Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2006

ΓΕΡΝΑΩ ΜΑΜΑ

Η μέση μου επιμένει να σουβλίζει όντας παρατημένη σε μια καρέκλα για τόσες ώρες κάθε μέρα. Όταν χρειάζεται πια να περπατήσω δυό βήματα παραπάνω, αρχίζει και σουβλίζει περισσότερο. Κάθε κίνηση είναι και πιο δύσκολη, ενώ αρχίζω να πιστεύω πως γερνάω. Ή επιβάλλω το γήρας στο σώμα μου με αυτόν τον τρόπο ζωής. Θα τον αλλάξω. Δεν έχω κουράγιο ακριβώς τώρα αλλά θα το κάνω. Όπως παλιά. Πολύ παλιά. Τότε που όλοι νόμιζαν πως γεννήθηκα χωρίς αρθρώσεις, τότε που αυτά που τώρα με τρομάζουν, ήταν παιχνιδάκι.

Είναι περίεργο όταν βλέπω τόσες αλλαγές μέσα μου, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτά τα τρία χρόνια στο μαγαζί μεγάλωσα πολύ. Ψυχικά και σωματικά. Ήταν αναγκαστικό αυτό το μεγάλωμα, δεν το ήθελα, δεν είναι από τα πράγματα για τα οποία περηφανεύεσαι. Το φανταζόμουν λιγάκι διαφορετικά. Όταν μέσα από δίνες και παθήματα ατσαλεύεις και πεισμώνεις και γίνεσαι ένας σούπερμαν και σκοτώνεις τους κακούς και μετά κάθεσαι περήφανος και ασπρομάλλης και λες ιστορίες. Κάπως έτσι. Το δικό μου μεγάλωμα ήταν πιο παθητικό. Από αυτά που κάθεσαι και τα βλέπεις να συμβαίνουν και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, αλλά δεν έχεις και το κουράγιο να τα σταματήσεις ούτε να επέμβεις.

Φτάνει η στιγμή που ψάχνεις μια θεσούλα στην καρέκλα που να μην πονάει, ψάχνεις κάτι να γράψεις που να μην καίει, ψάχνεις στα μάτια των ανθρώπων σου να καταλάβεις αν σε βλέπουν με την ίδια ματιά. Όπως παλιά. Είμαι απίστευτα κουρασμένη. Ίσως το βράδι στο κρεβάτι, να μην σκεφτώ τίποτε για πρώτη φορά, ίσως αύριο το πρωί η μέση μου να μην πονάει, τα δάχτυλά μου να μην είναι πρησμένα, τα μάτια μου να μην τσούζουν. Ίσως αυτό που συμβαίνει τώρα να είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σε όλους όσους μεγαλώνουν και να μην το έχω καταλάβει.

Καληνύχτα.

HELP?

Καιρός λοιπόν να βοηθήσετε έμπρακτα ένα εργαζόμενο κορίτσι. Έλαβα κάποια mail και αδυνατώ να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις. Θα σας παραθέσω το πιο χαρακτηριστικό και ελπίζω να προσθέσετε το λιθαράκι σας ως σοφοί blogers και να με αποσυμφορήσετε λιγάκι, μπας και σφουγγαρίσω αυτό το έρμο το μαγαζάκι. Δεν έχω αλλάξει τίποτε από αυτό το mail, απλά από greeklish το έγραψα στα ελληνικά για να διαβάζεται ευκολότερα. Και εννοείται δεν αναφέρω το όνομα του παιδιού που το ΄στειλε. Άλλωστε τα περισσότερα mail, ρωτάνε περίπου τα ίδια.

«Καλησπέρα. Έχω κάποιες απορίες για τα blogs.

-Πώς μπορώ να κάνω πιο γνωστό το blog μου;

-Υπάρχει κάποια τακτική ή απλώς περιμένω να με βρούνε;

-Πώς μπορώ να ψάξω ελληνόφωνα blogs;

-Στο blog σου υπάρχει μια στήλη που ανταλλάσετε μηνύματα. Πώς μπορώ να αφήσω μήνυμα σε αυτή και πώς μπορώ να δημιουργήσω και εγώ τέτοια στήλη;

-Όλα αυτά τα ονόματα που υπάρχουν στο blog σου, τί είναι;

-Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός;

-Ποιός ο λόγος που υπάρχουμε;

Ευχαριστώ προκαταβολικά και sorry για τις ηλίθιες ερωτήσεις...»

Πάω για σφουγγάρισμα... :)

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2006

ΟΥΓΚ

Αν υπάρχει κάτι που μου την σπάει άγρια, είναι η δύσκολη γλώσσα. Όχι οι επιστημονικοί όροι και η φιλοσοφία αλλά η δύσκολη γλώσσα του κώλου, έτσι για εφέ. Γράφει ο χλεχλές μια ασυνάρτητη μαλακία, πιάνεται ο άλλος χλεχλές και κάθονται και σου αναλύουν πράγματα που δεν υπάρχουν. Στ΄αλήθεια δεν υπάρχουν. Το ξέρω ότι είμαι περιορισμένης ευθύνης (δε λέω ξανθιά, είναι αργά πια), όμως το προσπάθησα σας λέω και άκρη δε βγάνω. Περιπλανιέμαι σε χώρους υψηλής αισθητικής και χαμηλής ευκρίνειας και μονίμως μένω μαλάκας. Όχι, πείτε μου πού τα μάθατε αυτά, να πάω να τα σπουδάσω. Γιατί αν υπάρχει Πανεπιστήμιο που τα διδάσκει και βρήκατε και δουλειά, εγώ θα κάτσω να με χέσετε.

Θέλεις ρε άνθρωπα να πεις κέρατο; Είναι τόσο δύσκολο να πεις κέρατο; Πρέπει δηλαδή να με γανιάσεις με «μαύρα πέπλα στο κορμί του ελαφιού» και μετά από «εκατό χρόνια μοναξιάς» να καταλάβω ότι σε κεράτωσε; Κι εσύ ρε φίλε, πού είδες τη συσχέτιση με το εκκρεμές του Φουκώ και πας και το κοτσάρεις; Α, για να μας πεις ότι το διάβασες...ε, κι εγώ διάβασα χθες το pink woman αλλά δεν πάω να το πω στου κρεμασμένου το σπίτι - που είχε και ένα γαμάτο άρθρο για κέρατο και πολύ καλό θα ΄σου κανε όλο αυτό αλλά ας το ΄λεγες ότι θες να μιλήσουμε και όχι να ζωγραφίσουμε τη Γκουέρνικα!

Πάει η άλλη και γράφει για «κόκκινη θύελλα, της προσμονής μουράγιο». Όχι, πείτε μου τί θα σκεφτόσασταν. Εμένα πήγε το μυαλό μου στον γαύρο που περιμένει να σηκώσει την κούπα. Αλλά εντάξει είπα, αν θέλει να το παίξει ποιήτρια μέσα και με χίλια εγώ. Μπράβο και χίλια μπράβο. Και στα δικά μας. Λες ένα «τί θε να πει ο ποιητής», δίνεις την ερμηνεία που σου γκάβλωσε και όλα καλά.

Ότι όλο αυτό όμως θα ήταν γιατί της ήρθε περίοδος;;; E, άει στο διάολο σιχαμένη!

Έχουν παίξει τα νεύρα μου σας λέω. Αλλά δεν θα κατονομάσω, δεν είναι του χαρακτήρος μου αυτά τα πράγματα. Θα σας πω μονάχα αυτό : η κατάκλισις του λευκού περιστεριού εν μέσω εαρινής νυχτός, μαντάτο μύχιο θα ξεδιπλώσει κατακρυμνίζοντας στα βράχια της ζωής, το ασύνειδο ψύχος.

ΑΝ

Όταν θέλω να περάσει η ώρα, πάω και χώνω ένα «αν» στο πρώτο πράγμα που θα μου κατέβει στο κεφάλι και φτιάχνω σενάρια. Παντού το κολλάω. Τα πιο ενδιαφέροντα, αστεία και συγκλονιστικά πράγματα τα έχω φτιάξει με ένα «αν». Βέβαια, πολλές φορές με έφερε σε χοντρούς μπελάδες αυτό το «αν» (βλέπε : τί θα γινόταν αν άνοιγα ψιλικατζίδικο - ναι, να το προσέχετε, είναι λιγάκι επικίνδυνο). Ότι και να μου ΄ρθει στο κεφάλι που λέτε, το κάνω έναν φοβερό αχταρμά.

Αν π.χ. είχε κάνει ένα τοσοδούλι λαθάκι η φύση σε εμάς και αντί για δέρμα είχαμε ας πούμε, αγκάθια όπως οι αχινοί τί θα γινόταν; Και δεν μιλάω για σεξ διεστραμμένοι (καλά αφού με ξέρετε, θα το αναλύσω κι αυτό αλλά όχι ακόμη). Αν δεν είχαμε εννοώ, καθόλου χέρια και πόδια και περπατούσαμε με τα αγκάθια. Δηλαδή τί να περπατούσαμε, αν κατρακυλούσαμε όπως οι αχινοί. Θα είχαμε χιλιάδες παπουτσάκια για να προστατέψουμε τα αγκαθάκια μας και τα αυτοκίνητα θα αντέγραφαν την φυσική μας κίνηση : κουτρουβάλα. Τα κουτρουβαλάκια, θα κατέκλυζαν τους δρόμους κινούμενα με κουτρουβαλοζίνη και οι αερόσακοι θα ήταν ολόσωμα αφρολέξ (αυτά με τις φουσκάλες). Θα πατάγαμε φρένο απότομα, θα εκτοξευόταν το αφρολέξ και θα την γλιτώναμε με ηχητικά εφέ. Κλατςςςς.

Οι άντρες θα ήταν οι πιο ευτυχισμένοι από όλους. Θα μπορούσαν να έχουν όσα τηλεκοντρόλ γουστάρουν και να τα πατάνε ταυτόχρονα ενώ οι γυναίκες θα γλίτωναν από πολύωρες αποτριχώσεις και ραντεβού στα κομμωτήρια. Τί θα είχαμε εφεύρει για να ξεχωρίζουμε και να είμαστε μοδάτοι και όμορφοι; Εντάξει, κομμωτήρια ξεχάστε τα. Θα είχαμε φτιάξει αγκαθωτήρια όπου θα γυαλίζαμε τις αγκαθάρες. Λακ και ζελέ τέλος, ενώ οι βαφές μαλλιών θα ήταν σε σπρέι. Οι γκραφιτάδες θα ήταν πρώτοι ίματζ μέικερς.

Τα σεξουαλικά βοηθήματα, δεν θα ΄χαν διασκεδαστικό χαρακτήρα ή την έννοια της ποικιλίας. Θα ήταν στ΄αλήθεια βοηθητικά και αναγκαία. Κάτι σαν κουτάκια πρώτων βοηθειών. Κόλλα στιγμής για σπασμένα αγκάθια, τεράστιες τούφες βαμβάκι για ανώδυνη επαφή, ενώ λέγοντας «ασφαλές σεξ» θα εννοούσαμε το προφανές. Οι σαδομαζό, δεν θα είχαν όλα αυτά τα αξεσουάρ. Θα ήταν το πιο εύκολο και φυσικό σεξ. Γιατί η φύση μας θα ήταν σαδομαζό. Οι φυσιολογικοί, θα ήταν οι ανώμαλοι αφού το ανώδυνο σεξ θα ήταν kinky. Τί να τα κάνεις τα μαστίγια και τις χειροπέδες άμα είσαι υποχρεωμένος να χτυπιέσαι με καρφίτσες κάθε τρεις και λίγο...

Το πιο σημαντικό απ΄όλα, θα ήταν η κοσμοθεωρία μας που θα γύρναγε τούμπα. Σοφά ρητά ανά τους αιώνες, θρησκείες, τραγούδια, παροιμίες και τόσα άλλα θα είχαν γραφτεί τελείως διαφορετικά. Για σκεφτείτε το λιγάκι...

-Θρησκεία : «καθ΄εικόνα και ομοίωσιν» …ο θεός αχινός!

-Άσματα : «shake that ass» , «I touch myself»…

-Λαική σοφία : «άμα πετύχει η μαλακία...» : ο αυνανισμός βασικά ΟΝΤΩΣ θα έκανε κακό.

-Παροιμίες : «από αγκάθι βγαίνει ρόδο κι από ρόδο αγκάθι» , «αν έχεις νύχια, ξύνεσαι»... και άλλα ανατριχιαστικά.

-Ιστορικά ντοκουμέντα «Η κάθοδος των Μυρίων»...μάλλον η κουτρουβάλα θα ΄ταν...

-Υπαρξιακά : «Ευφυής σχεδιασμός»... α πα πα πα πα!!!

Μόνο ο Ηράκλειτος θα ήταν και πολύ μάγκας : «τα πάντα ρει...»!

Και ένα σωρό άλλες ασυναρτησίες που σκέφτομαι όταν γύρω γύρω είναι Κυριακή κι εδώ μέσα Δευτέρα...κλαψ... :(

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

-Καλημέρα.Ένα Καρέλια.

-Καλημέρα.Μάλιστα.

-Και έναν αναπτήρα.

-Ναι.

-Γιατί αυτά πάνε μαζί. Γίνεται το ένα χωρίς το άλλο;

-Όχι, βέβαια.

-Κάποτε... (εξιστόρηση 23 λεπτά).

---------------------------

-Δώσε μου τον φίλαθλο.

-Μάλιστα.

-Τί dvd έχουμε σήμερα;

-Ρίξτε μια ματιά...

-Αυτή η ταινία... (ανάλυση 17 λεπτά)

----------------------------

-Καλημέρα.

-Καλημέρα....τί θα θέλατε;

-Άσε να κοιτάξω.

-Βεβαίως.

-.......(δέκα λεπτά «κοίταγμα»).

-Να βοηθήσω;

-Μπα, δεν θα πάρω τίποτε. Πώς πάει το μαγαζί;

-Καλά.

-Είχα και ΄γω κάποτε τέτοιο μαγαζί… (αφήγηση 20 λεπτά)

Η επικοινωνία είναι φύση. Ακόμη κι αν δεν έχεις κανέναν, θα εφεύρεις τρόπους για να βγάλεις πράγματα από μέσα σου που πρέπει να βγουν. Είναι λιγάκι σαν τα όνειρα. Τότε που ο εγκέφαλος ξεσκαρτάρει και το υποσυνείδητο ακόμη και σε μερικά λεπτάκια ύπνου, τακτοποιεί πληροφορίες και προβάλλει ασυνάρτητες εικόνες. Ό,τι έχουμε μέσα μας θα βρει τρόπους να βγει, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Nature will find it’s way.

Ακόμη και σε ένα ψιλικατζίδικο, ακόμη και σε ένα blog.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2006

ΕΦΗΒΕΙΑ

Περνούσα ατέλειωτες ώρες κάποτε στο δωμάτιό μου. Αλλά ποτέ δεν διάβαζα τα μαθήματά μου και ποτέ δεν έτρωγα. Η ψυχή ενός έφηβου είναι τελικά πολύ βράστα. Ήμουν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Δεν είχα δυσκολίες, επαναστάσεις, εκρήξεις. Είχα εσωστρέφεια και ρομαντισμό. Καλά, ήμουν ερωτευμένη κάθε τρεις και λίγο, αλλά λες και η ερωτική μου ζωή καθόριζε το ποιά είμαι. Τελείως όμως. Είχα γίνει ένα με τις σχέσεις μου.

Αν ήμουν στα πάνω με την σχέση μου, ζωγράφιζα καρδούλες και δοκίμαζα τα ρούχα και τα εσώρουχα της μαμάς. Αν έπεφτε κάνας χωρισμός ή κάνας καυγάς, διάβαζα Καβάφη και άκουγα Κατσιμιχαίους. Και στις δύο περιπτώσεις έκλαιγα ασταμάτητα. Και στις δύο περιπτώσεις δεν κατέβαινε μπουκιά. Δεν μπορούσα με τίποτε να διαχωρίσω εμένα από τα γκομενιακά μου. Δεν μπορούσα ας πούμε, να πω ότι τώρα θα διαβάσω και να είμαι χωρισμένη. Με τίποτα. Επίσης δεν μπορούσα να πω, ότι τώρα θα διαβάσω και να είμαι καλά με γκόμενο. Πάλι με τίποτα. Διάβαζα και έτρωγα μόνο στα εντωμεταξύ. Δηλαδή μεταξύ γκόμενων. Δηλαδή ποτέ.

Α, διάβαζα και μαζί με τον γκόμενο. Ή τέλος πάντων έτσι έλεγα στην μάνα μου και τον γκόμενο. Γαμώ τα διαβάσματα έκανα τότε. Μου ΄χε κάτσει μια φορά ένα τυπάκι στο Γυμνάσιο που ήταν καλός στην Φυσική. Βρήκα πάτημα εγώ και έκλεισα ραντεβουδάκι για «διάβασμα». Μόνο που αυτός το εννοούσε. Αυτός έλεγε για ροπές και νόμους κι εγώ μετάνοιωνα που δεν διαβάζαμε ανατομίες και φυσιολογίες. Τουλάχιστον θα είχα ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Ξενέρωμα ο μικρός. Τον έστειλα.

Ο πιο απίστευτος γκόμενος που είχα ποτέ, ήταν τελείως αντίθετος από εμένα. Πέρναγε την εφηβεία του με επαναστάσεις, εκρήξεις και κόντρες. Μια απίστευτη φασαρία ήταν αυτό το παιδί. Έτρωγε ακόμα και μπροστά μου (φανταστείτε αναισθησία δηλαδή) και κάπνιζε κιόλας. Ήταν τελείως στ΄αρχίδια του τα γκομενιακά του. Τα ΄κλεινε όποτε γούσταρε σε ένα κουτάκι και έκανε τη ζωή του. Μόλις του έλεγα καληνύχτα, καρδούλες και Καβάφη εγώ, μπουρδελότσαρκες και κολλητάρια αυτός. Μόλις με έβλεπε άνοιγε το κουτάκι, έλεγε καμμιά ερωτευμενιά, χάιδευε ότι προλάβαινε και ξανά το ίδιο βιολί. Και μετά με χώρισε κιόλας. Και μετά το μετάνοιωσε. Και μετά με παντρεύτηκε. Τώρα τρώω κι εγώ μπροστά του. Έτσι για να μάθει.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2006

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ

(και παρεξηγήσεις)

Βασικά κυρίες και κύριοι αυτή η γιορτή είναι για να φάτε κρέας. Κυριολεκτικά όμως, μη μπερδεύεστε. Μπριζολίδια, σουβλακοειδή και τα τέτοια.

Άντε, γιατί μου έχετε τσακίσει τα νεύρα με τα προφυλακτικά από το πρωί!

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αν σημαίνει αυτό που νομίζετε ότι σημαίνει, αυτό το «τσικνοπέμπτη» είναι πολύ σιχαμένο.

p.s. Να το θυμάστε αυτό και την πρωτομαγιά. Το μαγιόξυλο πιάνουμε κορίτσια, αλλιώς ενημερώστε με από πριν, να έχω καβάτζα μαγιοξυλοσκουφάκια.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ

Ένας καλός πολιτικός πρέπει να ξέρει να διαβάζει τ΄άστρα. Εσείς τί λέτε;

-«Σήμερα, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες αισθάνονται ότι η Χώρα βρίσκεται, πράγματι, σε μια νέα περίοδο, σε μια νέα τροχιά. Διαπιστώνουν ότι μπήκε σε τροχιά σταθερότητας και ανάπτυξης. Γνωρίζουν ότι χτίζουμε στέρεες βάσεις για το αύριο».

-«Ο μήνας Φεβρουάριος θα αρχίσει με σημαντικές επαγγελματικές αποφάσεις για τις οποίες θα προτιμούσατε να είχατε περισσότερο χρόνο στη διάθεση σας. Θα εργαστείτε δημιουργικά και αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια του μήνα και κατά την τρίτη εβδομάδα του μήνα, θα καταφέρετε να δημιουργήσετε τις κατάλληλες συνθήκες για να πραγματοποιήσετε τους στόχους και τα σχέδια που αφορούν το άμεσο μέλλον σας».

-«Φαίνεται ξεκάθαρα, πια, ότι κάτι καινούριο γεννιέται. Διασφαλίζεται μια νέα προοπτική. Βεβαίως, υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες μπροστά μας».

-«Αντιμετωπίστε με καλή διάθεση τις επαγγελματικές προκλήσεις και τις ευθύνες που έρχονται. Προσπαθήστε να διώξετε μακριά την πίεση που νοιώθετε γιατί θα σας οδηγήσει σε λανθασμένες αποφάσεις. Αν δεν προσέξετε, στα μέσα του μήνα, θα δαπανήσετε μεγάλο μέρος των χρημάτων σας σε άσκοπες αγορές. Γι αυτό προσπαθήστε να τακτοποιήσετε βασικές σας οικονομικές υποχρεώσεις για να μην κινδυνέψετε να χαρακτηρισθείτε ασυνεπείς».

-«Είναι γεγονός ότι η Χώρα έχει, για ένα ακόμη διάστημα, ανηφορικό δρόμο. Όμως! Ακόμη πιο σίγουρο, είναι ότι βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες ευκαιρίες. Ακούμε προβληματισμούς. Συνθέτουμε απόψεις. Έχουμε διαρκή επικοινωνία με όλους τους πολίτες, σε όλη την Ελλάδα. Διεκδικούμε το μέλλον δυναμικά».

Αυτά τα αποσπάσματα είναι κομμάτια πολιτικών λόγων και αστρολογικών προβλέψεων. Αρκεί να αλλάξεις το πρόσωπο που απευθύνονται και να τα κοτσάρεις στους ανθρώπους που έχεις απέναντί σου. Με συγκεκριμένες λέξεις και εκφράσεις είτε κυβερνάς, είτε συντάσσεις αστρολογικό χάρτη.

Μόνο που όλο αυτό δεν λέγεται ούτε πολιτική ούτε αστρολογία. Λέγεται ΨΥΧΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ :

«Ο χειραγωγός ξέρει ότι ο στόχος του έχει την τάση να προσπαθεί να βγάζει νόημα απ' οτιδήποτε του λένε, ασχέτως πόσο απίθανο και τραβηγμένο είναι αυτό. Ξέρει επίσης ότι οι άνθρωποι είναι γενικά εγωκεντρικοί, ότι τείνουμε να έχουμε μη-ρεαλιστικές απόψεις για τους εαυτούς μας και ότι γενικά αποδεχόμαστε ισχυρισμούς για το άτομο μας, όχι με βάση το πως πραγματικά είμαστε ή πως πραγματικά πιστεύουμε ότι είμαστε, αλλά με βάση το πως θα θέλαμε να είμαστε ή το πως θα έπρεπε να είμαστε». Από το λεξικό του Σκεπτικιστή.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2006

SXOUREAL.ISXNMOSX

NMOY E/PESXE KAFESX SXTO /PL.HKTROL.OGIO KAI TA KANME /POUTANMA OL.AL

EISXE MNESXA \ZASXARH GANMOTO KAI TORA DENM ESXO OINMO/PNMEYNMA NMA TO KATHARISXOL AL.L.A DENM THA NME FINMOSXETE GOUROUNMIA

OL.A AFTA ESXOUNM /POL.Y VBATHITERO NMOHNMA A/PO OTI NMONMI\ZETE AGRANMATOI KAI ASXESXTOI VBL.OGGERS

X

GIA TA VBATHITERA NMOHNMATA /POU GRAFO TORA C, /PATE SXTONM L.AO NMA SXASX TA ESXHGHSXEIL

AFTOSX NMONMO TA KATAL.AVBEL

OSXI DENM /PAIRNMO L.IGNMENMA

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Έψαχνα εδώ και μέρες να βρω δηλώσεις πολιτικών και αποδεδειγμένα ψέμματα. Κάτι που κάποιος είπε προεκλογικά και μετά το πήρε πίσω. Κάτι που κάποιος πρέσβευε κάποτε και τώρα το γύρισε τούμπα. Γέμισα τρεις σελίδες δηλώσεις. Από όλους. Απογοητεύτηκα. Ήθελα βγάλω κάτι αστείο και μου απέδειξα ότι σε αυτή την περίπτωση έχω ένα τόσο δα δικαιωματάκι να τσουβαλιάσω. Το χρειάζομαι αυτό. Το χρειάζομαι όχι για να μείνω στις τετριμμένες κατηγορίες και να βρίσω ή να εκτονωθώ. Το χρειάζομαι για να συνεχίσω να ψάχνω για ανθρώπους. Μπας και τα καταφέρω. Μπας και βρω την εξαίρεση του κανόνα. Του αποδεδειγμένου κανόνα πια.

Απ΄όλο αυτό το σκουπιδαριό δηλώσεων που βρήκα ανά τα χρόνια, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οι επώνυμες κατηγορίες για απάτες και αδικήματα. Και μετά τίποτε. Δηλαδή να βγω εγώ, να πω δημοσίως ότι ο κύριος τάδε ταδόπουλος είναι κλέφτης και απατεώνας και μετά να κάνω τουμπεκί. Και να είμαι και κυβέρνηση. Και μετά να βρίζω τους νταβατζήδες. Πόσο μαλάκας είμαι; Και να με βλέπετε παρέα με τον ταδόπουλο να τα πίνουμε στον Μπαιρακτάρη ή να φωνάζουμε ο ένας πάνω στον άλλον σε ένα πανελάκι. Και μετά να ψηφίζετε εμένα ή τον ταδόπουλο.

Έπαθα σοκ προχθές. Τεράστιο σοκ. Είχαμε μείνει με τον Τάσο άφωνοι για κάνα πεντάλεπτο. Αγνοώντας τις πολιτικές εκπομπές, είπαμε να δούμε λίγο Θέμο να το ελαφρύνουμε. Πέφτει βιντεάκι με Παπαντωνίου και Κανέλλη. Μετά από λογομαχία και προσωπικές κοντρίτσες, η Κανέλλη κόβει την κοντρίτσα ως εξής : «Άντε, να μην βγάλω στην φόρα το διαζύγιό σου». Κολώνα ο Παπαντωνίου. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολιτικοί με επίπεδο, γνώσεις, κουλτούρα, προσωπικότητα, ιδεολογία και άποψη. Και εγώ πολίτης και τους ψηφίζω. Και καταδικάζουμε σύσσωμοι τα reality.

Επιμένω να ψάχνω για ανθρώπους, αλλά αρχίζω και δεν πιστεύω στην λογική ενός «κόμματος». Ένα κόμμα αποτελείται από πολλούς ανθρώπους που θα αναλάβουν καθήκοντα. Είναι άτοπο να είναι όλοι σωστοί ή να λειτουργούν μη αυτόνομα. Χίλιες φορές να ψηφίζουμε πέντε υποψήφιους συγκεντρωτικούς βασιλιάδες, παρά συμμορίες.

Γνωρίζω ότι η πολιτική είναι διπλωματία. Ευελιξία, προσαρμοστικότητα και ρητορία. Άλλο όμως διπλωματία και άλλο ψέμα. Άλλο ευελιξία και άλλο απάτη. Άλλο προσαρμοστικότητα και άλλο ξερό συμφέρον. Άλλο ρητορία και άλλο δημαγωγία.

Κύριοι, έχουμε ίντερνετ πια. Ότι λέτε καταγράφεται και κρίνεται. Δεν είμαστε στην τηλεόραση, ούτε στο ραδιόφωνο για να λέτε ότι μπαρούφα σας κατέβει ανεξέλεγκτα. Να ξέρετε ότι τώρα πια υπάρχουν άνθρωποι που τα ψάχνουν αυτά. Κι αν όχι, υπάρχω και εγώ. Αυτές οι τρεις σελίδες μεγαλώνουν κάθε μέρα και θα φιγουράρουν σε όλα τα blogs ακριβώς όταν έρθει η στιγμή να σας κρίνουμε.

ΓΟΥΡΟΥΝΕΣ ΚΑΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ

Είμαι μερικές φορές πολύ αντιεμπορική. Αλλά σε μερικά πράγματα είμαι φασισταριό σκέτο. Άρχισαν βλέπετε τα πιτσιρίκια και μου ζητάνε δυναμιτάκια. Εκτός από τίποτε «σκορδάκια», «πεταλούδες» και αυτά τα στικάκια που βγάζουν αστράκια δεν έχω φέρει ποτέ, τίποτε πιο βαρβάτο στο μαγαζί. Και μιλάμε για απίστευτο κέρδος. Η κούτα με τα 24 δυναμιτάκια κοστίζει 20 ευρώ και τα πουλάς 5 ευρώ το ένα. Πουλάς περίπου μία με δύο κούτες τη μέρα, από τις Απόκριες μέχρι το Πάσχα. Βέβαια αν σε πιάσουν, την γάμησες. Πέρσι έκλεισαν τον διπλανό μου και έφαγε και ένα σκασμό πρόστιμο.

Έρχονται κάθε τρεις και λίγο κάτι ύποπτοι τύποι και με ρωτάνε κρυφά αν θέλω να μου φέρουν «γουρούνες» και τα συναφή. Μου δείχνουν κάτι πολυκαιρισμένα κουτιά Μινέρβα που έχουν κρυμμένα στα σακάκια τους. Τους διώχνω. Κάποιοι επιμένουν να το συζητήσουμε. Όσο κι αν τους δείχνω απέναντι το Δημοτικό, όσο κι αν τους εξηγώ ότι δεν με νοιάζει αν τα πουλάνε ΟΛΟΙ, ότι δεν κολλάω στο ότι μπορεί να με πιάσουν, κ.τ.λ., αυτοί επιμένουν. Μου λένε «μην είσαι χαζή, κρύψτα κάτω από τον πάγκο και δίνε μόνο σε μεγάλους και σε γνωστούς». Λες και ένας «μεγάλος» έχει περισσότερο μυαλό από ένα πιτσιρίκι. Λες και ένας «γνωστός» δεν θα στην κάνει άμα πάθει ζημιά. Λες και αν κάποιος πάθει κάτι και δεν την πληρώσεις εσύ, όλα θα είναι μια χαρά μετά.

Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, πάντα το είχα απορία. Καλά ρε μαλάκες αφού πουλάτε τέτοιες αηδίες κρυφά και χωρίς καθόλου προδιαγραφές (για τόσο επικίνδυνο εμπόρευμα) μόνο και μόνο για τα λεφτά, γιατί δεν πουλάτε ναρκωτικά καλύτερα; Πιο πολύ κέρδος, λιγότεροι κίνδυνοι, μη εποχιακή πελατεία και άμα σας πιάσουν, ε δεν τρέχει και τίποτα. Με τέτοιο κατεστραμμένο εγκέφαλο, θα τους πείσετε άνετα ότι τα είχατε για προσωπική χρήση.

Πετάγομαι σαν την τρελλή κάθε τρεις και λίγο μέσα στο μαγαζί. Πονοκεφάλιασα. Είναι κάτι σαν «μόδα» αυτές τις μέρες τα δυναμιτάκια στα πιτσιρίκια της γειτονιάς. Μου ζητάνε σπίρτα και δεν τους πουλάω. Τα ρωτάω αν το ξέρουν οι γονείς τους. Φεύγουν φοβισμένα μην τα καταδώσω. Τα ξενέρωσα τελείως. Σύντομα την βρίσκουν την λύση. Έρχεται ο πατέρας ενός παιδιού, αγοράζει δέκα κουτιά σπίρτα, τους τα μοιράζει και μπαίνει πάλι ήσυχος στο καφενείο. Έχω μείνει να κοιτάω σαν μαλάκας.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2006

ΜΑΛΑΚΟΜΑΓΝΗΤΗΣ

Ή ένας πολύ ωραίος τρόπος για να γλιτώσεις την αυτοκριτική.

Γιατί η λέξη είναι σύνθετη απλά κανείς δεν την κάνει νιανιά για να καταλάβει ότι αυτοβρίζεται. Μαλάκας & μαγνήτης. Όπου μαλάκας βάλε «δεν μου κάνει», όπου μαγνήτης «εγώ». Όχι ο δίπλα, «εγώ». Δηλαδή είμαι «ο έλκων τον μαλάκα». Το θέμα είναι, τί έλκει έναν μαλάκα. Μαλακίες, θα πω εγώ.

Έχεις χριστιανέ μου μαλακομαγνήτη; Δηλαδή ας πούμε εσύ στέλνεις τα σωστά σήματα αλλά τα λαμβάνουν λάθος άνθρωποι; Και το αναγνωρίζεις κιόλας; Και τί κάνεις γι΄αυτό; Μήπως, λέω μήπως, εσύ στέλνεις τα λάθος σήματα και τα λαμβάνουν ΑΚΡΙΒΩΣ αυτοί που πρέπει;

Έχω ένα φιλαράκι με αυτό το πρόβλημα. Μετά την κάθε σχέση βρίζει την τύχη του και τον μαλακομαγνήτη του. Με μια μικρή διαφορά. Πριν την σχέση, η κάθε υποψήφια ξέρει ότι θα έχει ένα χαλάκι στα πόδια της, πιστότατο και αφοσιωμένο. Είναι πεπεισμένος γαρ, ότι δεν αξίζει μία. Το κάνει σαφές πριν αρχίσει να στέλνει σήματα. Με αποτέλεσμα ακόμα και να μην δουλέψει ο μαλακομαγνήτης, εκείνος φέρεται σαν να δούλεψε μια χαρά. Γίνεται ακόμη πιο χαλί. Και οι κοπέλες κατατρομάζουν και ακόμη τρέχουν.

Κάντε μια δοκιμή εσείς οι μαλακομαγνήτες. Προσπαθείστε να εντοπίσετε έναν μη-μαλάκα. Δύσκολο ε; Μήπως δεν υπάρχουν;

Κάντε ακόμη μια δοκιμή. Αναρρωτηθείτε κάτι απλό. Μήπως όλες οι γυναίκες (ή όλοι οι άντρες) είναι μαλάκες;

Ναι, είναι πιο εύκολο να το πιστεύεις αυτό.

ΚΤΗΤΩΡ

Είχα βρει έναν πολύ αποδοτικό τρόπο να λύνω τα γκομενιακά μου στο Δημοτικό. Δεν λέω για μετά, γιατί σύντομα το έλυσα δια παντός. Έρχονταν κάτι άσχετοι και μου «τα ζήταγαν» αλλά εγώ δεν τα ΄δινα. Πάντα ερωτευόμουν τύπους που δεν μου έδιναν σημασία. Και άντε μετά να τους πλησιάσεις. Μια φορά είχα ερωτευτεί έναν κούκλο που πήγαινε σε άλλο σχολείο κάπου στον Πειραιά. Πού να τον ξαναβρώ. Και δεν ήταν ότι δεν με ήθελαν ή είχαν άλλη, αλλά πολύ απλά, δεν με ήξεραν ντιπ για ντιπ. Τους έβλεπα στον δρόμο, στην γειτονιά, στους αγώνες μπάσκετ, την έτρωγα κατακέφαλα και άντε μετά να τους ξαναβρώ.

Είχα πέντε έξι ερωτικές απογοητεύσεις τον μήνα, βρέξει χιονίσει. Μόνη μου διέξοδος, οι κοινοί γνωστοί. Αλλά ήμουν και κωλόπαιδο. Σιγά μην κατέβαζα την μύτη μου να μάθω λεπτομέρειες ή να στείλω προξενήτρα. Όχι, εγώ το ΄θελα κανονικό. Να με έβλεπαν, να με ξεχώριζαν, να με βούταγαν και μετά «Γαλάζια Λίμνη». Εντάξει μην βαράτε, αυτό ήταν το μόνο σε ερωτικό που ΄ξερα τότε. Μας έμπασαν στην ζούλα τότε στο «Ντιάνα» με την αδελφή μου και μετά πήγε η μάνα μου να κάνει φασαρία στον κυρ Μήτσο τον σινεματζή. Αλλά ήταν αργά. Εγώ από τότε ήμουν μόνιμα ναυαγός στην νησάρα με ένα σωρό άγνωστους πιτσιρικάδες που τους άλλαζα σαν τα πουκάμισα. Δεν κόλλαγαν καθόλου βέβαια στο σκηνικό καθότι ποτέ δεν μ΄άρεσαν οι ξανθοί, αλλά δεν είχα και εναλλακτική.

Έπρεπε να βρω λύση μπας και ζήσω τη «Γαλάζια Νίκαια». Τότε ήταν πολύ διαδεδομένα τα λευκώματα. Έπαιρνες δηλαδή ένα χαζοχαρούμενο ντοσιεδάκι, το γέμιζες αρωματικές σελίδες, κόλλαγες αγαπησιάρικα αυτοκολλητάκια και έγραφες ερωτήσεις με το ψευδώνυμο «κτήτωρ». Ως εδώ καλά. Έλα μου ντε όμως που εμένα μ΄έτρωγε να μάθω για τους υποψήφιους. Έφτιαξα λοιπόν το λεύκωμά μου με τέτοιες ερωτήσεις που απευθύνονταν αποκλειστικά στους γαμπρούς. Ερωτήσεις του στυλ : «ποιά η γνώμη σας για την κτήτωρ;», «περιγράψτε μας πώς είναι το κορίτσι/αγόρι που σας αρέσει», «είστε ερωτευμένος/ερωτευμένη;» και άλλα τέτοια διερευνητικά.

Η πιο αποδοτική ερώτηση ήταν η εξής: Πήγα και κόλλησα ένα φακελάκι κλειστό σε μια σελίδα και από πάνω έγραψα «γράψε σε ένα χαρτάκι την πιο κρυφή σου επιθυμία και βάλτην στο φάκελο». Έπαιρνα λοιπόν το λεύκωμά μου και πήγαινα ντουγρού στους νυμφίους. Τους έλεγα ότι κάνω ένα είδος γκάλοπ και τους ζητούσα να απαντήσουν με ψευδώνυμο στο λεύκωμα. Αλλά βέβαια, ήξερα ποιός ήταν ποιός, αφού το έλεγχα αμέσως μετά τις απαντήσεις. Κάθε καινούργιο ψευδώνυμο ήταν και ο τελευταίος νυμφίος.

Οι πιό πολλοί αποδείχτηκαν μεγάλοι μαλάκες. Άνοιγα το φακελάκι και έβλεπα τις πιο κουφές επιθυμίες : «θέλω να γίνω Μαραντόνα», «θέλω ένα atari», «θέλω να γίνω αστροναύτης». Ξενέρα. Μέχρι που ένα απόγευμα τρέχοντας για το σπίτι, δεν άντεξα και το άνοιξα σε μια γωνία. Είχε μόλις απαντήσει ο «Ιππότης της Ασφάλτου». Ο Κυριάκος. Μέσα στο φακελάκι είχε χώσει ένα πετσοκομμένο χαρτάκι από το τετράδιό του και είχε γράψει : «θέλω μια νύχτα με την Κτήτωρ». Πρέπει να είχα ένα χαμόγελο στην φάτσα μου όλη μέρα. Αλλά όσο το σκεφτόμουν, τόσο μπερδευόμουν. Και τρόμαζα λιγάκι.

Ο Κυριάκος μου τα ζήτησε την επόμενη μέρα. Ήταν ο πρώτος μου δεσμός και δεν ήξερα τί πρέπει να κάνω. Ρώτησα την κολλητή μου. «Ρε συ, δεν είναι τίποτα, θα πηγαίνετε μαζί στα πάρτι, θα χορεύεις μπλουζ μόνο μαζί του και θα ανταλλάσετε δώρα». Δύο μέρες άντεξα. Κουράστηκα. Μου έπιανε διαρκώς το χέρι, ίδρωνα, δεν με άφηνε να κάνω βήμα στο διάλλειμα και μου το ΄σφιγγε πολύ όταν μίλαγα με άλλα αγόρια. Μαλακία η «Γαλάζια Νίκαια». Χωρίσαμε σε ένα πάρτι όταν χόρεψε μπλουζ με μια άλλη. Και της βάσταγε και το χέρι σφιχτά. Α, εγώ αυτά δεν τα σήκωνα.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2006

Η ΦΥΣΗ ΟΛΑ ΕΝ ΣΟΦΙΑ ΕΠΟΙΗΣΕ

Καταλαβαίνετε ότι με έτρωγαν τα δαχτυλάκια μου πάλι. Ρε γαμώτο, πολύ τους γουστάρω τους αρχαίους, αλλά το έχεσαν σε μερικές φάσεις. Εντάξει, αν ήμουν και εγώ αρχαία και έβλεπα ας πούμε κάθε μέρα, μια χρυσή σφαίρα να κάνει κύκλους πάνω απ΄το κεφάλι μου, ορίζοντας την μέρα και τη νύχτα, ναι το ίδιο θα έλεγα. Πόσο μάλλον να ανακάλυπτα σιγά σιγά τα σκατζοχοιράκια, τη βαρύτητα,τα μαμουνάκια, την άνωση, τους δούλους και άλλα θαυμαστά έργα της φύσης. Τί λέω, τούμπες θα ΄κανα. Τώρα όμως, μετά από γνώσεις χιλιάδων ετών στο κεφάλι μου, έχω τις αντιρρησούλες μου. Να σκάσω; Δεν γίνεται ρε σεις, αφού με ξέρετε πια. Τσάμπα σπούδαζα, λέμε;

Πείτε μου σας παρακαλώ πού βλέπετε τη σοφία γύρω σας. Τα βασικά, τα παραδέχομαι. Α, εγώ είμαι πάντα αντικειμενικιά. Αυτό το «όλα» είναι που με στραβώνει. Να το δούμε απ΄την αρχή; Ωραία, έχεις έναν πλανήτη τη γη. Του βάζεις λάμπα για τη μέρα και λάμπα ρομαντικιά για τη νύχτα. Του βάζεις και νεράκι να πίνουν τα ζωντανά, του βάζεις φαγάκι, του βάζεις και λίγα ανθρωπάκια να το παίζεις έξυπνος. Για να μην σου ερημώσει τέτοια πλανητάρα, τους δίνεις και σεξάκι και έχεις καβάντζα καινούργια ζωντανά. Ξέρετε, κύκλος της ζωής και τα τέτοια. Όλα εν σοφία.

Αν τα πάρεις όλα αυτά και τα κάνεις κομματάκια τόσο μικρά που δεν τα πιάνει το μάτι, παντού θα δεις ισσοροπία και σοφία. Απ΄το πιο μικρό κυτταράκι μέχρι τον πιο μικρό οργανισμό στον κόσμο. Στους μεγάλους οργανισμούς έγινε η μαλακία. Και εντάξει, οι αρχαίοι δικαιολογούνται. Τόσα είδαν τόσα έλεγαν. Αλλά εγώ θα σκάσω αν δεν τα πω.

Πας και δίνεις στους ελέφαντες τις αφτάρες και στην vodafone τους κοριούς; Στέκει; Πας και δίνεις στις κωλοφωτιές τσάμπα φως και στην Δεη φωτιά και λαύρα; Είσαι καλά; Πας και δίνεις ολόκληρους ωκεανούς στα ψάρια και στην Αθήνα ούτε ένα parking; Και εντάξει όλα αυτά, τα συνήθισα. Αλλά το άλλο;

Απ΄όλα τα ζωντανά της γης πας ρε συ και δίνεις νοημοσύνη στον άνθρωπο; Και μετά μου λες για ισσοροπία και σοφία; Λοτταρία τράβηξες; Πώς σου΄ρθε τέτοια μαλακία ρε γαμώτο; Ούτε εγώ δεν το ΄κανα.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2006

Ο ΓΝΩΣΤΟΣ

(του γνωστού...ω γνωστέ...άγνωστε)

Υπάρχει μια περίεργη αντίληψη για το ποιές είναι οι υποχρεώσεις μας απέναντι στους γνωστούς και τους «συγγενείς» μας με την ευρεία έννοια της λέξης (αλλά μιλάμε με την πολύ ευρεία). Το έχουν αυτό και άλλοι λαοί, ειδικά όταν μεταναστεύουν στο εξωτερικό για λόγους αλληλουποστήριξης. Μια Κορεάτισσα θεία του άντρα μου που μένει μόνιμα στο Τέξας, κάνει άπειρα χιλιόμετρα κάθε μέρα για να ψωνίσει μόνο από τα μαγαζιά πατριωτών της. Το ίδιο έκαναν και οι γονείς μου στην Γερμανία. Γίνονταν όλοι οι Έλληνες μια οικογένεια τόσο δεμένη, που ακόμη και οικονομικά προβλήματα να είχε κάποιος, πάντα όλοι έβαζαν ρεφενέ για να τον βοηθήσουν. Όλους θείους τους φώναζα και το εννοούσα.

Καταλαβαίνω ότι αυτό είναι αναγκαίο κακό όταν γίνεται σε τόσο μεγάλο βαθμό και εδώ. Ειδικά σε περιοχές με αυξημένη ανεργία και τόσες ανασφάλειες για το «μέλλον». Και ενώ έχω βοηθηθεί σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μου μέσω μακρινών συγγενών και γνωστών-αγνώστων, για να βρω δουλειά ή να προωθηθεί κάποιο θεματάκι μου, έχω έρθει ταυτόχρονα και σε πολύ δύσκολη θέση. Εννοώ αυτήν την περίεργη αίσθηση ευθύνης που νοιώθεις όταν σε έχει συστήσει κάποιος σε μια δουλειά, εννοώ τις αντιλήψεις σου και τα πιστεύω σου που πρέπει μερικές φορές να τα κρύψεις γιατί το «μέσον» σου είναι τελείως αλλού.

Και δεν θα ΄χα κανένα πρόβλημα με όλα αυτά, αρκεί να υπήρχε πάντα λόγος να βοηθηθεί κάποιος. Όταν όμως μπαίνεις σε όλες αυτές τις μυστικές «οικογένειες» αλληλοβοήθειας χωρίς να έχεις κάποια ιδιαίτερη ανάγκη, ή χωρίς να έχεις τα προσόντα για κάτι τέτοιο, μόνο και μόνο γιατί έτσι πια λειτουργούν τα πάντα, τότε αρχίζουν τα προβλήματα. Βλέπω παντού τριγύρω μου, να έχουν όλοι μεταλλαχθεί σε τυχοδιώκτες που εκμεταλεύονται τους «γνωστούς», κατακλέβοντας δουλειές και ευκαιρίες από ανθρώπους που μόχθησαν και που θα βρίσκονται πάντα στην απέξω. Αυτό είναι πολύ άδικο.

Σε μια δουλειά που ήμουν κάποτε, όλοι όσοι είχαν προσληφθεί ήταν μέσω κάποιου γνωστού. Όταν λοιπόν συμπληρώθηκε ο αριθμός των ατόμων που χρειαζόταν να στηθεί η εταιρεία αυτή, τότε άρχισαν να μοιράζουν αρμοδιότητες. Ένας υδραυλικός έγινε διευθυντής πωλήσεων και ένας επαγγελματίας φορτηγατζής έγινε marketing director. Είχε σπάσει ο ανθρωπάκος το κεφάλι του να καταλάβει τί σημαίνει αυτό. Ένοιωθε απίστευτα αγχωμένος για τα νέα του καθήκοντα αλλά οι αρμοδιότητες ήταν βάσει του μισθού που μας είχαν υποσχεθεί. Η εταιρεία αυτή έκλεισε σε δύο χρόνια. Όσοι είχαν χοντρό μέσον απορροφήθηκαν από τον όμιλο και οι υπόλοιποι πεταχτήκαμε έξω εν μία νυκτί. Και αυτό άδικο αλλά αναμενόμενο.

Πιστεύω ότι έχει αλλοιωθεί τελείως ο τρόπος σκέψης μας. Έχουμε υιοθετήσει μια παράλογη λογική που λέει ότι όσο μαλάκες ή άσχετοι και να΄μαστε, αν έχουμε τις κατάλληλες γνωριμίες, οφείλουμε να τις εκμεταλευτούμε. Το θεωρώ άδικο, ανήθικο και οικτρό. Όσες γνωριμίες και να ΄χει κάποιος, όσες ευκαιρίες να εκμεταλευτεί που δεν τις αξίζει, θεωρώ ότι είναι ο μόνος τρόπος να αποκτήσει χοντρό πρόβλημα στην ζωή του. Από προσωπική εμπειρία, είχα φοβερές τύψεις, απίστευτο άγχος και μεγάλο τρόμο, όταν πολύ συχνά δεν είχα το υπόβαθρο να υποστηρίξω αυτό για το οποίο πληρωνόμουν. Στο τέλος ντράπηκα τόσο πολύ που αποφάσισα να μην ξανακάνω κάτι για το οποίο δεν είμαι τελείως σίγουρη.

Το πιο εξωφρενικό δε, είναι ότι μας έχει περάσει τόσο πολύ μέσα μας όλο αυτό, που συνειδητά ή ασυνείδητα πολλές φορές, νοιώθουμε την ευθύνη να υποστηρίξουμε αυτούς τους γνωστούς-αγνώστους, ακόμα και στα πιο ηλίθια πράγματα, ακόμη και στις πιο φασιστικές απόψεις όντας για πάντα από ένα σημείο και μετά, χαζά υποχρεωμένοι σε σημείο σκλαβιάς. Και απαρτίζουμε έτσι άθελά μας μια κάστα ηλιθίων που ακολουθούμε πιστά πολιτικές, απόψεις, καταστάσεις και ανομίες χωρίς να έχουμε καν σκεφτεί τον λόγο.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2006

ΔΙΑΛΟΓΟΙ

-Γαμώτο, πάει ο Τουρέ...

-Ο ποιός;

-Το αστέρι ρε, που πήραμε στον Θρύλο και τώρα παίζει με την εθνική του.

-Άααα...

-Ναι, αλλά περάσανε τώρα στον Τελικό και τσάμπα τον περιμένουμε να παίξει σε ΄μας...

-Αααα...

-Καλά είδες που μας ξελάσπωσε ο Γεωργάτος τις προάλλες;

-Πού;

-Στον αγώνα ρε, με την Καλλιθέα, έβαλε γκολ στο ενενήντα.

-Αααα...

-Πού παίρνεις τηλέφωνο μωρό μου; Κάτσε να σου πω για τον Μαουρίνιο....

-Ένα λεπτάκι...λέγε εσύ...έλα Νεκτάριε...έλα ρε αγόρι μου..έλα για κάνα καφέ...σε ικετεύω!

-Γιατί ρε σεις, συνέβη τίποτε;

-Όχι, τίποτε...μια ψιλοστέρηση αντροπαρέας έπαθε ο φίλος σου και ΔΕΝ ΤΑ ΒΓΑΖΩ ΠΕΡΑ, ΣΟΥ ΛΕΩ!!!

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2006

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Τί χρειάζεται για να αποκυρρήξει κανείς ένα από τα πιο θαυμαστά επιτεύγματα; «Γυάλινο Σεξ» εκπομπή από τον Χαρδαβέλα, «Βιασμός 16χρονης μαθήτριας μέσω Ίντερνετ», «ο κίνδυνος των blogs», «κύκλωμα παιδεραστών δρουν στο ίντερνετ», «η απομόνωση που οδηγεί το ίντερνετ», «ψυχικά ασθενείς οι χρήστες του ίντερνετ», κ.α. Χρειάζεται λοιπόν την αποκάλυψη μιας καινούργιας παγκόσμιας συνομωσίας/λασπολογίας. Εχθρό έχουμε, εγκληματίες βρήκαμε, εκπομπές έχουμε, θύματα ανακαλύψαμε. Μας λείπει μόνο μια Λουκά απ΄όξω να ουρλιάζει, τον Χριστόδουλα να αφορίζει και μπόλικα πρόβατα να ακολουθήσουν. Τί χρειάζεται για να δούμε το σωστό μέγεθος; Λογική ρε!!!

Έχεις ένα παιδί. Στα δεκάξι του χρόνια είναι λογικό να μην το αφήσεις να πάει μόνο του σε ένα κλαμπ και να συναναστρέφεται με αγνώστους. Πόσο μάλλον με ενήλικες που δεν γνωρίζεις. Πόση λογική θέλει να φροντίζεις και για την ασφάλειά του μέσα στο ίντερνετ; Πόσο μυαλό θέλει να καταλάβεις ότι παρότι βρίσκεται κλεισμένο στο δωμάτιό του, εντούτοις κινδυνεύει από όλους αυτούς που φοβάσαι, εκτιθέμενο σε εικόνες και παραπλανητικές συζητήσεις; Πόσο γελοίο είναι να μην εμπιστεύεσαι ακόμη την κρίση του στον έξω κόσμο και όχι στο ίντερνετ; Να μην μιλήσω βέβαια, για την περίπτωση που εσύ το θέτεις σε κίνδυνο δημοσιεύοντας προσωπικά του δεδομένα.

Έχεις παιδεραστές, κλέφτες και μπόλικους ανώμαλους. Έχεις ένα σωρό διαφορετικούς ανθρώπους που ότι έκαναν έξω θα κάνουν ακριβώς και «μέσα». Γιατί είναι τόσο παράξενο; Γιατί να μην αποκυρρήξεις ολόκληρο τον κόσμο και αποκυρρήσεις τον γυάλινο κόσμο; Ένα γραφείο συνοικεσίων υποστήριζε ότι τα ραντεβού των πελατών του είναι πολύ πιο «ανθρώπινα» από τα ραντεβού στο ίντερνετ. Γιατί μπορούν να δουν, να πιάσουν, να αισθανθούν. Προσωπικά, γνωρίζω αρκετά ζευγάρια που γνωρίστηκαν μέσω ίντερνετ και είναι τρισευτυχισμένα. Μάλιστα, όταν συναντήθηκαν στον «έξω κόσμο», αυτό που είδαν ήταν ακριβώς αυτό που περίμεναν. Γιατί άραγε;

Δείτε το αλλιώς. Όσοι υποστηρίζουν ότι έχουν δει εξωγήινους, τους περιγράφουν με ακριβώς την ίδια εμφάνιση. Γκρι, μεγάλα μάτια, καθόλου αφτιά, μακριά χέρια, κ.τ.λ. Όπως ακριβώς δηλαδή για δεκαετίες, τους παρουσιάζει το Χόλυγουντ. Όπως δηλαδή και ένα απλό αντικείμενο, ευρέως γνωστό. Αν για παράδειγμα σας έλεγα την λέξη «γαριδάκι», εσείς θα σκεφτόσασταν το συγκεκριμένο σχήμα που έχει το γαριδάκι που ξέρετε και όχι μια πράσινη χλαπάτσα, ας πούμε. Αν πάτε λοιπόν στην μάνα σας και της πείτε «ίντερνετ», για φανταστείτε τί θα σκεφτεί. Σωστά. Την κατασκευασμένη εικόνα : «παιδεραστές», «ανώμαλοι», «βιασμοί», «666», κ.τ.λ. Γιατί;

Συμπεράσματα:

Όταν καταφέρνεις να σου κάνουν κακό ένα μάτσο ηλεκτρόνια, αυτό είναι επίτευγμα.

Όταν ένα εργαλείο γίνεται πύλη βαρβάρων στην ζωή σου, μάλλον ποτέ δεν το εκτίμησες σωστά.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2006

ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΟΥΛΕΣ

Άγιε Βαλεντίνε γκούντ μόργκεν! Το ξέρω ότι δεν με θυμάσαι. Ναι ρε συ, αυτή είμαι που σε γράφω κάθε χρόνο και δεν σου κάνω τάματα. Αλλά μην το παίρνεις προσωπικά. Και τους υπόλοιπους ριγμένους τους έχω. Φέτος λέω να πρωτοτυπήσω. Λέγε τι θες για να πατσίσουμε. Θες κέικ σοκολάτα, με σαμπάνιες, φράουλες και καρδουλοκαρτούλες; Θες και αρκουδοχνουδομαλακιούλες; Θες και κόκκινο βρακί με κόκκινη ζαρτιέρα; Και κόκκινο μαστίγιο άμα λάχει, εγώ για πάρτη σου θα βρω.

Δεν είναι ότι δεν θέλω ρε γαμώτο, συνήθως έχεις μεγάλη πλάκα, αλλά δεν προλαβαίνω. Κάθε χρόνο λέω θα κάνω αυτό, θα κάνω εκείνο και όλο κάτι γίνεται και τ΄αναβάλλω ή στραβώνει. Εκκλησία ρε γαμώτο δεν έχεις να ΄ρθω να ισοφαρίσω. Αν είχες δηλαδή, θα σου έφερνα τάμα ένα αρκούδι απ΄αυτά τα τεράστια. Θα σου ΄φτιαχνα και βαλεντινόπιτα και θα τη μοίραζα στους αγάμητους να τους φωτίσεις. Σιγά μην σε άφηνα με ένα ψωροκερί ή μ΄αυτά τα ασημένια ταμπελάκια με τα ακρωτηριασμένα πόδια και χέρια. Μπλιάχ! Δεν σου πάει.

Εσύ είσαι χαρούμενος και αγαπησιάρης άγιος. Απ΄αυτούς που δεν γουστάρουν λειτουργίες, παπαδαριό και κανόνες. Μόνο δωράκια, γλυκάκια, αγαπούλες και σεξάκι. Βασικά τώρα που το σκέφτομαι είσαι ο μόνος άγιος του σεξ. Του προγαμιαίου δηλαδή. Ερωτευμένα πιτσιρίκια και τα τέτοια. Άρα δεν είσαι και τόσο άγιος. Ψιλοπονηρούλη σε κόβω. Γι΄αυτό δεν σου φτιάξανε εκκλησία. Γι΄αυτό σε πουλάνε στα μαγαζιά.

Άρα αφού δεν είσαι κανονικός άγιος, δεν σου χρωστάω δεν μου χρωστάς. Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια, λέμε. Νταξ΄ ;

Ωραία, πατσίσαμε και φέτος.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2006

ΠΕΡΑΜΑ – ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ

Δυό μέρη που δεν θέλω ποτέ να ξαναπάω στην ζωή μου. Ποτέ όμως. Όλοι οι άντρες της οικογένειάς μου κάποτε, ήταν πάντα εκεί. Επισκευές Πλοίων. Άλλοτε στο καφενείο περιμένοντας για δουλειά, άλλοτε τρία και τέσσερα συνεχόμενα μερόνυχτα να δουλεύουν στα σαπιοκάραβα. Τους πηγαίναμε φαγητό και γάλα. Ο επιτηρητής επέμενε να πίνουν κάθε μέρα γάλα και καμμιά φορά όταν θα ερχόταν έλεγχος, τους μοίραζε γάντια και μάσκες. Όλη η γειτονιά δούλευε εκεί. Όλοι πάθαιναν συνέχεια ατυχήματα. Κάποιοι πέθαναν.

Έψαχνα τον μπαμπά και τους θείους μου κάθε φορά ανάμεσα στους εργάτες και πάντα έσφιγγε η καρδιά μου. Ήταν συνέχεια κρεμασμένοι τριάντα μέτρα πάνω απ΄την θάλασσα σε ένα σχοινί και «βάραγαν αμμοβολή». Τα δάχτυλά τους δεν κλείνουν και η φωτιά ποτέ δεν τα καίει. Ασφάλειες, ένσημα και γιατροί δεν υπήρχαν. Ήταν ανήκουστα πράγματα αυτά. Μόνο ελάχιστα μεροκάματα και υποσχέσεις για καινούργια καράβια, για καινούργιες δουλειές.

Στο σπίτι μας κάθε βδομάδα μαζεύονταν πολιτικοί και πολιτικάντηδες. Απ΄αυτούς που τώρα τους βλέπεις μεγάλους και τρανούς, ενώ τότε μεγάλωνες στα γόνατά τους. Υπόσχονταν στους εργάτες καλύτερες συνθήκες, υγεία, ασφάλεια και ζητούσαν ψήφους. Μετά την δουλειά, ο μπαμπάς και οι θείοι μου κολλούσαν αφίσες και μάζευαν τους εργάτες για απεργίες. Αλλά οι συνθήκες δεν επέτρεπαν καμμία απεργία. Καμμία μέρα χωρίς μεροκάματο. Μόνο μία απεργία θυμάμαι. Όταν η μεγάλη έκρηξη στο καράβι σκότωσε πολλούς εργάτες και έκαψε όλο το σώμα του θείου μου. Έμεινε πολλούς μήνες στο νοσοκομείο και όταν βγήκε, παρακαλούσε πάλι για δουλειά.

Ευχόσουν πάντα το ατύχημα να γίνει σε άλλο καράβι, σε άγνωστους. Ο μπαμπάς τότε, έκλεισε μια μεγάλη δουλειά. Θα έκανε επισκευές εν πλω στο εξωτερικό. Ένα ελικόπτερο θα τον άφηνε με ανεμόσκαλα σε πλοία σε όλο τον κόσμο και θα έλειπε για λίγους μήνες. Πολλά λεφτά και καλύτερες συνθήκες. Έτσι είπαν. Τρία χρόνια ταξίδευε, ερχόταν για λίγο και ξαναέφευγε. Μας τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα και ήταν ευτυχισμένος που είχαμε χρήματα. Μέχρι που τα τηλέφωνα σταμάτησαν. Η μητέρα μου ανησυχούσε. Έπαιρνε τηλέφωνο στο «γραφείο» στον Πειραιά, αλλά την απέφευγαν.

Μετά από τρεις μήνες σιωπής, μας τηλεφώνησαν από ένα νοσοκομείο στο Βέλγιο. Ο μπαμπάς είχε πάθει ατύχημα. Ήταν σε σαράντα μέτρα βάθος κάτω στο αμπάρι και έφυγε το «σβουράκι» με είκοσι χιλιάδες στροφές και καρφώθηκε στο μάτι του. Η εταιρεία μας το κρατούσε κρυφό γιατί ήταν ανασφάλιστος. Όταν υποσχεθήκαμε ότι δεν θα τους καταγγείλουμε και όταν ήταν ξανά σε θέση να μιλήσει, τον άφησαν να μας πάρει τηλέφωνο.

Μετά από λίγο ήρθε στην Ελλάδα και έμεινε για καιρό, άνεργος. Πολλά φάρμακα, είχε χάσει τον προσανατολισμό του, προσπαθούσε να μάθει να πιάνει αντικείμενα, να δει τηλεόραση, να περπατήσει ίσια, να το δεχτεί. Σιγά σιγά, άρχισε πάλι να οδηγεί. Δεν το συζητάει πια. Αν τον δει κάποιος δεν φαίνεται ότι το ένα μάτι είναι φακός. Δοξάζει κάθε μέρα τον θεό που έφυγε από εκείνη την δουλειά. Όταν είχε πάει να αποχαιρετήσει τους παλιούς συνάδελφους, ήρθε πίσω καταρρακωμένος. Μία φράση του έλεγαν όλοι : «θα ξαναγυρίσεις». Ευτυχώς δεν χρειάστηκε.

Μια φορά στην λαική, τον πλησίασε ένας συνάδελφος σαστισμένος.

-Ρε συ, από μακριά το αριστερό σου μάτι λαμπιρίζει στον ήλιο!

-Όταν εγώ σας λέω να με φοβάστε γιατί γυαλίζει το μάτι μου, δεν με πιστεύετε…

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2006

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΣ : ΣΚΑΤΑ

Μετά από τρία σχεδόν χρόνια, έγινε χθες ο πρώτος μου υγειονομικός έλεγχος στο μαγαζί. Η πελάτισσα που εξυπηρετούσα εκείνη τη στιγμή, δαγκώθηκε και έφυγε τρέχοντας. Συνήθως ψιλοτρέμω με τους ελέγχους, γι΄αυτό φροντίζω να είμαι γραφειοκρατικώς άψογη. Είχα ακούσει τα απίστευτα. Κανονικά θα έπρεπε να φοβάμαι πολύ γιατί «όλο και κάτι θα βρουν». Αλλά το πήρα τελείως πατριωτικά.

Ειδικά όσο σκεφτόμουν τις εξετάσεις που έκανα για να βγάλω το κωλοβιβλιάριο υγείας, τόσο φούντωνα. Όταν δε, ανακάλυψα ότι μια από τις εξετάσεις ήταν τεστ κοπράνων, εκεί τα ΄παιξα. Πήρα τηλέφωνο έξαλλη στο υγειονομικό να μου πουν τί εννοούν και φρίκαρα. Ήθελαν λέει, δείγμα κοπράνων για να το αναλύσουν για παράσιτα. Όσο κι αν τους διαβεβαίωνα ότι τα κακάκια μου ήταν αψογότατα, αυτοί εκεί. Ήταν λέει, απαραίτητο.

Πήγα με βαριά καρδιά στο φαρμακείο, και ζήτησα έναν σκατοσυλλέκτη. Ο φαρμακοποιός γονάτισε απ΄τα γέλια. Μου εξήγησε ότι είτε για ούρα, είτε για κόπρανα είναι το ίδιο ποτηράκι. Ο ουροσυλλέκτης. Έχετε δει ουροσυλλέκτη; Μπορεί δηλαδή φυσιολογικός άνθρωπος να χέσει μέσα σε αυτό το ποτηράκι; Άντε να το προσπαθούσα, αλλά ρε μαλάκες πώς κεντράρεις ακριβώς το ποτηράκι για να μην χέσεις το χέρι σου; Και πώς στο διάολο υπολογίζεις την κουράδα σου να μην ξεχειλίσει; Τί να την κάνω δηλαδή, να την κόψω στα δύο για να κλείσει το καπάκι ή να την πάω ολόκληρη μη τυχόν και χαλάσει το δείγμα; Αυτά και άλλα ερωτήματα με είχαν καταρρακώσει. Χρειάστηκα τρεις μέρες για να προετοιμαστώ ψυχολογικά. Και ακόμα τρεις για να έχω έμπνευση. Δεν μου ερχόταν με τίποτα. Δεν το συνεχίζω, θα ξεράσω.

Και αφού όλα τα βασανιστήρια τελείωσαν και ενώ είχα πληρώσει καμμιά εβδομηνταριά ευρώ για όλες τις εξετάσεις, έμαθα ότι θα μπορούσα να είχα το βιβλιάριο στο σπίτι σε δύο μέρες, με πενήντα ευρώ χωρίς καμμία εξέταση. Και εκεί, το πήρα πατριωτικά. Μπορεί να έδωσα είκοσι ευρώ παραπάνω αλλά τους έχεσα κανονικότατα.

Ήρθαν που λέτε οι κύριοι και μου ζήτησαν άδειες, βιβλιάρια και ότι άλλη χαρτούρα. Μια χαρά άνθρωποι ήταν. Ευγενικότατοι και μάλιστα όταν είδαν όλα τα χαρτιά τακτοποιημένα σε ντοσιέ και τα προιόντα σωστά (π.χ. όχι απορρυπαντικά δίπλα σε τρόφιμα κ.τ.λ.), ενθουσιάστηκαν. Εγώ, πήρα θάρρος. Ο ένας μπήκε στην τουαλέτα και με ρώτησε αν δουλεύει το καζανάκι. Τί λε ρε θηρίο; Εδώ μας μάθατε να χέζουμε σε ποτηράκια, τί να το κάνουμε το καζανάκι, αλλά κρατήθηκα. Μάλιστα τον προέτρεψα να το δοκιμάσει, αλλά ντρεπόταν φαίνεται να χέσει ξένο μαγαζί. Μέτρησαν τα θερμόμετρα στα ψυγεία, μου είπαν ότι πουλάω κάποια πράγματα που δεν είναι στην άδεια – τη γάμησα, σκέφτηκα - έλεγξαν τις ημερομηνίες λήξεως στα σποράκια και αυτό ήταν. Υπέγραψα, μου είπαν συγχαρητήρια και πέρασαν στο δεύτερο κομμάτι της επισκέψεως.

Μου είχαν πει, ότι πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να κάνω ένα «δωράκι». Εγώ αυτά δεν τα μπορώ. Οι ελεγκτές την έπεσαν στα περιοδικά. Άρχισαν τα πόσο κάνει αυτό, και πόσο κάνει εκείνο, αλλά εγώ βράχος. Τόσο κύριοι. Στο τέλος τους έβαλα και πλήρωσαν κανονικότατα, μου είπαν πάλι συγχαρητήρια και έφυγαν. Αυτό ήταν. Πλάκωσε μετά η γειτονιά. «Τί έγινε;», «πόσα έφαγες», « πάνω από πεντακοσάρα;», «έχω έναν γνωστό που θα στα σβήσει» κ.τ.λ. Όσες φορές κι αν τους είπα ότι δεν μου έκοψαν πρόστιμο, δεν έλεγαν να το πιστέψουν.

Πάει και τελείωσε, τέρμα τα στερεότυπα. Άμα φτάσεις στο σημείο να καταφέρεις να χέσεις σε ένα ποτηράκι ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μπορεί να σε ακουμπήσει.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2006

ΦΑΝΤΑΣΟΥ

Φαντάσου (*) όλους αυτούς, που αφήσαν τα χωριά τους και συσσωρεύτηκαν στις μεγαλουπόλεις. Πήγαν σχολείο τα παιδιά τους, τα βόλεψαν στο δημόσιο, πήραν σπίτια και αυτοκίνητα, έπαιξαν στο χρηματιστήριο, αγόρασαν...αγόρασαν...αγόρασαν. Και τώρα, όλοι απελπιστικά μετέωροι. Ένα βήμα πριν την απόλυτη κόλαση, της αναγκαστικής επιστροφής στην παλιά ζωή.

Πώς να μάθεις τώρα να μην καταναλώνεις, πώς να αγνοήσεις τόσες εικόνες / διαφημίσεις, πώς να μάθεις να ζεις σε μικρότερα σπίτια, πώς να πουλήσεις τα αυτοκίνητα, πώς να εφεύρεις κι άλλες θέσεις στο δημόσιο, πώς να αντισταθείς σε ένα ακόμη δάνειο;

Με τί καρδιά να γυρίσεις πίσω, τώρα που τα χωριά δεν υπάρχουν, τώρα που εθελοντικά δημιούργησες αυτή την πόλη τέρας, που σε καταπίνει σιγά σιγά...

Φαντάσου όμως και αυτούς που δεν είχαν ποτέ χωριό....

* Ένα καταπληκτικό κείμενο από τον καταπληκτικό Shraosa που πρέπει να διαβάσετε.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2006

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΙ

Τρίτη Λυκείου. Εκείνη την ώρα είχαμε τον Μπίλια. Παρατσούκλι. Μαθηματικά. Αυτός και ο διευθυντής του φροντιστηρίου είχαν ξεκινήσει έναν άτυπο αγώνα. Ο ένας προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τον άλλο με περίεργες και πανδύσκολες ασκήσεις. Σχολάγαμε απ΄το μάθημα, πηγαίναμε φροντιστήριο και δείχναμε απελπισμένοι τις ασκήσεις. Τις έπαιρνε ο διευθυντής, τις έλυνε και μας έδινε ακόμα πιο δύσκολες. Σχολάγαμε απ΄το φροντιστήριο, πηγαίναμε σχολείο, δείχναμε τις ασκήσεις (ουφ). Τις έπαιρνε ο Μπίλιας, τις έλυνε και μας έδινε πιο δύσκολες.

Είχαμε γίνει τα βαποράκια τους. Καταντήσανε σε λίγους μήνες να έχουν τελειώσει τα μαθηματικά της Δέσμης και να κοντράρονται σε ασκήσεις πέντε Πανεπιστήμια πιο πάνω. Αν δεν τελείωνε η χρονιά δηλαδή, θα είχαν πάρει αμπάριζα αστροφυσικές, μαύρες τρύπες, κβαντομηχανικές και ότι τέλος πάντων έχουν χεσμένο οι απλοί άνθρωποι. Πόσο μάλλον οι μαθητές.

Φυσικά μόνο κάτι φύτουκλες μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Όχι βέβαια να λύσουν τις ασκήσεις, αλλά τέλος πάντων να κάνουν ότι κατάλαβαν τον συνειρμό τους ή να γλείφουν και τους δύο ασύστολα. Εγώ κρυβόμουν πίσω από κάτι πλαταράδες. Σε λίγο καιρό, είχαν ξεφύγει τελείως : «πείτε στον μαλάκα σας (κανένα τακτ) στο φροντιστήριο, ότι θα κάτσω να με γαμήσει αν την λύσει αυτήν την άσκηση. Τσάμπα λεφτά του δίνετε». Με μεγάλη μας χαρά τα μεταφέραμε επακριβώς και παίζαμε χαρτιά μέχρι να φέρει ο διευθυντής την άσκηση λυμένη. «Πείτε στο αρχίδι τον Μπίλια, να έρθει να του κάνω φροντιστήριο. Άμα λύσει αυτήν την άσκηση, θα κάτσω εγώ να με γαμήσει». Μια χαρά περνάγαμε. Ήταν από τα πιο ξεκούραστα μαθήματα, αν εξαιρέσεις τις βρισιές που έπρεπε να μεταφέρουμε με μεγάλη ακρίβεια, μην υπάρξει και καμμιά παρεξήγηση δηλαδή.

Οι δυό αυτοί ογκόλιθοι της γνώσης, δεν είχαν ποτέ συναντηθεί. Μου μοιάζανε σαν δύο προαιώνιοι εχθροί, που κάτι είχε κάνει κάποτε ο ένας στην μάνα του άλλου και τώρα ξιφομαχούσαν με ασκήσεις. Εμείς, είμασταν η κερκίδα. Όταν έβρισκαν λίγο χρόνο, ο ένας εκθείαζε τα φροντιστήρια και ο άλλος τα έθαβε. Εμείς πάλι, αόρατοι. Η χρονιά τελείωσε. Ήρθε η μέρα που θα δίναμε Μαθηματικά στις Πανελλήνιες. Έξω στο προαύλιο και οι δύο ογκόλιθοι σίγουροι για τις γνώσεις μας. Δύο διαφορετικά πηγαδάκια και εμείς να μοιραζόμαστε πότε στο έναν, πότε στον άλλον που ρητόρευαν χωρίς σταματημό. Ούτε ματιά δεν αντάλλαξαν.

Μόλις γράψαμε, τα ίδια πηγαδάκια. Ήταν εκείνη η χρονιά που σφάξανε κόσμο στα Μαθηματικά. Να φανταστείτε, ακόμα και εγώ με τέτοια μυαλουδάρα, πήρα ένα ξερό πέντε. Σιγά σιγά, αμυνόμενοι οι εχθροί ένωσαν τα πηγαδάκια σε ένα. Οι δύο αντίπαλοι σχεδόν αγκαλιασμένοι και εμβρόντητοι, μας παρηγορούσαν για την κακή μας τύχη.

-Είδες φίλε μου, οι άχρηστοι στο Υπουργείο;

-Ναι φίλε μου, ούτε που ξέρουν την ύλη των παιδιών.

-Τους κατέστρεψαν το μέλλον τους.

-Ναι φίλε μου...

ΣΥΝΟΡΑ

Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές νοιώθω πολύ αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν εννοώ φυσικά τους ανθρώπους που γνωρίζω αλλά κυριολεκτικά όλο τον κόσμο. Θα ήθελα πολύ για παράδειγμα να διαβάσω βιβλία από χώρες που ούτε έχω ξανακούσει ή να συνομιλήσω με έναν άνθρωπο που μένει στο πιο απομακρυσμένο άκρο της γης. Θα ήθελα πολύ να δω τηλεοπτικές εκπομπές της Β.Κορέας ή να διαβάσω κινέζικα blogs. Με τα λίγα μου αγγλικά, κάτι κουτσοκαταφέρνω αλλά νοιώθω ότι πέρα από τα σύνορά μας με τις υπόλοιπες χώρες, υπάρχουν άλλα μεγαλύτερα σύνορα.

Εν μέρει αυτός ο αποκλεισμός περιορίστηκε με το internet. Κάποιες περιέργειές μου ικανοποιήθηκαν, αλλά κάποιες άλλες μεγιστοποιήθηκαν. Η γλώσσα του κάθε άνθρωπου είναι ένα τεράστιο σύνορο δύκολα προσπελάσιμο. Αλλά τελικά όλα είναι στο κεφάλι μας. Σε ανάλογες συζητήσεις, έχω κατηγορηθεί ακόμα και για Χίτλερ αλλά θα ήθελα να το αναπτύξω λιγάκι παραπάνω.

Φανταστείτε η επόμενη γενιά όλου του πλανήτη να εκπαιδευτεί σε μία εννιαία γλώσσα. Να διαλέξουμε δηλαδή την γλώσσα που μιλάει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη και να την μάθουμε όλοι. Βέβαια, αυτό προυποθέτει να ξεχάσουμε σταδιακά την γλώσσα μας και την αυθεντική μορφή περίφημων γραπτών τόσων αιώνων αλλά έχει έναν σκοπό. Όλα τα βιβλία να μεταφραστούν σε αυτή τη γλώσσα και να καταλαβαίνουμε τα ΠΑΝΤΑ.

Φανταστείτε να ανοίγετε τον υπολογιστή σας και συνδεόμενοι με όλο τον κόσμο, να συνομιλείτε με τους πάντες και να μαθαίνετε κάτι καινούργιο από τον κάθε πολιτισμό. Το πιο σημαντικό, να έχετε πρόσβαση σε όλα τα βιβλία του κόσμου, σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα σας. Φανταστείτε να μπορούσατε να συνομιλήσετε το ίδιο καλά, με όλους τους γιατρούς του κόσμου για μια ασθένεια που αντιμετωπίζετε. Φανταστείτε να μπορείτε να παρακολουθήσετε μαθήματα σε όποιο Πανεπιστήμιο του κόσμου θέλετε.

Κάποτε διάβαζα μια ιατρική μελέτη για τους δίγλωσσους και γενικά για τους ανθρώπους που ξέρουν από δύο γλώσσες και πάνω. Υποστήριζαν λοιπόν, ότι παρόλο που η πολυγλωσσία απαιτεί μεγάλο κόπο και οικονομική άνεση (και ενώ θα βοηθήσει ένα παιδί ως προς την ικανότητα μάθησης και προσαρμοστικότητας και ένα σωρό άλλα καλά πράγματα) ουσιαστικά όμως, το κάνει πιο έξυπνο μόνο και μόνο γιατί θα έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην γνώση (υπήρχαν και στατιστικές για όλα αυτά, αλλά δεν το έχω εύκαιρο).

Θα είναι βέβαια λιγάκι σκληρό για αυτούς που έχουν λατρεία με την γλώσσα τους, συνδέοντάς την με τον δικό τους πολιτισμό ή για την δική μας γενιά που έχουμε διαφορετική μητρική γλώσσα. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για περισσότερη μάθηση και γνώση. Ειδικά για τις επόμενες γενιές και για τους οικονομικά αδύνατους που η περιορισμένη τους γλωσσομάθεια, τους κλείνει αναγκαστικά μέσα σε σύνορα, σε κοινωνικές τάξεις και συγκεκριμένα κομμάτια γης.

Η τριβή που θα προκληθεί μεταξύ των λαών, η απεριόριστη πρόσβαση στην γνώση και η ανταλλαγή απόψεων, θεωρώ ότι μόνο μπροστά θα μας πάει.

(just a thought)

ΡΟΖ ΠΛΑΝΗΤΑΚΙ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ

Μανούλα και μωράκι ΤΕΛΕΙΑ!!!!!

Πατερούλης και παππούδες, χεσμένοι!

2,650 ολόκληρα κιλά.

Ουφ, μοιάζει στην μανούλα ;)

Να είσαι ευτυχισμένο αγάπη μου.

Η θείτσα. : )))))))))))

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2006

ΡΕΝΑΚΙ

Ήταν πάντα πανέμορφη και σοβαρή «όπως έπρεπε να είναι κάθε γυναίκα». Παντρεύτηκε και ζούσε σε ένα υπέροχο σπίτι με έναν καλό σύζυγο. Όταν πήγαινα να τους δω, έμενα κατάπληκτη από την τάξη σε αυτό το σπίτι. Ήταν σαν αυτά τα σπίτια στα περιοδικά, σαν έκθεση σαλονιού, ότι ώρα και αν πήγαινες ακόμη και χωρίς να ειδοποιήσεις. Πάντα υπήρχαν κουλουράκια, μεζεδάκια, ζεστασιά, ησυχία.

Πριν χρόνια τέτοιο καιρό, μετακόμισε σπίτι μου. Για λίγο. Μέχρι ο προκομένος να μαζέψει τα πράγματά του. Ήσυχα χώρισε, ήσυχα πενθούσε. Τον καιρό που μείναμε μαζί, μάλλωνε συνεχώς με τον άντρα μου. Μας ξυπνούσε με πρωινό στο κρεβάτι και τακτοποιούσε το σπίτι. Προσπαθούσε να μας μυήσει στην υγιεινή διατροφή και ποτέ δεν έτρωγε «σαχλαμάρες». Κάναμε μπουρδέλο το σπίτι και της επιβάλλαμε να μάθει να ζει σε αυτό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να πετάει ο άντρας μου κάτω τα μαξιλάρια και να της απαγορεύει να τα σηκώσει. Της φαινόταν πολύ αστείο. Και συνέχισε να κλαίει στα κρυφά. Την παρηγορούσαμε με σουβλάκια και πίτσες.

Κάποιες φορές, μου παραπονιόταν για την ζωή της. Είχαν καταστραφεί όλα, θα ήταν αδύνατο να τα ξαναφτιάξει απ΄την αρχή. Θελήσαμε να την ανεβάσουμε λιγάκι. Την έντυσα με μίνι και ψηλοτάκουνα και έβαψε τα μαλλιά της κόκκινα. «Με έκανες σαν πουτάνα», μου έλεγε και ντρεπόταν να βγει έτσι έξω. Όταν βγαίναμε τα βράδια, άπαντες έμεναν κάγκελο. Ήταν δίμετρη και εντυπωσιακότατη. Απ΄τις παρουσίες που όσο και να πονάνε, εσύ βλέπεις μονάχα ένα λαμπερό φως να βγαίνει από τα μάτια. Εκείνη ντρεπόταν και κρυβόταν. Πιο πολύ απ΄όλα όμως, φοβόταν την μοναξιά.

Τώρα έχει πάρει 25 κιλά και το καινούργιο σπίτι της είναι ένα μπουρδέλο. Αλλά είναι πολύ ευτυχισμένη. Τρώει καθημερινά ότι «σαβούρα» βρει ασταμάτητα, με ιδιαίτερη συμπάθεια στο αρνί που δεν είχε φάει ποτέ στην ζωή της. Όλα αυτά, μέχρι αύριο δηλαδή. Στις έξι το πρωί, ξεκινάει στ΄αλήθεια την ζωή της. Θα ξυπνήσει, θα πάρει την βαλίτσα της και θα πάει να γεννήσει. Μέσα απ΄ τις τεράστιες μαγουλάρες, τα μάτια της γυαλίζουν πιο πολύ. «Μόνο να μην μοιάσει η μικρή στον μπαμπά της», μου λέει γελώντας. Φοβάται πολύ για αύριο. Προσπαθώ να την καθησυχάσω αλλά εγώ φοβάμαι πιο πολύ. «Όλα καλά θα πάνε», της λέω και τρέμω. «Αν μοιάσει στον μπαμπά της, σκατά θα πάνε. Ξέρεις μετά τί προίκα θα θέλουμε για να την παντρέψουμε;»

Από αύριο θα έχουμε ένα αληθινό μωρό στην οικογένεια. Θα είναι το πρώτο μου ανηψάκι. Η καρδιά μου, πάει να σπάσει.

Αδελφούλα, κουράγιο.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2006

ΟΥΦ!!!

Για πόσο ακόμα θα μας περνάνε για μαλάκες, δεν ξέρω. Κουράστηκα σας λέω. Στο τσακ είμαι να αρχίσω να βάζω γκαζάκια (αν με παρακολουθείτε κυρ’ πράκτορες, στο πάνω στενό έχει κάτι γαμάτες τυροπιτούλες και πείνασα λιγάκι – μπορεί και να αυτοκτονήσω - μην πάω νηστική - δεν κάνει). Μου ΄χουν σπάσει κυριολεκτικά τα νεύρα. Πόσο ρε γαμώτο να δουλέψει κανείς παραπάνω; Πόσες γαμημένες ώρες να χωρέσεις μέσα στην μέρα για να βγάλεις τα βασικά; Και λέγοντας «βασικά» δεν εννοώ αυτά που εννοούν οι περισσότεροι βασικά. Εννοώ αυτά που μου τα σβερκώσανε για βασικά. Από αυτά που δεν θέλεις να τα πληρώσεις με τίποτα, αλλά είναι πακετάκι με το «ενήλικας».

Δεν θα ΄χα καμμιά αντίρρηση να τα πληρώσω όλα αυτά με χαρά, αρκεί να είχα ρε γαμώτο. Και μαζεύονται το ένα πάνω στ΄άλλο τόσο γρήγορα, που φτάνει ο καινούργιος μήνας και αντί να χαρώ σκέφτομαι τα «βασικά» επί δύο, επί τρία, επί τέσσερα. Σκατά μήνας. Άει στο διάολο πια. Υποχρεώσεις και δικαιώματα πάνε μαζί, μου έλεγε ο πατέρας μου. Έχω γαμηθεί στις υποχρεώσεις και δεν έχω ένα τόσο δα δικαιωματάκι να ηρεμήσει λίγο το κεφάλι μου. Γκρινιάζω πάλι, αλλά χέστηκα. Δικό μου είναι το μπλογκ, του βάζω και μολότωφ άμα λάχει. Θα σκάσω αν δεν τα πω.

Έρχονται και μου λένε ανά καιρούς διάφοροι ότι πληρώνουν τους λογαριασμούς και δεν μένει τίποτε. Αυτό ρε μάγκα, είναι άθλος. Εμένα ποτέ δεν μου έχει συμβεί. Ποτέ δεν έχω πληρώσει όλους τους λογαριασμούς. Στην δική μου περίπτωση ένας (στην καλύτερη) λογαριασμός πάει υπέρ πίστεως και πατρίδας, μπας και τα βγάλω πέρα μέχρι τον επόμενο. Και ξανά μανά. Και μετά μου λένε ότι οι Έλληνες έχουν ξεσκιστεί στα δάνεια και στις πιστωτικές. Δεν ξέρω κανέναν ρε ΄σεις που έβγαλε πιστωτική ή δάνειο για να πάει για σόπινγκ θέραπι και αηδίες. Οι περισσότεροι να επιβιώσουν προσπαθούν με όλα αυτά τα δανεικά.

Έτσι μου ΄ρχεται να φύγω μακριά. Κάποτε είχαμε αποφασίσει με τον άντρα μου να μεταναστεύσουμε. Λίγο πριν κάνουμε την απόπειρα με το μαγαζί. Είχαμε επιλέξει να πάμε Ιρλανδία, στο Δουβλίνο. Στείλαμε βιογραφικά και αμέσως μας βρήκαν δουλειά. Εγώ το ΄χω πει, έπρεπε να είχαμε φύγει αλλά τα ενοίκια ήταν ψιλοακριβά και μετά κοτέψαμε. Πιο πολύ φοβόμασταν την μοναξιά. Λες και όσο είμαστε εδώ βλέπουμε τους φίλους μας. Τέλος πάντων. Μας βρήκαν λοιπόν δουλειές που δεν είχαν καμμία σχέση με τα βιογραφικά αλλά τα λεφτά ήταν υπεργαμάτα. Θα μας έκαναν βοσκούς. Χεστήκαμε στο γέλιο. Βέβαια, τα γέλια κόπηκαν με την μία όταν είδαμε τους μισθούς. Πενθήμερο, οχτάωρο, πέντε χιλιάρικα την ώρα. Τουτέστιν, οχτακόσια χιλιάρικα ο καθένας μας για να βόσκει πρόβατα.

Και τελικά, προτιμήσαμε να μείνουμε εδώ και να κάνουμε εμείς τα πρόβατα.

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑ

Είχε γίνει της πουτάνας τότε με αυτά τα μηχανήματα. Έμοιαζαν σαν διαστημικές ατομικές κάψουλες, από αυτές που έβλεπες στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, με τις οποίες ταξίδευαν σε άλλους πλανήτες. Εξ΄ου και το ντεκόρ στα διαφημιστικά φυλλάδια με αστράκια και ουρανούς καθώς και τα σλόγκαν όπως «διαστημικό αδυνάτισμα». Το κάθε υποκατάστημα είχε από μια διαστημοθεραπεία και οι εξωγήινες πλήρωναν γύρω στα σαράντα χιλιάρικα την επίσκεψη.

Είμασταν το πιο πρωτοποριακό ινστιντούτο τότε. Μας ενημέρωσαν ότι αυτό το μηχάνημα κάνει πολλά εκατομμύρια και γι΄αυτό έχουμε μόνο ένα. Ότι λειτουργεί βάσει θερμότητος και απελευθερώνει «υπερβαρυντικό οξυγόνο» με θεαματικά αποτελέσματα. Το ΄χα μάθει απ΄έξω το ποιηματάκι και καμμιά ποτέ δεν ρώτησε τί είναι το «υπερβαρυντικό οξυγόνο». Ευτυχώς, δηλαδή. Η χρήση του ήταν απλή. Σήκωνες το καπάκι, ξάπλωνε η εξωγήινη, έκλεινες το καπάκι, πάταγες το κουμπί της θερμοκρασίας, έβαζες χρονόμετρο για 30 λεπτά και πήγαινες για τσιγάρο. Το οξυγόνο ήταν λέει, αυτόματο. Ούτε πασαλείματα, ούτε μασάζ, ούτε ταλαιπωρία. Είχαμε ξεκουραστεί αρκετά εκείνο τον καιρό, ειδικά όταν ο κυρ-Μήτσος (θυρωρός, ηλεκτρολόγος, σοφός, υδραυλικός, σόουμαν) κόλλησε στο πλάι του ένα ραδιάκι και όλες άκουγαν «σώμα μου φτιαγμένο από πηλό», «μπαμ και κάτω» και τα τέτοια.

Κάπου εκεί, άρχισαν τα ρουσφέτια :

-Άσε με δέκα λεπτούλια παραπάνω στο οξυγόνο.

-Μα, βάσει του κατασκευαστή αυτό δεν επιτρέπεται. Άλλωστε την δουλειά του, είναι προγραμματισμένο να την κάνει στα τριάντα λεπτά. Μετά δεν προσφέρει κάτι παραπάνω.

-Η ξαδέλφη μου η Κίτσα μου είπε ότι χθες την αφήσατε 40 λεπτά.

-Λάθος θα έκανε. Αφού τα ραντεβού είναι ανά μισάωρο. Δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε.

-Καλά, καλά...πάντως τώρα, δεν έχετε άλλο ραντεβού.

-Πού το ξέρετε;

-Ρώτησα στην ρεσεψιόν και μου είπαν ότι η επόμενη έχει περίοδο και δεν θα ΄ρθει. Πάντως αν δεν με αφήσεις παραπάνω θα πάω και θα κάνω φασαρία στην προισταμένη.

-%^&*....καλά.

Μετά, άρχισαν τα φιλοδωρήματα. Άλλες μας έδιναν λεφτά, άλλες μας έφερναν κέικ, φαγητό, κολώνιες, σεμεδάκια. Είχαμε θησαυρίσει. Και όλο αυτό για πέντε-δέκα παραπάνω λεπτά στο «οξυγόνο».

Το προσέχαμε πολύ λοιπόν, αυτό το μηχάνημα. Τα ραντεβού είχαν πιτώσει άσχημα και δούλευε από το πρωί ως το βράδι ασταμάτητα. Ήταν λογικό ότι σύντομα θα άρχιζε τα προβλήματα. Ένα πρωί νέκρωσε. Μόνο το ραδιάκι δούλευε. Αμέσως ειδοποιήσαμε τον κατασκευαστή και η μόνη λύση ήταν να φύγει το μηχάνημα για Ιταλία, να φτιαχτεί και να επιστρέψει σε ένα μήνα. Καταστροφή. Ο κυρ Μήτσος επέμενε : «Ρε αφήστε με να το πασπατέψω, θα σας το φτιάξω αμέσως». Η Διεύθυνση ανένδοτη : «Τί λες κυρ Μήτσο, τί νομίζεις ότι είναι; Καφετιέρα; Τόσα εκατομμύρια δώσαμε και θα στο εμπιστευτούμε έτσι απλά;»

Οι εξωγήινες, παρόλο που τις ενημερώναμε τηλεφωνικά για την καταστροφή, έρχονταν να δουν από κοντά. Νόμιζαν ότι λέμε ψέμματα και ότι κάνουμε διακρίσεις στους πελάτες. Φωνές, διαμαρτυρίες, ποδοπατήματα. Ο κυρ Μήτσος κρυφά πήρε την ευθύνη. «Έλα», μου είπε. «Αν δεν το κάνω να πετάξει, να μην με λένε Μήτσο». Κρυφά, πήγαμε στο δωμάτιο και ξεβίδωσε το κουτί. «Για αυτό δώσανε εκατομμύρια; Το είχα φανταστεί. Ένα κουτί είναι με μια αντίσταση και ένα ανεμιστηράκι. Να, ορίστε, αλλάζω την αντίσταση και έτοιμο. Άσε που δεν βλέπω πουθενά φιάλη οξυγόνου. Καλά σας παραμυθιάσανε και εσάς μορφωμένες κοπέλες; Ούτε σαράντα χιλιάρικα δεν κάνει όλο μαζί».

Ο κυρ Μήτσος, κορδώθηκε και πήγε στην Διεύθυνση να πει τα καθέκαστα. Άφωνοι όλοι. Αρχίσαμε να ξαναπρογραμματίζουμε ραντεβού. Οι πελάτισσες αντί να χαρούν άρχισαν να φωνάζουν : «Καλά, για χαζές μας περνάτε; Πότε το πήγατε στην Ιταλία; Εγώ σε χαλασμένο μηχάνημα δεν μπαίνω». Άρχισαν να ζητάνε τα λεφτά τους πίσω και εμείς δεν ξέραμε τί να κάνουμε. Στο συμβούλιο, προσπαθούσαμε να βρούμε λύση. Όπως πάντα, ο κυρ Μήτσος παρών. Έκανε ότι έφτιαχνε πρίζες και λάμπες αλλά ήταν πρώτη κουτσομπόλα. Εκείνη την ημέρα δεν άντεξε. Μπήκε στην μέση και μας τάπωσε.

«Πληρώστε με υπερωρία και θα κάτσω το βράδι να το βάψω. Θα του αλλάξουμε και όνομα, αλλάξτε και τα φυλλάδια και θα το πασάρετε για κανούργιο. Όλες θα νομίζουν ότι αγοράσατε καινούργιο. Μόνο πείτε μου το καινούργιο όνομα και τί χρώμα θέλετε».

Η λύση ήταν γαμάτη, μόνο που το παραχέσανε. Το μηχάνημα από τότε, βαφόταν και άλλαζε όνομα κάθε εξάμηνο. Μεγάλος μάστορας ο κυρ Μήτσος. Κάθε εξάμηνο είχαμε να παρουσιάσουμε και μία νέα ακριβότερη θεραπεία περίπου για μια διετία. Μετά άρχιζε και ξεφλούδιζε και το προσγειώσαμε στην αποθήκη. Πήραμε κι άλλα βέβαια, αλλά τα ονομάζαμε όπως έπρεπε : «ατομικές σάουνες».