Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2006

ΝΟΥΣ ΥΓΙΗΣ ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ...ΤΙ ΕΙΠΑΤΕ;

Για να δείτε πόσο μαλάκες και ρατσιστές ήταν καμμιά φορά αυτοί οι αρχαίοι. Αντείτε πείτε το σε έναν ανάπηρο μαλάκες. Αλλά βέβαια, τότε είχανε έναν Καιάδα και τέρμα. Και έρχεστε τώρα και ευαγγελίζεστε πράγματα που θα ΄πρεπε να τα διαβάζουμε και να τα παρατάμε στην εποχή τους, απλά δεχόμενοι ότι για ΤΟΤΕ προσπαθούσαν να το δουλέψουν λιγάκι το μυαλό τους. Και μάλιστα όχι απαραίτητα με επιτυχία.

Ο κάθε άνθρωπος ζώα, παλεύει με ότι του δόθηκε. Με ένα μικρό μυαλό, με ένα στραβό πόδι, με μια κατεστραμένη σπονδυλική στήλη. Το να παίρνεις έναν άνθρωπο που έχει έναν απαράδεκτο σωματότυπο (για τα δικά σου μέτρα) και να του κάνεις πλύση εγκεφάλου ότι θα ευτυχήσει αν πλακωθεί στις γυμναστικές και στις ευεξίες είναι φασιστικό. Και τονίζω δεν μίλησα για κιλά, μίλησα για σωματότυπο. Υπάρχουν και άνθρωποι που όσα κιλά και αν χάσουν, όση γυμναστική και αν κάνουν, έχουν τέτοια δομή οστών που δεν τους επιτρέπει να χωθούν στα ηλίθια στερεότυπά σας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η νευρική ανορεξία και η βουλιμία έχουν να κάνουν με διαστρέβλωση της εικόνας μας στον καθρέφτη. Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που θύματα αυτής της εγκεφαλικής πλύσης αρνούνται να δουν την πραγματική τους εικόνα και πάντα κυνηγούν το τέλειο στον καθρέφτη ακόμη κι αν το έχουν καταφέρει. Αφήνοντας συνήθως ένα λαμπρό μυαλό να πάει στράφι, ένα περιβάλλον αγαπημένων να μαραζώσει και μια σεξουαλική ζωή να καταστραφεί. Και τα έβλεπα μπροστά μου για χρόνια.

«ΥΓΙΗΣ» με την έννοια αυτού του ηλίθιου ρητού κύριοι, είναι για μένα ο άνθρωπος που παλεύει με ότι του δόθηκε. Εμένα τουλάχιστον μου αρκεί.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2006

ΟΡΘΟΡΕΞΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΕΤΑΛΙΕΣ

Γενικά, χωρίς ακόμη να έχω εντοπίσει τον λόγο τσαντίζομαι απίστευτα όταν οι συζητήσεις πάνε προς την υγιεινή διατροφή, την γυμναστική, τον τρόπο ζωής, τα βλαβερά του καπνίσματος. Οκ, κατέχουν ένα κομματάκι στο κεφάλι μου αλλά συνήθως τα άτομα που συζητάνε τέτοιου είδους θέματα κολλάνε άσχημα. Και νοιώθω πολύ πιεσμένη όταν μου μιλάνε γι΄αυτά. Όχι απαραίτητα επειδή δεν γυμνάζομαι- τρεις- φορές- την- εβδομάδα- για- μια- ώρα, αλλά επειδή οι άνθρωποι που ασχολούνται, σχεδόν πάντα γίνονται πολύ πιεστικοί.

Υπάρχουν πράγματα τελικά που δεν με πείθουν για σωστά. Ήδη, ως προς την υγιεινή διατροφή αν και το φανταζόμουν, επιβεβαιώθηκα (αρκεί να είχα προλάβει να βρω πρώτη ένα καλύτερο όνομα -γμτ). Ίσως να υπάρχει ανάλογος όρος και για τους κολλημένους με την γυμναστική. Ίσως ευθυγυμνασία. Δεν είναι υγιής αθλητισμός αυτό το κόλλημα, δεν είναι χόμπυ. Όταν κάτι που υποτίθεται έχει σκοπό να σου βελτιώσει την ζωή (ή έστω να διασκεδάσεις), σου την μετατρέπει σε μαρτύριο, όταν επιστρατεύεις την ψυχολογία και την ιατρική για να πείσεις για το πώς πρέπει να νοιώθει κάποιος απέναντι ας πούμε, σε ένα ταψί μουσακά ή σε μια γκόμενα που τον αποσπά όταν δουλεύει γάμπες (sic), όταν και οι συναναστροφές σου ακόμη έχουν κοινό σημείο αυτήν την ενασχόληση, κάτι έχει πάει στραβά.

Μπορεί να κάνω λάθος αλλά όταν κάτι περιλαμβάνει τις φράσεις «αλλαγή φιλοσοφίας», «διαφορετική στάση ζωής», «καινούργιος κόσμος, καινούργια ζωή», «υγιής στάση», «νους υγιής εν σώματι...», «πάρτε τη ζωή σας στα χέρια σας», εμένα μου μοιάζει πολύ με την θρησκεία και τρομάζω.

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Η παρέα μου ποτέ δεν αποτελείτο από επαρκή αριθμό γυναικών, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα υποχρεωμένες να ακούμε πολύωρες αθλητικές αναλύσεις. Λέγαμε και τίποτε κουτσομπολιά αλλά πάντα θα υπήρχε μια γαμημένη λεξούλα που θα παρέπεμπε σε αθλητικά για να καταστρέψει την όλη συζήτηση.

-Καλά, είδα μια ταινιάρα χθες το βράδι...

-Όχι ρε! Και δεν είδατε τον Θρύλο που σάρωσε;

-Μπλα μπλα μπλα...

Μαρτύριο. Μες στην συζήτηση πεταγόμουν και το ΄σωζα.

-Η Α. αρραβωνιάστηκε!

-Ποιόν;

-Τον Β. Τον θυμάσαι απ΄το Λύκειο;

-Ναι μωρέ. Αυτός ο μαλάκας που έπαιζε μπάσκετ και είχε τις καλύτερες γκόμενες.

-Θυμάσαι εκείνο το τρίποντο που έριξε στον τελικό με το 3ο Λύκειο;

-Μπλα μπλα μπλα...

Σκατά! Αλλάζαμε λοιπόν θέσεις όπως στα παλιά τα χρόνια, χωριζόμασταν σε γυναίκες και άντρες και το ρίχναμε στην μπιρίμπα. Πού και πού μας θυμούνταν για κάνα φιλάκι ή για να μας δείξουν πώς παίρνουν πιο γρήγορα το μπιριμπάκι. Πάλι σκατά. Στο τέλος τους παρατάγαμε τα χαρτιά μας και το συνέχιζαν μόνοι τους καπάκια με το στάνταρ μπλα... ο Καρεμπέ...μπλα... γαμιέται ο Πάο.... μπλα...βυζάρες.... μπλα...σκάστε θα μας ακούσουν... μπλα...

Ο Σωκράτης με έσωσε. Δεν πήγαν τσάμπα βλέπετε τόσα χρόνια στα Πανεπιστήμια. Έσπειρα λοιπόν «καινά δαιμόνια». Βασικά τα δικά μου δαιμόνια ήταν κακά και όχι καινά αλλά η μόρφωσή μου ήταν τέτοια που μου επέτρεπε να κάνω την Γνώση ότι γούσταρα. Άλλωστε το μυαλό μου δεν έπασχε ποτέ από δυσπαρεύνεια. Βούταγε την Γνώση, την γλίστραγε μέσα, την επεξεργαζόταν και την έβγαζε τζάααααμι.

-Ρε συ, τί έχεις στο πρόσωπό σου;

-Τί έχω;

-Είναι πολύ μουντό. Έχεις ξηροδερμία;

-Τί είναι αυτό;

-Φοράς ενυδατική; Άσε που οι ρυτίδες έκφρασης τείνουν να γίνουν γήρατος.

-Λες ε;

-Εγώ; Πώς είναι το δικό μου πρόσωπο;

-Για έλα στο φως...πω πω, χάλια! Μαύρα στίγματα, πανάδες, χέστα. Έχεις κάνει ποτέ καθαρισμό;

-Όχι...κακό ε;

-Καλά χέστε με, με τις φάτσες σας βαριέμαι τώρα. Που λέτε κορίτσια, βγήκε μια μάσκα φανταστική. Την απλώνεις στη μούρη, στεγνώνει και βγαίνουν όλα τα μαύρα στίγματα. Άσχετο, τον είδατε τον Μπέκαμ; Τί μάναρος!

-Πότε θα μου κάνεις καθαρισμό;

-Μπα, βαριέμαι. Που λέτε κορίτσια, ο Γεωργάτος...μπλα μπλα μπλα.

ΧΑ!

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2006

ΛΑΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Ένα από τα καλύτερα, αλλά δυσκολότερα επαγγέλματα που έχω κάνει ποτέ μου είναι σε λαική αγορά. Είναι απίστευτα διαφορετικό να βρίσκεσαι μπροστά από πάγκους, να ακούς πειράγματα, αστεία και ντελάληδες αλλά και τόσο παράξενο να είσαι από την μέσα πλευρά του πάγκου. Αυτοί που θα σου φαίνονταν αστείοι, γραφικοί και άξεστοι είναι πια οι συνάδελφοί σου, όλοι τους πολύ κουρασμένοι για να αφήσουν άλλη μια μέρα να περάσει χωρίς να την χρωματίσουν με αστεία. Είναι σχεδόν αναγκαστικά τα αστεία στις λαικές.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ζωή. Δεν εννοώ προσωπική ζωή, εννοώ ζωή γενικότερα. Σπανίως είναι παντρεμένοι, αλλά και αν είναι, ζουν σαν μοναχικοί. Άλλωστε όταν η μέρα σου ξεκινά στις τρεις τα ξημερώματα, όταν τα ρούχα σου έχουν μοναδικό σκοπό να μην κρυώνεις και όχι να είσαι εμφανίσιμος, όταν πηγαίνεις σπίτι στις έξι το απόγευμα δεν είναι εύκολο ούτε καν να ανοίξεις την τηλεόραση. Και είναι τόσο φοβεροί άνθρωποι. Αν δηλαδή είχαν το κουράγιο να σου εξιστορήσουν λίγη απ΄την ζωή τους.

Όταν ξεκίνησα για ένα μικρό διάστημα να βοηθάω τους γονείς μου στις λαικές ντρεπόμουν πολύ. Είχα μόλις τελειώσει το λύκειο και έπρεπε να τους βοηθήσω για λίγους μήνες πριν ξεκινήσω σπουδές. Ευτυχώς οι λαικές αυτές βρίσκονταν στα προάστεια της Αττικής. Δεν θα χρειαζόταν να συναντήσω κανέναν γνωστό εκτός από τις Κυριακές που πηγαίναμε στο παζάρι του Πειραιά. Εκείνες τις Κυριακές ήμουν συνεχώς κρυμμένη πίσω από τον πάγκο όταν κάποια συμμαθήτρια περνούσε τυχαία από εκεί.

Όλες τις υπόλοιπες μέρες, αν εξαιρέσω την απίστευτη κούραση, μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Πριν ακόμα χαράξει στήναμε τον πάγκο, στολίζαμε το εμπόρευμα, τακτοποιούσαμε τις κούτες, βάζαμε τιμές. Απέραντη ησυχία. Μέχρι που όλοι τελείωναν το στήσιμο και άρχιζαν τα πηγαδάκια μέχρι να χαράξει. Άναβαν φωτιές σε βαρέλια και ο καφετζής μοίραζε τους ζεστούς καφέδες. Καμμιά φορά, όταν το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό, το μενού περιελάμβανε σούπα σε ποτηράκια και κονιάκ. Τότε γίνονταν οι πραγματικές κουβέντες με αυτούς τους ανθρώπους. Τότε καταλάβαινες ότι αυτή ήταν η πιο σημαντική ώρα της μέρας τους. Η κουβέντα πάντα πήγαινε σε ουσιαστικά πράγματα, σε προβλήματα, σε έννοιες. Με τους πιο πολλούς συναντιόμασταν μόνο μια φορά την βδομάδα, ενώ με άλλους περισσότερες.

Είχαμε αφήσει ένα σωρό συζητήσεις στην μέση. Βιάζονταν να σου πουν για τα παιδιά τους που «πρόκοψαν», που σπουδάζουν, που δεν θα είναι αναγκασμένα να κάνουν αυτήν την δύσκολη δουλειά. Αλλά πάντα μας διέκοπτε ο ήλιος και οι πρώτες βιαστικές πελάτισσες που έρχονταν πριν πιάσουν δουλειά στα εργοστάσια. Τότε όλοι, άλλαζαν φάτσα και άρχιζαν να διασκεδάζουν τον κόσμο. Αθυρόστομα στιχάκια, μοιρασμένα σε διαλόγους μεταξύ του μανάβη, του ψαρά, του λουλουδά. Αν πέρναγε καμμιά όμορφη κοπέλα, ήταν η καλύτερή τους. Τρεις προτάσεις γάμου, ένα λουλούδι και ένα φρούτο ήταν τα συνηθισμένα δώρα τους στην ομορφιά. Ήταν άλλωστε κάτι πολύ σπάνιο η ομορφιά στις λαικές και στις ζωές αυτών των ανθρώπων.

Η πιο αγαπημένη μου λαική ήταν στους πρόποδες της Πάρνηθας, στον Άγιο Διονύση. Η λαική αυτή ήταν σε έναν τεράστιο δρόμο και ψηλά στο τέλος του ήταν ένα κακόφημο κλαμπ. Πριν χαράξει ο δρόμος αυτός γινόταν πασαρέλα για μεθυσμένους, πόρνες και περιθωριακούς. Τότε τα πειράγματα ξεκινούσαν απ΄την νύχτα. Οι γυναίκες αυτές, ρωσσίδες οι περισσότερες, έρχονταν κατευθείαν από την δουλειά για να προμηθευτούν καλλυντικά και γυαλιστερά μπιχλιμπίδια απ΄τον πάγκο μας. Όλοι μαζεύονταν τριγύρω να χαζέψουν αυτές τις φανταχτερές γυναίκες και οι γονείς μου μετά βίας μπορούσαν να συννενοηθούν στην γλώσσα τους. Δοκίμαζαν σκουλαρίκια, κραγιόν, δαχτυλίδια, φλέρταραν με τους λαικατζήδες, άλλες χόρευαν, άλλες γλυκοκοίταζαν τον μπαμπά μου. Εγώ και η μαμά, του κάναμε πλάκα όλη μέρα.

Ένα πρωί μια γυναίκα λιγάκι πιο στρουμπουλή και πιο ηλικιωμένη απ΄τις υπόλοιπες, πλησίασε τον μπαμπά μου. «Πόσο κάνει αυτό;» δείχνοντας ένα τεράστιο βραχιόλι με πούλιες. «Τρία κατοστάρικα, κούκλα μου»της είπε ο μπαγάσας. Η μαμά μου με κλώτσαγε κάτω από τον πάγκο. Η γυναίκα συνέχισε το φλερτ με τον μπαμπά μου, ενώ είχε φορέσει σχεδόν ότι είχαμε πάνω στον πάγκο. Η μαμά δεν άντεξε. «Δεσποινίς, σας αρέσει ο κύριος;» «Άντρας σου είναι;» «Όχι βέβαια, υπάλληλος». Οι λαικατζήδες είχαν λυθεί στα γέλια. «Ωραίο παιδί είναι». Το χαμόγελό της με τα χρυσά δόντια, είχε φτάσει μέχρι τα αφτιά.

Ο μπαμπάς μου είχε κοκκινήσει και είχε κρυφτεί στο φορτηγό κάνοντας πως τακτοποιεί το εμπόρευμα. «Εντάξει, θα σας τα κανονίσω εγώ», της είπε η μαμά μου. Όλη η λαική από τότε και κάθε βδομάδα περίμενε την «αρραβωνιαστικιά» του μπαμπά. Κάθε βδομάδα, η μαμά της έβρισκε και μια δικαιολογία για το ραντεβού. Η ξανθιά κυρία και οι φίλες της είχαν γίνει οι καλύτερες πελάτισσες και ο μπαμπάς κατακόκκινος, έκανε πάντα ότι τακτοποιούσε εμπόρευμα στο φορτηγό.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2006

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ

Τα blogs από τους «ηττημένους».

Είναι ο μόνος τρόπος να ακουστεί η άλλη πλευρά. Είναι ο μόνος λόγος που τα κάνει τόσο προκλητικά, τόσο γοητευτικά. Είναι η μοναδική μου ευκαιρία να με ακούσετε, να πω τις σκέψεις μου, να διαμαρτυρηθώ. Αν είχαμε άλλους τρόπους κύριοι, θα ήμασταν ιστορικοί ή θα επεμβαίναμε ενεργά στην ιστορία. Για να είμαστε εδώ, έχουμε στόχους ο καθένας μας να επιτύχουμε, αντίλογο να φωνάξουμε, ζωή να γράψουμε που δεν ζήσαμε ακόμα.



-αφιερωμένο στα παιδιά που έφυγαν από την παρέα μας, με την παράκληση να αναθεωρήσουν.
-αφιερωμένο και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που φώτισαν την γειτονιά μας , με την ευχή να έρθουν κι άλλοι.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2006

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΙΔΕΩΝ

Μην τρελλαίνεστε. Έχω και παραέχω ιδέες. Απλά μπάφιασα. Κάποτε, είχες ένα δελτίο ειδήσεων, έλεγε εκεί για έναν δολοφόνο, έναν ληστή, κάνα δυό αξιοσέβαστους πολιτικούς με τις δηλώσεις τους και τέλος. Τα άκουγες, τα συζήταγες, έφτυνες τον κόρφο σου, έλεγες «Σικάγο γίναμε», κλείδωνες την πόρτα και ήσουν ασφαλής. Αν ήθελες να το παίξεις ψαγμενιά, ψώνιζες ένα -ότι να’ναι- περιοδικό, μια εφημερίδα, ένα βιβλίο κάποιου «ξένου» και είχες να πεις δυό πράγματα παραπάνω, να κάνεις και το κομμάτι σου στην γκόμενα. Πέταγες εκεί έναν Μάρξ, έναν Έκο, έναν Σμιθ ή έναν Καντ στα δύσκολα και καθάριζες. Ήξερες πού βρισκόσουν και πού πάταγες ρε παιδί μου. Όλοι ήξεραν αυτόν τον έναν δολοφόνο, αυτόν τον έναν ληστή, αυτή την δήλωση του πολιτικού. Στα πηγαδάκια υπήρχε ένα θέμα, άντε δύο και μετά πολιτική, ποδόσφαιρο, κοινωνικός σχολιασμός, γκομενιακά. Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Μέχρι που όλα γίνανε σκατά. Δεν λέω, και πριν χαμός γινόταν από δολοφόνους, κλέφτες και δηλώσεις. Αλλά στα δίνανε με το σταγονόμετρο. Ήταν πιο brain-friendly τότενες ο κόσμος. Να κάτσεις, να τ’ ακούσεις, να τα χωνέψεις και να χέ.. να βγάλεις τέλος πάντων τα συμπεράσματά σου, τις ιδέες σου. Τώρα μέχρι να καταφέρεις να τα διαβάσεις, έχουν υπάρξει χιλιάδες άλλα. Μέχρι να τα καταλάβεις, έχεις φάει τα νιάτα σου. Μέχρι να τα χωνέψεις, σου παρεμβάλλονται άλλα τόσα να αντιπαραθέσεις. Και μετά κουτσά στραβά πας να βγάλεις την ιδέα σου. Την γνώμη σου ρε παιδί μου, το κατιτίς σου σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό, για να νοιώθεις λιγουλάκι ενεργός ως εγκέφαλος.

Φτάνει η μεγάλη στιγμή, το διαμορφώνεις, το φέρνεις εκεί που το θες, του δίνεις δομή, αρχή μέση και τέλος, ψοφάς απ΄την χαρά σου και το παρουσιάζεις. Και έρχονται οι ντομάτες από παντού. Πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας για πεις ιδέα στην εποχή μας. Καταρχήν ρε βλήτο, σίγουρα κάποιος άλλος το ΄χει σκεφτεί. Οκ λες και τί έγινε. Εγώ θα το τεκμηριώσω και θα πειστούνε για την αυθεντικότητά μου. Έλα μου ντε, που πάντα θα υπάρχει κάποιος που το ΄χει ξανακούσει. Και όχι μόνο αυτό. Εκτός δηλαδή ότι πρέπει να αποδείξεις ότι το σκέφτηκες εντελώς καταμόνος σου, έχεις να κάτσεις να του βρεις και όνομα της προκοπής. Γιατί το άλλο σαίνι που το σκέφτηκε, πήγε και του βρήκε ένα τέτοιο γαμάτο όνομα που κάνει μπαμ από μακριά ότι θα σε κατατροπώσει. Πήγε και το ονόμασε ας πούμε «επίκληση στην αυθεντία». Δεν πα να χτυπάς τον κώλο σου κάτω και να θες να το ονομάσεις «το ΄πε, το ΄πε ο παπαγάλος» που είχε κάνει και σουξέ...τέλος φίλε μου. Σε πρόλαβαν.

Άσε που θα καρατσεκάρουν το μπαγκράουντ σου και το σιβί σου για σε λάβουν στα υπ΄όψιν. Μεγάλη μαλακία οι ιδέες στην εποχή μας, σας λέω. Ο διαβασμένος στην εποχή μας για να λέγεται διαβασμένος δεν πρέπει ούτε να τρώει, ούτε να βγαίνει, ούτε να γαμεί.

Σκέφτομαι (τολμάω δηλαδή), ότι τα καλύτερα πράγματα τα είπαμε ως Έλληνες όταν κοπροσκυλιάζαμε, οργιάζαμε ασύστολα και είχαμε δούλους. Όταν ο τάδε κλέφτης, αν έκλεβε όξω απ΄την ρούγα μας, δεν υπήρχε στο μυαλό μας. Όταν δεν είχαμε πληροφορίες, τηλεοράσεις και βιβλιοπόλεμο. Όταν δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτείς μια μαλακία και να στην προλάβει άλλος. Είχες ρε γαμώτο το κίνητρο της πρωτοτυπίας ανάμεσα στο κοπροσκύλιασμα, το οργίασμα και τις δουλάρες.

Έτσι, σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω. Θα κάνω την ανήξερη. Θα κοπροσκυλιάζω, θα οργιάζω, θα βρω δούλους και θα σκέεεεεεεφτομαι. Ίσως να μπω σε ένα πυθάρι και να κάνω την κυνικιά. Ίσως πάλι, να ιδρύσω μια σχολή και να διδάσκω μέσω της μούγκας. Να γίνω μια Πλατωνατζού και να απαγορέψω οποιαδήποτε ομιλία για εφτά χρόνια. Τίποτε. Ούτε εφημερίδες, ούτε περιοδικά, ούτε ίντερνετ. Και μετά να τους αμολύσω. Και μετά να δείτε αρχιδάτες ιδέες.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2006

ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ

(στο βρακί σου)

Η μέρα απ΄το πρωί φαίνεται, λένε. Μαλακία. Εγώ λέω ότι η μέρα απ΄το βρακί φαίνεται. Ειδικά αν έχεις βάλει ένα απ΄αυτά τα μικροσκοπικά και-καλά-βρακιά για μισοκωλάκια. Αυτά που σου κάνουνε καμάκι όλη μέρα. Σου μπαίνουν στον κώλο και άντε να κάτσεις, άντε να σκεφτείς. Όλη σου η μέρα πάει στράφι. Όλες σου οι σκέψεις έχουν μία και μόνο κατάληξη. Να καταφέρεις να το βρεις, να το γραπώσεις και να το κάνεις χίλια κομμάτια.

Στριφογυρίζεις στην καρέκλα, ξεσπάς στο πληκτρολόγιο και άντε μετά να εξηγήσεις πώς στο διάολο σου βγήκε ένα τέτοιο κείμενο. Και πας να κάνεις την φιλοσοφημένη για να τα μπουρδουκλώσεις. Πού να σκεφτεί ο άλλος ότι για όλα φταίει το βρακί. Αναπτύσσεις θεωρείες, βγάζεις λογίδρια, κάνεις αναφορές σε αυθεντίες – προφανώς σφιχτοβρακωμένες - και βγαίνεις κι από πάνω. Μέχρι να βρεθεί ένας ομοιοπαθής. Απ΄αυτούς που φοράνε τα σλιπ τα Μινέρβα. Μόνο που δεν του είπανε να μην το πλένει στους ογδόντα βαθμούς, του κακομοίρη. Και του ΄χει κάνει τα αρχίδια λακέρδα. Βρίσκει λοιπόν ο πιταρχίδας το κείμενό σου μπας και τα ανακουφίσει λιγάκι. Μέσα από τις λέξεις καταλαβαίνεις ότι σου γράφει σχεδόν όρθιος, κάθιδρος και σφιχτοκωλιασμένος. Λες και του ΄χεις πιάσει εσύ το λάστιχο απ΄το βρακί και το τραβάς όλη μέρα.

Τίποτε απ΄όλα αυτά δεν θα γινόταν αν έβαζες το σωστό βρακί. Ίσως απλά να αρκούσε την επόμενη φορά πριν ψωνίσεις βρακιά, να κοιτάξεις καλά τον κώλο σου και αντί να τον κολακέψεις, να φροντίσεις να τον ντύσεις σε όλα του τα τετραγωνικά. «Απ΄έξω εμφάνιση και από μέσα άνεση» - μαλάκες ήταν αυτοί που το σκέφτηκαν; Έτσι είναι. Αρκεί να πάρεις χαμπάρι ότι όταν σε φωνάζουν κωλάρα, κυριολεκτούν. Δεν είναι ντόπερμαν να τον δέσεις με κορδόνια μη σου φύγει. Άσε που δεν φιμώνεται κιόλας. Δαγκώνει λέμε και θα στην κάνει κώλο όλη τη μέρα.

Μπορώ ευκολότατα να καταλάβω τί βρακί φοράνε μερικά κείμενα. Υπάρχουν κείμενα που είμαι σίγουρη ότι έχουν μόνιμα ένα στρινγκ στον κώλο και άλλα που ευχαρίστως θα τους χάριζα τρία βρακιά απ΄αυτά τα μακό, τα ντεκαβλέ. Η γιαγιά μου που τα φοράει μια χαρά άνθρωπος είναι. Και δεν έχει και μπλογκ.

Όσο για μένα μια χαρά γράφω, δεν θέλω ηλίθιους συνειρμούς. Για σας το ΄γραψα.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Κυρίες και κύριοι, μου πηδήξανε την διάθεση. Μια χαρά μαυρίλα είχα πρωί πρωί και είπα να το κάνω ποστ. Εσείς έχετε όλο τον χώρο και τον χρόνο να δείτε χιόνι, να μαλακιστείτε, να βουτηχτείτε στην αυτολύπηση. Εγώ έχω μια σκατοβιτρινούλα. Κι αν σκεφτείς τον τρόπο που κάθομαι στην καρέκλα, χμμ... εννοώ που ξαπλάρω, ίσα που φαίνεται το κεφάλι μου απ΄τον πάγκο. Καμμιά φορά αν θέλω να γλιτώσω απ΄τα ατέλειωτα πήγαιν΄έλα και τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, γλιστράω κι άλλο στην καρέκλα και νομίζουν ότι λείπω. Τί έχω λοιπόν ; Ένα τόσο δα κομματάκι τζαμιού να μιζεριάσω και ΄γω.

Απέναντι ο μεγάλος κίτρινος τοίχος που με πλακώνει μια χαρά, δυό ψωρόδεντρα και κάνα δυό σαραβαλάκια παρκαρισμένα. Α, και το κλειδωμένο ψυγείο με τα παγωτά. Αυτό που το βρίσκω το πρωί χιλιοκατουρημένο. Αλλά θα τον πετύχω τον μαλάκα που φέρνει το κοπρόσκυλο να μου κατουρήσει το δέλτα μου. Τί λέγαμε; Α, ναι. Τί έχω λοιπόν; Μια κλανιά τοπίο έχω. Σ΄αυτήν λοιπόν την κλανίτσα, πάνω στα σαραβαλάκια και τα ψωρόδεντρα, είχε μια ιδέα χιονάκι. Ωραία λέω θα έχω έμπνευση για κλαψομούνιασμα σήμερα.

Και μετά ντριν. Και μετά σχολάνε τα κωλόπαιδα. Και μετά τα γαμήσανε όλα. Ήθελα να ΄ξερα τί καταλάβανε. Βουτήξανε το χιόνι μου, κλάσανε στο γέλιο και παρασύρανε και τον άντρα μου. Καλά ρε φίλε, αυτά είναι μαλακισμένα, εσύ πού πας ολόκληρος μαντράχαλος; Παράτησε τις δουλειές, ξέχασε τις μαυρίλες του και αρχίσανε να καραφλιάζουνε σιγά σιγά το τοπίο μου. Ο τσίφτης μου έγινε πάλι κοκκινορόζ και η μηχανούλα μας μαύρη. Αλλά όχι, δεν τους έφτανε. Εγώ τους έλειπα. Άρχισαν να πετάνε τις χιονόμπαλλες στην βιτρίνα για να με τρομάξουν. Και μετά μπήκαν και μέσα. Μουνί το μαγαζί. Και έπρεπε να γελάσω κιόλας. Πελατάκια μου είναι, έκανα την χαρούμενη.

Ο μαυρίλα μου πήγε τελείως περίπατο, όταν πάτησε τις αγριοφωνάρες ο δίπλα. Αυτός ο μαλάκας που γυαλίζει το αυτοκίνητο κυρίως όταν βρέχει. Είχε πάει ο σαίνης και είχε βάλει συναγερμό στην κούρσα. Καλά ρε χλέμπουρα φοβόσουν μην σου κλέψουν το χιόνι σου; Να φωνάζει το ζώο και να τρώει δέκα δέκα τις χιονόμπαλλες απ΄τα μαλακισμένα. Άντε μετά να ξαναβρώ τον εαυτό μου και να γράψω ένα αξιοπρεπές ταξικό ποστ. Αρχίζω όμως και συνέρχομαι σιγά σιγά. Άντε, να την κάνω την προσπάθεια.

Ο χειμώνας που λέτε, εκτός από ταξικός είναι και.... ωχ πελατάκι. Μισό.

-Γειά σου Κωσταντίνα.

-Γειά σου Παντελή.

-Θέλω ένα κρουασάν.

-Πάρε ρε μωρό μου.

-Είναι ψηλά σου λέω, δεν φτάνω.

-Καλά έρχομαι.

-Ωχ, κάτι έχεις στο κεφάλι σου.

-Τί ρε Παντελή;

-Σκύψε ντε! - (ω ναι, έσκυψα το ζώον)- ΦΑΤΗΝ !!!

Η μύτη μου είναι έτοιμη να ξεκολλήσει απ΄την χιονόμπαλλα και το πάτωμα μες στην λάσπη. Ο Παντελής δεν πήρε κρουασάν. Πήρε και την τελευταία ρανιδίτσα κακής διάθεσης που μου είχε απομείνει. Άντε τώρα να κάνεις την σοβαρή μπλόγκερ.

Ντριιιιιινν. Μισό παιδιά, τηλέφωνο.

-Έλα μωρό μου.

-Έλα ρε...

-Βάλε sport fm. Ένα σου λέω : Μπάμπης – Λεάνης!΄

-Όχι, ρε γαμώτο!!!

Κυρίες και κύριοι, διαμαρτύρομαι. Με πηδήξανε κανονικότατα σήμερα. Παγέτε αλλού για σοβαρότητες. Αύριο, σας υπόσχομαι, θα το σώσω.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2006

ΧΕΙΜΩΝΑΣ : ΜΙΑ ΤΑΞΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Ο χειμώνας θα έπρεπε να είναι η πιο αγαπημένη εποχή όλων. Τί ωραιότερο από ένα χιονισμένο τοπίο, από κάστανα στην φωτιά, από ατέλειωτες ώρες κοιτώντας τα κούτσουρα να καίγονται στο τζάκι. Πάντα αναρρωτιώμουν γιατί όλοι δεν εκτιμούν τον χειμώνα όσο εγώ. Στα μάτια ενός παιδιού που και τα χειρότερα πράγματα στον κόσμο μπορούν εύκολα να γίνουν παιχνίδι, ο χειμώνας θα έπρεπε να είναι η καλύτερη ευκαιρία για τρέλλες.

Μεγαλώνοντας, όλα αλλάζουν. Ο χειμώνας είναι μια ταξική εποχή. Είναι κάτι σαν τα όνειρά μας που βρίσκονται πάντα εκεί αλλά παγωμένα, σαν τις επιθυμίες μας που δεν θα πραγματοποιηθούν. Όπως το χιόνι που δεν επιτρέπεται να χαρούμε. Μια εποχή που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε αυτούς που μπορούν να τον χαρούν και σε αυτούς που θα τον αντιμετωπίσουν σαν μια οδυνηρή ταλαιπωρία. Είναι η μοναδική εποχή που μπορείς να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους γύρω σου από τον τρόπο που ντύνονται, από το πόσο κρυώνουν, από τις ανέσεις που τους λείπουν για να τον απολαύσουν.

Είναι η εποχή που πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να την ζήσουν κλεισμένοι μέσα από το σπίτι τους ενώ άλλοι πάνω σε χιονισμένα βουνά και ονειρεμένα καταφύγια αναψυχής. Είναι η εποχή που θα αποχαιρετήσω τον Κλάιντι και τον Αλί και θα τους ξαναδώ την άνοιξη. Είναι η εποχή που θα βλέπω μόνο την μητέρα τους να περνά βιαστικά μπροστά από το μαγαζί φορώντας ένα κοντό φθαρμένο σακκάκι με χέρια κατακόκκινα από κρύο βαστώντας σακουλάκια με φάρμακα.

Στην γειτονιά μου αγαπάμε μόνο το καλοκαίρι. Τότε που όλοι φορούν ίδια αναλογία ρούχων, τότε που όλοι έχουν δικαίωμα να απολαύσουν τον ήλιο και η χαρά μας για την εποχή αυτή δεν είναι αναλογική με τα λίτρα πετρελαίου που μπορούμε να προμηθευτούμε.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2006

ΚΟΥΣΟΥΡΙΑ

Κάποτε σε μια συζήτηση για το αν οι φίλοι μου είναι ακριβώς αυτό που θα ΄θελα, μια φίλη μου είπε το σοφότερο πράγμα που έχω ακούσει. «Ποτέ δεν θα βρεις το 100% απ΄αυτά που ψάχνεις σε κάποιον άλλο. Αν βρεις το 80%, να είσαι ευτυχισμένη. Το 100%, θα το φτάσετε στην πορεία ή όχι. Δεν έχει σημασία». Οι απαιτήσεις μου από τότε, για τους δικούς μου ανθρώπους, δεν έχουν ξεπεράσει ποτέ αυτό το 80% και ίσως στην πορεία να έπαιρνα το 100%. Μπορεί ανά καιρούς αυτές οι απαιτήσεις να άλλαζαν προς τα κάτω, αλλά ποτέ προς τα πάνω.

Η δύναμη της ανεκτικότητας είναι υποτιμημένη. Όταν κατανοείς τους ανθρώπους σου, όταν τους δίνεις αυτό το μικρό ποσοστό απόκλισης από τις δικές σου προσδοκίες και απαιτήσεις, όταν τους αφήνεις αυτό το περιθώριο που είναι μόνο δικό τους, τότε μόνο θα είναι κοντά σου. Όταν πραγματικά κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται οι δίπλα μου να με κατανοήσουν 100%, ότι αυτό το 20% είναι που με διαχωρίζει από τους άλλους, όπως και εκείνους από εμένα, έγινα λιγάκι πιο ανθρώπινη.

Στην πορεία αυτό το μικρό ποσοστό εξαλείφεται γιατί δεν υπάρχει λόγος να εξισώσεις και να εξισωθείς. Δεν έχει νόημα άλλωστε μια πλήρης σύγκλιση, μια πλήρης κατανόηση, μια πλήρης ταύτιση. Θέλεις αυτό το μικρό κομματάκι προσωπικότητας του άλλου, αυτό το μικρό κομματάκι του εαυτού σου. Θέλεις την παραξενιά, θέλεις αυτήν την μικρή συνηθειούλα που σας κάνει διαφορετικούς. Και τότε είναι που γελάς χαρούμενη, όταν στρίβει αιώνια αυτό το ταλαιπωρημένο τσουλουφάκι της στο μέτωπο, όταν τρώει τα νύχια του αδιάκοπα, όταν διαχωρίζει το κρέας της στο πιάτο ίνα-ίνα για να το μασήσει.

Όταν ήμασταν πιτσιρίκια, ο μικρός μου αδελφός ήταν το σπαστικότερο πιτσιρίκι που είχα γνωρίσει. Τραύλιζε εξωφρενικά και μάλλον ήταν κάτι κληρονομικό γιατί το είχα κι εγώ σε άλλη μορφή. Εγώ δεν μπορούσα να πω το σίγμα ενώ εκείνος κεκέδιζε. Αυτό, ήταν κάτι πολύ σπαστικό, ειδικά όταν σε λένε Ντίνα. Άκουγα καμπάνες από παντού. Ήταν κάτι σαν ουρά μου ο μικρός τότε, για να του διαβάζω παραμύθια. Ένα ατέλειωτο «Ντιν...ντιν...ντιν». Αμφιβάλλω αν από τα νεύρα μου τον είχα αφήσει ποτέ να πει όλο το όνομά μου.

Στο δικό μου τραύλισμα, τα πράγματα ήταν πιο ευχάριστα. Μιλούσα κανονικότατα, απλά όταν έλεγα κάποιες λέξεις όλοι ψόφαγαν στα γέλια. Και μετά μου έδιναν λεφτά για να τις ξαναπώ. Ειδικά εκείνο το τραγούδι που πρέπει να το είχα πει πάνω από πεντακόσιες φορές, μπας και μαζέψω κάνα σοβαρό ποσό. Θυμάμαι μόνο το ρεφραίν : «Όχι θα κάτθω να σκάθω», ή η διαφήμιση εκείνης της σιχαμένης κόλλας : «Πωθ κολλάει!» Ο μικρός από την άλλη με το κεκέδισμα, κοκκίνιζε, προσπαθούσε, τσαντιζόταν που πάντα μαντεύαμε λάθος και τα παράταγε ή έβαζε τα κλάμματα. Ο γιατρός επέμενε. Αγνοήστε το και θα φύγει. Και είχε δίκιο.

Όπως τα βλέπω τώρα τα πράγματα, όλοι μας έχουμε αυτό το μικρό «τραύλισμα». Αυτό το μικρό κουσούρι. Μόνο που στην πορεία επέλεξα να μην το αγνοήσω. Αντιθέτως το αγάπησα και το θεωρώ ευχάριστο κομμάτι των γύρω μου και του εαυτού μου.

Αρκεί ρε φιλενάδα να μην με ξαναβάλεις να βγάλω τα παπούτσια μου όταν ξανάρθω σπίτι σου. Για το δικό σου καλό δηλαδή... :)

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2006

COMMON PEOPLE

«I want to live like common people,

I want to do whatever common people do»

Δεν ξέρω τα όνειρα των υπολοίπων ανθρώπων γύρω μου, τις φιλοδοξίες, τους στόχους τους. Όμως όλο και πιο πολύ νοιώθω ότι αρχίζουμε και συγκλίνουμε. Σε μια πόλη σαν την δική μου, δεν τολμάς να σηκώσεις το κεφάλι να κοιτάξεις πιο ψηλά. Το γνωρίζεις πια ότι η ζωή δεν είναι ένα fame story και δεν σε ενδιαφέρει άλλωστε. Οι πιο απλοί άνθρωποι που περιστοιχίζουν την δική μου ζωή είναι πολύ περήφανοι για να ζητήσουν και να κυνηγήσουν το οτιδήποτε. Προτιμούν να μείνουν αφανείς για πάντα, αλλά με την πεποίθηση ότι αν αξίζεις αρκετά θα σου δοθεί.

Και φτάνει η στιγμή που χάνουν ακόμη και αυτά τα λίγα. Η στιγμή που όλοι γύρω μου παύουν να είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Κατεβαίνουν καθημερινά δέκα δέκα τα σκαλιά, αρχίζουν απελπισμένα να ζητούν, να οφείλουν, να κυνηγούν. Θυσιάζουν την ακεραιότητά τους με μοναδικό όνειρο να ξαναγίνουν απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Πράγματα δεδομένα ως τώρα, γίνονται ακατόρθωτα. Όλοι γύρω μου έχουν αλλάξει.

Γνωρίζω ανθρώπους και την επόμενη στιγμή μαθαίνω ότι βρίσκονται στην φυλακή για κλοπές. Άνθρωποι που παλιότερα δούλευαν, ήταν αξιοπρεπείς, είχαν οικογένεια. Άνθρωποι που δεν έχουν δουλειά για πάνω από δέκα μήνες με τρία παιδιά και καμμία πίστωση πια από τα μαγαζιά της γειτονιάς. Και σκέφτομαι πόσο μακριά και πόσο κοντά είμαστε όλοι σε όλα αυτά. Δεν γίνονται σε άλλο πλανήτη, γίνονται ακριβώς δίπλα μας, δίπλα στα αστραφτερά αυτοκίνητά μας, δίπλα στις καινούργιες μας πολυκατοικίες. Και αρνούμαστε να τα δούμε μέχρι να ‘ρθει η στιγμή που θα χρειαστεί όλοι μας να παλέψουμε για να γίνουμε απλοί καθημερινοί άνθρωποι.

Είστε ίσως πολύ μακριά από όλα αυτά και προφανώς να μην χρειαστεί ποτέ να τα αντιμετωπίσετε. Σκεφτείτε όμως ότι και η παραμικρή στιγμή της ημέρας σας, ακόμη και η πιο μικρή σας απόλαυση, είναι ένα άπιαστο όνειρο για το μεγαλύτερο μέρος του απλού κόσμου. Του κόσμου που ζει μακριά από υπολογιστές, μπλογκ και ακαδημαικές συζητήσεις. Μακριά από ανθρώπινα δικαιώματα και ατέλειωτους σχεδιασμούς για την ιδανική κοινωνία, έξω όμως από την πραγματική. Ίσως αυτοί οι στίχοι ενός από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια να σας βοηθήσουν να καταλάβετε πόσο μακριά είστε από όλα αυτά :

I said pretend you've got no money,

she just laughed and said,
"Oh you're so funny."
I said "yeah?
Well I can't see anyone else smiling in here.
Are you sure you want to live like common people,
you want to see whatever common people see,
you want to sleep with common people,
you want to sleep with common people,
like me."


But she didn't understand,
she just smiled and held my hand.


Rent a flat above a shop,
cut your hair and get a job.
Smoke some fags and play some pool,
pretend you never went to school.
But still you'll never get it right,


cos when you're laid in bed at night,
watching roaches climb the wall,
if you call your Dad he could stop it all.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2006

Ο ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΟΥ ΔΙΣΚΟΣ

Καμμία όρεξη αυτές τις μέρες. Ο υπολογιστής «κολλάει» κάθε τρεις και λίγο και δεν είναι ιός. Έχω μάθει απ΄έξω κι ανακατωτά το κειμενάκι της επανεκίνησης. Ο σκληρός την κάνει σιγά σιγά όπως με ενημερώνουν οι ειδήμονες. Και εγώ εδώ να περιμένω να ψοφήσει. Μέχρι τότε γράφω δυό γραμμές, κολλάει, τις χάνω και ξανά μανά.

Το ίδιο και το μυαλό μου. Κολλάει διαρκώς. Θα ψοφάει κι αυτό σιγά σιγά. Μόνο που το μυαλό μου δεν παίρνει αναβάθμιση. Δεν υπάρχει ένα μαγαζί να σου δώσει πενήντα giga μυαλό, δέκα giga κουράγιο, είκοσι giga δύναμη και adsl στην καλή διάθεση.

Δεν υπάρχει κουμπί επανεκίνησης, δεν υπάρχει safe mode για την καρδιά, δεν μπορείς να κάνεις ένα format να τα σβήσεις όλα και να ξαναξεκινήσεις. Είναι όλα «γραμμένα» στον σκληρό σου και χωρίς recycle bin. Μόνο το desktop σου μπορείς να αλλάξεις.

Το ντύνεις όμορφο για να κρύψεις τα αρχεία σου και του βάζεις πανέμορφα ηλιοβασιλέματα για επικεντρώνεις αλλού την προσοχή. Αλλά πόσο σε ξέρω πια. Πόσο μοιάζουμε. Πόσα ηλιοβασιλέματα να έχουν μείνει στον κόσμο. Κάποτε θα μας τελειώσουν.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ

(ασυμβατότητες)

Σαν άνθρωποι, έχουμε κάποιες απόψεις και ιδεολογίες με τις οποίες ενίοτε συγκλίνουμε. Υπάρχουν ομάδες ανθρώπων από την άλλη, που προωθούν αυτές τις ιδεολογίες και τις υποστηρίζουν. Μεταξύ όμως της ιδεολογικής σύγκλισης και της προώθησης μιας ιδεολογίας υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα. Ένα χάσμα που πολλοί παραβλέπουν και που διακρίνω έντονα εδώ και πολλά χρόνια. Ένας άνθρωπος ο οποίος ιδεολογικά τείνει προς τον Κομμουνισμό για παράδειγμα, έχει τεράστια διαφορά από έναν άνθρωπο που είναι ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος. Ο πρώτος, δεν είναι σε τίποτε δεσμευμένος και έχει την ευχέρεια να διαφωνήσει ως προς τα κακώς κείμενα του Κομμουνισμού. Ο δεύτερος, ακόμα κι αν πει τις ιδέες του, ακόμα κι αν διαφωνήσει, είναι πάντα εντός κάποιων ορίων που δεν του επιτρέπουν να αποκλίνει όσο ίσως πραγματικά θα ήθελε. Δεν του επιτρέπουν να εξελιχθεί.

Αυτό είναι ανελευθερία δεν είναι ιδεολογία. Όσο κι αν σέβομαι ανθρώπους που παλεύουν για την ιδεολογία τους, που είναι ενεργοί και θυσιάζουν ακόμη και την ζωή τους για τα πιστεύω τους, νομίζω ότι έχουν χάσει την αντικειμενικότητά τους. Ένα πράγμα που με εκνευρίζει απίστευτα, είναι η επιλεκτική μνήμη και η εμμονή σε πράγματα που δεν έχουν καμμία βάση στην εποχή μας. Όπως και η αναφορά γεγονότων (επαναλαμβάνω, γεγονότων) με διαστρεβλωμένα στοιχεία. Το αν ο Χίτλερ έκανε περισσότερο κακό από τον Στάλιν, δεν θα ΄πρεπε καν να είναι αντικείμενο συζήτησης. Είναι άτοπο και απάνθρωπο να μετράμε χαμένες ψυχές για να αποφανθούμε αν η ιδεολογία μας στέκει περισσότερο από του παραδίπλα.

Πολλές φορές έχω κατηγορηθεί για δειλία επειδή προτιμώ να είμαι κάτι ενδιάμεσο κρίνοντας τα κακώς κείμενα όλων. Το να αποδεχθώ πλήρως την πολιτική ενός κόμματος ή μιας ιδεολογίας αν θέλετε, δεν το θεωρώ γενναίο. Το θεωρώ αδύνατο. Αυτό, γιατί οι ιδεολογίες που υπάρχουν δεν εξελίσσονται. Είναι συγκεκριμένες για πολλά χρόνια, αρνούνται να παραδεχτούν το οποιοδήποτε μειονέκτημα, αρνούνται να συμβαδίσουν με την εποχή μου και αντιπροσωπεύονται από αστείους ανθρώπους. Ίσως σε μια δεδομένη στιγμή να παραταχθώ με κάποια ιδεολογία, αλλά είναι αδύνατο για έναν λογικό άνθρωπο να πιστεύει τα ίδια πράγματα για όλη του την ζωή, ειδικά όταν αυτή τρέχει σε ρυθμούς πιο γρήγορους από εμάς. Είναι φοβερά άτοπο.

Ίσως όλα αυτά, να είναι παιδικά. Ίσως ο Απόστολος Γλέτσος και η δεσποινίδα Ράπτη, να το ΄χουν φιλοσοφήσει καλύτερα από εμένα. Τουλάχιστον όμως εγώ δεν καλούμαι να υπερασπιστώ τον Στάλιν, την Αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, τον Χριστόδουλο, τον Μπους. Δεν έχω συνεργάτες την Παπαρήγα, τον Καρατζαφέρη, τους Μητσοτακέους. Δεν συμβουλεύομαι κανέναν για να πω την γνώμη μου, δεν τρέμω μήπως γράψω κάτι που δεν πρέπει, μήπως φορέσω κάτι που αντιτίθεται στην ιδεολογία μου, μήπως τα όρια της ιδεολογίας μου στενέψουν τόσο που δεν θα με χωράνε.

Για το μόνο που τρέμω, είναι μονάχα η στιγμή που θα ψηφίσω. Για τότε που δεν θα υπάρχει κανείς να μου μοιάζει, κανείς να ξέρει ποιά είμαι και κανείς να θέλει στ΄αλήθεια να δει εμένα και όχι τον σταυρό μου στο ψηφοδέλτιο.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2006

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Η στιγμή που μετακόμισα από το πατρικό μου για το πρώτο μου σπίτι, ήταν μαγική. Υπέροχο συναίσθημα. Έγινε ύπουλα μετά από τον γάμο μου. Οι γονείς μου με τίποτε δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα έφευγα χωρίς να κάνω τον «καλό» τον γάμο. Τους κάθισα στο σαλόνι και είπα να τους το φέρω γλυκά. Η μάνα μου θα ήταν εύκολη, αλλά ο πατέρας μου θα ήταν ανένδοτος. Θα το έφτανα στα άκρα «κύριοι, είμαι μεγάλη γυναίκα πια και άλλωστε πολύ γρήγορα θα τον κάνουμε τον γάμο». Αν δεν συμφωνούσαν, θα έβαζα σε λειτουργία τα μεγάλα όπλα. Θα πάταγα τα κλάμματα, μετά θα με αγκαλιάζανε και μετά θα πέρναγε το δικό μου. Πανεύκολο.

Τα πράγματα έγιναν λιγάκι διαφορετικά. Τους έκατσα στο σαλόνι, τους έκανα έναν μεγάαααλο πρόλογο μέχρι να πάρω θάρρος να πετάξω την κουρμούτσα και τους την έριξα κανονικά. Οι αντιδράσεις απίστευτες .

Ο πατέρας μου : «Μπράβο παιδιά μου. Να είστε αγαπημένοι και ευτυχισμένοι και εμείς θα βοηθήσουμε όπως μπορούμε».

Η μητέρα μου : «Ιγναντάκι μου, το παιδί μας φεύγει!» Και ταβλιάστηκε. Και μετά συνήρθε. Και ξαναταβλιάστηκε. Η μάνα μου, ταβλιάζεται συχνά όποτε συμβεί κάτι πολύ μεγάλο. Όπως με τον μεγάλο σεισμό. Με το που ένοιωσε το πρώτο τράνταγμα, φώναξε «Ιγνάτιεεεεε, βγάλε το τηγάνι απ΄την φωτιά και βγάλε έξω τα παιδιά, εγώ λιποθυμάωωωω» και ταβλιάστηκε. Α, ναι, μας προειδοποιεί κιόλας. Συνήθως δεν συνέρχεται αμέσως αλλά το στάνταρ είναι ότι θα ξαναταβλιαστεί αμέσως μετά.

Τέλος πάντων, εκείνη τη μέρα και όσο η μάνα μου ήταν λιπόθυμη, μου είπε ο πατέρας μου «άστον τον μουρλιάπα (οικογενειακός μας χαρακτηρισμός), θα τον αναλάβω εγώ. Εσείς πηγαίντε να βρείτε σπίτι και βάλτε μου κι ένα ντιβάνι εύκαιρο γιατί δεν θα την αντέξω μέχρι τα γεράματα». Ότι θα είχα τέτοια υποστήριξη από τον πατέρα μου ήταν κάτι που δεν το περίμενα. Βέβαια μετά από χρόνια ξεκαθάρισε στον άντρα μου ότι δεν δέχεται επιστροφές οπότε το παζλ συμπληρώθηκε πλήρως. Με ξεφορτώθηκε κανονικότατα.

Οι πρώτες μέρες ήταν ένας φοβερός πανικός. Τρεις καραβιές προίκες μου έστειλε η πεθερά μου και δυό η μάνα μου. Ο γαμπρός είχε πιο μεγάλη προίκα από τη νύφη αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Είχαν βάλει οι αθεόφοβες μέσα στις βαλίτσες ρύζια και κουφέτα. Πατινάζ κάναμε στο σπίτι για βδομάδες. Άσε που δεν είχαμε πού να τα στρώσουμε. Τα έπιπλά μας ήταν ένα γραφείο, ένας καναπές και ένα στρώμα στο πάτωμα. Πού να το στρώσεις το κοφτό και το σεμεδάκι. Για τραπεζάκια χρησιμοποιούσαμε χαρτόκουτα που τα γεμίζαμε με εφημερίδες για να μην βουλιάζουν οι καφέδες. Έρχονταν οι γνωστοί και άρχιζαν τα παράπονα «καλά ρε παιδιά, γιατί δεν παίρνετε ένα σαλονάκι για να καθόμαστε;» Τί να απαντήσεις...

Με τον καιρό το ψιλογεμίσαμε. Πήραμε και καρέκλες για να κάθονται οι παραπονιάρηδες, πήραμε και τραπεζάκια. Μας ήρθε και η κρεβατάρα, βάλαμε το στρώμα, ήρθε και το δεύτερο σετ της προίκας από την πεθερά μου. Είχε ράψει σε όλες τις πετσέτες δαντέλες και κοφτά και είχε κεντήσει πάνω με κόκκινη κλωστή «θρύλε θεέ μου ολυμπιακέ μου». Εγώ, την ψιλιάστηκα από πριν για τις πετσέτες.

Με πήρε ένα πρωί στο άσχετο και με ρώτησε :

-Το «θεέ μου», πώς γράφεται;

-Όπως τ΄ακούς...

-Δηλαδή δύο έψιλον...δεν πάει. Να το γράψω με έψιλον γιώτα;

Βασικά, αν ήμουν καμμιά κακιά νύφη, θα την άφηνα να την κάνει την μαλακία και να γράψει «θρύλε θείε μου ολυμπιακέ μου», αλλά κρατήθηκα.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Προσπαθώντας να προσδιορίσω τον εαυτό μου, έπεσα σε πολλές παγίδες. Τον εαυτό του ο καθένας μας τον βλέπει από χίλιες διαφορετικές γωνιές. Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι κωλοσούρτες εκτός από τον καθρέφτη, που ακόμα κι αν δεν έχεις ιδέα για το ποιός είσαι μαθαίνεις αρκετά.

Το πρώτο hint έρχεται από τους διαιτολόγους : Είμαστε ότι τρώμε. Βάσει αυτής της φιλοσοφικής προσέγγισης, τις τελευταίες μέρες πρέπει να είμαι κάτι ανάμεσα σε μακαρόνια με τυρί, γιουβαρλάκια, κέικ κεράσι και τρία πιτόγυρα χωρίς κρεμμύδι. Μην είστε τόσο επιφανειακοί. Η προσέγγιση αυτή είναι καθαρά φιλοσοφική. Αρκεί να την αποκωδικοποιήσεις σωστά. Πάρτε λοιπόν τα στοιχεία του κάθε γεύματος και προσαρμόστε τα στον εαυτό σας. Εγώ για παράδειγμα, έχω την κορμοστασιά και την ευλυγισία ενός μακαρονιού, την ικανότητα να βουτάω άτσαλα στην ζωή αλλά να επιπλέω όπως ένα γιουβαρλάκι, την έφεση να ενδίδω σε αμαρτίες όπως ένα κέικ και την ιδιότητα της ποικιλίας των συστατικών όπως ενός παραγεμισμένου σουβλακίου που όμως αν το φας επί τρία, πας στο νοσοκομείο με τυμπανισμό. Definitely me!

Το δεύτερο hint έρχεται από τους γιατρούς : Είμαστε οι ορμόνες μας. Αυτή η προσέγγιση, είναι πιο σαφής. Αν πάσχεις από κατάθλιψη, έχεις χαμηλά ποσοστά σεροτονίνης. Αν έχεις καραφλίτσα, έχεις πολλά ανδρογόνα, αν δεν έχεις προλακτίνη δεν κατεβάζεις γάλα. Έτσι μετά από ένα γρήγορο τεστάκι στον εαυτό μου έβγαλα αρκετά συμπεράσματα. Έχοντας μια ελαφριά υπερλειτουργία του θυροειδή, σε μένα όλα κινούνται γρήγορα αφού επηρρεάζει όλες τις ορμόνες μου. Μου άρεσε πολύ αυτή η ανάλυση. Μιλάω γρήγορα, γράφω γρήγορα, τρώω πολύ πολύ γρήγορα και το καλυτερότερο σκέφτομαι γρήγορα. Οι γιατροί είναι γαμάτοι. Definitely me!

Κανονικά ένα γρήγορο μυαλό έπρεπε να μου φτάνει, αλλά μαζί με τ΄άλλα τα γρήγορα στον οργανισμό μου, έχω και μια υπερδραστήρια περιέργεια. Το συνεχίζω λοιπόν.

Το τρίτο hint της αυτογνωσίας, έρχεται από τον περίγυρο : Δείξε μου τους φίλους σου, να σου πω ποιός είσαι. Η φιλοσοφική αυτή προσέγγιση έχει μία βάση σύμφωνα με το λαικό ρητό «αν δεν ταιριάζαμε δεν θα συμπεθεριάζαμε». Οι φυσικοί και οι επιστήμονες όμως, το φτύνουν κανονικά : «τα ομώνυμα απωθούνται-τα ετερώνυμα έλκονται». Εδώ αυτοσχεδιάζεις. Αν οι φίλοι σου είναι γαμάτοι διαλέγεις την λαική ρήση, αν είναι ρεμάλια κάνεις τον επιστήμονα και επιλέγεις την άποψη των φυσικών. Εγώ, διάλεξα τους φυσικούς. Definitely me!

Το τέταρτο και τελευταίο (αλλά πιο σημαντικό) hint του δύσκολου δρόμου της αυτογνωσίας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Τί σόι πιτσιρίκι ήσουν; Τί σόι παιδικά τραύματα έχεις; Αυτό, το πήρα κυριολεκτικά και όχι φιλοσοφικά. Η πολλή φιλοσοφία, να ξέρετε βλάφτει. Ως προς την πρώτη ερώτηση ήμουν ένα πιτσιρίκι με μία μόνο εμμονή. Να δαγκώνω ανθρώπους. Νόμιζα ότι ήμουν δρακουλάκι και δεν με πλησίαζε πιτσιρίκι στα πέντε μέτρα, ενώ οριοθετούσα τον περίγυρό μου με σημάδια - «ρολογάκια». Από παιδικά τραύματα, έχω ένα σημάδι στο αριστερό γόνατο από ταρζανιές, έχω μια ουλή στο κεφάλι από κουτουλιά και ένα κάταγμα στο μικρό δαχτυλάκι του αριστερού χεριού από μπάσκετ. Τρία παιδικά τραύματα και μία εμμονή. Not bad at all. Άρα, δαγκώνω την ζωή απ΄το λαιμό και σε όλα τα εγχειρήματά μου έχω τρείς αποτυγχημένες προσπάθειες. Στην τέταρτη σκίζω. Definitely me!

Συνοψίζοντας και για να βελτιώσω κι άλλο τον εαυτό μου, σκέφτομαι σήμερα να φάω γαύρο τηγανητό, να στείλω λουλούδια στον ενδοκρινολόγο μου, να γίνω κολλητάρι με τον Κούγια και να θυμάμαι ότι θα φάω τα μούτρα μου για άλλα δύο εγχειρήματα.

Definitely me!

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2006

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Δεν ξέρω τα χαρακτηριστικά μιας μεταβατικής εποχής. Το επάγγελμά μου όμως και η συνεχώς φθίνουσα οικονομική πορεία των γύρω μου, μου δίνει κάποια δείγματα. Δεν ξέρω αν αυτά τα δείγματα είναι ικανά να κάνουν την διαφορά αλλά θεώρησα σκόπιμο να τα παραθέσω. Όχι, δεν θα είναι ένα κείμενο πολιτικής ανάλυσης ή μια αναφορά σε πρότερα παρόμοια ιστορικά δεδομένα. Θα είναι μονάχα αυτό που βλέπω και καταστάσεις παράξενες για μένα τουλάχιστον, αλλά καθοριστικές.

Είχα μια επαφή με μεσίτες. Από αυτούς που σε όλες τις αγγελίες θα δείτε να τους αναφέρουν ως «αποκλείονται μεσίτες». Ως αντιδραστικό στοιχείο και αντίθετη με κάθε είδους προκατάληψη, θεώρησα σωστό να κάνω μια επαφή και να κρίνω από μόνη μου. Άλλωστε μια επαγγελματική δουλειά πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένους ανθρώπους και δεν έχω καμμιά αντίρρηση να πληρωθούν γι΄αυτό. Προφανώς σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους συμπολίτες μου που θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα μόνοι τους και ότι οι επαγγελματίες είναι κλέφτες, λωποδύτες και αεριτζήδες. Και είχαν άδικο.

Η συζήτηση πήγε γύρω από τα μεσιτικά γραφεία και την επέκτασή τους στην πώληση επιχειρήσεων. Με ενημέρωσαν ότι πλέον όλοι οι μεσίτες έχουν στραφεί προς τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου μου. Σε αυτό συντελεί η οικονομική μας κατάρρευση και το ευπώλητο μιας πλέον πολύ φτηνής επιχείρησης από χρέη που έχουν συσσωρευτεί λόγω της εχθρικής προς εμάς πολιτικής τακτικής. Καθώς και την «τάση» που επικρατεί τον τελευταίο χρόνο να αγοράζουν αυτά τα μαγαζιά μόνο μετανάστες. Έχουν αποκλειστικούς πελάτες μόνο «ξένους» και με πληροφόρησαν ότι σε λίγα χρόνια θα γίνουμε «Αγγλία». Οι Έλληνες θα απασχολούνται σε «κανονικές» δουλειές και οι μετανάστες σε χειρονακτικές ή τέλος πάντων, σε εργασίες που θεωρούμε απαξιωτικές ή κοπιαστικές.

Αυτή η εποχή όπως με πληροφόρησαν, είναι η εποχή των μεσιτικών γραφείων. Αν κρίνω από την ευρύτερη περιοχή του δικού μου καταστήματος, αυτό έχει ήδη γίνει σε τρία μαγαζιά σαν το δικό μου. Έρχονταν στην αρχή πελάτες που έμεναν δέκα στενά πιο πάνω, μόνο και μόνο για να μην ψωνίσουν από τους «κωλοΑλβανούς». Ήταν εξαγριωμένοι. Μου μετέφεραν ό,τι ρατσιστική μαλακία μπορείτε να φανταστείτε και μεγάλο μίσος γιατί ο προηγούμενος ιδιοκτήτης είχε πουλήσει το μαγαζί του για πενταροδεκάρες. Αλλά κανείς τους δεν θα ενδιαφερόταν φυσικά να το αγοράσει για κείνον ή το παιδί του. Τα πράγματα στην πορεία εξομαλύνθηκαν. Αναγνώρισαν πια οι πελάτες την θέση των μεταναστών στην κοινωνία μας. Οι Πακιστανοί και οι Αλβανοί συνάδελφοι είναι μια χαρά άνθρωποι όπως διαπίστωσαν οι πελάτες στην πορεία : «αφού την 28η Οκτωβρίου, έβαλαν ελληνικές σημαίες και πανηγύρισαν για την Παπαρίζου στην Eurovision». Ναι, ας έκαναν και αλλιώς οι άνθρωποι.

Που λέτε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτή είναι μια άκρως μεταβατική εποχή. Επιτέλους κάναμε λίγο χώρο για τους μετανάστες μας και τους τοποθετήσαμε ακριβώς στην θέση που τους αρμόζει, αποδεχόμενοι την άθλια αλλά χρήσιμη πλέον ύπαρξή τους. Μόνο που για να γίνουμε εντελώς «Αγγλία», οι «ξένοι» είναι υποχρεωμένοι καθημερινά να αποδεικνύουν ότι κουράζονται περισσότερο από εμάς και χαίρονται περισσότερο από εμάς στις χαρές μας.

Έτσι, από ΄δω και στο εξής δεν θα μας απασχολεί η εχθρική κυβερνητική πολιτική προς τα μικρομάγαζα και επιτέλους είμαστε ελεύθεροι να γίνουμε όλοι διανοούμενοι.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2006

ΣΚΑΤΟΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

(ή γιατί ένα μπλογκ είναι εθιστικό)

Ένα μπλογκ δεν μπορεί να αναφέρεται σε τίποτε άλλο πέρα από τον εαυτό μας ή σε όλα τα πράγματα του κόσμου αλλά μέσα από το δικό μας πρίσμα. Το γράφουμε εμείς, πάντα με επίκεντρο εμάς, τις απόψεις μας, τις κρίσεις μας, τα βιώματά μας. Άρα έχουμε όλοι ένα μεγάλο κοινό χαρακτηριστικό. Είμαστε όλοι μας σκατοεγωιστές και κωλόπαιδα. Ποιός λογικός και σοβαρός άνθρωπος θα έγραφε συνεχώς για τον σημαντικό εαυτό του και θα το δημοσιοποιούσε;

Έχοντας λοιπόν σαν βάση τους σκατοχαρακτήρες μας, την επιδειξιομανία μας, την προβολή γνώσεων, πτυχίων και αξιωμάτων, είναι φυσικό να χωριζόμαστε σε κλίκες. Δεν είμαστε όλοι ίσα και όμοια. Υπάρχουν οι σκατοχαρακτήρες που έχουν πράγματα να πουν, οι σκατοχαρακτήρες που δεν έχουν τίποτε να πουν, οι σκατοχαρακτήρες που δεν ξέρεις τί λένε - άρα θα λένε κάτι γαμάτο και τέλος οι σκατοχαρακτήρες που μιλάνε διαρκώς για τους άλλους. Όλα όμως γύρω από τον υπερβολικά σημαντικό εαυτό μας. Αλήθεια ή ψέμματα, δεν έχει σημασία.

Πολλές φορές ο ψηφιακός μας σκατοχαρακτήρας απέχει πολύ από τον πραγματικό wannabe- σκατοχαρακτήρα. Πολλές φορές ταυτίζονται. Άλλες φορές τον κάνουμε update, έτσι ώστε να τα βρούμε με το τέρας που φτιάξαμε και να γίνουμε μέσα-έξω σκατοχαρακτήρες. Και τότε είναι η πλάκα. Φαντάσου να συναντάς μπλόγκερ πρώτη φορά, να του λες τα σώψυχά σου και το τέρας να απαντά : «ουδέν σχόλιον».

Έτσι, το μπλογκ είναι μια μηχανή σκατοχαρακτηροποίησης. Όσοι νοιώθετε μυρμηγκάκια, παραγκωνισμένοι, απομονωμένοι, αδικημένοι, είναι ένας τέλειος τρόπος να επαναστατήσετε, να δοκιμάσετε πώς είναι να είσαι αλλιώς. Να είσαι κουλ, σνομπ, κριτής, υβριστής, παντογνώστης. Και αν σας αρέσει, το υιοθετείτε.

Συμπέρασμα : Σταματείστε να τα χώνετε σε ψυχολόγους. Αντί να προσπαθείτε να βελτιώσετε τον εαυτό σας, δοκιμάστε νέα μοντέλα του μέσω του ψηφιακού κόσμου. Γίνετε πιο δυνατοί, πιο σημαντικοί, πιο ψηλοί, πιο όμορφοι, πιο πηδήκουλες, πιο νέοι. Ταξιδέψτε σε όλη τη γη, γνωρίστε ανθρώπους απ΄όλο τον κόσμο και βρίστε με την ψυχούλα σας.

Απτό παράδειγμα : Δείτε ξανά τον τίτλο αυτού του μπλογκ και προσπαθείστε να αναλογιστείτε την θέση μου στην πραγματική κοινωνία. ; )

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2006

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ-ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ

Όσοι δεν έχετε πρόσβαση στον αγώνα, χαλαρώστε. Γι΄αυτό είναι τα μπλογκς. Εγώ είμαι εδώ. Ειδήμων στα ποδοσφαιρικά και φοβερή σχολιάστρια και πρέπει κάποτε να με ανακαλύψουν αλλά τα ΄παμε, το σύστημα...Λοιπόν πάμε στον αγώνα μην χάσουμε καμμιά φάση :

Κυρίες και κύριοι, πριν λίγο άρχισε ο αγώνας μετάξυ των δύο αιωνίων. Αυτούς με τα ασπροκόκκινα τους λένε Ολυμπιακούς και αυτούς με τα ασπροπράσινα τους λένε Παναθηναικούς. Είναι και δυό κακομοίρηδες με μαυρόασπρα κάτω από κάτι σπιτάκια με τούλια αριστερά και δεξιά, αλλά χέστε τους, αυτοί κοπροσκυλιάζουν προς το παρόν. Τρέχουν όλοι μαζί, πότε δεξιά πότε αριστερά και αρχίζω να βαριέμαι. Το γήπεδο είναι φίσκα και οι φίλαθλοι ξελαρυγγιάζονται. Από τις γκαρίδες καταλαβαίνω ότι κάτι έχει γίνει αλλά....διαφημίσεις. Μέχρι να ξαναρχίσει το ματς, να σας επιστήσω την προσοχή στο μανάρι με το νούμερο 6 των Παναθηναικών. Σοκολατί χρώμα και αξυρισιά 3 ημερών. Ότι πρέπει. Ωχ...ξανάρχισε.

Το χορτάρι είναι γεμάτο σκουπίδια - οι γύφτοι μια σκούπα δεν μπορούσαν να βάλουν μέρα που ΄ναι– και ο Γεωργάτος μόνος του, φτιάχνει το παπούτσι του, μυρίζει το χέρι του και σκουπίζεται στο σορτσάκι του Τζόρτζεβιτς. Οι υπόλοιποι έχουν μαζευτεί γύρω από το σπιτάκι με τα τούλια και πιάνουν τα αρχί....τέλος πάντων, προφανώς έχουν ομαδικό κνησμό από μια περίεργη αλλεργία που απαντάται μετά από αλόγιστη χρήση rexona (αποκλειστικό ρεπορτάζ – θα το δείξει το βράδι ο Μάκης). Ο κύριος συνάδελφος που περιγράφει τον αγώνα πρέπει να ΄ναι πολύ χάνος και να με συγχωρείτε. Τίποτε δεν καταλαβαίνει και απαιτεί από ολόκληρο κανάλι να τα δείχνει ξανά και ξανά. Αν δεν έχεις «μάτι»... Βίσματα...

Ο κύριος στο σπιτάκι με τα τούλια αριστερά φοράει και γκέτες. Τις λανσάρισε τον Σεπτέμβριο η Γκουέν. Passe πια. Μόλις κλώτσησε την μπάλλα μακριά. Σκοτώθηκε στην κούραση και μπαίνει πάλι στο σπιτάκι. Αυτός που τα περιγράφει ξέρει πολύ καλά τα επίθετα – η κατίνα – αλλά είναι πολύ βλάκας. Ας πει καλύτερα «Το 6 παρέα με το 8 ξέφυγε από τον 3 και πέρασε στον 10». Ή ας είναι λίγο πιο κουλ «Ο Νίκος παρέα με τον Πρέντρακ, ξέφυγε από τον Γιώργο και πέρασε στον...Μίμη». Οι επισημότητες τον μάραναν τον κακομοίρη. Βίσματα...

Πέναλντυ κυρίες και κύριοι! Χαμός στο γήπεδο. Τίποτε το ιδιαίτερο. Ένα γκολ λέει, του Παναθηναικού. Βαρεμάρα. Μουγκαμάρα στο γήπεδο. Το μανάρι με το 6 χαμογελάει υπέροχα. Ένας κύριος με γκρι δείχνει ξανά και ξανά μια πιστωτική της Άεκ. Καλά μαλάκας είναι; Πράσινη ή κόκκινη πάει ρε μεγάλε σήμερα. Θα ΄χει καλύτερο επιτόκιο φαίνεται. Πουλημένε...

Ο κύριος σχολιαστής άρχισε να μιλάει πολύ γρήγορα και να χρησιμοποιεί λέξεις όπως «δέος», «πάθος», «ροκ». Αρχίζει και φωνάζει δυνατά και τα λόγια του βγαίνουν πνιχτά σαν να συγκινήθηκε. Σιγά ρε φίλε, που θα συγκινηθώ με δέκα μαντραχαλάδες. Τράγκα..

Κυρίες και κύριοι, μην τρελλαίνεστε. Μια απ΄ τα ίδια θα γίνουν και στο υπόλοιπο του αγώνα. Ορίστε. Άλλο ένα γκολ οι κόκκινοι. Βαρεμάρα, σας τα ΄πα. Τρεχαλητό- μπουρδουκλώματα- γκαρίδες –βαβούρα. Καλά που υπάρχει και το διάλλειμα δηλαδή. Το σκορ θα είναι υπέρ αυτού που θα κερδίσει (προσωπική πρόβλεψη - εγγύηση) και μέχρι τις δύο τη νύχτα θα έχει ένα σωρό εκπομπές με σχολιαστές - κατίνες για να τα εμπεδώσετε. Ουφ, διάλειμα. Πάω αποδυτήρια για την υπόθεση με το rexona.

Χάιλαιτ της βραδιάς : Ένας κύριος στην άκρη κουνάει δυό σημαίες. Αν προσγειωθούν τίποτε αεροπλάνα, τα παίρνω όλα πίσω. Θα είναι το εντυπωσιακότερο ματς της χρονιάς.

ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ...

Τον Τζόρτζεβιτς δεν τον ήξερα. Ή τέλος πάντων, δεν μου είχε «γυαλίσει» ποτέ. Άλλωστε ότι καραφλίτσα έβλεπα στον Ολυμπιακό, εγώ την έλεγα Γεωργάτο. Κόλλημα. Στην πορεία, τους διαχώρισα. Δεν μπορούσε διάολε ο Γεωργάτος, τέτοια βαρβατίλα να τρέχει σαν χορεύτρια! Πλέον οι καραφλίτσες δεν ήταν ίδιες. Υπήρχε ο Άντρας και η Χορεύτρια.

Γνωριμίες με ποδοσφαιριστές ιδιαίτερες, δεν είχα. Ότι συναπαντήματα είχα με vips ήταν οι πελάτες μου στους πλαστικούς. Αλλά μην φανταστείτε ότι είχαμε πολλά. Ένα γεια, καμμιά λιπαναρρόφηση, άντε να τους φτιάξω κάναν καφέ, να τους συμπονέσω για την καινούργια ρυτιδούλα και σπανίως να τους αποτριχώσω κάνα μπικίνι. Όταν δούλεψα στο κανάλι, γνώρισα σχεδόν όλους τους αθλητικούς παράγοντες. Αυτός ο Πας Γιάννινα στο στομάχι μου καθόταν. Δεν ήταν σαν τον Μπέο ρε παιδί μου. Περιβόλι ο άνθρωπος. Έμπαινε, μου άφηνε το πιτσιρίκι και οι φωνές του ζωντάνευαν το γραφείο.

Ο δε Γεωργίου, μούτρο. Ερχόταν πάντα νωρίτερα, του έφτιαχνα καφεδάκι, έκανε πως ήθελε παρέα και ψάρευε κουτσομπολιά για τα οικονομικά του καναλιού. Τάφος εγώ. Ήταν φανερό ότι για να ζητήσει από την λογίστρια καφέ και όχι από την γραμματέα σήμαινε κουτσομπολιό. Γάτα ο τύπος. Αλλά είπαμε, τάφος εγώ.

Ένα συνηθισμένο πρωί στο γραφείο, άκουσα σούσουρο. Είχαμε στείλει κάποια «δώρα» σε μεγάλους ποδοσφαιριστές, όπως και σε όλους τους τσαμπατζήδες της χώρας (βουλευτές, δημοσιογράφους κ.τ.λ.) και είχε έρθει ο Τζόρτζεβιτς να διαμαρτυρηθεί. Δεν δεχόταν δώρο από κανέναν. Συμφώνησε με τον διευθυντή να πληρώσει ένα συμβολικό ποσό. Εγώ δεν κατάλαβα ποιός ήταν. Άλλο να βλέπεις έναν δίμετρο κούκλο, ντυμένο από πάνω μέχρι κάτω με δερμάτινα και άλλο μια ιδρωμένη χορεύτρια από μακριά. Μου τον στείλανε στο ταμείο για να πληρώσει και στην πόρτα, ουρά οι συνάδελφοι να ψιθυρίζουν. Εγώ, στον κόσμο μου. Πήρα τα λεφτά και ζήτησα στοιχεία για την απόδειξη.

-Το όνομά σας;

-Τζόρτζεβιτς.

-Καλέ, εσείς κάτι είσαστε...(ο αρχιλογιστής δαγκωνόταν).

-Ποδοσφαιριστής.

-Α, ναι! Στον Ολυμπιακό! Εσείς που τρέχετε σαν... χορ... γρήγορα! (το ΄σωσα – οι συνάδελφοι από πίσω, μούτζωναν).

-Ναι (σοβαρός).

-Μπορώ να έχω ένα αυτόγραφο...για τον βαφτισιμιό μου τον Λευτέρη;

-Δεν έχω μαζί μου, έχετε ένα χαρτάκι;

Οι συνάδελφοι είχαν λυσσάξει. Μπουρδέλο το ΄κανα το γραφείο για να βρω γρήγορα χαρτί. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ο βαφτισιμιός μου είναι βάζελος και ο άντρας μου θα με σκότωνε που δεν του πήρα αυτόγραφο...Είπα να τον μπουρδουκλώσω.

-Ορίστε το χαρτάκι σας.

-Λευτέρη τον λένε τον βαφτισιμιό σας είπατε;

-Όχι καλέ, πώς σας ήρθε; Γράφτε «με αγάπη στον Τάσο». Θα χαρεί πολύ το πιτσιρίκι!

Και έγραψε ο στόκος : «Στον μικρό Τάσο με αγάπη». Και μετά κάτι καλικατζούρες που ήταν το όνομά του στα Σέρβικα. Και μετά άντε να εξηγήσω στον άντρα μου, γιατί έγραφε μικρός...

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2006

EVERY YOU EVERY ME

Όταν η ζωή μου στ΄αλήθεια αρχίσει, θα πάψω να παιδεύω το κεφάλι μου. Θα σταματήσω να ασχολούμαι με όλα αυτά τα άδικα, τα δύσκολα, τα ακατόρθωτα. Ίσως να σταματήσω να γράφω και εδώ. Όταν δεν έχεις προβλήματα, όταν τίποτε δεν σε αγγίζει, δεν σε πονάει, ποιός ο λόγος να γράφεις, ποιός ο λόγος να κουράζεις το κεφάλι σου και την καρδιά σου...

Όταν η ζωή μου στ΄αλήθεια αρχίσει, δεν θα ΄χω χρόνο για χαζές ενδοσκοπήσεις και απολογισμούς. Άλλωστε η ψυχή μου θα έχει βγει στην επιφάνεια, θα καθρεφτίζεται καθαρά στα μάτια μου, δεν θα υπάρχει λόγος να την ψάξω να την βρω...

Όταν η ζωή μου στ΄αλήθεια αρχίσει, θα την γεμίσω με καινούργια πράγματα. Δεν θα αφήσω κενό ούτε ένα τόσο δα δευτερολεπτάκι για να θυμάμαι τα παλιά. Ούτε μια τόση δα χαραμάδα να μου σκοτεινιάζει το κεφάλι και να με βαλτώνει...

Το νοιώθω κάθε μέρα εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Η καινούργια μου ζωή, δεν μπορεί, όπου να ΄ναι ξεκινάει. Και τότε θα πρέπει γρήγορα να με ξεχάσω, να με αφήσω πίσω, να με θάψω βαθιά και να καταφέρω να αντικαταστήσω όλη μου τη σκέψη, όλους μου τους προβληματισμούς με έναν απλό καθρέφτη. Θα είναι αρκετός. Τόσος κόσμος γύρω μου τα καταφέρνει με ένα απλό κοίταγμα στον καθρέφτη και φαίνονται τόσο ευτυχισμένοι…

Όταν η ζωή μου στ΄αλήθεια αρχίσει δεν θα σφίγγεται η καρδιά μου όταν ακούω αυτούς τους στίχους :

I serve my head up on a plate…

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2006

ΦΡΑΝΤΣΑΙΖ

Οκ. Ο κλάδος μου δεν φημίζεται για την ιδιαίτερη εξυπνάδα του, αλλά αρχίζω να πιστεύω ότι πλέον μας κουτουπώνει ευκολότατα και ένα λαχανάκι Βρυξελών. Σαν πρωτοποριακός κλάδος που είμαστε σε όλα, είπαμε να γίνουμε λιγάκι τρέντιδες. Τί είναι in στην εποχή μας; Τα mall-ια και τα φραντσάιζ. Όχι, που θα μέναμε πίσω. Αφού δεν μπορούμε να φτιάξουμε δικά μας mall, ας γίνουμε όλοι μια οικογένεια αλυσίδας. Επειδή δηλαδή ένας αποτυχημένος (αλλά πονηρότατος) μαρκετίστας είχε την φαεινή ιδέα, ας γίνουμε και εμείς Ευρώπη. Πήγανε που λέτε οι συνάδερφοι, τα χώσανε στους νταβατζήδες και τώρα όλοι κλαίνε. Κι ας τους φώναζες ότι ήταν μαλακία. Σου ανοίγανε τον Επενδυτή και σου δείχνανε κάτι αρθράρες ΝΑ για την επιτυχία του φραντσάιζ.

Δεν είμαι αντίθετη γενικά με τις αλυσίδες. Απλά για τον κλάδο μου θεωρώ ότι είναι άτοπες. Το να πουλάς ρούχα, παπούτσια, καφέδες και φενγκσούγια είναι κάτι το οποίο χρειάζεται διαφήμιση και φτηνό προμηθευτή. Άσε που μπορεί μια καλή διαφημιστική καμπάνια να σε κάνει brand από κατσικο-μάγαζο-της-σειράς, άσε που έχεις υποστήριξη στα πάντα. Θέση, έρευνα αγοράς, εργαλεία, διακόσμηση κ.τ.λ.

Πάει ο μαλάκας ο συνάδελφος, δίνει 20,000 entry fee για να μπει λέει, στην «οικογένεια», δίνει 30,000 για να του διαμορφώσουν το ψιλικατζίδικο, δίνει 30,000 για εμπόρευμα. Και περιμένει να κάνει φράγκα, έχοντας φορτωθεί τρία δάνεια και ενώ ήταν ήδη χρεωμένος. Του κάνουν το μαγαζί λαμπόγιαλο, του βάζουν πεντακόσιους προβολείς, καμμιά δεκαριά ψυγεία και τα φορτώνουν όλα σε barcode. Ένα μήνα κλειστός ο μαλάκας. Ανοίγει με μια φαντασμαγορική φιέστα το «υποκατάστημα» και αρχίζει τις παραγγελίες. Et voila! Οι προμηθευτές ίδιοι, μόνο που πλέον «περνούν» από τον νταβατζή. Και πού να βρει καλύτερες τιμές; Στα τσιγάρα ο στόκος; Α, μάλιστα. Στα ζαχαρώδη και τα αναψυκτικά. Ναι, αλλά guess what: οι τιμές είναι προκαθορισμένες απ΄τον νταβατζή.

Τώρα φίλε μου, είσαι μέλος της οικογένειας. Δεν μπορείς να πουλάς όσο γουστάρεις, το κέρδος σου δεν επιτρέπεται να περάσει το 12%. Α, και ότι πουλάς περνά από barcode. Είσαι υποχρεωμένος και ελέγχεσαι. Α, και βρες τώρα μαλάκα λεφτά να γεμίσεις τα περιττά ψυγεία, βρες λεφτά να πληρώσεις την δεκαπλάσια ΔΕΗ, βρες και νέους πελάτες. Γιατί ρε ηλίθιε, όταν η αγοραστική δύναμη της γειτονιάς είναι συγκεκριμένη, δεν πρόκειται τρεις προβολείς και πέντε ψυγεία να γεννήσουν επιπλέον λεφτά στο πορτοφόλι της κυρα αφτούλας και του κυρ τέτοιου που παρέμειναν οι στάνταρ πελάτες σου.

Του έτυχε του στόκου και μια ληστεία πριν λίγο καιρό και τραβάει τα μαλλιά του. Το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν ανοίγεις τέτοιο μαγαζί είναι ασφάλεια και συναγερμός. Και να σε κλέψουν βρε βλάκα, τουλάχιστον θα αποζημιωθείς. Έκανε τέτοια επένδυση και δεν έχει τώρα τίποτε να τον καλύψει. Πήραν οι ληστές τον υπολογιστή και τώρα η «οικογένεια» του ζητάει 6.000 ευρώ για να τον αντικαταστήσει. 6.000! Πέντε υπολογιστές θα αγόραζες κακομοίρη! Ναι, και όλα αυτά στα έλεγα επειδή ζήλευα ζώο!

Υ.Γ. Όλο αυτό είναι το αποτέλεσμα του εντέκατου αξιώματος που έμαθα στο Πανεπιστήμιο : Η βλακεία απαντάται συχνότερα στους «πρωτοπόρους».

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ

(oops)

Οφείλω μια συγνώμη. Να ξέρετε, ότι όταν κάνω λάθος το παραδέχομαι πάντα γραπτώς και δημοσίως. Λίγο οι κακές συναναστροφές, λίγο ο δογματισμός μου, λίγο η έλειψη φαντασίας, με έκαναν να κηλιδώσω μια ολόκληρη επιστήμη που παλεύει, εξελίσσεται και κατακτάει τα ηνία της ιατρικής, μην σας πω και τις ευαίσθητες χορδές των ασθενών. Να τα πάρουμε λοιπόν απ΄την αρχή, μπας και το σώσω. Τί είναι ο άνθρωπος; Όχι... το πήγα μακριά.

Να τα ξαναπάρουμε απ΄την αρχή. Τί είναι οι αρρώστιες; Είναι κάτι μικροσκοπικά τερατάκια που μπαίνουν στο σώμα μας απ΄όποια τρύπα βρουν και αν νικήσουν (ανάλογα τα στρατιωτάκια στην τρύπα – μπλιαξ) μας καταβάλλουν. Έρχεται λοιπόν η συμβατική ιατρική, τα ψάχνει, τα βρίσκει και προσπαθεί να τα σκοτώσει. Καλώς. Τουλάχιστον τις περισσότερες φορές.

Ομοιοπαθητικής Εγκώμιον ακολουθεί :

Είναι λοιπόν κάτι προχώ επιστήμονες, που ψάχνουν (εκτός από όλα αυτά τα βαρετά που ψάχνει η συμβατική ιατρική) να καταπολεμήσουν και τις ενέργειες των τερατάκηδων. Μην σας πω να βουλώσουν και τις τρύπες. Γιατί κύριε, θέλεις να πολεμήσεις; Οκ. Αν δεν βρεις άνοιγμα, από πού θα μπεις; Φτιάχνουν λοιπόν κάτι φοβερά φάρμακα-υπερόπλα, χτυπάνε τα τερατάκια, τους πηδάνε την ενέργεια, βουλώνουν τις τρύπες και άμα λάχει σου κάνουν και μια αγκαλιά. Γιατί πάνω απ΄όλα είναι Άνθρωποι.

Η επιστήμη όμως εξελίσσεται. Ειδικά αν έχεις φράγκα. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλα τα μεγάλα μυαλά και ανακάλυψαν το μυστικό της ανοσίας. Έχουμε σου λέει τόσα φάρμακα - υπερόπλα, να τα ΄χουμε και να τα βλέπουμε; Άσε που Άνθρωποι είμαστε, μπορεί να κάνουμε λάθος στην διάγνωση. Και έτσι δημιουργήθηκε εκείνο το κρακ στην Ιστορία της Ανθρωπότητας, η στιγμή που όλος ο πλανήτης σε λίγο θα την ορίζει ως χρόνο Μηδέν :

Συνθετική Ομοιοπαθητική!

Όταν αρρωσταίνουμε από ΄δω και πέρα, θα παίρνουμε ΟΛΑ τα φάρμακα της Ομοιοπαθητικής. Η θεωρία αυτή βασίζεται στον Άνθρωπο και το θαυμαστό αυτό εργαλείο που ονομάζεται Σώμα. Το σώμα μας κύριοι έχει νοημοσύνη. Τί να τους κάνουμε τους επιστήμονες όταν ο ίδιος μας ο οργανισμός έχει μηχανισμούς αυτο-ίασης; Άρα ο Οργανισμός Ξέρει. Θα παίρνουμε λοιπόν όλα τα φάρμακα και το σώμα μας θα αποφασίζει ποιό θα χρησιμοποιήσει. Απ΄τα περισσευούμενα, θα κρατάει την καλή ενέργεια και ότι μείνει θα το αποβάλλει εκ του κατουρήματος.

Για όσους δεν κατάλαβαν να δώσω ένα απλό (τυχαίο) παράδειγμα. Είσαι κύριε ο Εθνικός και θέλεις να κατατροπώσεις την Άεκ; Μην είσαι τόσο μαλάκας, αυτά δεν γίνονται ακόμη και στα πέναλντι. Πού πας με έντεκα παιχτάκια κακομοίρη! Πάρε και τον Θρύλο, πάρε και τον Πανιώνιο, πάρε και τον Βάζελο βρε αδελφέ και έλα μετά να μου πεις πώς μπιπ η Μάνη!

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2006

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2006

ΜΑΘΑΙΝΩ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ

(και φτιάχνω παραδείγματα)

Η αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής, βασίζεται σε μια ad hoc υπόθεση και αυτοί που ισχυρίζονται ότι γιατρεύτηκαν από αυτή, έχουν υποπέσει σε μια post hoc πλάνη.

Ή

Η διασημότητα των blogs οφείλεται σε μια ad hoc υπόθεση (τράκερ) και αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο τράκερ τους φυσάει, έχουν υποπέσει σε μια post hoc πλάνη.

Ή

Όσοι κάθεστε και με διαβάζετε, σας την έκανε χοντρά μια ad hoc υπόθεση (ότι και καλά εμείς οι bloggers λέμε τίποτε γαμάτο) και άρα υποπέσατε σε μια post hoc πλάνη.

ΧΑ!

(μάλλον το παράχεσα)

Υ.Γ. Στείλτε ληγμένα, ξέμεινα.

ΦΕΝΓΚ ΣΟΥΙ-ΤΙΑΣΤΗΚΑ

Εύρηκα! Αν ήξερα να το γράφω στα κινέζικα, μάλλον δεν θα το ΄κανα γιατί κυκλοφορούν φήμες ότι το φενγκ σούι είναι αρχαία ελληνική μέθοδος. Καταλαβαίνετε ότι έπρεπε να βρω μια λύση. Κάτι δεν πάει καλά. Το διπλανό μαγαζί με έσωσε. Μου έκλεισε ραντεβού με έναν σύμβουλα Φενγκ Σούι. Θα σας έλεγα και το όνομα του Πανεπιστημίου, αλλά είναι ψιλοδύσκολο να το θυμηθώ. Το δίπλωμα όμως το είδα. Το κουβαλάει μαζί ο σύμβουλας με την κορνίζα, γιατί είναι λέει από ενεργειακό ξύλο.

Μου είπε το εξής μυστικό για το Φενγκ Σούι. Ότι το έκλεψαν από το δικό μας αρχαίο «ευ ζην». Το «ευ ζην» που λέτε, ήταν ένα σύνολο κανόνων των αρχαίων για την διάταξη των χώρων τους, γι΄αυτό μεγαλούργησαν. Δεν υπάρχει γραπτό γιατί μεταφερόταν από στόμα σε στόμα και έτσι οι έξυπνοι κινέζοι το κατέγραψαν, το ονόμασαν Φενγκ Σούι και το πάσαραν για δικό τους (there you go greeks rule!).

Ο κύριος αυτός λοιπόν μόλις μπήκε στο μαγαζί, το αισθάνθηκε. Σούφρωσε την μύτη του και έκλεισε τα μάτια με αποστροφή. Εγώ νόμιζα ότι έφταιγαν τα χαρτιά απ΄τα σουβλάκια που είχα ξεχάσει από χθες αλλά αυτός στραβομουτσούνιασε για την «οσμή» λέει, του κακότυχου. Γκαντέμικο μαγαζί εγώ το ΄χα πει απ΄την αρχή. Οι τοίχοι λάθος, τα έπιπλα λάθος, η τουαλέτα λάθος, ο υπολογιστής λάθος. Εντάξει, για το τουαλέττα λάθος, το είχα υποψιαστεί αλλά το «υπολογιστής λάθος» μ΄έκανε έξαλλη. Καλά κυρ΄απαφτέ μου στραβομπλογκάριζα τόσο καιρό και δεν πήρα μυρωδιά;

Μετά από καμμιά ωρίτσα είπαμε να τα πάρουμε απ΄την αρχή. Να τα βάλουμε κάτω και ότι αλλαγές μπορούν να γίνουν βρε αδερφέ, να τις κάνουμε αφού το προστάζει η επιστήμη. Ναι η επιστήμη. Για τους δύσπιστους, το Φενγκ Σούι βασίζεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Θα το καταλάβετε αν ο σύμβουλας κρατά την πυξίδα Luo Pan. «Κάποιος που προσπαθεί να πάρει μετρήσεις κάνοντας βόλτες μέσα στο χώρο σας, απλά σας κοροϊδεύει. Αν κάποιος χρησιμοποιεί μια απλή κοινή πυξίδα για να βρει τον προσανατολισμό του ακινήτου σας, εσείς τώρα ξέρετε ότι κάτι δεν πάει καλά.». Πρέπει να μετρήσει τα πάντα, να μάθει ημερομηνίες κατασκευής του ακινήτου, ημερομηνίες γέννησης όλων των ενοίκων και να μελετήσει προσεκτικά την κάτοψη του κτιρίου. Φασαρία σας λέω. Αλλά αν είναι για την ενεργειακή μου αποτέτοια, χαλάλι.

Το πόρισμα βγήκε καπάκια με τα ευρώπουλα για «το καλό». Το μαγαζί χρειάζεται θετική ενέργεια. Όχι βέβαια απ΄αυτήν που σκέφτεσαι θετικά και την ψιλοκαταφέρνεις, αλλά απ΄αυτήν που την έχουν χώσει σε κάτι αγαλματάκια και δεν παιδεύεσαι. Χρειάζομαι λοιπόν τα δύο Σύμβολα του Φενγκ Σούι. Το πρώτο λέγεται Ξύλινος Δράκος που κάτι θα μου κάνει στις νοτιοανατολικές γωνίες (όχι σε μένα ρε σεις, στο μαγαζί) και δεν πρέπει να υπερβάλλουμε γιατί είναι επικίνδυνος. Το δεύτερο, είναι ο Βάτραχος Με Τα Τρία Πόδια που κάτι θα κάνει στην μπροστινή πόρτα. Του είπα ότι έχω έναν εύκαιρο αλλά κόλλησε στο τρίτο πόδι που κάνει λέει, όλη τη δουλειά.

Οι πρώτες αλλαγές στον χώρο πρέπει να γίνουν άμεσα και μετά θα προχωρήσουμε και στις υπόλοιπες. Λοιπόν τέλος. Από σήμερα θα σας γράφω από την τουαλέτα και θα κατουράω στον υπολογιστή. Αν όλα πάνε καλά και πήξω στα φράγκα, θα χώσω ένα συντριβάνι στη μέση και στολιστώ με ακουαμαρίνους για θάρρητα και εξαγνισμούς. Μετά θα πάρω τα τσουβάλια με τα λεφτά και θα πάω στο Πανεπιστήμιο του Φενγκ Σούι και θα γίνω μια ταπεινή επιστημονίσσα Φενγκσουίτα και μετά θα γυρίσω και θα σας κάνω τα μπλόγκια Φενγκσουίτες και θα γίνετε διάσημοι και ανάρπαχτοι και μετά θα κατακτήσουμε τον κόσμο.