Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006

ΠΩΣ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ;




Καμιά φορά θυμάμαι το τρέξιμο για ν΄ ανοίξω το μαγαζί και φρικάρω. Περνώ έξω από μικρά εμπορικά και στο τσακ είμαι να μπω μέσα να συλλυπηθώ. Βλέπω καταστηματάρχες να στέκονται όρθιοι στην πόρτα χωρίς πελάτες, τα φώτα τους σβηστά για οικονομία και άλλοι να σπάνε εξωφρενικά τις τιμές για να τα βγάλουν πέρα. Κάθε φορά που μπαίνω σε μικρό μαγαζί σχεδόν νοιώθω την αγωνία του καταστηματάρχη μέχρι να ψωνίσω και την απογοήτευσή του όταν φύγω άπραγη.

Όταν αποφάσισα ν΄ ανοίξω το μαγαζί, η αλήθεια είναι ότι είχα πνιγεί στην χαρτούρα και στις υπηρεσίες. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου ότι οι μηνιαίες υποχρεώσεις θα ήταν τόσο υπέρογκες, παρόλα αυτά είχα βάλει στην άκρη κάποια χρήματα για το πρώτο τετράμηνο ώστε να είναι πληρωμένα τουλάχιστον τα πάγια. Οι λογαριασμοί έρχονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα όσο και να αυξανόταν η πελατεία. Όταν μπήκα για τα καλά στο παιχνίδι προσπάθησα να υπολογίσω με στοιχεία πια, τα πάγια ενός καταστήματος και δεν το πίστευα.

Ρωτώντας τριγύρω στα καταστήματα, δεν βρήκα ούτε έναν να μην χρωστάει στο τέβε, επιταγές, νοίκια. Κανείς. Όλοι περίμεναν κάτι. Άλλος τις γιορτές, άλλος τις εκπτώσεις, άλλος το Μετρό «που κάποτε θα γίνει στην Νίκαια και μετά θα βγάζουμε εκατομμύρια» και οι υπόλοιποι τα χρωστούμενα απ΄ το τεφτέρι. Παρατήρησα μόνο μία υγιή επιχείρηση στις περίπου εκατό που είχα τριγύρω. Ένα καφενείο. Που ουσιαστικά έβγαζε χρήματα από τα τραπέζια για πρέφα, για μπαρμπούτι και άλλα τραγικά. Αλλιώς κλάφτα. Η κοπέλα που είχε το πιο όμορφο μαγαζί με δώρα, δούλευε το βράδι σε μια γραμμή 090 ως αστρολόγος για να πληρώνει τον διακανονισμό του Τέβε.

Ανά καιρούς, η μόνιμη συζήτηση που πάντα μα πάντα ακούω σε ένα σωρό παρέες είναι «πώς θα πιάσουμε την καλή» και «τι μαγαζί ν΄ ανοίξουμε». Αν καμιά φορά τύχει στην παρέα κάποιος που έχει ήδη εμπορική επιχείρηση και αρχίσει την κλάψα, όλοι υποθέτουν ότι το κάνει για να τους αποθαρρύνει. Κάποιοι άλλοι βλέποντας μερικές φορές την ρευστότητα ενός καταστηματάρχη υποθέτουν ότι για να έχει πάντα χρήματα, πάει καλά. Λάθος.

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο με την μάνα μου. Πήρε να μου πει για την κοπέλα που είχε ψιλικατζίδικο στην λαϊκή της Παρασκευής πίσω απ΄ τον πάγκο μας. Το έκλεισε προ διμήνου για «ανακαίνιση» και ακόμα ν΄ ανοίξει. Οι λογαριασμοί και οι κλητήρες πηγαινοέρχονται και η κοπέλα άφαντη. Τα παράτησε ένα πρωί και τώρα την κυνηγάνε από παντού. Είχαμε επαφή μ΄ αυτή την κοπέλα όταν το άνοιξε. Την σύστησα σε προμηθευτές και της έλεγα τα «μυστικά» της δουλειάς. Η μάνα μου επιμένει ότι είχε πάρα πολλή δουλειά. Εγώ ξέρω ότι το τόσο, ο πελάτης το κάνει τόοοοοσο. Άσε που όσο και να΄ ναι, τελικά δεν φτάνει. Το τηλέφωνο όμως δεν έγινε για κουτσομπολιό. Έγινε για να μου πει πόσο ευτυχισμένη είναι που κατάφερα και πούλησα το μαγαζί χωρίς να τρέχω στα δικαστήρια και πόσο χαρούμενος είναι ο μπαμπάς που κοιμάται ήσυχος πια τα βράδια.

Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για όλους αυτούς που έχουν σκοπό ν΄ ανοίξουν εμπορικό κατάστημα και το βλέπουν το ίδιο ρομαντικά όπως εγώ τότε. Τα έξοδα που κάποιος υπολογίζει για ένα κατάστημα (εκτός απ΄ το κεφάλαιο που απαιτεί απόσβεση και δεν είναι να το ξεχνάς καθώς και ο «αέρας») είναι συνήθως τα γνωστά: φως, νερό, τηλέφωνο, νοίκι, τέβε. Χίλια πεντακόσια ευρώ όλα αυτά, στην καλύτερη (ή μάλλον, στην πολύ καλύτερη). Ξεκινώντας με αυτά τα χρήματα ανά μήνα και μάλιστα απ΄το κέρδος και όχι απ΄ τον τζίρο, μιλάμε για ήδη δύσκολη κατάσταση.

Τα υπόλοιπα, έρχονται κατακέφαλα: δήμος, επιμελητήρια, εφορίες, αναλώσιμα και ίσως τα έξοδα ενός υπαλλήλου. Δυσβάσταχτα ποσά ακόμα και για μια «υγιή» επιχείρηση. Γιατί τα έξοδα είναι έτσι «φτιαγμένα» πλέον ώστε να είναι αναλογικά των εσόδων.

Θα μου πείτε, πώς επιβιώνουν όλα αυτά τα μικρά εμπορικά καταστήματα. Ειλικρινά αρχίζω και αναθεωρώ για την δύναμη της φρούδας ελπίδας, του ηλίθιου εγωισμού και της επιδειξιομανίας. Κανένα μαγαζί δεν πήγαινε καλά αλλά κανείς δεν το έβαζε κάτω. Επιταγή στην επιταγή, διακανονισμός στον διακανονισμό και ένα σωρό τερτίπια για να κρύβονται απ΄ τους πιστωτές. Κάποιοι έβαλαν συνεταίρους, άλλοι πήραν δάνεια, άλλοι πούλησαν οικόπεδα και άλλοι έσβηναν τα φώτα για οικονομία.

Σήμερα νοιώθω ήσυχη. Μπορεί να μην καταφέρω ποτέ να «πιάσω την καλή», μπορεί να κουράζομαι εξίσου αλλά τουλάχιστον ο μπαμπάς μου κοιμάται ήσυχος πια το βράδι και αυτό -αν και άργησα πολύ να το συνειδητοποιήσω- είναι το πολυτιμότερο πράγμα του κόσμου όλου.

p.s. Μόλις έμαθα, ότι το μαγαζάκι μου δεν υπάρχει πια. Έκλεισε. Δεν ξέρω τι να αισθανθώ.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

ΑΡΧΙΔΙΑ ΕΚΘΕΣΗ




Κάποτε σε μια έκθεση στο δημοτικό, έκανα το λάθος και έγραψα την λέξη «κλαμπατσίμπαλα». Μου την έλεγε η γιαγιά συνέχεια, ήταν μια λέξη που τη συνηθίζαμε γενικώς και σήμαινε πράγματα που κάνουν θόρυβο. Για παράδειγμα, όταν έβαζα τα παιχνίδια στο καλάθι, είχα σιγουρότατα φωνές απ΄την κουζίνα (το μόνιμο βασίλειο της γιαγιάς) «παιδάκι μου τελείωνε με τα κλαμπατσίμπαλα, βάλτα γρήγορα στο καλάθι και έλα να περιδρομιάσεις». Και το «περιδρομιάσεις» ήταν συνηθισμένη λέξη, αλλά πάνω κάτω, ήξερα ότι δεν το γράφεις σε εκθέσεις γιατί οι άνθρωποι «τρώνε» δεν «περιδρομιάζουν», εκτός αν έχει νεύρα η γιαγιά. Για το κλαμπατσίμπαλα όμως, δεν είχα άλλη λέξη. Για τον δικό μου κόσμο μέχρι τότε, ό,τι έκανε θόρυβο ήταν είτε κλαμπατσίμπαλο, είτε οι φωνάρες της γιαγιάς. Τόσο απλό.

Όταν λοιπόν είδε ο δάσκαλος τη λέξη, την μουτζούρωσε με έναν μεγάλο κόκκινο κύκλο (συνήθως στα λάθη έβαζε κόκκινη γραμμούλα, οπότε για να βάλει κύκλο σήμαινε χοντρικά ότι την είχες πουτσίσει) και μου έβαλε βαθμό 3. Κατά τ΄ άλλα ήταν μια πολύ καλή έκθεση, χωρίς ορθογραφικά, με ωραίο θέμα που το είχα ευχαριστηθεί και που με είχε προδιαθέσει για πολυλογία (όοοπως πάντα) τριών ολόκληρων σελίδων αναφοράς. Ανήκουστο για Πέμπτη δημοτικού και ειδικά για μένα που τις βαριόμουν και ξεμπέρδευα με τρεις παραγράφους, ίσα ίσα να ξεχωρίζει ο πρόλογος, το κυρίως θέμα και ο επίλογος. Καμιά φορά έβαζα δυό τρεις σειρές παραπάνω στο κυρίως θέμα γιατί κάπου είχε πάρει τ΄αυτί μου ότι αυτό πρέπει να ΄ναι πιο μεγάλο.

Όταν λοιπόν φώναξε ο δάσκαλος τ΄όνομά μου για να πάω στην έδρα να παραλάβω την κόλλα μου, άρχισε να φωνάζει μέχρι να πλησιάσω. «Είσαι ανάγωγη και χατιρικά πήρες τρία, κανονικά θα έπρεπε να σε αποβάλλω για τρεις μέρες και να έρθεις με τον κηδεμόνα σου». Μαλάκας εγώ. Όταν ρώτησα γιατί, μου λέει πάρε την κόλλα σου, δείχτην στους γονείς σου και θα σου εξηγήσουν. Εδώ είναι τάξη δεσποινίς και δεν συζητάμε τέτοια πράγματα.

Πήρα την έκθεση, την έκρυψα μέσα στο ανθολόγιο και πήγα σπίτι σαν να μην τρέχει τίποτα. Αρκεί βέβαια να μην ρώταγε ο παππούς τί έγινε με εκείνη την ωραία έκθεση που του είχα διαβάσει για «την πιο καλή μου φίλη». Άντε να πεις ψέμματα και να μην σε καταλάβουν. Άστα παππού, χάθηκε η κόλλα, ο δάσκαλος μου ζήτησε συγνώμη αλλά δεν πειράζει γιατί την θυμάται λέει, και την βαθμολόγησε...στο μυαλό του.

«Ντίναααααα, έλα ν΄ ακούσεις τί έπαθε το παιδί μας». Έτρεξε η γιαγιά φουριόζα, της είπε ο παππούς τί είχε συμβεί, ανάκριση κανονική, υπέπεσα σε αντιφάσεις και...υπέκυψα. Αλλά με έπιασε το πατριωτικό «διάβασε γιαγιά να δεις τί δεν του άρεσε και άντε εσύ να του εξηγήσεις ότι το ΄γραψα σωστά... αφού ενικός είναι το κλαμπατσίμπαλο, πληθυντικός τα κλαμπατσίμπαλα ε;». Η γιαγιά είχε φρικάρει. «Άμε στο δωμάτιό σου παρτσακλό που θα μου πεις πώς λέγεται».

Συμβούλιο στο σπίτι όλο το απόγευμα. Είχα αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη κι άκουγα τον παππού να λέει ότι ο δάσκαλος θα μπέρδεψε τα κλαμπατσίμπαλα με τα καλαμπαλίκια και ότι αρχίδια δάσκαλος ήταν που δεν ήξερε πώς λέγονται αλλιώς τ΄ αρχίδια. «Να πας Ντίνα αύριο» έλεγε της γιαγιάς, «να πας και να του πεις πώς λέμε στο σπίτι μας τ΄ αρχίδια μην νομίζει ότι δεν ξέρουμε τί λέμε στα παιδιά. Και μην το πεις στον πατέρα της γιατί θα πάρει το πρώτο αεροπλάνο και ποιός τον σώνει μετά τον κακομοίρη το δάσκαλο».

Η γιαγιά ήρθε στο σχολείο και πρέπει να το ΄σωσε γιατί την άλλη μέρα είχα ένα ολοστρόγγυλο δέκα στην κόλλα μου και πολλά πολλά συγχαρητήρια. Η γιαγιά στο σπίτι όμως, είχε αλλάξει λιγάκι. Εκεί που έπαιζα με τα παιχνίδια μου, την άκουσα να φωνάζει «παιδάκι μου, τελείωνε με τζιμπράγκαλα κι έλα να περιδρομιάσεις... άκουσες; τζιμπράγκαλα είπα, δεν είπα κλαμπατσίμπαλα!». Ο παππούς έσπευσε να προσθέσει «ναι παιδάκι μου, την άκουσα κι εγώ.... ούτε καλαμπαλίκια είπε».








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2006

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ




Ο καθένας περιμένει διαφορετικά πράγματα από την καταγραφή και την εκμάθηση της Ιστορίας. Κακώς ονομάζεται επιστήμη. Κακώς θεωρείται καταγραφή γεγονότων. Και σαφώς, πολύ κακώς διαφωνούμε με την αντικειμενική καταγραφή της γιατί τελικά δεν μας είναι καθόλου αρεστή και όμορφη. Και είναι η μόνη επιστήμη στον κόσμο που όταν αναφέρεται στους προγόνους μας, την περιμένουμε όμορφη. Η μόνη επιστήμη που απαιτούμε πράγματα, που περιμένουμε πράγματα, που έχουμε αξιώσεις. Που το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από την έρευνα αλλά είναι ήδη δοσμένο απ΄τους παππούδες μας. Ούτε οι οδοί που οδήγησαν σ΄ αυτό μας ενδιαφέρουν.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να υπάρχει γραπτή όπως την θέλει η καρδιά μας και οι ψυχές των νεκρών προγόνων μας. Καλός επιστήμονας θεωρείται ο συνδεδεμένος με προσωπικούς δεσμούς με το αντικείμενο, ο προερχόμενος από το ένδοξο ή και ταλαιπωρημένο παρελθόν που καλείται να καταγράψει (αλλά πάντα δικαιωμένο). Κι ας είναι αυτοί οι δεσμοί μόνο στην καρδιά, στο μυαλό ή στο ένα χιλιοστό του αίματός του. Ο αλλόθρησκος, ο ξένος, ο αντικειμενικός δεν έχει καμιά δουλειά με την Ιστορία «μας» («σας» , «τους»).

Ναι, για πρώτη φορά το αντικείμενο μιας επιστημονικής έρευνας είναι «μας». Κτητικό για τον εκάστοτε λαό. Εξ΄ορισμού δικό μας. Αφού σ΄ εμάς αναφέρεται. Στους Έλληνες. Όλοι οι άλλοι είναι κομπάρσοι, που χωρίζονται σε φιλέλληνες και ανθέλληνες. Σε συμμάχους και εχθρούς. Κανείς ουδέτερος. Κανείς θύμα μας. Δεν υπάρχουν «θύματα» των Ελλήνων ποτέ των ποτών. Έχει πολλά παράδοξα αυτή η επιστήμη, που τελικά την λέμε έτσι, επειδή ακόμα και το όνομα «επιστήμη» χρησιμοποιείται προφανώς για να προσδώσει κύρος σ΄αυτά που νοιώθουμε και να δικαιώσει αυτούς που τα ζήσανε.

Το συναίσθημα είναι μάλλον το κεντρικό αντικείμενο αυτής της παράξενης επιστήμης. Η γιαγιά μου απ΄ τη Μυτιλήνη, θα ήταν και γαμώ τους ιστορικούς αν ζούσε. Οι ιστορικές της καταγραφές θα λύγιζαν σίδερα και θα έφτιαχναν πατριώτες από ατσάλι. Γιατί αυτός είναι ο σκοπός της επιστήμης αυτής. Να φτιάξει πατριώτες. Όχι Εθνικιστές, λέει. Ο πατριώτης είναι αυτός που αγαπάει την πατρίδα του και θα θυσιάσει οποτεδήποτε τη ζωή του γι΄αυτήν όπως οι προγόνοι του.

Πατριώτης όμως είναι και ο Τούρκος που θα κάνει το ίδιο πράγμα (το παράδοξο του πατριώτισμού διάβασα, είναι δύο στρατιώτες σε αντίπαλα στρατόπεδα, το ίδιο πατριώτες, που μάχονται επειδή αγαπούν πολύ την πατρίδα τους. Ποιος έχει δίκιο; Ποιός θα είναι ο τιμημένος της ιστορίας; Πόσο μαλάκες είμαστε να ψάχνουμε έτσι το δίκαιο του πράγματος και να φανατιζόμαστε για στρατόπεδα; ) Για τους πατριώτες, το αντίθετο του πατριωτισμού είναι λέει, μόνο η προδοσία. Κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Ίσως τελικά γι΄αυτό η παράξενη αυτή επιστήμη είναι μόνο δική «μας» και ποτέ δική «τους».

Το όλο θέμα, είναι να γραφτεί η ιστορία «μας» με «χρυσά γράμματα». Όσο πιο χρυσά τα γράμματα, τόσο πιο ευχαριστημένοι οι πολίτες. Και έτσι, έχεις τον εθνικιστή να περιμένει δόξα, λάβαρα και σημαίες, τον πατριώτη πατριωτικές θυσίες, την γιαγιά μου τις κακουχίες της γραμμένες κατά λέξη, τον πολιτικό διπλωματική ευφυία ή τρικλοποδιές απ΄ τους εχθρούς κι εμένα τίποτε απολύτως.

Απαιτώ όμως κύριοι «ιστορικοί», όταν θα καταγράφεται η ιστορία της εποχής μου να καταγραφεί οπωσδήποτε η εθνική μου περηφάνεια κατά το ιστορικό γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων που με αυτοθυσία παρακολούθησα, που εντελώς κατακυριευμένη από αισθήματα εθνικής ανύψωσης έκλαψα γοερά και με έντονο το αίσθημα του πατριωτισμού πληρώνω ακόμα φόρους.

(Αι αλλόθρησκοι μετανάσται που συνέδραμαν στο μεγαλείο του γεγονότος τούτου, παρακαλώ πολύ να σβηστούν δια παντός από τας μελλοντικάς μνήμας ως ασήμανται και αδιάφοραι ιστορικαί λεπτομέρειαι του Εθνικού Μας Θριάμβου. Όλε).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2006

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΣ VS ΜΕ




Το πρόβλημα με κάποιες δουλειές, είναι οι τυπικούρες που καλείσαι να επιδείξεις και που τις θεωρούν σοβαρότατη προϋπόθεση επαγγελματισμού. Είτε έχει να κάνει με ντύσιμο, είτε με απαγορεύσεις (κάπνισμα κ.τ.λ.), είτε με τρόπους επικοινωνίας (πληθυντικός, σοβαρή γλώσσα), είτε με αλλαγή προσωπικών συνηθειών (ξύπνημα, ξύπνημα, ξύπνημα).

Η πιο βίαιη αλλαγή όμως, είναι αυτή της σκέψης. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι σπίτι σου έτσι και στη δουλειά γιουβέτσι. Πρέπει να σκέφτεσαι συγκεκριμένα για να μπορείς να επικοινωνείς με τον τρόπο που σου ζητείται, αλλιώς θα τα κάνεις σύσκατα.

Παίζει όμως η εξής κολληματάρα: σε περίπτωση που οι τυπικούρες δεν είναι αρκετά στριμόκωλες, τότε είναι αδύνατον να σκεφτείς διαφορετικά απ΄ ότι συνήθως και έτσι, παραμένεις «ο εαυτός σου» (δεν πίστευα ποτέ ότι θα έλεγα εγώ τέτοιο κλισέ – ο μον ντιέ).

Και τότε, μπορεί ας πούμε να σε ρωτήσει κάνας υψηλά ιστάμενος «με ζήτησε κανείς;» και να του απαντήσεις φυσικότατα «μπα, σε γράψανε όλοι στ΄αρχίδια τους».

Η σωστή αντίδραση φυσικά θα ήταν η αποτελεσματικότατη μέθοδος της επίπληξης μπας και μπεις λιγάκι στο τριπάκι του επαγγελματισμού. Αλλά όχι. Κι εκεί να σε βασανίσουν. Επιλέγουν να ψοφήσουν όλοι στα γέλια κι άντε εσύ μετά να αποδείξεις ότι στ΄ αλήθεια σκέφτεσαι σαν επαγγελματίας (απλά βάζεις πού και πού κάνα μπινελικάκι για το ξεκάρφωμα). :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2006

Η ΑΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ…




… να γεννηθούν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Άμα γαμώτο είσαι εθνικιστής, είναι πρόβλημα να έχεις γεννηθεί τη σήμερον (είδατε; μάνι μάνι γάμησα στεγνά ένα καθαρευουσιάνικο). Ξαφνικά ανοίγουν σύνορα, μπαίνει μέσα ο πάσα ένας, σου πηδάνε τη γλώσσα, φουντώνει το ίντερνετ από αντίθετες απόψεις, ο κόσμος ξερνάει με εκκλησίες και θρησκείες, καίνε πιο συχνά σημαίες, αγαπάνε και Τούρκους και Αλβανούς και Ιταλούς και Γερμανούς (και τέλος πάντων όποιους έχετε στην μπλακ λιστ εσείς και οι παππούδες σας και όλο σας το σόι= από τίποτα Δωριείς και δώθε δηλαδή, μην παρεξηγηθούμε κιόλας).

Άντε να υπερασπιστείς τα πάτρια μετά. Κάποιοι βέβαια είπαν να διαφοροποιηθούν λιγάκι. Δεν δέχονται τον όρο εθνικιστής, υποστηρίζοντας ότι αυτά που πιστεύουν δεν περιλαμβάνουν παπαδαριό και θρησκείες, παρά μόνο την αγάπη τους στην πατρίδα και τα συμφέροντά της. Μαλακία σας θα έλεγα και μην εκτίθεστε έτσι, γιατί αν στ΄ αλήθεια δεν συμφωνείτε με τα χριστιανογκαγκά τότε ακυρώνετε μόνοι σας, όλα τα επιχειρήματα του σωστού φιλόπατρι περί Αδελφωμένου Έθνους (τουλάχιστον στα σίγουρα) μέχρι το 1821. Αλλά θα το δεχτώ ως κίνηση προοδευτισμού αν και μεταξύ μας, έχετε πολλά σακιά με πατάτες ακόμη, να ρίξετε απ΄ την πλάτη σας.

Αυτό όμως που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσει ένας φιλόπατρις, είναι… η φιλοπατρία του. Και ΄μεις ρε φίλε αγαπήσαμε, αλλά δεν κάναμε κι έτσι. Γιατί τι είναι μια πατρίδα; Είναι ένα υποσύνολο ενός κόσμου. Εσύ εμμένεις στο υποσύνολο. Γιατί τι είναι μια πατρίδα; Είναι ένα υποσύνολο ανθρώπων. Εσύ εμμένεις στους «δικούς» σου. Ξεκόβεις εντελώς περίεργα ανθρώπους και κομμάτια γης απ΄ την καρδιά σου, μόνο και μόνο επειδή εξυπηρέτησε παλιότερα μυαλά να κάτσουν να χωρίσουν τη γη σε κομμάτια (άσε που πέθαναν κι ένα σωρό άνθρωποι δηλαδή και μάλιστα συγγενείς σου).

Και πάμε τώρα στην παγκοσμιοποίηση….Τα νέα διαβολικά ήθη που λες, κινούνται προς τη φάση να τα κάνουν όλα πουτάνα. Κάτσε να σε βιδώσω λιγάκι : ούτε γλώσσες φιλαράκι, ούτε σημαίες, ούτε εθνικά συμφέροντα, ούτε εθνική θρησκεία, ούτε σύνορα (ειδικά απ΄ αυτά που ορίζουν όνομα, επίθετο, θρησκεία, οικονομικές προδιαγραφές και ήθη). Τίποτα σου λέω!

Όλοι θα ΄μαστε τα ίδια άβουλα ρομποτάκια με κοινό συμφέρον, κοινές προσπάθειες, κοινούς εχθρούς, κοινές γνώσεις και αξίες. Θα πεινάει ένα ρομποτάκι τρεις ηπείρους παραπέρα; Πατριωτάκι θα λέμε, και θα βοηθάμε σα χαζά ρομποτάκια. Θα κάνει μαλακία ένα ρομποτάκι στη Σαχάρα; Μαλάκας θα λέμε και θα τρέχουμε να τον ισιώσουμε όλοι μαζί. Τέτοια κατάντια σου λέω!
Και ένα future hint*: Κόβω τον πούτσο σου ότι μέχρι και Ιταλούς θα δεις να ηγούνται της οικονομίας του κόσμου. Μέχρι και Τούρκους να ηγούνται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανήκουστα πράγματα.

Εγώ προτείνω να μην λέγεσαι φιλόπατρις. Να το κάνεις πιο λιανά. Να λέγεσαι «αυτός- που- γεννήθηκε- εδώ- και- αυτό- είναι- το- πιο- σημαντικό- πράγμα- που- έχει- να- σκεφτεί- ο- εγκέφαλός- του- έκτοτε».

*Άσε που αν κατάλαβες την αγγλικούρα δεν το βλέπω καλά το πουλί σου από τώρα.

Επιρροές : Μια τσουτσούνα. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2006

GADGETS ΓΙΑ ΣΚΟΝΑΚΙΑ




Διάβαζα χθες (δεν θυμάμαι πού – μάλλον στο focus) το πόσο έχουν αυξηθεί τα σκονάκια στα σχολεία. Έγραφε ότι το 70% των αριστούχων μαθητών αντιγράφουν και παρέθετε gadgets για χάι τεκ αντιγραφές. Κάτι στυλό που έχουν τυλιγμένα ταινιάκια για να γράψεις, κάτι άλλα στυλό που γράφεις στο θρανίο με άχρωμο μελάνι και που μετά τα φωτίζεις με ειδικό φως για να τα διαβάσεις, κινητά, palm tops και ένα σωρό άλλα.

Hello? Υποτίθεται ότι η τεχνολογία θα μας διευκόλυνε τη ζωή. Για άλλη μια φορά τα καμένα μυαλά των παραδοσιακών αμοιβάδων, με ηλίθιες απαγορεύσεις, αρνούνται να συμβαδίσουν με την εποχή τους (ή μάλλον συμβαδίζουν μια χαρά, αν λάβουμε υπ΄ όψιν τις απειλές τους για το διαβολικό internet, ως τυπικότατη συμπεριφορά ενός καμένου εγκεφάλου απέναντι στην φυσική εξέλιξη).

Καλά ρε ζώα, έχουμε φτάσει στο υπέροχο σημείο ό,τι μα ό,τι πληροφορία γουστάρουμε, να την έχουμε μπροστά μας σε δευτερόλεπτα. Μπορούμε να βρούμε πράγματα στα οποία ως τώρα, δεν είχαμε καμία πρόσβαση και η μόνη σας μέριμνα είναι η αποστήθιση;

Δηλαδή είναι τόσο έγκλημα να μην ξέρει ένα παιδί την ημερομηνία της κάθε γαμωσυνθήκης, πόσα παιδιά είχε ο Ισαάκ και πόσα νησιά έχει ο Ειρηνικός; Πρέπει ντε και καλά να στομώσετε εγκεφάλους με σαβούρα για να πείτε ότι κάνατε σωστά την δουλειά σας; Πόσο διαστημικό θα ήταν το σενάριο να μην χρειαζόταν κανένα παιδί να αποστηθίσει τίποτε απολύτως; Πόσο χαρούμενα θα ήταν τα πιτσιρίκια αν έπρεπε αντί αυτού να δημιουργούν πράγματα; Να διαβάζουν κείμενα, να γράφουν ποιήματα, να ζωγραφίζουν, να λύνουν ασκήσεις, να αρχίσουν να αγαπούν τον κόσμο αντί να τον θεωρούν μια τεράστια σκουπιδομάζα άχρηστων πληροφοριών;

Εγώ στην θέση σας θα έβαζα άριστα στο πιο εφευρετικό σκονάκι. Είναι το μόνο δημιουργικό πράγμα που καλούνται να κάνουν σήμερα αυτά τα παιδιά (εκτός φυσικά απ΄το να ξεσκίζονται στο counter strike – αλλά εντάξει, αυτό δεν πιάνεται γιατί ακόμα δεν υπάρχει μάθημα που να λέγεται «gaming»).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

MY BLOG




…is sometimes as good as a barel.

Όχι, δεν θα ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό να ζω χωμένη σ΄ ένα βαρέλι, να κάνω πράγματα που δεν θα έκανε κάποιος δημοσίως ή να κοροϊδεύω τους τριγύρω, μόνο και μόνο για να αποδείξω ότι όλα αυτά τα γαμίδια που μας περιστοιχίζουν έχουν βαρέσει κόκκινα. Ένας σοβαρός λόγος θα ήταν (αν για μία από τις ελάχιστες φορές επιτρέψω στον εαυτό μου να μιλήσει παντελώς ελεύθερα) διότι δεν θα είχα ικανοποιητικά μεγάλο ακροατήριο ώστε η απόλαυση να βαρέσει κόκκινα, όση ακριβώς και η μαλακία που εισπράττω.

Πάραυτα, θεωρώ τον κυνισμό απαραίτητο στοιχείο για να καταλάβω κάποια πράγματα, να επαναφέρω την σκέψη μου στα ίσια της και να αποδώσω σωστότερα κάποια άλλα. Προσπαθώ αρκετά να γίνω τόσο κυνική όσο χρειάζεται, ώστε να δω τριγύρω μου ψύχραιμα. Δεν το πετυχαίνω πάντα ενώ άλλες φορές αποφεύγω να διατυπώσω ακριβώς αυτά που σκέφτομαι, χαρίζοντας μεν στον εαυτό μου μερικές ιδιωτικές στιγμές απόλαυσης αλλά δυστυχώς, στερώντας απ΄ τους άλλους πολλά κιλά τσουχτερής πραγματικής πραγματικότητας.

Κάτι μέρες σαν κι αυτή, αισθάνομαι ότι τούτο δω είναι το βαρέλι μου και όλα αυτά που κάνω γνωστά για την ζωή μου, ενίοτε τα ευτελίζω αρκετά ικανοποιητικά ώστε να τους δώσω την αληθινή τους διάσταση : πόσο αρχίδι είμαι. Κάνω κάποιες προσπάθειες ν΄ αποδείξω ότι αυτά για τα οποία σκιζόμαστε, τρέχουμε, πενθούμε, φωνάζουμε και χαιρόμαστε είναι μια κλανιά μπροστά σ΄ αυτά που μετράνε αλλά δεν αρκεί. Κι αυτά που μετράνε, συνήθως δεν είναι ορατά, πολλές φορές ούτε καν τα ξέρουμε ή δεν θέλουμε να τα ξέρουμε. Γιατί συνηθίσαμε σε ζωές άλλες απ΄αυτές που θα ΄πρεπε. Τόσο πολύ μακρινές απ΄ τις στοιχειωδώς ανθρώπινες που πραγματικά αναρωτιέμαι αν στ΄ αλήθεια υπάρχει κώδικας επικοινωνίας πέρα απ΄τον τετριμμένο: χρυσή μου, ας τα λέμε καλά, πάχυνα, γάμησα, καλησπέρα σας, αγόρασα, ξεσκόνισα.

Αυτά συμβαίνουν όταν τα μικρά γίνονται μεγάλα, όταν τα πάνω έρχονται κάτω, όταν παρεξηγούμε έννοιες όπως «προτεραιότητες», με μέγιστο έγκλημα τον χρόνο που κυλάει, την ανοχή που αποκτάμε, την συνήθεια στην φρίκη και το κλουβί που τρέχουμε να κλειστούμε είτε λέγεται σπίτι, είτε τηλεόραση, είτε τζιπ, είτε πορτοφόλι, είτε η ζωούλα μας.
Υπάρχουν πολλά που δεν καταλαβαίνω. Το καθάρισμα της λάσπης στην ζάντα εξισώνεται ευκολότατα με μια γερή αγκαλιά, ένας σκύλος με τα μικρά στα ορφανοτροφεία που περιμένουν, οι γλάστρες στο μπαλκόνι με δυο ουσιαστικές κουβέντες και όλα αυτά τα δάνεια με μια ευτυχισμένη ζωή. Από πού να ξεκινήσεις…

Καταλαβαίνω όμως, ότι δεν έγινα ικανοποιητικά κυνική. Ας γίνω:

O χρόνος να διαβάσεις αυτό το κείμενο εξισώνεται στην πραγματική πραγματικότητα, με τρεις θανάτους παιδιών από πείνα αρκετά χιλιόμετρα μακριά, που χάρη στον γαμάτο πολιτισμό σου, έχεις καταφέρει να μηδενίσεις όποτε γουστάρεις. Αλλά εσύ κι εγώ έχουμε άλλες προτεραιότητες. Εγώ γράφω, εσύ διαβάζεις, εσύ πιθανόν ενοχλείσαι και μόνο που στο ανέφερα, αλλά εγώ σόρι πρέπει να προσθέσω ότι μόλις πέθαναν ακόμα δυο παιδιά από έιτζ. Α, και μια που ΄σαι ακόμα εδώ, να σου θυμίσω να μην ξεχάσεις να ταΐσεις τον σκύλο, να πλύνεις το κάμπριο και να ποτίσεις τα λουλούδια. Δεν θα σου πάρει πολύ χρόνο, έξι παιδιά υπόθεση το πολύ. Άντε εφτά αν υπολογίσεις και τις κακοποιήσεις.

p.s. όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το ΄γραψα πρώτα πρώτα για μένα – ίσως πάλι αύριο απανθρωπιστώ τόσο, όσο χρειάζεται για να γράψω καμιά μαλακία απ΄ αυτές τις μαλακίες που συνηθίζω να γράφω.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2006

ΔΕΓΑΜΙΕΤΑΙ




Ξυπνάς για την δουλειά και χάνεις ένα ολόκληρο μισάωρο να βρεις ρούχα, κλειδιά, γυαλιά, κινητό, μυαλό και καφέ που να μετακινείται εύκολα. Κι εκεί που λες ουφ, μπορώ επιτέλους να ξεκινήσω, μια αόρατη δύναμη σε κοκαλώνει ενώ δυό μεγάλα τριχωτά πλοκάμια τυλίγουν σφιχτά όλο σου το κορμί και βρίσκεσαι αστραπιαία στην χώρα του ΔεΓαμιέται.

Σ’ αυτήν την περίεργη χώρα, όλοι οι κάτοικοι ψαρεύουν αλλά από χόμπι, γιατί δεν τους αρέσουν τα ψάρια. Τα πετάνε στις γάτες που επίσης τα σκυλοβαρέθηκαν αλλά (εφαρμόζοντας κατά γράμμα το «ΔεΓαμιέται» του μεγάλου βιβλίου της Γαμιστερής Φιλοσοφίας) τα σαβουριάζουν. Ξαφνικά, δυο άπλυτοι νεράιδοι σε πλησιάζουν και σου ρουφάνε όλο τον εγκέφαλο απ΄ τα αυτιά κάνοντας απίστευτη ηχώ (=ο λόγος είναι προφανής για όσους ξέρουν στοιχειώδη φυσική).

Καλείσαι τώρα να ζήσεις στην γη τους. Ξαφνικά έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο και χώρο (ακόμα και μέσα στο κεφάλι σου) για οτιδήποτε. Άμα δηλαδή αποφασίσεις να διαβάσεις, αυτόματα ψηφίζεται νόμος που καταργεί τα τηλέφωνα, τα κουδούνια, τις υποσημειώσεις και τις άγνωστες λέξεις ενώ εμφανίζεται μπροστά σου ένα κοτλέ ανάκλιντρο καπάκια με ένα κιβώτιο σοκολάτες τσέρι και δεγαμιέται, τρία κουτιά άφτερ έιτ για τη γεύση.

Άμα θέλεις να κάνεις κούρα ομορφιάς έχεις στην διάθεσή σου όλων των ειδών τα καλλυντικά, χαλάουες, κρέμες κι έναν μασατζή που δεγαμιέται, συμφωνεί να σου κάνει μασάζ για δώδεκα συνεχόμενες ώρες μέχρι να γίνεις αλοιφή. Άμα αποφασίσεις να επικοινωνήσεις με άλλους ανθρώπους, σου βρίσκουν τους καλύτερους εγκεφάλους του κόσμου και δεγαμιέται, συμφωνούν να μιλήσουν μαζί σου για πράγματα που είναι εντελώς καινούργια, μέχρι να τα καταλάβεις.

Στην πορεία, ψιλοβαριέσαι τη ρέχλα και αποφασίζεις να εργαστείς. Αστραπιαία γεμίζει ο τόπος δουλειές και εργοδότες που δεγαμιέται, σε πληρώνουν ένα εκατομμύριο ευρώ το δευτερόλεπτο για να δεχτείς να τους προσλάβεις εργοδότες. Αλλά το μετανιώνεις. Δεγαμιέται, μαλάκας είσαι να δουλεύεις ενώ όλοι ψαρεύουν;

Αποφασίζεις καλύτερα να δεις μια ταινία. Γεμίζει ο τόπος προτζέκτορες, χάι φάι, σαράουντ και γούφερ ενώ έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στα πιο αγαπημένα σου θρίλερ που το ξέρεις ότι είναι τα αγαπημένα σου αλλά δεν τα ΄χεις ξαναδεί. Κάτω απ΄την καρέκλα σου υπάρχει ειδικό σύστημα που σε ταρακουνάει όταν ο Νίο αφού διαλέξει το κόκκινο χάπι πάει ντουγρού στο Μάτριξ και η κάθε αγαπημένη σου ταινία δεγαμιέται, διαρκεί τρεις βδομάδες.

Και έτσι, περνάς μια αιωνιότητα αφού έχεις διαβάσει, έχεις ομορφύνει, έχεις συζητήσει με αληθινούς ανθρώπους, έχεις ζήσει την γκάβλα να απορρίψεις τις πιο καλοπληρωμένες δουλειές στον κόσμο και έχεις ξανααπολαύσει όλες τις αγαπημένες σου ταινίες για πρώτη φορά.

Είναι Δευτέρα και αφού σιγουρευτείς ότι βαστάς τα κλειδιά σου (κατανικώντας μια περίεργη όρεξη να πας για ψάρεμα), μπαίνεις στ΄ αυτοκίνητο και δεγαμιέται, ξεκινάς για τη δουλειά.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ:




Να μην διαφωνώ για πράγματα που δεν με πείθουν.

Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση με τον πολιτισμό μας, είναι το ότι έχουμε εφεύρει έννοιες, τις έχουμε αναλύσει, τις έχουμε παραδεχτεί, τις ακολουθούμε, ενώ δεν έχουμε την παραμικρή απόδειξη ότι υπάρχουν. Τίποτε (ή μάλλον τίποτε με βάση τη λογική) δεν οδηγεί σε αυτές, κι όμως είναι έννοιες για τις οποίες άλλοι πεθαίνουν, άλλοι αφιερώνουν την ζωή τους και άλλοι δυστυχούν.

Και δεν μιλάω μόνο για θεούς και θρησκευτικές ανησυχίες, αν και αυτές τείνω να καταλήξω ότι δεν μπορείς να τις αποσπάσεις εύκολα απ΄την ανθρώπινη φύση (όντας ή πιο εύκολη απάντηση στο συναίσθημα του φόβου). Μιλάω για σκέψεις που δεν θα ήταν απαραίτητο να τις σκεφτείς αν είχες γεννηθεί σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ας πούμε, δεν θα σκεφτόσουν εύκολα ότι διαθέτεις «πνεύμα» με την έννοια ότι ξεκάρφωτα απ΄το σώμα σου υπάρχει αυτό το κατιτίς που το κάνει να δουλεύει, να αισθάνεται μπλα μπλα μπλα.

Δεν θα σκεφτόσουν την έννοια «τύχη», αν παρατηρούσες σωστά το περιβάλλον σου (ίσως την καλύτερη διαβίωση κάποιων πλασμάτων να την ονόμαζες απλά: that’s life ή shit happens). Δεν θα σκεφτόσουν εύκολα την έννοια «μοίρα» γιατί στην εξαιρετικά απλή ζωή σου θα έβλεπες όλα τα γύρω πλάσματα να προσπαθούν να επιβιώσουν και θα έκανες το ίδιο είτε τα κατάφερνες είτε όχι. Δεν είναι «μοίρα», είναι απλά ανθρώπινη φύση.

Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ακόμα κι αν τα σκεφτείς όλα αυτά ενώ βρίσκεσαι εκτός της σύγχρονης σκέψης, το σωστό θα ήταν, όσα περισσότερα μαθαίνεις, τόσα περισσότερα να απορρίπτεις. Ε, λοιπόν συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Όσα περισσότερα μαθαίνουμε τόσα περισσότερα σκατά φυτρώνουν τριγύρω που μπορείς να καταρρίψεις σε δυό λεπτάκια αλλά πραγματικά σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το πού ζουν όλοι αυτοί.

Υπάρχουν άνθρωποι που στ΄αλήθεια πιστεύουν ένα σωρό κουκουρούκου μανταλάκια. Θα ήταν εξαιρετικά απλό να τους πάρεις και να κάνεις μια συζήτηση μαζί τους γι΄αυτά που πιστεύουν και πόσο λαστ σέντσουρι είναι (και δεν μιλάω για μόδα). Αλλά δεν θέλουν. Γιατί το θέμα δεν είναι να τους πείσεις, το θέμα είναι ότι θέλουν να τα πιστεύουν. Και λες δεν πειράζει... Φτάνεις όμως στο σημείο να ξέρεις επακριβώς πώς δουλεύουν κάποια πράγματα αλλά να μην το λες. Για να μην κατηγορηθείς. Λες και έχεις όρεξη να κάθεσαι να εξηγείς τί έμαθες (γιατί αντίθετα με ότι θέλουν να πιστεύουν αυτοί οι ψυχάκηδες, δεν κάθεσαι να τα εξηγήσεις για να δείξεις ότι εσύ τα ξέρεις καλύτερα και ένα σωρό άλλα κομπλεξικά που φυσικά απορρέουν από την γενικότερη στάση ζωής τους).

Και το καλυτερότερο, για να μην σου πουν ότι δεν είσαι ανοιχτό μυαλό. Ναι, το άκουσα κι αυτό. Κι εκεί τρελαίνεσαι στ΄ αλήθεια. «Ανοιχτό μυαλό» πλέον, σημαίνει να δέχεσαι σαν σκατοσακούλα ότι μαλακία σου πουν, αρκεί να περιέχει μέσα την λέξη «τύχη», «ενόραση», «σύμπαν», «δυνάμεις», «κατάρα» και οτιδήποτε άλλο είτε άγνωστο, είτε παραμυθένιο. Και έτσι να εξηγείς την ζωή σου με μοναδική απόδειξη την ίδια ηλίθια απάντηση «το αισθάνομαι».

Σύμφωνα με το δικό μου λεξικό, «ανοιχτό μυαλό» θα ΄πρεπε να ήταν η εφαρμογή όλων των καινούργιων γνώσεων και το ξεσκαρτάρισμα των παλιών. Θα ΄πρεπε να ήταν η συναισθηματική αποδέσμευση από την κάθε θεωρία ώστε να είναι εύκολο να την τεστάρεις σε κάθε νέα γνώση και να την απορρίψεις αν χρειαστεί. Θα ΄πρεπε να ήταν η ενίσχυση της έρευνας και της τεχνολογίας και όχι ο φόβος και η δαιμονοποίησή της που με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα «ανοιχτά μυαλά» αποφάνθηκαν ότι καταστρέφει την ζωή τους.

Τα πήρα λιγάκι με κάτι κολλημένα, σιχαμένα αποβράσματα επειδή τα άκουσα χοντρά που πήγα να πω δυο λέξεις. Και τί είπα; Είπα απλά ότι δεν έχει αποδειχτεί τίποτα που να λέγεται «κατάρα»* εκτός από μερικές συμπτώσεις που οδηγούν κάποια εξαιρετικά ηλίθια μυαλά να συνομωσιολογούν. Μάλλον ήμουν αγενής. Άλλη φορά θα παραλείπω το «ηλίθια μυαλά». Θα λέω «ανοιχτά μυαλά».

*Κωλοαιγύπτιοι με τους γαμωφαραώ σας χάθηκε να τους θάψετε σε τίποτε τάφους της προκοπής να ησυχάσουμε μια και καλή γαμώ τη μεγαλομανία σας γαμώ!

[Μα γιατί ασχολούμαι πάλι με μαλάκες; Well, είναι Κυριακή βράδυ, έχω φάει χοντρό κόλλημα σήμερα με Madrugada και ακούω όοοοολη μέρα Majesty... πάω να το ξανακούσω.] :)








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

ΤΣΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ Ο ΚΑΗΜΟΣ




Αυτοί οι επιστήμονες έχουν ξεφύγει τελείως. Είτε τους κάηκαν τα μυαλά, είτε κάθονται και πίνουν όλα αυτά τα πολύχρωμα υγρά στα σωληνάκια και την έχουν ακούσει κανονικότατα. Πάνε και δίνουν κάτι τρομερά και φοβερά ονόματα στις θεωρίες τους και λες πάει, το λύσαμε το μυστήριο της ζωής και μετά διαβάζεις κάτω απ΄τον τίτλο και λες πάει, τα ΄χασε το καημένο το επιστημονάκι. Ειδικά τα τελευταία ονόματα των θεωριών «χειμώνας - άνοιξη 2006» είναι ταμάμ για διαφήμιση στην τηλεόραση.

Η παλιότερη μόδα στις επιστημονικές θεωρίες ήταν εξαιρετικά απλή. Κότσαρες δίπλα στην θεωρία το όνομά σου και καθάριζες. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετά πιασάρικο προφανώς, γιατί όπως και να το κάνουμε, μερικά ονόματα δεν ήταν φτιαγμένα για να κάτσεις και να τα κάνεις διάσημη επιστημονική θεωρία. Αν ας πούμε σε έλεγαν Αϊνστάιν, είχες μια σιγουράτζα. Για φαντάσου όμως να είχες κάνα Γερμανικό όνομα του τύπου Ghgtpoltrsw. Αρχίδια θεωρία, άμα δεν μπορούσες να την προφέρεις.

Και μην φανταστείτε ότι οι επιστήμονες είναι κάτι ανθρωπάκια που δεν πλένονται, δεν κοιμούνται, έχουν όρθια μαλλιά και δεν ξέρουν να αγοράσουν σώβρακα. Αυτά είναι στερεότυπα για άσχετους. Αντιθέτως, οι επιστήμονες πλένονται, κοιμούνται, χτενίζονται και φοράνε μινέρβα. Επίσης, κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ενδιαφέρονται τα μάλα να γίνουν διάσημοι, να βγάλουν φράγκα και να αρχίσουν να πηδάνε πιτσιρίκες όπως οι ροκ σταρς. Έτσι λοιπόν κατά πως φαίνεται, το μάρκετινγκ μπήκε δυναμικά στην επιστήμη και το μόνο που έμεινε είναι τα ραδιοφωνικά σποτάκια ή καμμιά χάι τεκ διαφήμιση τύπου axe (αλλά με περισσότερα σπαθόλουρα αν θέλουν δηλαδή να πιάσουν και την εργατική τάξη που έχει πιο γαμιστερά γκομενάκια).

Αν είσαι άνθρωπος της διαφήμισης καλή ώρα, τα τερτίπια τους φωνάζουν από μακριά. Έχεις ας πούμε τον Νεύτωνα. Έφαγε το μήλο στο κεφάλι, ξύπνησε, δεν είχε τότε και τίποτα πολύχρωμα σωληνάκια να καταπιεί και κατέληξε στην θεωρία της βαρύτητας. Τι έκανε το τζιμάνι ο μοντέρνος επιστήμονας; Σου λέει, τί πιο γνωστό από την θεωρία της βαρύτητας, ας βγάλω την δικιά μου «η Επαναστατική Θεωρία της Βαρύτητας» για να γίνω ο Επαναστατικός Νεύτωνας του εικοστού αιώνα.

Άλλοι την είδαν εντελώς θεοί. Πώς ήταν μ΄εκείνη την διαφήμιση του keep walking που έβγαιναν οι άνθρωποι στην στεριά και έκανες ουάου, αυτό είναι κόνσεπτ δημιουργίας; Ε, κάποιοι επιστήμονες είπαν να το πάρουν από λίγο πιο ψηλά. Έτσι, έχουμε την «Θεωρία των Πάντων». Αυτός ήταν σίγουρος ότι τα ΄λυσε όλα. Πάει κατευθείαν για σύνταξη. Οι ανταγωνιστές όμως χτύπησαν ακόμα πιο δυναμικά: «Θεωρία Μ» με τον σούπερ ουάου επεξηγηματικό υπότιλο: «Η Μητέρα Όλων Των Θεωριών», coming soon to theater near you.

Άναυδος ο επιστημονικός κόσμος. Σου λέει, τέλειωσε. Αν νομίζουν τα γκομενάκια ότι έχουμε λύσει όλα τα μυστήρια, είτε θα μείνουμε άνεργοι είτε θα γίνουμε ρόμπα. Και πώς αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον; Με τα γνωστά διαφημιστικά όπλα. Καταστροφές: «Θεωρία του Χάους και Καταστροφής», Τρίχες και υπερτρίχες: «Θεωρία Χορδών και υπερχορδών» και φυσικά, Σεξ: «Θεωρία των Μητρών».
Δεν ξέρω για τα σας, αλλά εγώ αυτό με τις Μήτρες θα πάω να το δω. :D

[Πάω στοίχημα ότι αν ήξερε ο επιστημονικός κόσμος πως ο Αντώναρος ονόμασε την βιοχλαπάτσα, οι προτάσεις θα του πέφτανε βροχή. Θα έτριβαν τα μάτια τους απ΄την απήχηση του Κώλου ως ύψιστο επιστημονικό ερώτημα. Αλλά ρε φιλαράκι, αν δεν έχεις άκρες σε τρώει το κατεστημένο τελικά]








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2006

ΤΑΧΥΜΕΤΡΟ




Την περισσότερη ζωή μου την περνάω καθιστή σε μια καρέκλα τα τελευταία χρόνια. Είναι λες κι έχουν περάσει αιώνες από τότε που έκανα τρελές διαδρομές με τα πόδια για σχολεία, φροντιστήρια, γυμναστήρια, γκομενιακά. Ειδικά τότε που τα πρωτοφτιάξαμε με τον Τάσο. Στην δευτέρα Λυκείου αποφάσισε να ακολουθήσει τους φίλους του στο Ναυτικό Λύκειο, να γίνει καπετάνιος (είχαμε απίστευτα δράματα τότε – ναι, το είχα σίγουρο ότι θα τον παντρευτώ και δεν ήθελα να μου τον φάνε οι θάλασσες του έλεγα, και εννοούσα κυρίως τις πουτάνες στα λιμάνια).

Εκείνος έμενε Ρέντη, εγώ Νεάπολη, το δικό μου Λύκειο στην Νίκαια και εκείνος, στο Ναυτικό Λύκειο Πειραιά. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιήσεις λεωφορείο αν ήσουν έφηβος και είχες μέσα σου ικανοποιητικές ποσότητες, εκείνης την περίεργης ορμόνης που σε φουλάριζε κάθε πρωί και σου φώναζε «ζήσε». Ήμασταν και οι δύο μαμούνια σκέτα, για να έχουμε την υπομονή να περιμένουμε σαράντα και βάλε λεπτά, τη σακαράκα που πήγαινε με είκοσι και αν.

Πηγαίναμε το πρωί σχολείο και μετά εκείνος ερχόταν με τα πόδια απ΄ τον Πειραιά στην Νίκαια να με πάρει. Κάθε μέρα. Έτσι ήθελε και ήταν κάθετος όταν του έλεγα να μην κάνει τόσο κόπο. Αλλά πέταγα απ΄την χαρά μου όταν ερχόταν. Τα μεσημέρια σπίτια μας και το απόγευμα ξανάκανε πάλι την διαδρομή για να πάμε, να περιμένει να τελειώσω και να με πάρει, από γυμναστήρια, αγγλικά, φροντιστήρια και μετά πάλι με τα πόδια Ρέντη.

Τις περισσότερες φορές ήμασταν τελείως άφραγκοι για καφετέριες και λοιπά μαθητομάγαζα και την βγάζαμε στο δασάκι δίπλα στο σπίτι μου. Έξω απ΄τα κάγκελα, πάνω στο φαρδί πεζούλι, συνήθως κρυμμένοι πίσω από αραγμένες νταλίκες, εγώ μόνιμα με το άγχος του ρολογιού κι εκείνος να αγκαλιάζει σφιχτά για να μην φύγω. Τα Σαββατοκύριακα δεν θέλαμε να έρθουν. Για διαφορετικούς λόγους. Εκείνος, γιατί δεν θα με έβλεπε καθόλου και εγώ γιατί ζήλευα που έβγαινε με φίλους του στα μπαράκια του Πειραιά.

Δεν είχαμε στάλα κούρασης τότε. Μας φαινόταν παιχνιδάκι να πρέπει να ξυπνήσουμε, να πάμε σχολείο, να κάνουμε άπειρες ώρες μαθήματα μόνο και μόνο για να φτάσουν οι στιγμές που θα περπατήσουμε μαζί, θα μιλάμε για ώρες και θα αράξουμε στο πεζούλι μας. Όποτε περνάμε από εκεί, πάντα μαλώνουμε «όχι, εδώ είναι το πεζούλι μας», «όχι ρε, το διπλανό είναι, εκεί που άραζε η νταλίκα». Και μιλάμε για ένα ολόκληρο χιλιόμετρο πεζούλι γύρω γύρω απ΄το δασάκι. Αλλά είναι σημαντικό για μας να ξέρουμε ακριβώς ποιο κομμάτι ήταν το δικό μας.

Τώρα, οι αγαπημένες μας ώρες είναι στην διαδρομή για την δουλειά. Μία-δύο ώρες κάθε πρωί και βράδυ όταν δεν έχουμε εξωτερικές παρεμβάσεις (γαμιέται ο sportfm) και συζητάμε, τον πειράζω, αλλάζω σταθμούς και μονίμως μου υπόσχεται ότι θα ξυριστεί. Πάλι με το άγχος του ρολογιού, του λαμπακίου λαδιού, τους καινούργιους ήχους που επινοεί για να μας την σπάσει ο τσίφτης και σαφώς με λιγότερες ποσότητες από εκείνη την εφηβική ορμονίτσα.

Που σας το λέω, αν είμασταν αναγκασμένοι, πάλι θα περπατούσαμε χιλιόμετρα για να συναντηθούμε κρυφά για λίγα λεπτάκια. Αλλά τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα βλέπετε, γιατί έκανα την μαλακία και του έκατσα. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ…




…και νέες προκηρύξεις και μαθηματικά και άλλες μαλακίες.

Αυτό με τους συμβασιούχους ποτέ δεν το κατάλαβα. Έχεις ρε κύριε ένα σωρό ανθρώπους που διαδηλώνουν και φωνάζουν και γανιάζουν ότι τους προσέλαβες για εποχικούς, τους υποσχέθηκες μονιμότητα και τώρα τους πετάς στον δρόμο και απλήρωτους κι από πάνω. Οκ, μαλακία τους, αλλά σε πιστέψανε. Αφού λοιπόν είδαν τι κουμάσης είσαι, βγαίνει ο άαααλλος κύριος (λέμε τώρα) και τους λέει έχετε δίκιο καημένα, ταλαιπωρημένα μου παιδιά και τους υπόσχεται ότι άμα τον ψηφίσουν, τους τακτοποίησε. Πάνε τα ζωντόβολα, τον ψηφίζουν και τρώνε πάλι μια χλαπάτσα να! Μαλακία τους, αλλά τον ψήφισαν.

Και έρχομαι τώρα εγώ και εκεί που πίνω τον καφεδάκο μου και διαβάζω την εφημεριδούλα μου, βλέπω με κάτι γραμματάρες ναααααα ότι λέει, προσλαμβάνουνε κατά χιλιάδες τους δημοσίους (τρεις χιλιάδας πεντακόσιους είκοσι για την ακρίβεια, μόνο στο Έθνος - βάλτε και κάτι ψιλά από γύρω γύρω, το πιάκαμε το πεντοχίλιαρο).

Και σκέφτομαι, καλά ρε λαμόγια, δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει απ΄την μια τις προκυρήξεις, να πάρει απ΄την άλλη τους συμβασιούχους και να τους πει, καθίστε κάτω ρε μάγκες, εσύ θα πας εκεί, εσύ εκεί κι εσύ παραπέρα και να ησυχάσουν οι άνθρωποι;

Τι σόι λογική είναι δηλαδή να βγάζουμε νέες προκυρήξεις και καινούργιους μέλλοντες άνεργους και απλήρωτους συμβασιούχους κάθε τρεις και λίγο; Αν απ΄την άλλη μιλάμε για άσχετες ειδικότητες, τότε βάλτους στο περίμενε. Μόλις πα να κουνηθεί ένας δήμος για καθαριστές π.χ., πάρε τον συμβασιούχο που αδικήθηκε και χώστον εκεί να τελειώνουμε.
Πρέπει δηλαδή να έχουν απ΄την μια τους μισούς να φωνάζουν, απ΄την άλλη τους άλλους μισούς να συμπληρώνουν προκυρήξεις (και να πληρώνουν κιόλας, μα τι μαλακία να πληρώνεις για να κάνεις αίτηση για δουλειά στο δημόσιο!) και αυτοί στην μέση να δηλώνουν ό,τι τους συμφέρει ανάλογα ποιοι τους κράζουν; Απλά μαθηματικά ρε παιδιά.

Και αυτό, μου κάνει τεράστια εντύπωση γενικότερα. Λείπουν λέει λεφτά για την παιδεία και η εκκλησία θησαυρίζει. Άμα λοιπόν λαμόγια δεν θέλετε διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας, βάλτε την ρημάδα την χερούκλα του κράτους στα λεφτά της εκκλησίας και κλείστε τις τρύπες. Γιατί δεν γίνεται τα λεφτά σου λεφτά σου και τα δικά μας λεφτά πάλι δικά σου. Στην χειρότερη, μπορεί να ξινίσουν οι παππάδες και να διαχωριστούν μόνοι τους απ΄το κράτος. Κι αυτό κέρδος θα ΄ναι. Γαμάτο θα΄ναι, για να είμαι πιο ακριβής.

Τελικά η πολιτική είναι εκείνη η χαζή μηχανή με τα άπειρα γρανάζια /πολιτικούς που η δουλειά τους είναι να γυρίζουν μόνο γύρω απ΄τον εαυτό τους, άντε να νοιαστούν μέχρι το διπλανό γραναζάκι. Κι ας έχει ρημαχτεί το σύστημα. Γιατί άμα σ΄ενδιαφέρει να γυρίζεις μόνο γύρω απ΄τον εαυτό σου, πρέπει να σμπαραλιάσει εντελώς η μηχανή για να την πάρεις πρέφα αλλά θα είναι πολύ αργά.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2006

MY NUMBER ONE




Υπάρχουν μερικές δουλειές που τις μίσησα. Αν δηλαδή τις έβαζα σε λίστα, στο τοπ φάιβ των αισχρότερων, η νάμπερ ουάν θα ήταν ασυζητητί το πεζοδρόμιο. Όχι, δεν έχω κάνει την πουτάνα, εννοώ το πεζοδρόμιο στα ινστιτούτα. Είχανε προσλάβει τότε κάτι τζιμάνια του μάρκετινγκ κατευθείαν απ΄τα εξωτερικά και άρχισαν να μας βομβαρδίζουν με νέους τρόπους πώλησης όπως ameriki (τι πρωτότυπο). Αυτοί οι καραγκιόζηδες, έρχονταν φυσικά πάντα οφ σίζον γιατί πάνω στην σεζόν δεν προλάβαινες ούτε να κατουρήσεις, πόσο μάλλον να πληρώνεις χαραμοφάηδες. Εκτός σεζόν όμως, άρχιζαν οι γκρίνιες, οι μουρμούρες κι ένα σωρό μαλακίες για να φέρεις πιο πολλά λεφτά, που για λόγους συντομίας τα συνοψίζεις άνετα στο τρίπτυχο φιλότιμο- σφαλιάρα- ξεφτίλα.

Το στάδιο της ξεφτίλας ήταν το έσχατο και κάπου εκεί μεταξύ σφαλιάρας και ξεφτίλας, ήρθαν οι μάρκετερς να μας πουλήσουν τις ιδέες τους. Ένα περίεργο πράγμα μ΄αυτούς τους μάρκετερς. Όπου πήγαιναν κουβάλαγαν τα διπλώματά τους. Κιχ να έβγαζες, άνοιγαν τον χαρτοφύλακα και στα έτριβαν στην μούρη λες και χωρίς αυτά δεν επιτρεπόταν ν’ανοίξουν το στόμα τους. Τεσπα. Τότε ήταν στην μόδα η πώληση ντορ του ντορ. Αυτό που αντί να πάρεις τηλέφωνο και να σε βρίσουν μεσημεριάτικα, εσύ πήγαινες και τους χτύπαγες το κουδούνι μεσημεριάτικα για να σε βρίσουν αυτοπροσώπως μη τυχόν σου κλέψει άλλος τα εύσημα. Οι μάρκετερς είχαν αποφανθεί και γι΄αυτό: «πηγαίνεις μόνο μεσημέρι, που η νοικοκυρά έχει τελειώσει τις δουλειές της και είναι ήρεμη και ευάλωτη». Το «ευάλωτη» βασικά, ήταν είτε «πολύ πτώμα για να σε ακούσει», είτε «κοιμόταν και την ξύπνησες και κάτσε άκου τα ηλίθια τώρα». Δράμα η κατάσταση.

Φεύγοντας απ΄το στάδιο της σφαλιάρας και μπαίνοντας δυναμικά στο στάδιο της ξεφτίλας, οι μάρκετερς αποφάσισαν να κλείσουν την τρύπα του στόχου μας, μαζεύοντας τα χρωστούμενα. Ξέρετε, να έχεις κάνει μία ενημέρωση σε ινστιτούτο, να σου έχουν βουτήξει την κάρτα, να έχεις χρεωθεί όλο το ποσό, να έχεις κάνει μία επίσκεψη όλη κι όλη, να σου έχουν πουλήσει δεύτερη θεραπεία που δεν χωράει στην κάρτα και να σου κουβαλιούνται σπίτι για να εξοφληθούν την δεύτερη θεραπεία χωρίς καν να έχεις ξεκινήσει την πρώτη. Από Ανάβυσσο μέχρι Ασπρόπυργο έφτασε η χάρη μου και μάλιστα η μετακίνηση πληρωμένη από εμάς, μετά το οχτάωρο. Άμα μπορούσες, ας έλεγες όχι.

Η ξεφτίλα κορυφώθηκε με την πώληση στα πεζοδρόμια. Μας έφτιαξαν ένα σταντ της κακιάς ώρας και το έβαλαν στην είσοδο του ινστιτούτου. Εμείς θα μοιράζαμε τριαντάφυλλα στις περαστικές (για να κολακευτούν και να σταματήσουν), θα παίρναμε τα στοιχεία τους και θα τις πιέζαμε να ανέβουν πάνω να πάρουν το «δώρο» τους. Τσιμουδιά τι ήταν το δώρο. Έκπληξη τους λέγαμε και τρέχανε αυτές. Επάνω, τους περίμενε η αλεπού για ενημέρωση, πρηξαρχιδιστάν καμμιάς ώρας (μέχρι να ενδώσουν αλλιώς δεν έφευγαν – καλά, εκτός αν άρχιζαν τις χριστοπαναγίες) και μετά εμείς παίρναμε 1% από το κάθε συμβόλαιο. Τ΄αρχίδια μας κουνιόσαντε με άλλα λόγια. Αλλά πες όχι.

Τζίφος η φάση. Μετά από λίγο το έμαθαν όλοι και γέμισε ο τόπος σταντ κι εμείς από κάτω να μαλλιοτραβιόμαστε ποια θα δώσει τριαντάφυλλα, ποια πλαστικά σκουλαρίκια και ποια προσκλήσεις σε πάρτυ ομορφιάς και καλά. Μας πήραν χαμπάρι οι περαστικές και έριχναν τις χριστοπαναγίες χωρίς να χρειαστεί ν΄ανέβουν.

Η ξεφτίλα όμως δεν είχε τελειώσει. Φορτώσαμε τα σταντ μας και τα στήσαμε σε παραλίες. Πάντα προχώ εμείς. Ταγιέρ, τακούνια, μακιγιάζ και ψόφια τριαντάφυλλα, να κυνηγάνε κυτταρίτιδες, πεσμένους κώλους και ατίθασες κοιλιές. Και πώς να τους πλησιάσεις; Ααααα, ξέρετε σας έχει πέσει ο κώλος, μήπως θέλετε να σας τον μαζέψω; Ναι, έλεγαν οι μάρκετερς. «Η σωστή πώληση πρέπει να είναι ειλικρινής. Θα τις πλησιάζετε και τους λέτε στα ίσια: έχετε κυτταρίτιδα τρίτου βαθμού και παχυσαρκία και θα πεθάνετε σύντομα από καρδιά. Πρέπει να τις σοκάρετε για να δώσουν προσοχή». Τις καρασοκάραμε θα έλεγα. Η Νίκη στο τσακ την γλίτωσε την σαγιονάρα από έναν παχύσαρκο κύριο που έτρωγε κεφτεδάκια με την γυναίκα του. Και της το΄πα, άσε παιδάκι μου να ρημαδοφάει ο άνθρωπος και του τα λες μετά. Όχι αυτή, πρέπει να τον σοκάρω όσο τα τρώει, να νοιώσει τύψεις και να ψωνίσει εδώ και τώρα. Πλύση εγκεφάλου η Νικούλα και άντε να την συνεφέρεις. Όπως και όλες δηλαδή ή τουλάχιστον αυτές που δεν είχαν μαζέψει αρκετά άντε γαμήσου.

Αρχίζω και σέβομαι τα άντε γαμήσου και όλα αυτά που είχα ακούσει τότε. Ίσως χωρίς αυτά, να ήμουν τώρα εδώ, να λεγόμουν η γωνιά της ομορφιάς και της νεότητας ή δενξερωγωτι και να σας έγραφα πώς σηκώνεται ο κώλος απ΄το πάτωμα ή πόσες ρυτίδες επιτρέπεται να αφήσετε για να φαίνεστε γοητευτικές και σσσέξι και να μην είχα ιδέα για κβαντομηχανικές, χόρδα και θεωρίες των Πάντα. ;)








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2006

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ




Ουφ, έφτασε η ώρα του φαγητού. Αυτή είναι η πιο γαμάτη ώρα για τις γραμματίτσες. Τρέχουν όλοι στο εστιατόριο της εταιρείας (που αν κάνεις πως περνάς απ΄όξω νομίζεις ότι ξεσήκωσαν επανάσταση / αλλά τελικά μόνο για την μάσα κάνουν έτσι) και μένω εντελώς καταμόνη μου (άντε και δυο τρεις ακόμα παραμέσα) να φτιάξω φρέσκο καφεδάκι, να σουλατσάρω στο νετ και να διαβάσω καμμιά κυριακάτικη. Η μόνη μαλακία είναι ότι βαράνε τα τηλέφωνα όλων των γραφείων μαζί…αλλά οκ αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Τα καθήκοντα είναι συγκεκριμένα. Ουσιαστικά ρυθμίζεις την σωστή λειτουργία της εταιρείας. Σηκώνεις τηλέφωνα, πανικοβάλλεσαι για το φωτοτυπικό, για τον πρίντερ, για τα σουφρωμένα φλυτζανάκια (που πρέπει να ψάχνεις σε πέντε ορόφους να τα ξαναβρείς) και για τα κωλόχαρτα που δεν άλλαξε η καθαρίστρια. Ένα σωρό σημαντικότατες αρμοδιότητες που λύνονται όμως με δυο κουβέντες, ένα τηλέφωνο ή μια βόλτα στους ορόφους.

Σήμερα όμως, τα βρήκα μπαστούνια. Έχω μια δύσκολη υπόθεση να διαλευκάνω. Σήμερα κάποια φόρεσε βρακί με πούλιες. Έχει γεμίσει το πάτωμα της τουαλέτας πούλιες και δυσκολεύομαι να καταλάβω ποια είναι να την φωνάξω, να της πω ότι το βρακί της μαδάει και ότι μας έχει ξεστραβώσει. Είναι η πρώτη φορά που δεν ξέρω τι να κάνω για να αποκαταστήσω την σωστή λειτουργία της εταιρείας. Όλοι βγαίνουν τυφλωμένοι από την τουαλέτα, άλλοι κατουράνε τους τοίχους μην μπορώντας να βρουν στόχο κι άλλοι κατουράνε στον κήπο με το φενγκ σούι πίσω από τ΄ αγάλματα.

Και ρε γαμώτο, καμιά δεν τη λες αυτή- που- φοράει- βρακί- με- πούλιες. Όλες είναι αυτή- που- φοράει- βρακί- σκέτο- ή- το- πολύ- πολύ-με- δαντέλα. Αλλά πρέπει να τελειώνω μ΄ αυτό το θέμα γιατί αν την αφήσω έτσι, μπορεί να πάρει αέρα και να μου ΄ρθει αύριο με πιπουλένιο βρακί ή με αυτά που τρώγονται και να την κυνηγάνε όλοι τα μεσημέρια να της το φάνε και άντε μετά να τους κάνω ζάφτι την ώρα της επανάστ... ε… του φαγητού.

Θα τις βάλω όλες να μου δείξουν τα βρακιά τους. Ή μάλλον πρέπει να γίνω επιτέλους επαγγελματίας. Θα στείλω memo. Απ΄ αυτά που έχουν πάνω πάνω το λογότυπο της εταιρείας, μετά από κάτω πέντε σειρές τίτλους (τον δικό μου ακόμα να τον μάθω αλλά μοιάζει απ΄ αυτούς που τους σπουδάζεις κιόλας) και πιο κάτω θα γράψω με καλλιγραφικές πλαγιαστές γραμματάρες : «παρακαλείστε εκ της γραμματείας όπως αποφεύγετε την χρήση ανθυγιεινών εσωρούχων (που μαδάνε ντε) διότι θα απαλλαχθείτε αμέσως από τα καθήκοντά σας και το φόβο μου να ΄χετε ξετσίπωτες που μου πήρατε αέρα, κάθε πρωί θα έχουμε επιθεώρηση και κατασχέσεις και μετά θα κυκλοφορείτε ξεβράκωτες που θα μου το κάνετε εδώ μέσα αμέρικαν μπαρ». Μπού! Αμ πώς; Ή είσαι σοβαρή εταιρεία ή σε παίρνουν μπάλλα τα έξαλλα βρακιά. Πάω να βρω την «φοράω –βρακί -με- πούλιες -για -να -ταλαιπωρώ -αθώες -γραμματίτσες».

Δύσκολη μέρα σήμερα. :D









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006

OBJECTIVITY




Έχω ένα οξύμωρο που με παιδεύει καιρό. Όσο περνάνε τα χρόνια όλο και πιο πολύ μπερδεύομαι. Οκ, here’s the thing: Ας πούμε ότι εγώ αποφασίζω για κάτι και έχω μια γνώμη. Η όλη διαδικασία που με οδήγησε στην γνώμη αυτή δεν γίνεται (λένε οι ψυχολόγοι και οι νευρολόγοι) να πέρασε μόνο απ΄ τον εγκέφαλο. Σωστά; Εννοώ, ότι την σκέφτηκα, επιχειρηματολόγησα, ψιλοδιάβασα, αισθάνθηκα, χάρηκα, λυπήθηκα, κουβέντιασα, τέλος πάντων ήταν ένα κράμα συναισθημάτων και σκέψης.

Για παράδειγμα, το μίσος μου για τον πόλεμο. Έχω τις απόψεις μου, τα συναισθήματά μου, τις σκέψεις μου. Όπως και ο διπλανός μπορεί να έχει τα δικά του. Πώς γίνεται μια ανθρώπινη άποψη να ονομάζεται αντικειμενική;

Θεωρητικά, αντικειμενικός είναι ο αποστασιοποιημένος που έκατσε σε μια γωνιά, έβγαλε τα συναισθήματα και είδε όλες τις πλευρές ίσα κι όμοια και κατόπιν αποφάσισε. Επίσης θεωρητικά, η ανθρώπινη φύση περιλαμβάνει και συναισθήματα θες δε θες. Υποθετικά λοιπόν πάντα, πώς ο πιο αντικειμενικός άνθρωπος του κόσμου μπορεί να χαρακτηριστεί στ΄ αλήθεια αντικειμενικός και σωστός, αν δεν κριθεί αποκλειστικά από το αποτέλεσμα και μάλιστα αφού περάσουν αρκετά χρόνια; Αν για παράδειγμα ο x είναι κατά των μεταλλαγμένων και ο ψ υπέρ και αν υποθέσουμε ότι δεν εμπλέκονται προσωπικά με το όλο θέμα (ώστε να υπάρχει ασφαλής απόσταση), πόσο στ΄ αλήθεια αντικειμενικοί είναι αν για να φτάσουν στις απόψεις τους είναι φύσει αδύνατον να απεμπλακούν απ΄ το συναίσθημα;

Ξαναμπερδεύτηκα. Well, το ερώτημα είναι υπάρχει αντικειμενικό και ανθρώπινο μαζί; Δεν είναι τυχαίο ότι οι μηχανές ασχολούνται με γεγονότα και στατιστικές, ούτε το ότι η λέξη «γνώμη» και «άποψη» δεν υπάρχει σε υπολογιστική γλώσσα.

Όλα αυτά, γιατί βαρέθηκα ν΄ ακούω απόψεις που χαρακτηρίζονται αβέρτα αντικειμενικές μόνο και μόνο γιατί συμφωνούμε ή γιατί αυτός που την είπε ξέρει να κρύβει καλά το συναίσθημα ή γιατί η διαδικασία που ακολουθήσαμε για να βγάλουμε το ίδιο αποτέλεσμα ήταν η ίδια: δηλαδή η ανθρώπινη και μόνο.

Μου λένε ότι το σωστό είναι να κρίνεις βάσει γεγονότων, αριθμών και στατιστικής. Οκ, έχουμε χιλιάδες νεκρούς και χιλιάδες καλά από έναν πόλεμο. Ποια ανθρώπινη άποψη θεωρείται η πιο αντικειμενική;








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2006

MOI?




Πέρα από την πλάκα είμαστε και πολύ μαλάκες αν πιστεύουμε ότι είμαστε έτσι κι έτσι και γιουβέτσι επειδή είμαστε *εμείς*. Σε κάτι κουκουρούκου σεμινάρια και καλά για πωλήσεις, μας είχαν δώσει μια κόλλα χαρτί εντελώς άδεια, για να περιγράψουμε με εκατό λέξεις τον εαυτό μας. Όλες είχαμε συνηθίσει σε τίποτα multiple choice ή σε κάνα τεστάκι, απ΄ αυτά που και καλά τα κάνεις για να δουν αν έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική γαλήνη (!), προσωπικότητα, κ.α. αλλά ξέρεις από πριν τι ν΄ απαντήσεις για να βγει ένα ζγουάου αποτέλεσμα και να καταπλήξεις τους εισηγητές και να νομίζουν ότι είσαι και γαμώ τους πωλητές. Που οι μαλάκες θα μπορούσαν απλά να ρίξουν μια ματιά στις στατιστικές σου αλλά τι να πεις, σε ακριβά ξενοδοχεία μας μάζευαν, σε αίθουσα θεών ήμασταν, ε όλο και κάνα god’s syndrome θα τους είχε κατσικωθεί στον σβέρκο.

Το θέμα ήταν βέβαια ότι όλες ήμασταν σίγουρες για τα χαρακτηριστικά που συντελούν την εαυτάρα μας. Και εννοώ τα θετικά. Αρνητικά δεν είχε καμιά. Εγώ το έδωσα κενό γιατί βρήκα ο μαλάκας την ώρα να το φιλοσοφήσω και να χαθώ στην κεφάλα μου μέχρι το κουδούνισμα και το «μολύβια κάτω». Περιέργως, τους άρεσε γιατί ένας απ΄ τους θεούς παύλα εισηγητές το παραλλήλησε με το σκεπτικό ότι πρέπει να παραμένουμε λέει «λευκές κόλλες» σε κάθε «ευκαιρία γνώσης» (όπως ονόμαζε τα κωλοσεμινάρια) και με επαίνεσε για κάτι κουλά που με έφεραν στην δύσκολη θέση να στέκομαι για τρεις ώρες όρθια και να ακούω τις πίπες τους γαμώ το κέρατό τους κωλοεισηγητές της δεκάρας γαμώ.

Μ΄ έπιασε που λέτε ο πανικός. Τι είμαι; Πώς έγινα αυτό που έγινα; Γιατί έχω κυτταρίτιδα; Και άλλα ρητορικά. Από τότε το αγαπημένο μου mind game είναι να μπαίνω σε παπούτσια αλλονών. Σε όλες τις εποχές. Και να καταλήγω ότι είμαι αυτό που είμαι τώρα, όχι επειδή είμαι *εγώ* αλλά επειδή έτυχε να είμαι *εγώ, τώρα, εδώ, έτσι*. Κάποιος αρχαίος τα ΄χε πει καλύτερα και δεν τα θυμάμαι αλλά για να το κάνω φραγκοδίφραγκα το φαντάστηκα κάπως έτσι. Αν ήμουν ο Ταρζάν στην ζούγκλα θα έγδερνα ελαφάκια χωρίς τύψεις και δεν θα έκανα αποτρίχωση (εκτός κι αν είχαν και στην ζούγκλα το έθιμο του Άι Γιάννη που πηδάς φωτιές και είναι ο καλύτερος τρόπος αποτρίχωσης αν η μάνα σου δεν σ΄ αφήνει να ξυριστείς απ΄ τα δέκα).

Αν ήμουν Γερμανίδα μη Εβραία στην εποχή του Χίτλερ, θα έλεγα ασυζητητί χάιλ, θα πλενόμουν με το παραδοσιακό σαπούνι, θα γούσταρα τους ξανθούς (μπλιάχχχχ) και δεν θα μου καιγόταν καρφάκι για όλα αυτά μέχρι φυσικά την στιγμή που θα με πληροφορούσαν ότι ο Χίτλερ έχασε και θα ψιλοψαχνόμουν. Και το καλύτερο, αν ήμουν ο Ντοστογιέφσκι, σίγουρα θα έγραφα τόμους ολόκληρους για τις μπίχλες και τις αποπνικτικές ατμόσφαιρες της κωλορωσσίας του τότε που θα έκαναν σίγουρα τον ήρωά μου να σφάζει γριές αβέρτα.

I mean, σιγά. Μην νομίζουμε δηλαδή ότι είμαστε τίποτε φοβερό πάνω ή πέρα από την εποχή μας (=τον τόπο που ζούμε, τις παραστάσεις και τις εκάστοτε *αξίες* που μας δόθηκαν). Άντε να ΄χουμε πετάξει ή σκεφτεί λιγάκι παραπάνω μερικές αξίες που ούτως ή άλλως είναι για να πάρουν τον πούλο λόγω εξέλιξης. ΙΜΗΟ, το μόνο ατού που δίνει σε κάθε νέα γενιά προβάδισμα, είναι η γνώση της ζωής των προγενέστερων. Για να μπορείς δηλαδή να πεις «ω, μα τι μαλάκες ήταν οι έτσι που πίστευαν ή έκαναν αυτά τότε». Αλλά κι εσύ το ίδιο μαλάκας θα είσαι για τους επόμενους και αρχιμαλάκας για τους μεθεπόμενους. Εκτός φυσικά κι αν πέσεις σε καμιά γλυκούλα που θα πει «α τα καημένα τα χαζούλια τι μαλακιούλες πίστευαν τότε».

P.S.: Oι μπάτσοι του σήμερα (=Ελλάδα/Πολύδωρας/Δεξιά) δεν ανήκουν στις ως άνω κατηγορίες (βλέπε Πολύδωρας, Δεξιά). On second thought, αν ανήκουν, θα είναι πάντα οι τρισμέγιστοι τιτανομαλάκες της ιστορίας (για να τους κράζουμε στην εποχή τους).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2006

Ο ΜΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ




Το πρόβλημά μου γενικά με τα βιβλία είναι ότι τα διαβάζω γρήγορα. Δεν φταίω εγώ, αυτοί τα γράφουν μικρά. Εκτός του ότι θέλω μια περιουσία για να πω ότι θα γεμίσω ικανοποιητικά τον μήνα μου θέλω κι ένα σωρό λεξικά γιατί έχω αυτό το κόλλημα να μην τα διαβάζω μεταφρασμένα (καλά, μη σκίσω και κάνα καλτσόν, τα αγγλικά εννοώ) για να γουστάρω πιο πολύ τον τρόπο γραφής.

Ένα από αυτά που καταχάρηκα από άποψη μήκους σε συνδυασμό με πλοκή και τέλος πάντων όλα αυτά που αρέσουν σε μένα είναι το έγκλημα και τιμωρία. Τρεις ολόκληρες μέρες από τέσσερις πέντε ωρίτσες. Ναι, ρε γαμώτο τόσο γρήγορα. Μερικές φορές όταν δεν έχω άλλο να διαβάσω ξαναδιαβάζω τα παλιά αλλά πιο γρήγορα γιατί πηδάω μερικά βαρετά όπως η περιγραφή της μόνιμης μπίχλας στο δωμάτιο του Ρασκόλν... (πως τον έλεγαν αυτόν), οι μουντές αποπνικτικές ατμόσφαιρες και οι ακτινογραφίες κάθε γαμωεπίπλου στο κωλόσπιτο της γριάς. Κι εγώ θα την έσφαζα btw. Πρέπει να ΄χω διαβάσει περίπου τέσσερις φορές τον μοναδικό πράτσετ που βρήκα (αρνούμαι πεισματικά να τον αγοράσω μεταφρασμένο και αποφεύγω να τον παραγγείλω απ΄ τα εξωτερικά που κάνει τρεις τέσσερις βδομάδες/ καλά, θα ενδώσω μην ψαρώνετε) κι έτσι βολεύομαι στα ίδια.

Αποφάσισα όμως ν΄ αλλάξω τακτική. Δεν διαβάζω με τίποτα πάνω από τρία κεφάλαια την μέρα για να μου κρατήσουν παραπάνω. Ειδικά τα βιβλία που με κεντρίζουν. Τώρα διαβάζω ένα υπεργαμάτο βιβλίο που λέγεται ο ματίας και ο διάβολος. Πεντακόσιες τόσες σελίδες και περιμένω πώς και πώς για τα επόμενα τρία κεφαλαιάκια μου (καλά, ψιλοκλέβω κιόλας αλλά προσπαθώ να είμαι εγκρατής). Όσοι δε ασχολείστε με ζωγραφική σπεύστε ταχύτατα. Γαμάτες περιγραφές, φοβερές λεπτομέρειες για την ιστορία της ζωγραφικής και τους μεγάλους ζωγράφους της εποχής και απίστευτο βιβλίο με έναν διάβολο πολύ γάτο και διαφορετικό απ΄ τους τετριμμένους. Το διάβαζε ο Τάσος στον στρατό δανεικό από άλλο φανταράκι, μετά πήρε μετάθεση, δεν το τελείωσε και αφού φάγαμε τον κόσμο να το βρούμε, του το ΄κανα έκπληξη σε κάποια γιορτή. Άξιζε το ψάξιμο. Αύριο μεθαύριο το τελειώνω (ε καλά, με λίγο κλέψιμο). :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ



Μα ρε βλήτα πώς τα πετάτε έτσι, σελέμπριτι άνθρωποι; Ο Καραφώτης στον Σόχο μάλλωσε την εκφωνήτρια. Δεν είναι λέει φαντάρος, είναι στρατιώτης γιατί το «φαντάρος» δεν είναι ελληνική λέξη. Αυτό μόνο τον πείραξε από όοοοολα αυτά που τον έχουν χαρακτηρίσει, ο «Κώστας της Μάρως».


(αλλά πού να της κόψει της εκφωνήτριας να του μιλήσει για το ελληνικότατο «αρχιμαλάκας»)


Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2006

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΠΑΝΤΟΥ




Άργησα αλλά θα σκάσω αν δεν τα πω. Ο Till με μπρίζωσε και αποφάσισα να μην το αφήσω άλλο για το μέλλον. Φαγώθηκαν όλοι με τα κινητά στα σχολεία, τα πηδήματα, τις παρτούζες, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τις πτώσεις των ηθών και όλα αυτά τέλος πάντων που παθαίνουν τα πιτσιρίκια στις μέρες μας (και δεν μιλάω για την τελευταία περίπτωση του βιασμού, κανείς μας δεν έχει πλήρη εικόνα).
Συγνώμη αλλά δεν βρίσκω σύνδεση μεταξύ παρτούζας μαθητών και πτώσης των ηθών.

Αδυνατώ να συνδέσω την φυσική βία με την πλασματική των ιντερνετοπαίχνιδων. Φρικάρω όταν ακούω ότι μια πίπα στα δεκάξι μας (έστω βιντεοσκοπημένη/ εμείς μόνο φωτογραφίζαμε τότε/ ο καθένας ότι έχει χρησιμοποιεί) σημαίνει το «τέλος της ηθικής». Η τιμιότητα, η ακεραιότητα, η αξιοπρέπεια και όλα αυτά που απαρτίζουν το ήθος στο κεφάλι κάποιου που ψωνίζει έτοιμες έννοιες και δεν τις ρημαδοσκέφτεται μόνος του, δεν συνεπάγονται την αποχή από σωματικές και πνευματικές ηδονές αρκεί φυσικά να μην βλάψει άλλους.

Τότε, είχαμε αρκετές κοπέλες που πηδιόσαντε ασύστολα. Όπως και σε όλα τα σχολεία σε όλες τις εποχές. Όχι δεν μιλάω για το Λύκειο, για το Γυμνάσιο μιλάω. Το τι είχαν ακούσει δεν λέγεται. Και όχι μόνο απ΄τους καθηγητές αλλά και απ΄τους μαθητές και μάλιστα απ΄αυτούς που τις πήδαγαν. Η κολλητή μου είχε πηδήξει το μισό σχολείο. Αν την έβλεπε κάποιος στον δρόμο δεν την έκανε κάτω από είκοσι. Και ήταν μόνο δεκατρία. Μόνιμο αντικείμενο σχολιασμού. Μέχρι να τελειώσει όοοολο το σχολείο. Το μόνο λάθος της ήταν ότι πηδιόταν. Το ότι ήταν και γαμώ τις μαθήτριες, το ότι έγινε αυτό που ονειρευόταν, το ότι είναι καραευτυχισμένη, όοοοχι δεν παίζει ρόλο. Μόνο οι πίπες που έπαιρνε μετράνε. Ξέρετε κάτι; Εκείνη τα ΄γραφε από τότε όλα στ΄αρχίδια της και πέρναγε γαμάτα. Είχε από παιδάκι τον δικό της κώδικα ηθικής και ήταν πάντα πολύ εντάξει με τον εαυτό της.

Θέτε κι άλλη ιστορία; Η μάνα μου το ΄χε γονατίσει το ατάρι και το νιντέντο. Βάζαμε χρονόμετρο για να προλάβουμε να παίξουμε όλοι και η πονήρω μας έβαζε στα κρεβάτια μας από τις οχτώ για να παίξει παραπάνω. Παίζαμε οικογενειακώς τα πιο βίαια και αιματηρά παιχνίδια που κυκλοφορούσαν (άσχετα αν μετά εκείνη κατέληξε οριστικά στο αιμοβόρο πακμαν :) ). Σας πληροφορώ δεν μας μαχαίρωσε, δεν την στραγγαλίσαμε και κλαίγαμε όλοι μαζί για βδομάδες όταν χάσαμε τον Ρούντι, το σκυλάκι μας.

Τι να πεις, υπάρχουν μυαλά και μυαλά. Υπάρχουν ήθη και ήθη. Υπάρχουν ζωές και ζωές. Υπάρχουν και κάτι πυροβολημένοι που ψάχνουν στις λίγες χαρές που μας έμειναν να βρουν τον Διάβολο που θα μας στείλει να βράζουμε αιώνια στην Κόλαση, μόνο και μόνο γιατί το μυαλό τους σκέφτεται διεστραμμένα και πρέπει ντε και καλά να βρουν τρόπους να το «νομιμοποιήσουν». Γιατί σε άλλη περίπτωση θα γίνονταν ρόμπα.

[Αν ας πούμε δεν είχαν όλοι κολλημένο στα κεφάλια τους το πανηγύρι που ονομάζουν «ήθος», ο Χαρδαβέλλας, ο Ευαγγελάτος και ο Χριστόδουλος θα ήταν το Αλτσαντίρινιούζ, το Μητσιχώστα ή το Αμάν και ο Λαζόπουλος με τον Μητσικώστα και τον Κανάκη θα λέγονταν δημοσιογράφοι. Αλλά τώρα όλα είναι ανάποδα. Για το δικό μου κεφάλι είναι πάντως ξεκάθαρο ποιοί είναι οι διεστραμμένοι]


Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2006

LINUX DISTRO



Μην μου αγχώνεστε ακόμη, υπάρχει χρόνος. Να με συγχωρήσουν βέβαια τα γκικούλια που θα το πάω μέσω Λαμίας αλλά έχουμε και κόσμο εδώ μέσα που δεν τα ξέρει όπως εγώ κι εσείς και αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να ξεδιπλώσουμε την μυαλουδάρα μας και να μοιράσουμε τη γνώση (γελάω εγώ ρε; ).Ας τα πάρουμε λοιπόν απ΄την αρχή όπως τα έμαθα ένα βροχερό απόγευμα στην μεγάλη σχολή των υπολογιστών, όταν «υπολογιστές» ήταν κάτι σαν αστροφυσική στο μυαλό του μπαμπά μου που έσκασε ντάγκατις ντάγκατις τρακόσια ολόκληρα χιλιαρικάκια γι΄αυτές τις μαλακίες και δεν μου τα΄δωσε να τα φάω σε καλύτερες μαλακίες.

Ο υπολογιστής λοιπόν είναι ένας αλλοδαπός, ένας κινέζος. Εκτός όμως από αυτό είναι και ηλίθιος. Δεν φτάνει δηλαδή που μιλάει κινέζικα, λέει και μαλακίες. Ό,τι δηλαδή θα σκεφτόσασταν αν είχατε μπροστά σας έναν τύπο που τον ρωτάς τι κάνεις και σου απαντάει 010111000111. Μαλάκας ολκής σας λέω. Έτσι λοιπόν κάποιοι ψυχοπονιάρηδες είπαν να του φτιάξουν ένα μεταφραστήρι με το αζημίωτο φυσικά. Αυτός να λέει τα δικά του κι εσύ να καταλαβαίνεις τα δικά σου. Μαλακίες πάλι, αλλά τουλάχιστον απ΄αυτές που έχεις συνηθίσει. Το μεταφραστήρι λέγεται «λειτουργικό». Το φοράει ο κινέζος και μιλάει ελληνικά ή για να είμαι πιο ακριβής κομπιουτερικά. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι από κάτω απ΄το λειτουργικό ο κινέζος παραμένει κινέζος και η μαλακία συνεχίζει να βαράει κόκκινα.

Ο Μπιλ Γκέιτς που λέτε, ήταν ένα μαλακισμένο ψυχοπονιάρικο που έκατσε και έφτιαξε το δικό του μεταφραστήρι και το ονόμασε windows, απαγόρεψε σε άλλους να πουλήσουν τα δικά τους μεταφραστήρια γιατί κάτσε ρε φίλε, ψυχοπονιάρης ψυχοπονιάρης μην μας πιάσετε και τον κώλο και κατέκτησε τον κόσμο….είπε ο σοφός και ήπιε το κώνειο (υπεργαμάτο τέλος, αλλά δυστυχώς το έπος δεν τελειώνει εδώ).

Αφού λοιπόν ο Μπιλ έγινε Μπιλιονέαρ τότε ξεσηκώθηκαν κάτι άλλοι ψυχοπονιάρηδες και είπαν έτσι είσαι μαλάκα πάρε τώρα τσάμπα δέκα μεταφραστήρια να μάθεις γύφτο που μου θυμήθηκες στα γεράματα να βοηθήσεις την Αφρική. Γέμισε ο τόπος τσάμπα μεταφραστήρια. Ε, ένα από αυτά είναι το linux με σήμα το πιγκουινάκι.

Το linux που λέτε, δεν είναι έτσι απλό. Τσάμπα μεν αλλά δεν είμεθα ότι κι ότι. Σου λέει θέλεις κύριε να απαλλαγείς από τον νταβατζή τον Μπίλ; Θέλεις να κάνεις κι άλλα πέντε πραγματάκια με τον μαλάκα τον κινέζο σου; Ε, στρώσε τον κώλο σου και μάθε κάτι παραπάνω γιατί το μεταφραστήρι μας, θέλει κι αυτό μετάφραση. Άκου δηλαδή λογική. Να θέλεις να σου μεταφράσουν κινέζικα και αυτοί να σου λένε εντάξει, αλλά μάθε κι εσύ μια ξένη γλώσσα γιατί εγώ αποφάσισα να στα πω βουλγάρικα. Κινέζικα ο μαλάκας, βουλγάρικα ο μεταφραστής άντε βγάλε άκρη και τόλμησε να πεις και κουβέντα.

Κάτσανε λοιπόν κάποια τυπάκια και μάθανε βουλγάρικα άπταιστα. Σου λέει, θα μιλάω με τον κινέζο θα ρίχνω και καμμιά Βουλγάρα, δε βαριέσαι. Πήρανε το linux και του άλλαξαν τον αδόξαστο. Αλλά βαρέθηκαν, αφήστε κιόλας που οι Βουλγάρες δεν. The next best thing στην μυαλουδάρα τους ήταν να κάνουν το linux καλύτερο.

Κάτι σαν τα αυτοκίνητα δηλαδή. Που έχεις την καραβάνα και πάει η εταιρεία και σου βγάζει το επόμενο μοντέλο με τασάκι και λες γουάου και πάει μετά η εταιρεία και σου βγάζει καλύτερο μοντέλο με δεύτερο τασάκι στον συνοδηγό και ποτέ δεν τελειώνει αυτή η μαλακία.

Και φτάνουμε στο linux distro. Πσσσσσσσς από τα καλύτερα μοντέλα. Και τασάκι και αναπτήρα και τούρμπο άμα λάχει. Αλλά ακούστε τι πήγε και σκέφτηκε ο ψυχοπονιάρης που το έφτιαξε. Σου λέει θέλεις σήμερα να κυκλοφορήσεις με τον τσίφτη και αύριο με την αμαξάρα; Τώρα, γίνεται. «Φοράς» το distro γίνεσαι βρουβρουμ, βγάζεις το distro και γίνεσαι πάλι τσίφτης. Έχεις δηλαδή δύο τουτού σε ένα. Δεν θα το σχολιάσω αλλά αρχίζω να πιστεύω ότι οι Βουλγάρες είναι πολύ δύσκολες γκόμενες.

Και θέλει τώρα ο Αριστοτέλης να του κάνω review του βρουβρούμ. Είναι θέμα φιλοσοφίας ρε φίλε πώς να το κάνουμ. Εγώ δηλαδή, θα προτιμούσα τις Βουλγάρες in the first place. :D

(ντοντ μπάδερ αι αμ κούφντ του)



Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2006

HIGHLIGHTS



Πόσα πράγματα έχω μάθει αυτές τις μέρες, δε λέγεται. Να ΄χα δυό κεφάλια να τα ΄χωνα μέσα, πάλι δεν θα ΄φταναν.

Ξεκινώντας από τα πιο περίεργα, βρήκα τρόπο να μην ασχοληθώ ποτέ ξανά με ιούς. Ω ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα και παραυπάρχει. Μου πρότεινε ο μικρός να βάλουμε στο πισάκι μου σόλα… σολάριουμ…κάτι. Είναι λέει, εκείνο το ειδικό πρόγραμμα που τρέχει σαν τα windows, μοιάζει με τα windows αλλά από κάτω στα κρυφά, δεν είναι windows. Η οθόνη λέει, θα είναι περίπου η ίδια, ο τρόπος χρήσης παρόμοιος αλλά το σολάριουμ λειτουργεί εντελώς διαφορετικά και επιτρέπει διπλάσια ταχύτητα στο ίντερνετ με βασικό ατού ότι δεν προσβάλλεται από ιούς. Μα καλά τότε, αφού υπάρχει τέτοιο πράγμα γιατί δεν το έχουν όλοι και πάνε και φορτώνουν windows? Μπιτς μι. Can’t wait bro. :D

Έμαθα επίσης ότι άμα βουλώσει ο κεντρικός σωλήνας των υδραυλικών μεταξύ αποχέτευσης και του σπιτιού σου, τότε το σπίτι σου αποκτά την ακαταμάχητη εσάνς «αποχέτευση φθινόπωρο - χειμώνας 2006» και φεύγει μόνο με χειροβομβίδα. Α, πετάς και το πλυντήριο πιάτων εκτός αν το αγαπημένο σου φαγητό είναι σκατά με φράουλες.

Το άλλο; Υπάρχει λέει μια θεωρία που ονομάζεται η «θεωρία των Χόρδων». Χοντρικά, φανταστείτε μια τρίχα η οποία αντικαθιστά όλους τους τύπους σωματιδίων, κάνει βόλτες στον Χρόνο και ανάλογα πώς θα κουνηθεί, την ονομάζουμε ηλεκτρόνιο, φωτόνιο, κλπ. Αλλά έχει λέει πολλά κενά αυτή η θεωρία οπότε το αφήνω να το διαβάσω καλύτερα και να σας τα πω πιο επιστημονικά. Αυτό πάντως που μου άρεσε, είναι ότι τελικά όλα ανάγονται σε τρίχες. Προβλέπω να παρατήσω την αγαπημένη μου κβαντική και να κολλήσω με τις επιστημονικές τρίχες. :)

Γαμάω εντελώς τα ποστ που ήθελα να κάνω αλλά επειδή με κόβω να τρέχω άσχημα αυτή την εβδομάδα, ας γράψω και κάτι τελευταίο. Είδα το Darwin’s nightmare. Είναι ένα ντοκυμαντέρ που περιγράφει την εκμετάλλευση των κατοίκων της λίμνης Βικτώρια στην Αφρική από την Ευρώπη. Δείχνει την φρικιαστική ζωή των ανθρώπων εκεί, τα παιδιά που μεγαλώνουν εντελώς μόνα στους δρόμους γιατί οι γονείς τους πεθαίνουν από aids, καθώς και την παραγωγή της πέρκας του Νείλου. Το φιλέτο της πέρκας πηγαίνει καθημερινά με αεροπλάνα στην Ευρώπη ενώ τα υπολλείματα του ψαριού συλλέγονται από τις λάσπες γεμάτα σκουλήκια, ξεραίνονται στον ήλιο και μετά πωλούνται στους πεινασμένους ντόπιους. Τα παιδιά σνιφάρουν κόλλα και μένουν αναίσθητα για ώρες (τόσο αναίσθητα που δεν καταλαβαίνουν ότι βιάζονται στον ύπνο τους). Το ντοκυμαντέρ σε μερικές περιπτώσεις, αποκαλύπτει ότι τα αεροπλάνα από την Ευρώπη δεν έρχονται άδεια. Μεταφέρουν όπλα. Fish for guns. Δείτε το και ελάτε μετά να μου πείτε πόσο διαφέρει η Ευρώπη από κακές Αμερικές και οτιδήποτε δεν είναι *εμείς*. Κούνια που μας κούναγε παγκοσμιοποιημένα μου.

[Βασικά έχω γράψει σεντονάρα και ούτε τα μισά δεν είπα. Αφήνω για το μέλλον κάτι βιβλία και για τα υπόλοιπα, μόλις βρώ χρόνο θα επανέλθω].

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2006

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ




Με πιάνει μερικές φορές το αναρχικό μου. Ένα κολλητάρι που δουλεύει στον ανεφοδιασμό πετρελαίου όλων των vips, στα βουπου και έχει ξεκωλωθεί αυτές τις μέρες να μοιράζει πετρέλαιο, μου λέει ότι απλά χτυπάει το κουδούνι, του δείχνουν την δεξαμενή, πάει, την γεμίζει, πληρώνεται και φεύγει. Κι αυτό του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν βάζουν όλοι αυτοί πετρέλαιο σαν κανονικοί άνθρωποι.


Δεν σου χτυπάνε το κουδούνι δηλαδή, να σε πανικοβάλουνε, να τρέξεις να τους «κόψεις» αν είναι καλοί άνθρωποι (ή αν θα σε κατακλέψουν), να πάτε παρείτσα στην δεξαμενούλα σου αφού πρώτα κεράσεις καφεδάκι, να μετρήσεις με την κουρμούτσα πριν και μετά, να τον κοιτάξεις βαθιά στα μάτια (sic) μπας και τελικά σ΄έκλεψε και δεν πήρες είδηση, να πάτε πάλι σπίτι, να σου πει την λυπητερή, να μετρήσεις τους μισθουλάκους ντάγκα ντάγκα, να τους δώσεις έτσι άδοξα, να τον χαιρετήσεις και μετά να ξαναπάς στην δεξαμενούλα για να την καμαρώσεις γεμάτη (εγώ την βγάζω και φωτογραφία στα πολύ χάι της). Άσε που εκείνες τις μέρες πάντα τάμα το ΄χουν, να είναι φίσκα τα δελτία ειδήσεων με όλους τους καινούργιους τρόπους για να σου φάνε λεφτά ή να νοθεύσουν το πετρελαιάκι σου. Άγχος του κερατά δηλαδή.

Γαμώ τους προλόγους αλλά πάλι το ξέσκισα στην πολυλογία. Κάθομαι λοιπόν και σκέφτομαι όλα αυτά που κάνουν κάποιοι άνθρωποι…αλλιώς. Πόση διαφορά έχει άνθρωπος με άνθρωπο όταν ο πρώτος άνθρωπος έχει ειδοποίηση ότι θα του κατασχέσουν το σπίτι για πεντακόσια ψωροευρώ που δεν τα ΄χει, και ο δεύτερος άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ πώς είναι ένα κομμένο τηλέφωνο (όχι ρε δεύτερε άνθρωπε, δεν τρέχουν αίματα). Και πολύ θα ήθελα να τους βάλω μερικές τρικλοποδιές για να δω πώς θ΄αντιδράσουν. Το αναρχικό που λέγαμε…

Να έβαζα λέει, μια πρόκα στην ρόδα της λιμουζίνας ενός βιπ και να τον ανάγκαζα να κατέβει κάτω μέσα στην μέση του δρόμου απ΄αυτούς με τις λακούβες, και μετά να έκανα την τηλεφωνήτρια και να του έλεγα ότι «συγνώμη αλλά δεν μπορούμε να σας στείλουμε ταξί, είναι όλα κατειλλημένα…έτερος, όβερ». Χα! Και να έμενε εκεί ο βιπ ή να έπρεπε να περπατήσει, να περιμένει το φανάρι ν΄ανάψει πράσινο, να φάει λάσπη από τον γνωστό μαλάκα γιοταχί, να καταπιεί καυσαέριο από ένα λεωφορείο και μετά να πάει να βγάλει άκρη με το κωλομηχάνημα που κόβει εισιτήρια για το μετρό. Μια γαμωπροκούλα τι θα του ΄κανε!

Να έκανα λέει, αυτή την στριμμένη που έχουνε για υπάλληλο εκεί στην κωλοΔεη της γειτονιάς μου και να του ΄κοβα το ρεύμα για τρεις ολόκληρες μέρες όοοοσα λεφτά κι αν μου ΄δινε «γιατί έτσι είναι τα πράγματα – λυπάμαι δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Και καπάκια να έκανα την ψηλομύτα υπάλληλο του Χίλτον, που θα έριχνε τα μούτρα του να πάει, μέχρι να φωταγωγηθεί η βιλάρα και να του έλεγα ότι «excuse me sir, there are no vacancies» και να αναγκαζόταν να πάει να μείνει σ΄ένα γαμιστρώνα στην Ομόνοια μαζί με πόρνες, πρεζάκια και αλλοδαποί. Και να του χτυπάγαν όλη νύχτα τα κουδούνια για πίπες, καμμιά δοσούλα ή για μεταχειρισμένα κινητά. Και να μην μπορούσε να κοιμηθεί γιατί οι κατσαρίδες θα του γαργάλαγαν τα πόδια και γιατί το μπάνιο δεν θα είχε πιγκάλ!!! (Το πιγκάλ είναι αυτό που εμείς ξέρουμε ως σκατοσκουπάκι).

…και καπάκια να του ζήταγα να μας πει την γνώμη του για την καινούργια τάση του Βαλεντίνο στα παντελόνια – σωλήνες. Και να το έβρισκε ενδιαφέρον και να μην με γαμωσταύριζε αλλά αντίθετα, να μου έλεγε πόσο πολύ του αρέσουν οι κολεξιόν του Βαλεντίνο και πόσο επηρρεάζεται από τη μόδα, αρκεί φυσικά να ταιριάζει στο σώμα του. Επίσης να τόνιζε πόσο ωραία είναι η ζωή, πόσα σύμπαντα συνομώτησαν για την κοσμάρα που τον έστειλαν να ζήσει και πόσο τελικά ο homo sapiens είναι ένα είδος και όχι τελείως διαφορετικά ζώα, με τελείως διαφορετικές παραστάσεις, με τελείως διαφορετικά σύμπαντα που πρέπει να κάτσουν να τα βάλουν να συνομωτήσουν.

(μαλάκα, όταν είμαι έτσι γράφω και γαμώ τις μεγάλες προτάσεις αλλά τώρα με φωνάζει το αφεντικό και δεν έχω χρόνο να τις μικρύνω για να με κάνω να φαίνομαι απ΄αυτές τις περίεργες γκόμενες που είναι ευκολοδιάβαστες, πολίτικαλισαμθινκ και κουλ. Πρέπει να έβρισα και λιγάκι, γουατέβερ).


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2006

FEVER



Εκείνο το βράδι είχαμε μείνει μόνοι. Όχι από επιλογή. Ήταν από εκείνα τα βράδια που ψοφάς για παρέα, ψοφάς για λίγο γέλιο και δεν μπορείς να τα ΄χεις. Από εκείνα τα βράδια που κουρνιάζει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και σχεδόν ακούς την ψυχή του να παρακαλάει να μην έρθουν κι άλλα στραβά. Και είσαι σίγουρη ότι έρχονται. Ότι έχουν ήδη φτάσει στην πόρτα σου απλά μένει να σου χτυπήσουν το κουδούνι. Ντριν. Και ξανά ντριν. Και δεν θέλεις ν΄ανοίξεις. Θέλεις να χτίσεις την πόρτα μέχρι απάνω με τούβλα και να μην την ανοίξεις ποτέ κι ας κλειδωθείς μέσα για πάντα. Δεν σε νοιάζει. Οι δυό σας μόνο φτάνει.

Εκείνο το βράδι δεν πέρασε εύκολα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι έκανε χρόνια να περάσει και αιώνες για να σβηστεί απ΄τις ψυχές μας. Που δεν σβήστηκε. Εκεί είναι ακόμα και στοιχειώνει. Μαζί με πολλά άλλα τέτοια βράδια.

Αυτό το βράδι είναι διαφορετικό. Όχι τίποτε σπουδαίο, δυό γραφειάκια, ένα ραδιάκι, μια καρέκλα στην μέση και δυό ζευγάρια πόδια που χαιδεύονται. Πού και πού κάνα χαμόγελο. Και σε λίγο ύπνος νωρίς. Υπάρχει λόγος. Απ΄αυτούς που κάνουν τα άσχημα βράδια να μην ξανάρθουν ποτέ. Το «ποτέ» δεν σημαίνει ποτέ. Σημαίνει όχι τώρα. Όχι αυτόν τον καιρό. Τουλάχιστον μέχρι να γαληνέψουν ξανά οι ψυχές μας. Ας είναι σε άλλους καιρούς. Δε σε νοιάζει.

Κάποτε μου έλεγαν ότι τα δύσκολα σε ατσαλεύουν. Πίπες. Σε κάνουν να φοβάσαι πιο πολύ. Να ζητάς τα εύκολα με όποιο κόστος, να θες να ξεχάσεις. Όμως τώρα το τοπίο ξεκαθαρίζει. Έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Τελικά δεν υπάρχουν εύκολα. Όλα δύσκολα είναι εκτός από αυτά που ζουν οι άλλοι. Μέχρι να μπεις στα παπούτσια τους. Δεν ζητάω πια τα εύκολα. Ζητάω αυτά που μπορώ να καταφέρω. Κι ας κουραστώ. Αρκεί η κούραση να είναι σωματική και να περνάει μ΄έναν ύπνο ή μια γερή αγκαλιά. Μέχρι εκεί. Όχι παραπάνω. Όχι τώρα.


Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2006

ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ



(και ασπρόμαυροι διευθυντές)

Εδώ και μέρες προσπαθώ να βγάλω απ΄το κεφάλι μου την φάτσα του και δεν μπορώ, ειλικρινά. Είπα να το ξεχάσω έχω τόσα πολλά να γράψω, είπα να μην το σχολιάσω γιατί μπορεί να είμαι λίγο παραέξω από τα παραδεκτά ήθη αλλά δεν τα κατάφερα. Με έχει στοιχειώσει εντελώς αυτός ο διευθυντής σχολείου που είδα προχθές το πρωί στην τηλεόραση να υπερασπίζεται τις θέσεις του ως προς την εμφάνιση των μαθητών.

Τους έριξε κανονικά στο φιλότιμο «ελάτε στην θέση μας, δείτε τις ευθύνες μας, τόσα παιδιά πρέπει να προσέχουμε». Κι απ΄την άλλη πάρτε κωλόπαιδα αποβολές να ΄χετε, που οι τρίχες σας είναι πέντε πόντους πιο μακριές. Και μετά έκαναν μια ωραιότατη συζήτηση περί της όλης συμπεριφοράς του μαθητού που απορρέει από την εξωτερική του εμφάνιση. Και μετά έφυγα για δουλειά φορώντας ότι μου άρεσε, ξέροντας ωστόσο ότι δεν μπορώ να αποκλίνω κατά πολύ από τα πρότυπα εμφάνισης που κυριαρχούν. Το σύστημα θα σε σφυρηλατίσει θες δε θες.

Προσπαθώ όμως να το καταλάβω και δεν μπορώ. Έχεις την άπειρη ευθύνη να προσέχεις, να διδάξεις και να διαπαιδαγωγήσεις ένα σωρό παιδιά. Έχεις όπλα τους καθηγητές που ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τις γνώσεις τους, την ψυχοσύνθεσή τους, τις αρχές τους. Έχεις όπλα τα βιβλία που ποτέ δεν μπορείς να επιβάλλεις το περιεχόμενό τους, τον τρόπο διδασκαλίας, το αν θα καταφέρουν όλοι οι μαθητές να τα μάθουν πραγματικά. Έχεις όπλα τα διαγωνίσματα που είναι συγκεκριμένος ο τρόπος που πρέπει να δίνονται, που βασίζονται στην αποστήθιση, που με ένα σκονάκι της προκοπής περνάει ο καθένας χωρίς ιδιαίτερη κριτική σκέψη.

Θέλω να πω, έχεις ένα σωρό σκατά να παλέψεις που ακόμα κι αν το κάνεις ρε άθλιε, τα παιδιά θα έχουν ΣΟΒΑΡΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ. Γιατί δεν μπορείς να επέμβεις στο μυαλό του κάθε μαλάκα καθηγητή και να κάνεις τον υποβολέα στο μάθημα. Δεν μπορείς να πιάσεις το βιβλίο της ιστορίας να του βάλεις φωτιά στην μέση του προαυλίου και να διδάξεις πέντε διαφορετικά βιβλία ιστορίας να γνωρίσουν τα παιδιά όλες τις όψεις της. Δεν μπορείς να κάνεις διαγωνίσματα όπως τα θες και με ό,τι θέμα θες. Δεν μπορείς να προάγεις με άριστα έναν μαθητή που δεν θυμάται ημερομηνίες αλλά έχει λαμπρό μυαλό. Δεν επιτρέπονται αυτά.

Και πας ρε καθίκι και ασχολείσαι με την εμφάνιση του κάθε μαθητή; Το μοναδικό πράγμα που επιτρέπει στο παιδί λίγη ελευθερία. Λίγη προσωπικότητα. Μια κόκκινη τούφα στα μαλλιά, ένα σκουλαρίκι, πέντε χάντρες στο χέρι είναι το πρόβλημά σου; Αυτά, είναι λόγοι αποβολής από το άθλιο σχολείο σου, μακριά από τα καμμένα μυαλά σας, έξω από τους μολυσμένους χώρους σας όπου απαγορεύεται η σκέψη κι εσείς κολλάτε στο θεαθήναι.

Θα νιώσω πραγματικά ήσυχη όταν δω ΕΝΑΝ διευθυντή σχολείου με μισοξυρισμένο πορτοκαλί κρανίο να καπνίζει φούντα σε παράθυρο τηλεόρασης και μιλώντας αγγλικά να δίνει εισιτήρια συναυλιών στους μαθητές του που είχε υποσχεθεί όταν θα περνούσαν στο Πανεπιστήμιο με άριστα.

(το παράχεσα αλλά είναι δεδομένο ότι έχω το ακαταλόγιστο πια)


Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2006

BEEN THERE



…I’m done.-

Τα μάτια μου τσούζουν. Είχα μήνες να γράψω με ρίμελ στις βλεφαρίδες και make up στα γυαλιά αλλά τώρα πρέπει να το συνηθίσω. Πήγα για δύο μέρες εκπαίδευση και έχει και αύριο. Τους έβαλα στην θέση τους όμως μια χαρά. Με το που πάτησα το πόδι μου ξεκαθάρρισα τί θέλω από όλους. Πήρα συνέντευξη από έναν έναν και τους έκοψα τον τσαμπουκά μιά και καλή. Ξέρουν επακριβώς ποιός θα με ξυπνάει, ποιός θα μου κάνει καφέ, ποιός θα κρατάει τα τηλεφωνήματά μου και ποιός θα μου κάνει μασάζ στην πλατούλα μου που πιάνεται εύκολα. Βρήκα και έναν να μου κάνει αέρα αλλά θέλει λίγη εκπαίδευση ακόμα γιατί δεν χειρίζεται καλά το πίπουλο.

Είχα πολλές αντιρρήσεις η αλήθεια αλλά επιβλήθηκα του κερατά. Δεν είναι δα και τίποτε τρομερό. Εκεί που πάει να σου υψώσει φωνή ο κάθε τυχάρπαστος υπαλλιλίσκος, τον βουτάς απ΄τον λαιμό και μόλις του πεταχτούν τα μάτια όξω (όχι πριν, δεν θα το αποστηθίσει καλά – καρατσεκαρισμένο) τότε του λες τί ακριβώς περιμένεις απ΄αυτόν.

Και μετά κάαααααθεσαι. Με έναν βρωμοκαλλιτέχνη είχα ένα θεματάκι, μου ΄κανε τον έξυπνο, είναι και κάτι εκατοστάκια πιο ψηλός αλλά του έκανα μια περίεργη λαβή και τον τουμπάραμε κι αυτόν. Να ξέρετε αι καλλιτέχναι έχουν αχίλλειο πτέρνα τον κώλο τους. Άπαξ και τους τον πιάσεις, καθάρισες.

Φέρτε μου κι άλλους, λέμε! Τώρα που πήρα φόρα θα γίνω καπιτάλα του κερατά. Φέρτε μου γραφεία, υπαλλήλους, ιεραρχίες και αφεντικά. Μέχρι μπαράκι τους είπα να μου στήσουν. Τί στο καλό, πιάσαμε δουλειά και δεν θα πίνουμε τα ουισκάκια μας; Ήρθε η διευθύντρια να διαμαρτυρηθεί. Τί λες κυρά μου, πού το έχεις ξανακούσει ολόκληρη εταιρεία χωρίς ντρικς; Μέχρι φυστίκια θα μου πάρουν. Αμ πως!

Έλα, με κουράσατε και τέτοια μυαλουδάρα δεν κάνει να την καίμε τσάμπα. Πάω για τούφες.

Άσχετο: Ρε σεις, άμα το αφεντικό ζητήσει καφέ με γάλα (για μια φίλη μου ρωτάω, λέμε)  δηλαδή πόσο ακριβώς γάλα βάζεις;

Moooving at last…   :D



Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2006

POOR BOYS



Καλά ρε γαμώτο έπρεπε να γίνουν όλα αυτά μία βδομάδα πριν πιάσω δουλειά; Μιλάμε για πολύ φοβερά γεγονότα. Γιατί αν κάτσετε και βάλετε στο μικροσκόπιο την ζωή της νοικοκυράς, τί σκατά χαιρόμαστε; Μαγειρεύουμε, ξεσκονίζουμε, πλένουμε, σκουπίζουμε και τί μας μένει να ξεσκάσουμε λίγο; Ακριβώς. Τα ψώνια. Η ώρα που θα σημειώσουμε τις ελλείψεις του νοικοκυριού, θα βγούμε λίγο έξω και θα πάμε να χαζέψουμε στα ράφια του σούπερ μάρκετ. Τίποτε φοβερό για όλους εσάς αλλά για μας είναι ίσως η μόνη ώρα της προκοπής. Αλλά ακόμη και αυτό, άχαρο. Μέχρι σήμερα το πρωί.

Ξυπνάω, πίνω στα γρήγορα την πρώτη κούπα καφέ, φοράω τα καινούργια μου τεράστια γυαλιά που όταν γελάς κουτουλάνε με τα δόντια σου και πάω για χάζεμα. Συνήθως κάνω κάνα εικοσάλεπτο μέχρι να αποφασίσω τί στο καλό θα μαγειρέψω και μετά στήνομαι στην ουρά του ταμείου. Η ουρά σήμερα άφαντη. Όλα τα ταμεία άδεια εκτός από ένα που γινόταν της μουρλής. Όλο χαρά εγώ τρέχω γρήγορα και πάω στο πρώτο άδειο ταμείο που βρήκα μπροστά μου. Η Τζένη εκεί (ναι άμα είσαι νοικοκυρά αρχίζεις και ξέρεις φάτσες, ονόματα, μέχρι και το διαιτολόγιο της κάθε πωλήτριας) και βάλθηκα γρήγορα γρήγορα να αδειάζω το καλάθι. «Πώς έτσι σήμερα λάσκα Τζενάκι;» για να πάρω την φοβερή απάντηση «μυρίστηκαν αρσενικό ρε, δεν βλέπεις;». Και τότε κάνω να δω και τί να δω;

Ο Διευθυντής του σούπερ μάρκετ είχε την φαεινή ιδέα να προσλάβει άντρα ταμία. Καλά, όταν λέμε άντρα μην φανταστείτε κανέναν άντρα άντρα, πιο πολύ σε παιδάκι έφερνε αλλά πουλάκι είχε. Και αυτή ήταν η κεντρική ιδέα. Βάλε πουλί σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με γυναίκες και σώθηκες. Όλες είχαν στηθεί στην σειρά και του έπιαναν κουβέντα. Μία γέμιζε τσάντες, άλλη τον ρώταγε πώς του φαίνεται η καινούργια δουλειά και οι παραπίσω σχολίαζαν. Μία μάλιστα χάιδευε συνέχεια τα μαλλιά της. Η Τζένη μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο Γιωργάκης τις έχει ξεκουράσει αφάνταστα αλλά ήδη από την δεύτερη μέρα έχει κλατάρει. Δεν προλαβαίνει ούτε τσιγάρο να κάνει. Poor Γιωργάκη πού να ΄ξερες...

Το έργο το ΄χω ξαναδεί. Κάποτε αυτό το είχαμε κάνει και στα ινστιντούτα. Το πήραμε πρέφα όταν κλείσαμε συμβόλαιο με ένα πρακτορείο να κάνουμε αποτρίχωση από την μέση και πάνω σε όλους τους άντρες μοντέλα. Όταν είχαν ραντεβού αυτοί οι τύποι, κατά περίεργο τρόπο, έβρισκαν όλες οι πελάτισσες να «περάσουν έτσι για βόλτα». Στο σαλόνι που περίμεναν οι μοντέλοι είχαν απαξάπαντος τρεις τέσσερις γυναίκες να τους πλαγιοκοπούν.

Ε, μυαλό ήθελε; Πήραμε δυό τρεις (φράγκα δεν έβγαζαν ούτως ή άλλως απ΄την δουλειά τους) τους χρίσαμε διαιτολόγους, γυμναστές, αισθητικούς, διευθυντές και τους αφήσαμε να περιφέρουν την ομορφιά τους στον χώρο γενικώς και αορίστως. Μια άσπρη ρόμπα, ένα ταμπελάκι και καθαρίσαμε. Πήξαμε στην δουλειά. Ειδικά ο «διαιτολόγος» έκανε χρυσές δουλειές. Επιβαλλόταν άψογα, τις ζύγιζε και τις περισσότερες φορές έχαναν πολύ περισσότερο απ΄ότι έπρεπε. Δε πα να γάνιαζε τόσο καιρό η αληθινή διαιτολόγος; Τίποτε αυτές. Αν δεν το ΄λεγε ο μοντέλος, δεν έχαναν γραμμάριο. Μεγάλο κίνητρο το πουλί και μεταξύ μας αναλογικά πάντα, σέρνει και στόλο μαούνες άμα λάχει.

Η κόμπλα έγινε αμέσως μετά. Γιατί η ομορφιά δεν σου φτάνει άμα δεν την έχεις όλη δικιά σου. Άρχισαν τα παραπονάκια «μα γιατί δεν έχει χρόνο να με δει σήμερα ο διαιτολόγος; Εγώ δηλαδή δεν πληρώνω;» Μετά άρχισαν οι ζήλειες «γιατί αυτή κάθεται πιο πολλή ώρα στο γραφείο του κι εμένα με ξεπετάει όποτε με βλέπει;» Και μετά άρχισαν οι μπόμπες «Πού είναι αυτό το αρχίδι που κάνει τα γλυκά μάτια στην γυναίκα μου;» Και μετά αποφασίσαμε ότι καλό είναι οι γυναικείοι χώροι να μένουν γυναικείοι αν θέλουμε να έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας. Ή ακέραιο.


Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2006

MEIN KAMPF 2006



(δε σίκουελ)

Σε μια γρήγορη μετάφραση από την wiki το βιβλίο Mein Kampf γράφτηκε από τον Α.Χίτλερ έπειτα από χρόνιες παρατηρήσεις κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Βιέννη. Η ιδεολογία του λοιπόν διαμορφώθηκε όταν παρατήρησε ότι υπήρχε μία φυλετική, θρησκευτική και πολιτιστική ιεραρχία στην πόλη αυτή. Στην κορυφή ήταν η Άρεια φυλή και στην βάση οι Εβραίοι και οι Τσιγγάνοι. Θεωρούσε ότι η ανάμειξη φυλών επέφερε εθνική και γλωσσική αποδυνάμωση και ότι η δημοκρατία δίνοντας δύναμη σε μειονότητες λειτουργούσε αρνητικά. Και μετά τους γάμησε πατόκορφα (οκ, αυτό δεν το λέει η wiki).

Η όλη φάση ξεκίνησε πάντως με το ίδιο ακριβώς σούσουρο όπως στις μέρες μας, μόνο που τότε δεν εξελίχθηκε ακριβώς σε σούσουρο: μετανάστες - ανεργία – αλλοίωση γλώσσας – η πολυπολιτισμικότητα ως μάστιγα – εθνική έξαρση – προγονολατρεία – νεοναζί (ή με κάποιο άλλο πιο ήπιο όνομα αλλά νεοναζί του κερατά) - βία. Αυτή τη στιγμή όλα αυτά, έδωσαν ένα 7,3% σε 6 νεοναζί βουλευτές στο κρατίδιο Μεκλεμβούργου – Πομερανίας στην Γερμανία. Of all places στην Γερμανία.

Κουλό ε; Αλλά τόσο γνώριμο. Η Ελλαδίτσα έχει ήδη πέσει στην ίδια λούμπα. Όπως κι αν το ονομάζουμε, όσο κι αν «θέλουμε να βοηθήσουμε τους καημένους τους μετανάστες», η βιβλιοθήκη μας είναι γεμάτη από εθνικιστικά βιβλία που «αποδεικνύουν» την ανωτερότητα του Έλληνα, οι δουλειές μας γεμάτες με χαμηλόμισθους «κακομοίρηδες» (αλλά πάντα υποδεέστερους το μυαλό μας ανθρώπους), οι πόλεμοι για τον εκφυλισμό της γλώσσας μαίνονται και η πρώτη βρισιά που ξεστομίζουμε δεξιά αριστερά είναι «Αλβανός» και «Γύφτος».

Σε λίγες μέρες πάλι θα ανοίξουν άπειρες συζητήσεις για το ποιός έχει δικαίωμα να σηκώσει τη σημαία και θα ακούμε εκλεγμένους βουλευτές να ισχυρίζονται ότι «Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι». Στις επερχόμενες εκλογές οι ακροδεξιοί (το ΛΑΟΣ π.χ.) θα ανέβουν σημαντικά και οι υποστηρικτές τους θα νομίζουν ότι έτσι προφυλάσσουν το σπίτι τους. Ότι αυτοί, δεν είναι ακροδεξιοί αλλά οι άλλοι δεν είναι Έλληνες και πρέπει να φροντίσουμε να μην γίνουν ποτέ για να μην πεινάσουμε. Όλα τα δεινά της εποχής μας βρίσκουν έναν βολικό στόχο για να φτάσουμε στην good old ιδεολογία του mein kampf.

Μας λείπει μόνο μια γερή πένα, ένας ευφυής μισάνθρωπος και μπόλικη βία. Γιατί αν δεν το βλέπετε ήδη μπροστά στα γλαρά μάτια σας, το έδαφος είναι πανέτοιμο, η εξαθλίωσή μας εντείνεται και τα στρατόπεδα θεωρείστε ότι έχουν ήδη χτιστεί:

Παράγκες φλέγονται και μικρά τσιγγανόπουλα τρέχουν για να σωθούν. Κάποιοι "λευκοί" κάτοικοι της Νέας Κίου, κρατώντας αναμμένα δαυλιά πυρπολούν τις καλύβες ως νέα "Κου Κλουξ Κλαν" βρίζοντας πρόστυχα. Φωνές πανικού απ΄ τις γυναίκες τσιγγάνες "Μας κάψανε οι Κιώτες, βοήθεια συνανθρώποι", και οι υπάνθρωποι να συνεχίζουν να πυρπολούν με μπιτόνια βενζίνη”.


Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2006

ΚΛΩ(Ν/ΣΣ)ΕΣ





Είδα σήμερα στον δρόμο μια πελάτισσα που έκανε συχνά «τσιμπηματάκια» στο ινστιντούτο. Όχι τίποτε δραστικό, από αυτά που τσιμπάς εδώ, τσιμπάς εκεί και το αποτέλεσμα μοιάζει διαολεμένα με το τσίμπημα μέλισσας. Χαιρετηθήκαμε, μου είπε τα νέα της, της είπα τα δικά μου και ακόμα σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιά απ΄όλες ήταν.

Αυτές που ήταν μόνιμες πελάτισσες στις μίνι πλαστικές επεμβάσεις είχαν συνήθως συγκεκριμένο προφίλ και έμοιαζαν πολύ, γι΄αυτό και τις λέγαμε οι «κλώνσσες» (=κλώνοι+κλώσσες). Από σαράντα έως πενήντα πέντε, ξανθιές απαξάπαντος, απαραιτήτως με κολλητά παντελόνια, καραμαυρισμένες και με μεγάλα ντεκολτέ ακόμα κι αν ανάμεσα στα βυζιά τους υπήρχε το φαράγγι της Σαμαριάς από τις απανωτές σιλικόνες. Μιλούσαν όλες με τον ίδιο τρόπο και φορούσαν το ίδιο φούξια κραγιόν που χυνόταν πάνω στα άσπρα δόντια τους.

Το περίεργο με αυτές τις γυναίκες ήταν ότι τις μπέρδευα κι ας τις έβλεπα συνέχεια για μήνες. Γιατί εκτός από όλα αυτά τα κοινά, ακόμα και οι επεμβάσεις που επέλεγαν ήταν οι ίδιες και οι φάτσες τους μετά ήταν ακόμα πιο ίδιες. Τα φουσκωτά χείλια, τα τραβηγμένα μάτια και οι μικρές πεταχτούλες μύτες σχεδόν εξαφάνιζαν το βλέμα τους που ήταν το μόνο χαρακτηριστικό που τις έκανε να διαφέρουν.

Ακόμα και οι οικογένειές τους ήταν παρόμοιες. Οι άντρες τους γιατροί ή δικηγόροι ή γενικώς φραγκάτοι και εργασιομανείς, τα παιδιά τους στο εξωτερικό, από κάτω παρκαρισμένο το τζιπ και ο γκόμενος κάθε τρεις και λίγο ντριν στο κινητό. Που ακόμα και τα κινητά τους είχαν ringtones τα ίδια καραστάνταρ σκυλάδικα.

Είχα φτάσει στο σημείο, απλά βλέποντάς τις να ξέρω για ποιό λόγο είχαν επίσκεψη μόνο με ένα τσεκάρισμα στο τί είχαν κάνει γιατί οι επεμβάσεις τους επαναλαμβάνονταν. Bottox, σιλικόνη χείλια, bottox, στήθος, bottox, λίγη ακόμα σιλικονίτσα στα χείλια, bottox, λίιιιγο πιο φουσκωτό στήθος, bottox. Ένας ευκολότατος τυφλοσούρτης και μια ωραιότατη μέθοδος πώλησης : «ωραίο το bottox που κάνατε σήμερα, τί λέτε δεν είναι καιρός να κάνουμε λίιιιγο πιο φουσκωτά τα χειλάκια;» Η απάντηση ήταν «αχ ναι λιγάααακι όμως». Και μετά ήρθαν οι μέλισσες.

Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ ήταν πώς γίνεται τόσες πολλές γυναίκες να έχουν ακριβώς την ίδια αισθητική. Ούτε ένα ματοτσίνορο διαφορά. Ούτε μια τρίχα απ΄τα μαλλιά. Ούτε καν ένα ringtone. Η κλώνσα όμως, είναι ένα πολύ ευαίσθητο πλάσμα και ιδιαίτερα οξύθυμο. Γκρεμίζεται με μιάς ο κόσμος της (ή ο δικός σου αν έχει νεύρα) με μια απλή ερώτηση : «συγνώμη, πώς είπαμε το ονοματάκι σας;»

Και είναι δύσκολο να κατανοήσεις πώς ενώ ψοφάνε να γίνουν όλες ίδιες, μετά τσαντίζονται που τα κατάφεραν. Θες κυρά μου να διαφέρεις; Βάψε τη μύτη κόκκινη, κάνε το ένα βυζί πιο μεγάλο, κόψε το ένα αυτί, κάνε κάτι τέλος πάντων να σε θυμόμαστε!


Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2006

ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ





Η newagevictim είναι είκοσι χρονών, πάσχει από ΙΔΨ και γράφει αυτά για να ζητήσει βοήθεια από τυχόν ψυχιάτρους που διαβάζουν.


Εγώ θέλω απλά να της στείλω μια αγκαλιά και να της ευχηθώ να βρει γρήγορα μια λύση.


ΜΙΣΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ





Μόλις πληροφορήθηκα ότι ο Ψωμιάδης μοιράζει πακέτα μακαρόνια με την φάτσα του σε παλινοστούντες (και μάλιστα μακαρόνια που προέρχονται από ανθρωπιστική βοήθεια της ευρωπαικής ένωσης).

Να τον πληροφορήσω ότι τα μακαρόνια είναι μαλακία να τα τρως σκέτα. Ας τα δίνει με σαλτσάκια, γιατί ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση χωρίς σάλτσα είναι μισή δουλειά και θα πάει στράφι τέτοια φάτσα πάνω στα μακαρόνια.