω, δεν μου είναι εύκολο να γράφω ότι να΄ναι, να κάνω τον κλόουν, όταν μέσα μου καίγομαι. Έχω πολλά αστεία και όμορφα περιστατικά να περιγράψω, αλλά η ζωή μου δεν είναι έτσι. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ίσως αυτά που περνάω και θέλω να περιγράψω, να είναι το διαβατήριό μου στην ηρεμία, ίσως να κάνω χοντρή μαλακία, αλλά έτσι είμαι.

Η καθημερινότητά μου, είναι σκληρή αλλά δεν με νοιάζει. Το συνήθισα. Όσο βέβαια, μπορεί ένας άνθρωπος να συνηθίσει έναν τέτοιο τρόπο ζωής. Μάλλον η λέξη «συνήθεια» είναι αυτό που αναγκάζεσαι να κάνεις, όταν δεν έχεις εναλλακτικές. Ή όταν περιμένεις πράγματα. Όταν περιμένεις ότι κάποια στιγμή, όλα αυτά θα τελειώσουν και θα τηλεμεταφερθείς στο άμεσο μέλλον στον σπίτι σου, σε μια κουνιστή πολυθρόνα, νταντεύοντας πιτσιρίκια, μαγειρεύοντας και κάνοντας όλα αυτά που κάνει μια ανέμελη νοικοκυρά σε ένα ευτυχισμένο σπίτι.

Το ξέρω, είναι μαλακία όνειρο, αλλά πάντα η λέξη «νοικοκυρά», για μένα ήταν το όνειρό μου. Σαν άνθρωπος, είχα πολλές φιλοδοξίες, πολλές ανάγκες, όμως μεγαλώνοντας θεωρώ ότι φθίνουν, γιατί δεν είναι πια σημαντικές. Ή τέλος πάντων, τόσο σημαντικές όσο ένα ευτυχισμένο σπίτι. Αγνόησα πολλές φορές, με μεγάλο κόστος, κάθε είδους «γαλόνια» που η αλήθεια, μου δίνονταν απλόχερα στο παρελθόν, αλλά ποτέ δεν είχαν ουσιαστικό αντίκρυσμα στις δικές μου ανάγκες. Ήταν άδεια «γαλόνια», ήταν απλά μια όμορφη ονομασία, στα όλο και δυσκολότερα καθήκοντά μου. Έτσι, έγινα μια ψιλικατζού. Αγνοώντας τις όποιες σπουδές μου, τους όποιους κόπους μου, την όποια προυπηρεσία μου, το «όνομα» που είχα χτίσει στην καριέρα τόσων χρόνων και ένα σωρό άλλες ηλίθιες πίπες.

Όσοι άκουγαν το νέο μου επάγγελμα, είτε γελούσαν, είτε δεν με πίστευαν, είτε το θεώρησαν «κατάντια». Αλλά δεν μ΄ένοιαξε. Ήταν το κοντινότερο πράγμα σε όλα αυτά που ονειρευόμουν. Ήταν ένα είδους διαβατηρίου, για να κάνω γρηγορότερα το όνειρό μου, ζωή. Όπως ξέρετε, απέτυχε κι αυτό. Όχι λόγω κούρασης όμως. Δούλευα όλη μου τη ζωή δωδεκάωρα. Δυό τρεις ώρες παραπάνω, δεν είναι τίποτε. Λόγω λαθών δικών μου, λόγω άπειρης ατυχίας και λόγω κάποιων ιατρικών προβλημάτων που προέκυψαν λίγους μήνες αφού άνοιξα το μαγαζί. Όλα αυτά και πολλά πολλά δάνεια, συμπλήρωσαν την εικόνα.

Και τώρα είμαι εδώ, περιμένοντας. Δεν ξέρω ακριβώς τί. Δεν ξέρω για πόσο. Ξέρω μόνο ότι ήθελα να το γράψω.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2005

Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ

Θα γίνει κάτι φέτος ρε παιδιά, εκτός απ΄τα γνωστά; Δηλαδή Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές και τα ρέστα; Όχι, γιατί έχω απορήσει με το ντεκόρ. Παλιά στόλιζες ένα δέντρο και επικεντρωνόσουν στα βασικά. Στα γλυκά, δηλαδή. Τώρα, απορώ πότε θα φτιάξουν κάνα γλυκό της προκοπής. Η πεθερά μου, βάλθηκε να πάρει το πρώτο βραβείο μπαλκονιού, στις εργατικές πολυκατοικίες. Εντάξει, τέτοιο μπαλκόνι δεν υπάρχει. Η χαρά της ΔΕΗ. Τους είπανε ότι όποιος κάνει το ομορφότερο και φωτεινότερο μπαλκόνι, θα πάρει διακόσια ευρώ. Η πεθερά μου ως τώρα, έχει ξοδέψει τριακόσια. Και θέλει λέει, να βρει και ένα τεράστιο κομμάτι πεύκο για να συμπληρώσει το ντεκόρ.

Άλλες χρονιές γαμώτο τέτοια εποχή, μου έφερνε τα πρώτα μελομακάρονα για δοκιμή. Συνήθως της έλεγα ότι ήταν μαλακία και για καμμιά βδομάδα δοκίμαζα ότι μελομακάρονο μπορείτε να φανταστείτε. Με μέλια, με σοκολάτες, με καρύδια. Μετά, καταλάβαινε ότι την δούλευα και μου έφερνε τα επίσημα, σε μια καρατεράστια πιατέλα με κοφτό πετσετάκι και φιόγκο. Έτσι λέει κάνουν οι πεθερές στις νύφες. Βασικά, κάτι πρέπει να κάνουν και οι νύφες, αλλά εγώ περιορίστηκα στην κατανάλωση.

Φέτος, έχει καταπιαστεί άσχημα με το μπαλκόνι. Ήρθε χθες και μου είπε όλο χαρά, ότι τις έκανε έντεκα τις πρίζες. Έψαχνα και ΄γω ο μαλάκας να καταλάβω τί έλεγε. Του μπαλκονιού εννούσε. Είχε έντεκα διαφορετικά πράγματα να γαμάνε τη ΔΕΗ. Της υποσχέθηκα να πάω να το δω. Αν τελικά δεν της δώσει ο Δήμος το βραβείο, θα της το δώσει σίγουρα η ΔΕΗ.

Μαλλώνουμε κάθε βράδι με τον άντρα μου, σε ποιά γειτονιά θα γεννηθεί φέτος ο Χριστός. Καράβια, αστέρια, δεντράκια, αρχιδάκια, ότι βρήκανε πήγανε και το χώσανε στα μπαλκόνια. Λες και θα τα επιθεωρήσει ο Φλωρινιώτης. Βέβαια, όλα αυτά, μέχρι να φτάσω στην δική μου γειτονιά. Αγία Βαρβάρα. Φαντάζεστε.

Παιδιά, δεν θέλω κουβέντα. Ασυζητητί ο Χριστός φέτος, θα γεννηθεί στην δική μου γειτονιά.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2005

ΑΝΑΓΚΕΣ

Ως άνθρωπος, θέλεις τον χρόνο σου και τον χώρο σου. Θέλεις δυό στιγμές μέσα στην ημέρα να γελάσεις, να φωνάξεις, να κλάψεις ή να τα κάνεις όλα αυτά μαζί, δυνατά. Πολύ δυνατά όμως. Η εποχή μας, δεν σου επιτρέπει να παραμείνεις άνθρωπος. Δουλεύοντας όλη μέρα, εκτίθεσαι διαρκώς, χωρίς ούτε ένα δευτερόλεπτο για τον εαυτό σου. Αν φερθείς ανθρώπινα, είσαι παράταιρος, είσαι υστερικός, είσαι αντικείμενο οίκτου και χλεύης. Πολλές φορές, πιάνω τον εαυτό μου, να θέλει να είναι λιγάκι άνθρωπος. Να ξεχάσω για λίγο τα «καλημέρα», τα «ευχαριστώ», τα «παρακαλώ». Να σηκωθώ όρθια και να ουρλιάξω. Αλλά απαγορεύεται, γιατί δεν είμαι πια άνθρωπος.

Είμαι μόνο μια παραγωγική μηχανή, με προκαθορισμένους διαλόγους, με προκαθορισμένες κινήσεις, με κανένα περιθώριο απόκλισης, αν θέλω να παραμείνω ενταγμένη στην όμορφη κοινωνία μας. Οι στιγμές οι απόλυτα δικές μου, είναι λίγο πριν κοιμηθώ με τον άνθρωπό μου. Τότε γινόμαστε πιο άνθρωποι απ΄ότι πρέπει και προσπαθούμε να χωρέσουμε σ΄αυτόν τον λίγο χρόνο ότι προλάβουμε. Αλλά ποτέ δεν προλαβαίνουμε. Σιγά σιγά, ο πλασματικός άνθρωπος, μας τρώει σιγά σιγά, ξεχνάμε να αισθανθούμε, ξεχνάμε να λειτουργήσουμε και κινούμαστε το ίδιο μηχανικά.

Δεν ξέρω, αν σε λίγο καιρό όλα αυτά, θα πάψουν να με ενοχλούν. Ίσως κάποιοι από εμάς, έχουμε αυτά τα γαμημένα γονίδια που δεν μας αφήνουν να αφομοιωθούμε πλήρως από ένα τόσο αποτελεσματικό σύστημα. Ίσως δεν υπάρχει όριο ηλικίας. Κάποιοι απανθρωπίζονται στα είκοσι, κάποιοι στα τριάντα, κάποιοι ποτέ. Θα ήθελα να ανήκω στους τυχερούς που ποτέ δεν τα σκέφτηκαν όλα αυτά, που ποτέ δεν τους χρειάστηκε να ουρλιάξουν. Ή πάλι, ας ήμουν απ΄αυτούς που τα κάνουν όλα αυτά, όσο γουστάρουν, όποτε γουστάρουν, αλλά είναι τόσο τυχεροί που δεν χρειάζονται το σύστημά μας, για να καταφέρουν να επιβιώσουν.

Προς το παρόν, είμαι ένα αποτυχημένο πείραμα απανθρωπισμού. Θα ήθελα να ξέρω γιατί. Θα ήθελα να μου δώσουν κι εμένα την μυστική συνταγή, αυτό το κόκκινο χαπάκι, να ξεχάσω τα πάντα, να μην σκέφτομαι, να είμαι ευτυχισμένη με το απόλυτο τίποτα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2005

ΟΚ ΣΚΑΩ!!!

Μου την είπανε και απ΄την μεγάλη στεναχώρια, με πήρε από κάτω και τώρα είμαι αρρωστούλα και έχω και πονοκέφαλο και πυρετούλι και δεν θα γράψω άλλο σήμερα και...εντάξει σκάω!!

ΥΓ. Ρε γαμώτο, με τέτοια καταρροή, ο εγκέφαλος μου πρέπει να ήταν τίγκα στη μύξα!

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2005

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΟΥ

Τον είδα χθες βράδι σε μια εκπομπή και είχα πολύ καιρό να κολλήσω έτσι. Με είχε κολλήσει το ίδιο άσχημα και όταν τον έβλεπα στο ριάλιτι. Πριν, δεν ήξερα ποιός ήταν, τί έκανε, αλλά ενώ όλη η Ελλάδα γελούσε με τις φωνές και τις αμφιέσεις του, εγώ είχα καταστεναχωρεθεί. Θεωρούσα άδικο ένας άνθρωπος για να περάσει κάτι διαφορετικό, σ΄αυτό το έκτρωμα που λέμε τηλεόραση, πρέπει να φωνάζει, να οδύρεται, να εξισώνεται με τους ανεγκέφαλους, με φόβο να χαρακτηριστεί καρνάβαλος. Ένοιωθα ότι είχα έναν δικό μου άνθρωπο, μέσα στο κωλοπαίχνιδο, που έστω και διωγμένος, είχε προλάβει να ξεστομίσει για την «δικτατορία της Νάνσυς», για τις αγωνίες του ως πολιτικοποιημένου ανθρώπου που όμως, εκλήφθησαν ως υστερίες μιας «αδελφής». Ήταν εύκολο να γίνει έτσι. Το δύσκολο θα ήταν, να τον καταλαβαίναμε. Το δύσκολο θα ήταν, να παραδεχτούμε ότι χιλιάδες φορές θέλουμε να σπάσουμε αυτό το γαμημένο γυαλί και να πιάσουμε απ΄το λαιμό τα λαμόγια. Το δύσκολο θα ήταν, την αμέσως επόμενη στιγμή να μην ξανανοίγαμε ποτέ το κωλόκουτο.

Χθες, μίλησε για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, για το πόσο απόμακρη είναι η τηλεόραση απ΄την πραγματικότητα. Τα είπε τόσο ωμά, όπως τα λέμε και μεταξύ μας, αλλά που ποτέ κανείς, δεν έχει τολμήσει να τα πει έτσι σε μια εκπομπή. Είπε τους πολιτικούς μαλάκες, όπως τους λέμε και εγώ και εσύ καθημερινά. Επέμενε, ότι δεν είναι κάτοικος της Ελλάδας, αλλά της γης. Ήταν απ΄τα ωραιότερα πράγματα που έχω ακούσει ποτέ. Είπε, ότι ενώ πια δεν είμαστε ξεκομένοι απ΄το Παρίσι και το Βερολίνο, όταν καιγόταν το Παρίσι, η τηλεόραση το έδειχνε μόνο για δύο λεπτά, αντίθετα με όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και είχε δίκιο. Αλλά η τηλεόραση κύριοι, προφανώς εξυπηρετεί τις ανάγκες των Ελλήνων κατοίκων μόνο. Εσείς και εγώ άλλωστε, είμαστε το αποτέλεσμα.

Είναι γερός ο Παναγιώτης. Αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που κάνουμε, σε ανθρώπους διαφορετικούς από εμάς. Είναι τόσο προκλητικός, όσο η ελληνική κοινωνία μας, τον έκανε. Τόσο αιχμηρός, όσο οι πουριτανοί ηλίθιοι χρειάζονται. Τόσο αστείος, όσο να κολλήσει τους σοβαρούς στρέιτ που τον καταδικάζουν. Αυτό που με τρελλαίνει, είναι ότι ποτέ δεν είχε προφανώς την λέξη «άνθρωπος» να τον προσδιορίζει. Πάντα πάσχιζε γι΄αυτήν και πάντα θεωρούσαμε ότι κάτι ακόμη έλειπε. Και αυτός συνέχιζε να πασχίζει για τα δεδομένα, για αυτά που εγώ και εσύ είχαμε πάντα, αλλά ποτέ δεν θα τα δίναμε σε μια «κραγμένη αδελφή». Είναι πλέον ένας καταξιωμένος επαγγελματίας, αλλά ακόμη έχει καμμιά εκατοστή κοσμητικά επίθετα δίπλα στο όνομά του. Αλλά πια, δεν τον νοιάζει. Μας βγάζει κοροιδευτικά την γλώσσα, συστήνεται ως «αδελφή», συστήνει τον σύντροφό του ως «γκόμενο» αλλά και πάλι για μας, κάτι του λείπει. Εμένα πλέον, μου απέδειξε ότι οι λειψοί είμαστε εμείς.

ΜΕ ΠΡΗΞΑΝΕ

Ουφ, επιτέλους, τα κατάφερα. Είπα, να πάω κομμωτήριο και με πρήξανε. Δηλαδή τί κομμωτήριο, η φίλη μου που συνεργαζόμασταν με τις νύφες, είπε να κάνουμε μια μάζωξη στο σπίτι της πεθεράς μου, για αναστήλωση. Αλλά έκανα ένα ύψιστο λάθος. Ήθελα να κουρευτώ. Στις γυναίκες το κούρεμα, είναι μεγάλη υπόθεση. Πρέπει για να πείσεις την κομμώτρια και τις παριστάμενες, να έχεις σίγουρα τρία στεντόν έτοιμα με νεράκια και ένα ενδοφλέβιο αρντάν για τις πιο δύσκολες. ΜΕ ΠΡΗΞΑΝΕ.

Δεν καταλάβατε; Εννοώ ότι τα μαλλιά μου με τα ωράρια που κόβω εδώ μέσα, είχαν φτάσει στο πάτωμα και επειδή η θηλυκότητα (θα ξεράσω), είναι κάτι που απέφευγα πάντα, είπα να τα κόψω κοντά. Αλλά κοντά. Πάντα το έκανα αυτό, μαζί με ότι πιο περίεργο υπάρχει στον χρωματοκατάλογο της rilken, αλλά πάντα είχα να περάσω τον αόρατο τοίχο των αναποφάσιστων. Γενικά τα μαλλιά, ήταν κάτι που έπαιρνα πάντα στην πλάκα, αλλά όχι και οι συνκομμωτηριάζουσες. ΜΕ ΠΡΗΞΑΝΕ ΣΑΣ ΛΕΩ.

Βρέθηκα με ένα κρυόκωλο-ευτυχώς κοντό- καρεδάκι και τα μαλλιά μου κατέληξαν σε ένα αλουμινόχαρτο προσεκτικά ανά τουφίτσες, που πήρε στοργικά η κομμώτρια, σχεδόν κλαίγοντας, για τον βωμό της υποθέτω. Αυτό πάντως με τα μαλλιά, ποτέ δεν το κατάλαβα.Αφού θα ξαναμακρύνουν, αφού υπάρχουν τόσα πράγματα να κάνουμε, αφού τί τα βγάλανε τόσα μπλιμπλίκια-κοκκαλάκια-αρχιδάκια, αφού είναι υπεργαμάτες οι αλλαγές, αφού ρε σεις, τώρα θα λούζομαι και στον νιπτήρα και θα με χωράει μια μικρή πετσετίτσα!

Τέλος πάντων, αν ζυγιστώ έχω ήδη χάσει δύο κιλά και δεν έχω πάει και τουαλέττα (φανταστείτε δηλαδή).

Υ.Γ. Και σταματήστε να μου στέλνετε είκοσι mail την ημέρα για να μεγαλώσω το πουλί μου. Το μέγεθος δεν κάνει την διαφορά. Το δικό μου το γουστάρω μικρό.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2005

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Καμμιά φορά, ξέρεις εκεί μέσα σου βαθιά, ότι έχεις κάνει μεγάλα λάθη. Ότι αυτό θα μπορούσες να το κάνεις έτσι, ότι το άλλο θα μπορούσες να μην το κάνεις καθόλου, μετανοιώνεις, θέλεις κι άλλες ευκαιρίες, αλλά πού. Τα ανθρωπάκια στους ώμους μου, πάλι μαλώνουν. Μόνο, που τα δικά μου ανθρωπάκια, δεν είναι διαολάκια και αγγελάκια, δεν πρεσβεύουν το καλό και το κακό. Σ΄αυτό το θέμα, τα ΄χω βρει με τον εαυτό μου εδώ και χρόνια. Έχω δώσει δικές μου ερμηνείες στο «κακό» και στ΄αλήθεια, είναι τόσο μακριά μου, που πλέον, μου είναι τελείως αδιάφορο. Το δικό μου «κακό», δεν έχω σκοπό να το αναλύσω, αλλά τέλος πάντων δεν έχει καμμία σχέση με τα περισσότερα, που οι υπόλοιποι άνθρωποι θεωρούν «κακό».

Τα δύο ανθρωπάκια μου λοιπόν, τα ΄χω βάψει για να τα ξεχωρίζω. Το ένα είναι μαύρο και το άλλο άσπρο. Το μαύρο είναι το συναίσθημα και το άσπρο, η λογική. Κάθε φορά που αποφασίζω για κάτι (συνήθως μου παίρνει δευτερόλεπτα), ακούω μόνο τη λογική, αλλά πάντα την τελευταία στιγμή, της χώνει μια κατραπακιά το συναίσθημα και κυριαρχεί. Πρέπει λιγάκι, να το αποδύναμώσω. Πρέπει στο χρόνιο αυτό debate, να δώσω λιγάκι παραπάνω χώρο στην λογική. Εντάξει, το γράφω για να το θυμάμαι για την επόμενη φορά, γιατί ακόμη και τώρα, το συναίσθημα κυριαρχεί.

Και να ΄ταν μόνο αυτό. Όταν οι συναισθηματικές αποφάσεις μου, συμπαρασύρουν στη λούμπα και αγαπημένους μου ανθρώπους, θέλω να τσακιστώ, να σκάσω, να μην ξανααποφασίσω τίποτε. Και μετά πάλι τα ίδια. Το μαύρο μου ανθρωπάκι καμμιά φορά, νικάει όλα τα άσπρα ανθρωπάκια του κόσμου. Έχει μια περίεργη σατανική πειθώ, λες και το κάνει επίτηδες, για να με δει να φορτώνομαι κι άλλες τύψεις. Πάει και φωλιάζει στα μάτια μου και τα κάνει να γυαλίζουν, πάει και κάθεται στα χείλια μου και τα κάνει να γελάνε, πάει και χώνεται στο μυαλό μου και το μικραίνει.

Κλεισμένη εδώ μέσα, μετανοιώνω ξανά και ξανά, όχι για μένα. Για σένα αγάπη μου, που κάθεσαι και ακούς τις χαζομάρες μου και που ταλαιπωρείσαι με τις ηλίθιες ιδέες μου, χωρίς ούτε στιγμή να με αμφισβητείς.

Χωρίς, ούτε μια φορά να μου στερείς μια καλημέρα σαν την σημερινή.

Καλημέρα.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2005

ΕΠΑΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΣΑΣ

(γηπεδικό σύνθημα στην Κρήτη)

Γήπεδο πάλι σήμερα λοιπόν. Καλά που απολύθηκε και ο μικρός και με πάει σπίτι. Αν και με την μηχανάρα που πήγε και αγόρασε, δυσκολεύομαι λιγάκι. Πάνε οι αθεόφοβοι και διαλέγουν κάτι μηχανές και σκέφτονται μόνο τον δικό τους κώλο. Ο πίσω, στ΄αρχίδια τους. Και εντάξει, όταν την αγόρασε δεν είχε καμμιά να βάλει πίσω, τώρα όμως ρε Κατερινάκι, πώς αντέχεις; Σε καταλαβαίνω κουκλίτσα μου, αλλά φρόντισε να μην γίνει ο κώλος σου σαν τον δικό μου, γιατί βράστα.

Έχει που λέτε μια σέλα, μισή μερίδα. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το ζόρι είναι, ότι βρίσκεται ψηλότερα απ΄την δική του. Πας κάθεσαι και για να σταθεροποιηθείς (λέμε τώρα) πρέπει κυριολεκτικά να ξαπλώσεις πάνω στον οδηγό και να κρατηθείς από το ντεπόζιτο. Άντε λες, θα τον κάνω τον ακροβάτη. Ξαφνικά γυρνάς πίσω και ο κώλος σου, είναι πιο πάνω απ΄το κεφάλι σου (και ο πίσω οδηγός έχει ένα τελείως ηλίθιο βλέμμα – κεραυνοβόλος έρωτας, φαντάζομαι). Και τότε είναι, που του καυλώνει του μικρού, να μου δείξει τα γκάζια της μηχανάρας και αρχίζω τις υστερίες. Ταλαιπωρία παιδιά. Στην εποχή μου, οι μηχανές είχαν κανονικά καθίσματα και πλατούλα για την μεσούλα μου, αλλά τώρα τα πράγματα αγρίεψαν.

Μια φορά, το σαίνι ο άντρας μου, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού μαζί του και αναγκαστικά πήγα με την παρέα του αδελφού μου, για ποτάκι στο στέκι τους, μέχρι να τελειώσει το γήπεδο. Εντάξει, δεν είναι τόσο μικροί, είναι όλοι τους γύρω στα 25-26, μάλλον εγώ μεγάλωσα πολύ. Είχε πολλή πλάκα. Έτυχε και οι περισσότεροι περνούσαν την πρώτη υπαρξιακή κρίση της εμφάνισης (που συνήθως τα κορίτσια της ηλικίας τους, βρίσκονται γύρω στην τέταρτη) και έμαθα τα άπαντα της υγιεινής ζωής. Που πάντα συνοδεύεται με γυμναστήριο, με υγιεινή διατροφή, με το πόσο ευτυχισμένος είναι κάποιος που τα κάνει όλα αυτά και άλλα φιλοσοφημένα.

Βαριόμουν να το γυρίσω στο σοβαρό, πέταγε και κάτι ωραία ο μικρός και πέρασε η ώρα. Ευτυχώς, σ΄αυτό μοιάζουμε σαν αδέλφια. Δεν γουστάρουμε υγιεινή ζωή, δεν γουστάρουμε γυμναστήρια, καπνίζουμε σαν φουγάρα και έχουμε λύσει τα γκομενιακά. Πήρε κι απ΄την κορμοστασιά μου, πήρε και την μηχανάρα, έχει και το Κατερινάκι, ζάχαρη. Το μόνο που θέλω να πω στα παιδιά και που ήταν το μόνο στο οποίο δεν κάνω πίσω, είναι το εξής : Είστε ιερόσυλοι ρε! Υπάρχει ρε, σουβλάκι με αλάδωτη πίτα;

ΣΕΛΗΝΗ

Τον βρήκαμε τον ένοχο. Για όλα τα δεινά που μας μαστίζουν, φταίει μια πέτρα όξω απ΄την γη. Ατυχήματα, γονιμότητες, εγκλήματα. Καλά εντάξει, εδώ ο κάθε πλανήτης του ηλιακού, ευθύνεται για τις πράξεις του καθενός από εμάς, αλλά τουλάχιστον αυτό, το λέμε αστρολογία και ξεσκάμε βρε αδελφέ. Ξέρουμε ότι δεν είναι επιστήμη. Είναι ένα χόμπι, μια ωραία διασκέδαση. Αλλά όταν τα του φεγγαριού, πάνε να μας τα περάσουν ως επιστημονικά, μου τη δίνει.

Γιατί δεν είμαι αστρονόμος, ούτε πλανητοτέτοιος, ή όπως αλλιώς τους λένε, αλλά δεν παύουν να είναι μαλάκες. Τί να πω μετά στην κυριούλα, όταν μου λέει ότι ο στόκος ο γιος της, που στούκαρε στην κολώνα, αφού ήπιε ένα ποτάμι τσίπουρο, δεν έφταιγε, αλλά έφταιγε η πανσέληνος. Και μου το εξήγησε επιστημονικά. Εδώ λέει, η σελήνη επηρεάζει θάλασσες, φέρνει άμπωτες και παλλίροιες, τους ανθρώπους δεν θα επηρρεάζει, που είναι κι αυτοί από νερό; Πόσο μάλλον τον γιο της, που είναι από τσίπουρο.

Και άσε την θείτσα, εδώ ολόκληρες ειδήσεις κάθονται και μας λένε, ότι λόγω σελήνης, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα, τα εγκλήματα αυξάνονται, οι συμπεριφορές γίνονται βίαιες. Το βεβαιώνουν και οι γιατροί λέει και οι νοσοκόμες. Άι σιχτήρ ρε! Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι, άσε και τις ειδήσεις, γιατί αν στο λένε μεταξύ Άντζελας και Τσαλίκη, λες δε μπορεί, μαλακίες βλέπω. Πάρτε τις στατιστικές. Πήγαν ρε, οι αθεόφοβοι και φτιάξαν και στατιστικές. Όντως λέει, τις ημέρες της πανσέληνου, έχουν αυξηθεί οι βίαιες πράξεις. Και γανιάζουν μετά οι επιστήμονες να μας αλλάξουν γνώμη. Αλλά ρε γαμώτο, εμείς δεν θέλουμε. Πώς να το κάνουμε, δεν γουστάρουμε να μας τα εξηγούν όμορφα κι ωραία. Όχι, θέλουμε το μαγικό, το ακατανόητο, την παραμύθα.

Βγαίνουν λοιπόν οι άνθρωποι και μας το εξηγούν απλά. Πάρτε λένε και τις άλλες μέρες ρε μάγκες, μετρήστε τις κι αν δείτε διαφορά με τις ημέρες της σελήνης, τρυπήστε μας την μύτη. Εκτός από ελάχιστες συμπτώσεις, τίποτε διαφορετικό δεν έχουν αυτές οι μέρες. Και αυτή η μαλακία με τα νερά που περιέχει το σώμα μας, είναι τεράστια πατάτα. Η σελήνη και ο ήλιος όντως επηρρεάζουν λιγάκι τις θάλασσες του πλανήτη, αλλά το σώμα μας, πολύ λιγότερο απ΄ότι ένα κουνούπι. Βγάλανε τα μάτια τους οι άνθρωποι στα πειράματα και είδαν ότι ένα τόσο δα κουνουπάκι, μας επηρρεάζει εκατομμύρια φορές περισσότερο απ΄ότι η σελήνη. Εμείς όμως εκεί. Το ξεχάσαμε και συνεχίζουμε τις βλαμμένες στατιστικές.

Λοιπόν, αν θέλετε να πιστεύετε τέτοιες πίπες ακόμη, θα πρέπει πρώτα να με πείσετε για κάτι. Από σήμερα το πρωί, θεωρώ ότι οι Δευτέρες είναι χειρότερες απ΄την σελήνη. Στατιστικά πάντα, είναι οι μέρες που οι περισσότεροι από μας, θα πάνε στην δουλειά με κατάθλιψη και θα δολοφονήσουν τα περισσότερα αφεντικά. Πείστε με για το αντίθετο και μετά συζητάμε και για τις Τρίτες.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2005

WHAT’S UP ?

Σ΄έναν ιδανικό κόσμο, όλα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Έχω χτίσει προσεκτικά την δική μου ουτοπία και κάθε μέρα, προσθέτω κι ένα κομμάτι. Ο παράλληλος κόσμος μου, είναι πολύ διαφορετικός απ΄αυτόν που ζω. Η ιδεολογία μου, δεν ξέρω πώς ονομάζεται, αλλά δεν σκάω. Της βρήκα από μόνη μου όνομα. Την ονόμασα «ευτυχισμός». Μην παρασυρθείτε απ΄το όνομα, είναι μια πολύ σοβαρή ιδεολογία. Ο παράλληλος αυτός κόσμος, είναι λιγάκι σαν τον δικό μας. Με τα ανθρωπάκια του, τα δεντράκια του, τα ζωάκια του...μόνο που συνειδητά, έχω εξαφανίσει τις ασθένειες και δεν έχω βάλει ανθρώπους μόνους. Τους έχω ζευγαρώσει όλους και μάλιστα τους έχω κάνει πολύ πολύ ευτυχισμένους. Τόσο, που όλοι μοιάζουν χαζοί, αλλά η αλήθεια είναι, ότι ζουν ένα όνειρο. Το δικό μου, αλλά δεν παύει να είναι όνειρο.

Πολλές φορές βουλιάζω στον «ευτυχισμό» μου και τον ζωγραφίζω στο μυαλό μου, τόσο ζωηρά, που λες ότι αν ανοίξω τα μάτια μου, θα είναι εκεί. Από τον μαγικό αυτό κόσμο, έχω εξαφανίσει τα ψιλικατζίδικα. Δεν θέλω κανείς άνθρωπος να ταλαιπωρείται έτσι. Έχω εξαφανίσει όλα τα δύσκολα επαγγέλματα και τον έχω γεμίσει φουσκωτά παιχνίδια. Είχα πάντα κόλλημα με αυτά τα παιχνίδια. Έχω εξαφανίσει τους πολιτικούς και στην θέση τους έχω βάλει κλόουν. Μ΄αυτούς γελάω περισσότερο. Έχω καταργήσει τα σύνορα και όλοι στον κόσμο μου, μιλάνε Ποντιακά. Αυτή η γλώσσα πάντα μου έκανε σε «ευτυχισμό». Είναι όλοι πάνχοντροι και κανείς δεν έχει πρόβλημα μ΄αυτό. Τους αδύνατους, τους εξορίζω στον δικό μας κόσμο. Εδώ περνάνε καλύτερα.

Στον κόσμο μου, (ή μάλλον στην κοσμάρα μου), δίνω σύνταξη σε όλους μέχρι τα σαράντα και δουλεύουν οι γέροι. Έτσι, είναι όλοι ευτυχισμένοι. Οι νέοι κάνουν ότι τους κατέβει στο κεφάλι και οι γέροι δεν νοιώθουν άχρηστοι. Οι σπουδές γίνονται μέχρι τα δέκα. Άλλωστε, πόσο δύσκολο είναι να μάθει κανείς ποντιακά; Κουλοί κουτία...

Είμαστε βέβαια λίγο πίσω τεχνολογικά, γιατί οι γέροι μόλις πάνε να ανακαλύψουν κάτι της προκοπής, μου ψοφάνε, αλλά θα το σώσω. Άλλωστε τί να τους λέω τώρα, για τηλεοράσεις και αυτοκίνητα. Βαριέμαι να τους φτιάχνω δρόμους και λεωφόρους. Κι έτσι καλά είμαστε. Τα ρούχα τους, είναι δικού μου styling. Κάθομαι και τους σχεδιάζω μοντελάκια, όπως μου τη βαρέσει. Ποτέ όμως δεν παραπονιούνται. Τα κάνουν αμέσως μόδα και τύφλα να ΄χει ο Αρμάνης. Φυλακές δεν χρειαζόμαστε. Έχουμε πάντα την εναλλακτική της πραγματικότητας. Νόμους και δικαστές, δεν γουστάρουμε. Μάλλον είμαστε λιγάκι «αναρχο-ευτυχιστές». Το σύνταγμα του «ευτυχισμού», το ξέρουν όλοι απ΄έξω και αποτελείται από μία και μόνο λέξη: «Υπάρχουμε».

And then,

Im feelinga little peculiar

And so, I wake in the morning and I step outside, and I take a deep breath and I get real high, and I scream at the top of my lungs...

WHAT’S GOING ON?

ΚΩΣΤΗ ΜΟΥ,

Σ΄ευχαριστώ πολύ πολύ για το δέμα. Άκου τί έπαθα. Ανοίγω φουριόζα το μαγαζί (άφησα τον Τασούλη να κοιμηθεί λιγάκι παραπάνω), κουβαλάω εφημερίδες, το δέμα, κλειδιά κ.λ.π. Σήμερα στην γειτονιά μου, έχει λαική αγορά και πανηγύρι. Χαμός. Πάρκαρα πάνω στον πεζόδρομο, γιατί όπως πάντα, πάλι άργησα (κλήση στην ψιλικατζού δεν παίζει, κολλητάρια οι μπάτσοι) και άρχισα να ανοίγω φώτα, ταμειακές, ρολά, κρέμασα εφημερίδες, έκρυψα κρατήσεις, έβαλα καφέ και είπα να ανοίξω το δέμα. Θα σου ΄χω γράψει για τον φίλο μου τον Αλί με τα σιντάκια. Κάθε βράδι, μου αφήνει εδώ την τσάντα με τα cd και την παίρνει κάθε πρωί, για να μην τον πιάσει η αστυνομία στον δρόμο με την τσάντα.

Ήρθε λοιπόν βιαστικός, γιατί είχε ήδη χάσει το μισό νταβαντούρι (τέτοια ώρα που ήρθα) να πάρει τα πράγματά του και να πάει να στήσει τα σιντάκια στην λαική. Είχα ανοίξει το δέμα, είχα απλώσει τα cd και κοίταγα την κάρτα. Με το που μπήκε ο μικρός, έπαθε πλάκα. Είδε καμμιά ογδονταριά cd πάνω στον πάγκο και κατατρόμαξε. «Τί αυτά;» μου λέει. «Cd από φίλο στην Αμερική» του λέω. Τα βλέπει και κλείνει με τα χέρια, τα μάτια του, γελώντας πονηρά. Είχε δει τα cd με τους αντρικούς κώλους και κόλλησε (με κόλασες φιλαράκι, πρωί πρωί). «Τσόντες», μου λέει. «Πουτάνοι. Πουλάς εσύ τσόντες;» «Ναι» του λέω. «Εγώ τσόντες; Δώσε μου πουλήσω, όλα θα πουλήσω». Ο μικρός μίλαγε σοβαρά. Αν του τα ΄δινα, τα ΄χε πουλήσει σε μια ώρα. Άντε να του εξηγήσω...Πήρα ένα cd, το ΄βαλα να παίζει και κόλλησε ο μικρός. «Ωραία τραγούδια...τσόντες». Του εξήγησα σχεδόν με παντομίμα ότι δεν είναι τσόντες, είναι μόνο μουσική και τραγούδια.

«Ωραίο κώλο με τραγούδια. Μουσική με κώλο» μου λέει ξεκαρδισμένος ο μικρός. Φιλαράκι, πήρες το πρώτο κοπλιμέντο. Τα τραγούδια σου, έχουν πολύ ωραίο κώλο.

Το μαγαζάκι μου, απ΄το πρωί είναι μες στις μουσικές. Σ΄ευχαριστώ για όλα.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2005

ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗ

Μπαίνει, βγαίνει κόσμος στο μαγαζί μου και πολλές φορές, πριν καν μου μιλήσουν, τσαντίζομαι. Είναι κάποιοι άνθρωποι, που αντιπαθώ αμέσως και δυστυχώς, φαίνονται από μίλια μακριά. Το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που κινούνται, από τον χρόνο που χρειάζονται να διαλέξουν μια γαμημένη τσίχλα, από τον τρόπο που ζουλάνε τα κρουασάν, απ΄αυτήν την έκφραση που παίρνουν, λες και τους ενοχλείς που υπάρχεις. Και το χειρότερο στα γειτονικά μαγαζιά, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι θα σου έρχονται κάθε, μα κάθε μέρα.

Παίρνουν ένα θεόξυνο ύφος και αρχίζουν τις ρητορικές ερωτήσεις. Ρητορικές, γιατί είναι συγκεκριμένη η απάντηση που θα πάρουν. Και εδώ κυρίες μου, είναι η μόνη μας ουσιαστική διαφορά απ΄τους άντρες. Η τεστοστερόνη. Οι απαντήσεις που θα πάρουν, διαφέρουν ανάλογα τα ποσοστά αυτής της ορμονίτσας στο σώμα μας εκτός αν έχω κέφια, που θα το γυρίσω στην πλάκα, μπας και γλυκάνουν. Αλλιώς, οι απαντήσεις μου με τον άντρα μου, απέχουν μίλια. Όσο ένας άντρας και μια γυναίκα. : )

Δικές μου απαντήσεις:

-Είναι φρέσκα τα κρουασάν;

-Ναι.

-Γιατί δεν έχεις τα τσιγάρα μου;

-Δυστυχώς, τελείωσαν.

-Το πρωί θα αργήσεις πάλι;

-Δεν νομίζω...

Απαντήσεις του Τάσου:

-Είναι φρέσκα τα κρουασάν;

-Ναι. Το πρωί τα κόψαμε απ΄το δέντρο.

-Γιατί δεν έχεις τα τσιγάρα μου;

-Για να στη σπάσω.

-Το πρωί θα αργήσεις πάλι;

-Εξαρτάται από τις ορέξεις μας, με την γυναίκα μου το βράδι.

Εντάξει, την τελευταία απάντηση, την έδωσε σε έναν κωλόγερο, που κάθε πρωί με περιμένει στην πόρτα και μου τα χώνει, γιατί αργώ. Βέβαια, εγώ ακόμα κοκκινίζω όταν τον βλέπω. Αλλά αυτό που με τρελλαίνει με την τεστοστερόνη, είναι ότι σε βοηθάει να μάθεις τα όρια του άλλου. Ποτέ κανείς δεν παρεξηγείται, ίσα ίσα που αρχίζουν και προσέχουν πώς θα μιλήσουν, ίσως σέβονται ή φοβούνται λιγάκι παραπάνω.

Το ΄χει πάρει πρέφα βέβαια ο Τάσος, ότι δεν μπορώ να μιλήσω έτσι και το ΄χει βρει πλακίτσα. Μου κάνει απίστευτα βασανιστήρια, μόνο και μόνο για να βλέπει την φάτσα μου. Η πιο χοντρή ήταν με μια εταιρεία dvd, που παραγγέλνεις τηλεφωνικά και στα φέρνουν εκείνοι. Ήταν το καλύτερο πράγμα να μην τρέχω για επιστροφές, να μην ψάχνω όρθια με τις ώρες. Είχα τον κατάλογό μου, έμπαινα στο ίντερνετ και ότι ήθελα, το ΄χα σε δυο ώρες. Με τον πιτσιρικά που τα ΄φερνε, γίναμε κολλητάρια και όλα καλά. Μέχρι που μου ήρθε μια μέρα ακάλεστος. Ορμάει μέσα και μου δίνει ένα dvd και μερικά φυλλάδια με νέες ταινίες. Φαντάστηκα ότι το ΄χε παραγγείλει ο Τάσος απ΄την δουλειά. Ανοίγω την ταινία, να δω ποιά είναι και διαβάζω δυνατά: «Hungary for cock». Ο πιτσιρικάς γελώντας πονηρά, έφυγε λέγοντάς μου κατενθουσιασμένος, ότι είναι ταινία ολόκληρης βδομάδας. Εγώ, ακόμη δεν έχω συνέλθει. Ακόμη το profile μου σ΄αυτή την εταιρεία έχει πάνω πάνω, τις γκόμενες από την Hungary.

Οκ, δεν ξαναπαράγγειλα από τότε. Μόνο λαμβάνω τα καινούργια φυλλάδια, διακριτικά συσκευασμένα, γεμάτα cock και κάτι άλλα προχωρημένα. Μεταξύ μας, προτιμώ το γειτονικό video club, που ξέρει και τα γούστα μας. : )

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2005

ΟΛΑ ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ

Μπα; Δηλαδή αν δεν γουστάρουμε κολάσεις και παραδείσους, πρέπει ντε και καλά, να την φάμε εδώ; Αν δηλαδή είμαστε τζιμάνια παιδιά, θα δικαιωθούμε; Και ο φίλος μου ο Μέρφι; Αυτή η γαμημένη πεταλούδα του δηλαδή, πηδάει μόνο τους κακούς και για τους άλλους, τρώει baygon;

Ότι και να κάτσει, πάμε και το κολλάμε. Όταν ένας μαλάκας την τρώει για τα καλά, κοτσάρεις ένα «όλα εδώ πληρώνονται» και γουστάρεις. Όταν ένας καλός την τρώει για τα καλά, ξανακοτσάρεις ένα «όλα εδώ πληρώνονται» και ελπίζεις. Μόνο που δεν συμβαίνει έτσι πάντα. Αν ίσχυε, δεν θα είχαν δουλειά οι παπάδες, δεν θα είχαν νόημα οι θρησκείες, οι ηθικοί κανόνες, οι νόμοι, το κράτος. Δεν θα θέλαμε μπαμπούλα, με λίγα λόγια. Αν έκανες τσατσιά, θα σου ερχόταν πίσω και όλοι θα ΄μασταν αγγελούδια.

Το χειρότερο, δεν θα υπήρχαν μπινελικάκια του τύπου «άντε γαμήσου». Θα λέγαμε ένα «στήσου» , άντε το πολύ κι ένα «πλύσου» και το υπόλοιπο θα ΄ρχόταν μόνο του. Άλλωστε αυτή η νομοτέλεια, θα ήταν λιγάκι ξενέρωμα. Πάει ζωή ρε, χωρίς μπινελίκια; Χωρίς τον μαλάκα, τον ληστή, τον κλέφτη, τον Μπους; Πάει ζωή ρε, χωρίς θρησκεία; Χωρίς βάζελους; Θα είμασταν όλοι καλοί γαύροι, άντε κάνας δυό Αεκτζίδες (με το ζόρι δηλαδή), και κάνα δυό εφήμεροι κακοί. Είδατε που είναι μαλακία;

Οπότε, μη φοβάστε , φωνάξτε όσο γουστάρετε:

Μπιπ ρε, ο Παο στη Λεωφόρο!

Υ.Γ. Ναι ξέρω, δέκα πιτόγυρα και δυό βρωμιάρικα. Έφτασεεεε!!!

ΜΠΛΟΓΚΟΔΑΚΤΥΛΙΟΣ

Αν δεν ένοιωθα τόσο άσχημα, δεν θα σας έγραφα αυτές εδώ τις γραμμές. Έρχεστε όλοι, σχολιάζετε, συζητάμε, σας συμπαθώ. Φτιάχνω τα link μου, τα ξαναφτιάχνω, τα ξαναματαφτιάχνω και τον άφτιαχτο έχουν. Κάθε μέρα, καινούργιοι άνθρωποι, καινούργια blog, καινούργια αναγνώσματα που θέλω να επισκεφτώ. Και στους περισσότερους, σπάνια το κάνω. Κι αν το κάνω είναι τόσο λίγο, τόσο ασήμαντο και μάλιστα κάποιες φορές, δεν έχω τί να απαντήσω. Απλά τα απολαμβάνω όσο μπορώ.

Νοιώθω άσχημα όμως. Θα ήθελα να είχα άλλες δέκα ώρες την ημέρα, να σας διαβάζω όλους, να σας γνωρίσω όλους, να γίνουμε φιλαράκια, αλλά κουράζομαι πολύ. Δυστυχώς, δεν έχω εκτυπωτή, οπότε σας διαβάζω απ΄την οθόνη και είναι αρκετά κουραστικό αυτό. Πήγα στον οφθαλμίατρο και τζίφος πάλι. Χρόνια προσπαθώ να τον πείσω να μου δώσει γυαλιά (απωθημένο από πιτσιρίκι) κι αυτός ο άχρηστος όλο κάτι κολλύρια μου δίνει. Κάποτε που έκανα ότι δεν έβλεπα τα γράμματα, μου ΄χε πει ότι δεν είναι θέμα όρασης, αλλά αναλφαβητισμού. Η μάνα μου, ν΄ανοίξει η γη να την καταπιεί. Πού το κατάλαβε το τζιμάνι, ακόμα δεν ξέρω. Τέλος πάντων, πήγα μόνη μου και πήρα γυαλιά για την οθόνη και τουλάχιστον δεν ζαλίζομαι τόσο πολύ.

Υπάρχουν βέβαια και κάτι μέρες, που κάτι κουτσοπρολαβαίνω. Γίνομαι κανονικός blogoμαιντανός και σας ζαλίζω τα μπλόγκια. Αλλά μετά πάλι, έχω επισκέψεις στο μαγαζί, έχω παραγγελίες, άντε να φτιάξω και παραγγελία για τσιγάρα, άντε να βγάλω άκρη με τόσες μάρκες τσιγάρων και τούμπαλιν. Φαντάζομαι και για σας το ίδιο θα ισχύει πάνω κάτω, γιατί είναι τόσα πολλά τα αξιόλογα blog και τόσα πολλά τα νέα blog, που θέλεις να τα διαβάσεις όλα, να μιλήσεις με όλους, να πεις ένα μπράβο. Το λέω από ΄δω λοιπόν. Σκέφτομαι καμμιά φορά, τόσους μήνες στα blogs, πρέπει να ΄χω διαβάσει αμέτρητους τόμους κειμένων. Ποτέ δεν διάβαζα ιδιαίτερα και τώρα, χωρίς αυτό δεν μπορώ.

Λοιπόν, σας έχω μια λύση. Θα κάνουμε έναν μπλογκοδακτύλιο, για να προλαβαίνουμε. Αντί για ζυγά και μονά, θα σας χωρίσω σε κατηγορίες, σύμφωνα με ένα παιδικό παιχνίδι. Το «πρόσωπα-ζώα-φυτά-επαγγέλματα-κι ότι άλλο κάτσει», τα φυτά και τα ζώα παρακαλώ, να μην το πάρουν στραβά. Όποιος κοροιδεύει, κοροιδεύει τον εαυτό του, λένε τα πιτσιρίκια. Και μην μου αρχίσετε τα κουλά «εγώ πού θα μπω», ας προσέχατε όταν βρίσκατε ψευδώνυμο. Άκου lao! Καλά αυτός θα μπει στα φυτά, έχετε μπει να δείτε τί γράφει; Στην συνομωταξία των ραδικιών, τελειωμένη υπόθεση!

Οι πολυλογάδες – καλή ώρα, που δεν κρατιούνται, θα κρατηθούν. Θα βάλουμε τροχονόμους και το πρόστιμο θα είναι δέκα πιτόγυρα και δύο βρωμιάρικα για επιδόρπιο. Και επειδή μας κόβω για σπάγγους, το συστηματάκι θα δουλέψει άψογα. Αλλιώς, την κάτσαμε την βάρκα.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2005

ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

(...και ένας καινούργιος μήνας)

Είναι κάτι μερούλες σαν κι αυτή, που θα ΄θελα να μπορούσα να χαρώ όσο θέλω. Που ακούω τόσο όμορφα νέα, αλλά δεν είμαι σε θέση να χαρώ πολύ. Θα ήθελα, να χωρίσω την ζωή μου, σε ευτυχίες και δυστυχίες και να τις ζω ξεχωριστά. Να μπορώ να λυπηθώ και να χαρώ ξεχωριστά. Όχι μαζί. Όχι να είμαι με το ένα πόδι στον ουρανό και με το άλλο πέντε μέτρα κάτω απ΄τη γη. Θα μου πεις, έτσι είναι η ζωή. Ένα χάος, μια αταξία, δεν μπορείς να προγραμματίσεις τίποτε. Τίποτε δεν θα σε ρωτήσει «να ΄ρθω;», απλά θα σου ορμήξει και άντε βγάλτα πέρα. Τα καλά και τα κακά.

Θα ήθελα να μπορούσα να χωρίσω την ζωή μου σε κουτάκια. Καλά και κακά. Όποτε γουστάρω να ανοίξω το ένα, να μην μου πετάγεται το άλλο στο κεφάλι. Ή πάλι, να χωρίσω αν γίνεται τις μέρες μου, σε καλές και κακές. Μπορεί να λέω μαλακίες και όλα να είναι πολύ καλύτερα απ΄ότι τα αισθάνομαι. Μπορεί απ΄την άλλη, όλα να είναι χειρότερα. Αλλά θα ήθελα να το ξέρω. Ή να είχα περισσότερη δύναμη, να μην με νοιάζουν τα άσχημα και να απογειώνομαι με τα καλά.

Αντικειμενικά, ο Δεκέμβριος, θα είναι ένας απ΄τους ομορφότερους μήνες της ζωής μου και ένας απ΄τους χειρότερους μήνες της ζωής μου. Υποκειμενικά, όλα είναι μπερδεμένα, αλλά επέλεξα αυτή την μέρα να την χαρώ. Δεν ξέρω για πόσο, αλλά αυτή τη στιγμή, είμαι λιγάκι ευτυχισμένη.