Σάββατο, 29 Ιουλίου 2006

IMAGINE


Έχεις ένα ζωάκι πάνω σ΄έναν πλανήτη. Του δίνεις λίγη παραπάνω νοημοσύνη και το αφήνεις να επιβιώσει. Είναι δεδομένο ότι θα υποτάξει την φύση, ότι θα ευκολύνει την ζωή του, ότι θα επιβληθεί στα άλλα ζώα. Εξελίσσεται και δημιουργεί πολιτισμούς, τεχνολογίες και επιστήμες. Επισκέπτεται κάνα δυό γειτονικούς πλανήτες, μαθαίνει για το παρελθόν του, εικάζει το μέλλον του. Οργανώνει τις πόλεις του και προχωρά. Εφευρίσκει έννοιες, κανόνες και ήθη. Ονομάζεται λαός, πολίτης και τέλος πάντων συμμετέχει ενεργά στην συνέχεια του πολιτισμού του.


Μέχρι που παρατηρείς ένα πολύ περίεργο φαινόμενο. Το ζωάκι σου έχει ξεχάσει εντελώς τί είναι, πού είναι και ποιά είναι τα σημαντικά για τα οποία το έφτιαξες. Ξέχασε ότι είναι απλά ένα θνητό τετράποδο. Ονομάστηκε πολίτης και χώρισε τον πλανήτη με νοητές γραμμές σε χώρες. Έδωσε διαφορετικά ονόματα στους πολίτες της κάθε χώρας και άρχισε ο ανταγωνισμός. Μοναδική του μέριμνα να έχει πολλά λεφτά, να συνεχίζει την γλώσσα και τις παραδόσεις την χώρας του, να υπερασπίζεται τα σύνορά του, να πεθαίνει για το υφασμάτινο έμβλημά του, να σκοτώνει τους γείτονες, να έχει δικούς του θεούς.


Και τότε μπαίνεις στον πειρασμό να τα κάνεις πουτάνα. Παίρνεις το μπλάνκο ένα πρωί και πας και τους σβήνεις όλα τα σύνορα. Παίρνεις τις σημαίες τους και τις ρίχνεις στην χλωρίνη. Παίρνεις την Χρυσή Γλώσσα, τους την χώνεις στο κεφάλι και σβήνεις τις δικές τους γλώσσες. Καις όλα τα αρχεία πολέμων ενώ στέλνεις στον αστερισμό Γιάρο όλους τους πορωμένους εθνικιστές γέρους. Και τότε, βουτάς τον Ήλιο και του λες : «κάθαρμα, άρχισε να ανατέλλεις σαν να μην συμβαίνει τίποτα γιατί θα σου κόψω τον κώλο».


Και μετά κάθεσαι στον Όλυμπο με ουζάκι και χταπόδι και φωνάζεις ΕΛΑ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΧΑΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ , ρίχνοντας θανατηφόρες ματιές στον Ήλιο τύπου «θα σε γαμήσω αρχίδι αν κάνεις πως Δύεις» ενώ δίπλα σου έχεις βάλει τον Λένον να τραγουδάει το Imagine και τον Μπους να του παίρνει πίπες.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2006

ΠΕΡΙΕΡΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Η ημέρα ξεκινούσε προβλέψιμα. Βλέπεις, όλοι είμαστε προγραμματισμένοι για να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα, σε συγκεκριμένους χρόνους ειδικά όταν δουλεύουμε. Έντεκα κορίτσια, σε ένα γραφειοκουζινάκι με έντεκα καρέκλες, ένα τασάκι, ένα γραφείο και ένα ψυγειάκι. Ήξερες τις κινήσεις απ΄έξω. Κάποια θα χτύπαγε τον καφέ με το κουταλάκι μέχρι να σιγουρευτεί ότι σε ξύπνησε για τα καλά, άλλη θα έτρωγε, άλλη θα έραβε μόνιμα την άσπρη ρόμπα, άλλη θα μας κατάβρεχε αγιασμούς και άλλη θα αργούσε.

Όλα αυτά, μέχρι να έρθει το πρώτο ραντεβού και να αρχίσουν οι καυγάδες. «Όχι, δεν μπορώ να την πάρω εγώ», «εμένα δεν με χωνεύει», «έχω περίοδο, δεν μπορώ να δουλέψω σήμερα», «βρωμάνε τα πόδια της», «όταν της κάνω μασάζ κλάνει» κ.τ.λ. Μέχρι την στιγμή που επενέβαινε η υπεύθυνη (άλλωστε άμα βάλεις ένα γραφείο ακόμη και μέσα σε ένα μικροσκοπικό κουζινάκι είναι σίγουρο ότι πάντα θα βρεις έναν κώλο υπεύθυνης πρόθυμο να κάτσει) και έκανε τον διαιτητή. Οι δουλειές μοιράζονταν και η μέρα άρχιζε. Αν σε κάποια από εμάς τύχαινε αποτρίχωση ή μασάζ, όλη την υπόλοιπη μέρα κάναμε καθιστές δουλειές για να ισοφαριστεί η κούραση και τούμπαλιν.

Μεγάλος πρόλογος αλλά ένα-ένα μου ΄ρχονται. Οι τύποι κοριτσιών ήταν συγκεκριμένοι. Είχαμε την αναρχική με τα άρβυλα και τα κολλητά μαύρα παντελόνια, την αγχωμένη κοκκάλω πάλι-πάχυνα-στα-βλέφαρα, την είμαι-παρθένα-και-νηστεύω, την γεροντοκόρη, την Μις-Κερατσίνι-1964, την είμαι-νυκοκοιρά-και-αστράφτω και τέλος πάντων πολύ χτυπητούς τύπους ανθρώπων, προφανώς επελεγμένες για να «ταιριάξουν» με όλων των ειδών τις πελάτισσες.

Η αγαπημένη μου, ήταν η ξινή. Πολύ μου είχε κάνει εντύπωση αυτός ο τύπος ανθρώπου. Και δεν μιλάω για παροδικά νευράκια και ιδιοτροπίες. Μιλάω για έναν μόνιμα ξινό άνθρωπο που ζύγιζε την κάθε λέξη, το κάθε νεύμα και την κάθε γκριμάτσα έντεκα συναδέλφων από το πρωί ως το βράδι και είχε πάντα λόγους να βγάζει κακίες και ξινίλα. Ήμουν τότε 19, μες την τρελλή χαρά που δούλευα στην δουλειά που αγαπούσα και πρέπει σαν καινούργια να ήμουν τελείως ούφο για τις υπόλοιπες εκεί μέσα. Μέχρι που ανακάλυψα ότι η ξινή είχε πρόβλημα και μαζί μου. Στ’αρχίδια μου φυσικά, άλλο που δεν ήθελα να μην έχω πολλά πολλά μαζί της. Αλλά πού.

Συνήθως με τα άλλα κορίτσια, η φάση μαζί της, πήγαινε κάπως έτσι. Πέταγε η ξινή μια κακία του τύπου «και σταμάτα να με κοιτάς έτσι, τρεις φορές έχω ξεματιαστεί από το πρωί!», μετά τσίμπαγε η κακομοίρα που την «μάτιασε» και άρχιζαν τα δράματα. «Που εγώ ποτέ δεν ματιάζω», «ναι, αλλά προχθές που με κοίταξες, μου λερώθηκε η ρόμπα», «που είσαι κακιά», «που είσαι γκαντέμω και ζηλεύεις», «που τί να ζηλέψω, μάζεψε πρώτα τα βυζιά σου απ΄το πάτωμα», «δεν μπορώ σκοντάφτω στην κοιλιά σου» ε, τώρα μην τα γράφω όλα, καταλάβατε.

Πάω λοιπόν ένα πρωί και πετάει τη μαλακία η ξινή «τί θα γίνει Ντινάκι, θα σταματήσεις να φοράς κάθε μέρα τα ίδια παπούτσια με μένα;» (βέβαια, όταν έλεγε «παπούτσια», εννοούσε τα άσπρα σαμπό που φορούσαμε και οι ογδόντα κοπέλες υποχρεωτικά – αργότερα έμαθα ότι τα είχαμε πάρει από το ίδιο φαρμακείο γι΄αυτό τα θεωρούσε «ίδια»). Εννοείται ότι σε ένα τόσο μικροσκοπικό κουζινάκι με έντεκα άτομα γύρω γύρω στριμωχτά ήταν κομμάτι δύσκολο να κάνεις τον κινέζο. Ψιλοπροσπάθησα βέβαια να κάνω τον κινέζο βουτώντας τα μαλλιά της διπλανής με το ζόρι να της κάνω κοτσίδια, αλλά η ξινή εκεί «ε, μικρό, δεν πάλιωσες αρκετά για να μας γράφεις ακόμα». Οι άλλες...τους κινέζους και έτοιμες να ξεκαρδιστούν.

Και τότε είπα την πρώτη παπαριά που μου ΄ρθε στο κεφάλι για να την ξεφορτωθώ «αφού δεν έχω άλλα παπούτσια, κάτσε να πληρωθώ και θα πάω να πάρω, άσε που χρωστάω ακόμα τα σιάτσου στην σχολή». Κουβέντα η ξινή. Οι άλλες δεν το πίστευαν. Την άλλη μέρα ήρθε στα κρυφά και μου ζήτησε συγνώμη. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου είπε : «κοίτα καλά να μην γίνεις σαν κι εμένα, για να μην χρειαστεί ποτέ να φέρεις ένα μικρό παιδί στο σημείο που σε έφερα εγώ».

Από εκείνη τη στιγμή ήμουν το υιοθετημένο της (ήταν μεγάλη σε ηλικία και δεν είχε παιδιά, ούτε οικογένεια). Ψιλογελούσε καμμιά φορά στα κρυφά όταν ήμασταν οι δυό μας και ποτέ μα ποτέ δεν με άφηνε χωρίς να μου συμπληρώσει τα ποσοστά μου για να μην χάσω το μπόνους. Κάτι, που το έμαθα χρόνια αργότερα. Α, και δεν με άφησε ποτέ ξανά να κάνω μασάζ σ’εκείνη που έκλανε.

Τί περίεργος άνθρωπος.

(αλλά όχι και τόσο για να μην γράψω δυό κουβέντες γι΄αυτήν)

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2006

ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ



Αγαπητέ Έλληνα εργοδότα, είσαι στόκος σου λέω. Αλλά επειδή πάντα μου άρεσε να μιλάω με ακριβή μεγέθη, είσαι ο Πρύτανης των Στόκων. Μου ΄χεις στρογγυλοκάτσει την κωλάρα σου στην γραφειάρα και έχεις απ΄έξω την αυλή σου να σε γλύφει. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που υπάρχουν εκεί έξω όλοι αυτοί. Γιατί αν ποτέ στην Ελλάδα είχαμε πραγματικά επιχειρηματικά μυαλά, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά.

Ψάχνεις μια δουλειά και πριν καλά καλά την βρεις έχεις αρχίσει να αμφισβητείς γερά τον εαυτό σου. Είμαι αρκετά όμορφη; Φοράω ωραία ρούχα; Είμαι αρκετά ευγενική/δουλοπρεπής/γλυψιματίας; Γιατί το 33 είναι τόσο μεγάλη ηλικία στην αγορά εργασίας και τόσο μικρή (έχεις-όλη-τη-ζωή-μπροστά-σου) στα περιοδικά; Ένα σωρό τριγύρω μαλακίες δηλαδή, εκτός από την ουσία : ξέρω τη δουλειά πολύ καλά. Και φτάνεις στο σημείο να απορρίψεις πεντακόσιες δουλειές χεσμένη από φόβο, πριν καλά καλά πας να δεις περί τίνος πρόκειται.

Αλλά και να την πάρεις την δουλειά, η κατάσταση είναι τρίσχλωμη. Χώσου στις συγκοινωνίες, δούλεψε υπερωρίες, βολέψου με τον μισθουλάκο (που τον μισό τον τρως στα πήγαιν’ έλα), γλύφε συχνότατα και τον αφεντικό (μην τυχόν και ξεχάσει τον λόγο που βρίσκεται εκεί και αρχίσει τα γαμωσταυρίδια). Κατάντια.

Και αν έχεις να κάνεις με πελάτες να το δεχτώ. Θα πρέπει να είσαι περιποιημένη, να μιλάς ευγενικά, να να να... Μπάστα όμως. Όταν η δουλειά σου είναι να βγάλεις έναν συγκεκριμένο όγκο εργασίας, ποιός ο λόγος να πρέπει να εμφανίζεσαι στο γραφείο και να συμμετέχεις σε όλο αυτό το θέατρο;

[Θυμάμαι κάποτε είχαμε προσλάβει δέκα κοπέλες, οι μισές για telemarketing και οι άλλες μισές για καταχώρηση στοιχείων σε βάσεις δεδομένων. Πιο πολύ ήταν το άγχος τους για το πότε θα κάνουν τσιγάρο, για τις γαιδουροφωνάρες της προισταμένης, για το αν ήταν ντυμένες σύμφωνα με το dress code της εταιρείας παρά η ίδια η δουλειά. Κοροιδία σκέτη και για τις δύο πλευρές. Όταν λοιπόν μια κοπέλα χρειάστηκε να μείνει στο σπίτι για 20 μέρες (σπασμένο πόδι) και ζήτησε να δουλέψει από τον υπολογιστή της, η προισταμένη έτριβε τα μάτια της. Η δουλειά πέντε ατόμων είχε γίνει από μονάχα ένα. Αλλά η μαλακία, μαλακία. Το μόνο που διδάχτηκε η ηλίθια, ήταν να γίνει πιο σκύλα στις υπόλοιπες τέσσερις και να έχουμε καθημερινά δράματα (ικανά όμως να ταίσουν και το τελευταίο πεινασμένο κύτταρό της για αυτοεπιβεβαίωση – ξεφύγαμε όμως)].

Άμα πάρεις ένα αφεντικό, του ανοίξεις την κεφάλα και την τρίψεις καλά από μέσα με γυαλόχαρτο Νο 6 (το νούμερο 2 δεν συνίσταται – το θέμα είναι να γίνει η δουλειά σου εύκολα και αναίμακτα), ίσως και να έχεις λίγες πιθανότητες να αλλάξει νοοτροπία. Γιατί κάπου το χάσαμε στην πορεία. Ρε σεις, το μαρούλι είναι το θέμα, πώς το λένε;

Αν ο σκοπός σου είναι να βγει ο όγκος δουλειάς ξεκόλλα από τα παιχνίδια κυριαρχίας και άσε τον άλλον να δουλέψει απ΄το σπίτι του. Σε καίει μήπως κωλοβαράμε; Οκ. Δώσε deadline και ζήτα καθημερινές αναφορές. Γλιτώνεις αμέσως ρεύμα, καφέδες, νεύρα, και καταστάσεις Τομ και Τζέρι. Άστο το ανθρωπάκι όπως και να΄ναι η φάτσα του, ότι ρούχα και να φοράει, όσο μακριά κι αν μένει να σου βγάλει τη δουλειά σαν άνθρωπος. Τόσο δύσκολο είναι; Άμα δεν μείνεις ευχαριστημένος, διώχτον.

[Έχω πρόσφατο παράδειγμα ανθρώπου που η εταιρεία του, του επέβαλλε να μάθει ένα καινούργιο πρόγραμμα. Η ύλη ενός χρόνου έπρεπε να βγει σε δύο μήνες. Μιλάμε για γερά ξενύχτια. Και ξέρετε τί έκαναν οι φωστήρες; Για να τον πιστέψουν ότι διαβάζει λέει, τον υποχρέωσαν να πηγαίνει οχτάωρο στο γραφείο για διάβασμα και το υπόλοιπο στο σπίτι. Μην τυχόν και ξεφύγει από το στερεότυπο είσαι εργαζόμενος, άρα είσαι μόνο έτσι κι έτσι κι έτσι].

Αλλά τί να κάθομαι τώρα να εξηγώ. Άντε ρώτα τί είναι να είσαι 100 κιλά, κακάσχημη, με ένα σωρό πτυχία και άνω των 30, για να σου πουν πόσο μεγάλη φρίκη είναι, να ξέρεις με όλη σου την ψυχή ότι θα φυσάς σε μια συγκεκριμένη δουλειά αλλά κανείς ΠΟΤΕ να μην σου δίνει την ευκαιρία να την πλησιάσεις.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2006

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ



Θα το γράφω και θα το ξαναγράφω και δεν θα βαρεθώ ποτέ να το γράφω. Ο πόλεμος ΔΕΝ έχει στρατόπεδα. Έχει θύματα, συμφέροντα, φρίκη αλλά ΔΕΝ έχει στρατόπεδα. Τα στρατόπεδα είναι κατασκευασμένες φαντασιώσεις αυτών που θα οφεληθούν από τον πόλεμο. Είναι τελείως γελοίο να πάρεις το μέρος του ενός ή του άλλου. Ειδικά όταν η εικόνα που έχεις για τον εκάστοτε πόλεμο είναι δοσμένη σε συγκεκριμένο χρόνο και από συγκεκριμένα μέσα.

Πότε ρε αρχίδι φώναξες και αντέδρασες όταν σκότωναν παιδάκια στο Ισραήλ; Τότε δηλαδή τί ήταν; Έπρεπε να στο βαφτίσουν πόλεμο, να πάει η Καρχιλάκη και να το δείχνει ακόμα και το Star για να αγανακτίσεις; Και πόσο τσάμπα μάγκας είσαι όταν όλη σου η οργή φουντώνει μόνο όταν την καλύπτει το CNN και ο πρωθυπουργός με «μήνυμα συμπαράστασης» (sic) ενώ καλμάρεις μόνο όταν όλοι αυτοί σε ενημερώνουν πως «τώρα είναι περίοδος ειρήνης»;

Όλα αυτά, μου μοιάζουν με διαφημιστική καμπάνια. «Εκπτώσεις» φωνάζουν τα κανάλια και τρέχουμε όλοι σαν τους μαλάκες να ψωνίσουμε στις ίδιες τιμές. «Ακρίβεια» φωνάζουν τα κανάλια και ο καθένας βρίζει το αντίπαλο κόμμα μόνο. Όταν όλοι αυτοί έχουν καταφέρει να μας παραπλανούν για πράγματα που σχετίζονται με ξεκάθαρους αριθμούς τότε ένας πόλεμος είναι πυρηνική φυσική για να τον καταλάβουμε και να έχουμε άποψη. Ειδικά στην περίπτωση που δεν μας τον βαφτίσουν «πόλεμο» και τον πουν ας πούμε, «ειρήνη».

Μπράβο σας. Ευκαιρία λοιπόν, να ξαναμισήσουμε τους Εβραίους, να θυμηθούμε πάλι καμμιά Κύπρο, τίποτα Πόντιους, τίποτα Αρμένιους. Ευκαιρία να ακούσουμε συνομωσίες, εθνικιστικές παπαριές και συνθήματα εμπνευσμένα και εμψυχωτικά όπως «δεν ξεχνώ». Διάβαζα χθες ότι ο μόνος τρόπος να μην ξεχάσεις είναι συνθήματα σαν το «δεν ξεχνώ». Γιατί δεν πρέπει να ξεχάσεις. Πρέπει να μείνεις απαραίτητα εκεί πίσω. Να μην προχωρήσεις, να μην προοδεύσεις, να κλάψεις μόνο για τα θύματά σου και απαραίτητα να μάθεις να χωρίζεσαι σε στρατόπεδα. Ποτέ υπέρ όλων των θυμάτων. Πάντα μόνο απ΄την μία πλευρά.

Είστε καταναλωτές του πιο φρικτού προιόντος που όμως πουλάει σαν ζεστό ψωμάκι. Είτε λοιπόν ψωνίσετε Ισραήλ είτε Λίβανο, ένα έχω να σας πω : θα το πληρώσετε πολύ ακριβά αν δεν φροντίσετε στον δικό σας πόλεμο να είστε από την πλευρά του διαφημιστή.

ΠΑΕΙ Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΚΑΙ Η ΣΕΡΙΦΟΣ



Τί πάνε δηλαδή, ακόμη βουίζει το κεφάλι μου. Αν σκεφτείτε ότι επέστρεψα τρεις μέρες νωρίτερα και ότι ο Αίολος γαμήθηκε κυριολεκτικά (φύσα ρε μαλάκα όσο θες τώρα να δω τί θα καταλάβεις). Μιλάμε, αν βάλεις στο ένα σου αφτί ένα κοχύλι και στο άλλο το κεφάλι μου, εγώ κάνω way περισσότερη ηχώ και κυμματάρες και αέρηδες. Η υπόλοιπη παρέα έμεινε πίσω στο νησί μπας και καταφέρουν να πετύχουν μια μέρα χωρίς θύελλα.

Οι ντόπιοι μας έλεγαν ότι κάθε δέκα χρόνια κάνει τέτοιο αέρα Ιούλιο και φυσικά έτυχε σε μένα. Πάντως από τα πολύ πολύ λίγα που είδα, η Σέριφος είναι ένα απίστευτα όμορφο νησί. Αλλά ρε γαμώτο, πώς να το χαρείς; Σκάει ο πόλεμος και κάθε πρωί η μέρα ξεκινούσε με απίστευτα θλιβερές φωτογραφίες στις εφημερίδες. Όσο κέφι και να ΄χεις, στο γαμάει κυριολεκτικά. Μετά, τυλιγμένη σε μπουφάν, τζηνάκια και κάλτσες, προσπαθούσα να βρω τρόπο να ανάψω ένα τσιγάρο, να σταματήσει να βουίζει το κεφάλι μου, να πιω καφέ χωρίς να έχει μέσα όλη την χλωρίδα της Σερίφου και να βρούμε μια απάνεμη παραλία στον χάρτη. Το μπάνιο στην θάλασσα ήταν άθλος αν σκεφτείς ότι έκανα μόνο ένα. Καλά που είχαμε υπεργαμάτη παρέα.

Anyway, αυτό το νησί δεν θα το αφήσω έτσι, αρκεί να μην ξαναχρειαστώ τόσες δραμαμίνες, τόσες κωλοκαθυστερήσεις και 120 ολόκληρα γαμωευρώ για δύο άτομα με αυτοκίνητο. Οι ντόπιοι όμως ήταν σπαθιά. Ο γερούλης που έχει το «μέλι» μας το ΄πε στα ίσια : «παιδιά με 78 ευρώ πάτε Πάτρα-Αγκόνα, δεν υπάρχει λόγος να έρθετε ξανά εδώ κι ας είναι δυόμιση ώρες από τον Πειραιά». Εκεί φτάσαμε κύριοι.

«Καλό χειμώνα», δε λέω. Για μια χρονιά λέω να προκαλέσω την τύχη μου αφού ούτως ή άλλως δεν βλέπω ιδιαίτερο φως. Βλέπω ανεργίες, αφραγκίες, άγχος αλλά πολύυυυ μεγάλη όρεξη για κράξιμο. Καλά να΄μαστε λοιπόν.

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2006

ΠΑΕΙ Η ΠΑΡΟΣ



(two to go)

Το ταξίδι ξεκίνησε με απειλές από τον γιατρό : «έφερα δέκα σαμαρόπετρες, μία για τον καθένα». Φυσικά, έπρεπε να το είχα καταλάβει. Δηλαδή ρε γιατρέ όταν πάνε και δίνουν ένα τέτοιο όνομα σε κρασί, εγώ τί ακριβώς περιμένεις να καταλάβω; Χάθηκε να το ονομάσουν «γλυκόπιοτο», «ελαφροκέφαλο» ή «το κρασί της παρέας»; Όχι βέβαια. Οι άνθρωποι είναι τίμιοι. Όχι σαν κάτι απατεώνες διαφημιστές. Σου λέει, να το πιεί το θύμα, αλλά να ξέρει και τί τον περιμένει. Μυαλό θέλει; Το ότι βέβαια φέρανε γιατρό στην παρέα έπρεπε να μας υποψιάσει, αλλά πού.

Ως λογική συνέχεια, η παρέα ασχολήθηκε εκτενώς με το πόσο πόρνες θα γίνουν οι κόρες του επίτιμου ζευγαριού που έμειναν στα πονηρά χέρια του παππού και της γιαγιάς στην Αθήνα. Που μπορεί να είναι νιάνιαρα αλλά ο πατέρας πληροφορήθηκε εκτενώς πώς, πότε και τί θα κάνουν. Οι συμβουλές ήταν να αρχίσει από τώρα να μετράει ωάρια. Που σιγά το δύσκολο γιατί αν είχε γιο, το εγχείρημα θα ήτο απείρως δυσκολότερο. Και φαντάσου αδελφάκι μου να έχει ο γιός σου παραπάνω σπερματοζωάρια κατά την καταμέτρηση. Φρικάρισε ο πατέρας και άρχισε τα συνθήματα «γαμιέται ο Πειραιάς» και κάτι άλλα απελπισμένα. Ο γιατρός πήρε το εργαλείο και του το έχωσε στην μύτη.

Μόνο ένας Πικάσο θα μπορούσε να σου αποδώσει το σουρεάλ της εικόνας αν φυσικά δεν έχεις πιει ποτέ σαμαρόπετρα.

Το παράνομο ζευγαράκι έκανε την δουλειά του άψογα. Αγκαλίτσες, χαιδέματα, ώρες κολλημένοι ή χαμένοι στο δωμάτιο, φιλάκια, φωτογραφίες και όλα αυτά τέλος πάντων που φέρνουν σε δύσκολη θέση έναν παντρεμένο άντρα αλλά εγγυώνται ότι η γυναίκα του θα περάσει ΠΟΛΥ καλά. Καλτσό, στημένη στην είχα. Από ΄δω και πέρα θα έχω πάντα δυό ερωτευμένα μαζί μου.

Βέβαια, θα αποφεύγω να παίρνω μαζί μου λεσβίες και ειδικά αυτές που παίζουν παιχνίδια όπως «κουνουπιέρα». Μαλακία. Όλη νύχτα η μία έκανε το κουνούπι και η άλλη φλίταρε. Μα καλά ρε κορίτσια, δηλαδή πόσο γκαβλωτικό είναι να κάνεις το κουνούπι; Και ΄μεις έχουμε κορεστεί αλλά χάθηκε ρε παιδί μου να παίξετε τίποτε κοκκινοσκουφίτσες να κοιμηθούμε και μεις; Το πρωί το «κουνούπι» ήταν μαστουρωμένο από το φλιτ και φώναζε συνέχεια «τράβα μαλλί». Ετοίμαζε το επόμενο ρεπερτόριο προφανώς. Η γκόμενά της, με- τα- μαύρα- μάτια- και- τα- χοντρά- πόδια πρότεινε Άλτις. Αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται (sic).

Η οικοδέσποινα απ΄την άλλη, κυρία. Ε, όχι και τόσο κυρία μεταξύ μας. Το να φοράς το πιο σέξι μαγιό του κόσμου, πλαστικά γάντια και να σκύβεις διαρκώς κάνοντας τον και-καλά-κηπουρό θα ΄πρεπε να με είχε υποψιάσει. Η αμέσως επόμενη ένδυση με την σέξι ποδίτσα και το κουζινομάχαιρο, τα εξήγησε όλα. Ο καφές φουντούκι ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ζούμε σε έναν πολύ διεστραμμένο κόσμο τελικά.

Πίκτσουρ δις. Κάθομαι πάνω σε πέτρινο πεζούλι, ο αέρας βαράει όπως βαράει συνήθως ο αέρας αφού χέσεις πατόκορφα τον Αίολο και όλο του σόι, από κάτω η πισίνα, η αιώρα και οι ξαπλώστρες, ο αράπης να τρώει χόρτα και να γλυκοκοιτάζει τον πόντικα, το παράνομο ζευγαράκι τα γνωστά, η υπόλοιπη παρέα να σαπίζει τριγύρω και η Πάρος εκεί. Από κάτω. Σα να σου λέει, «μαλάκα κάτσε όσο θες. Να ξέρεις όμως ότι θα φροντίσω να διαρκέσει πολύ λιγότερο απ΄ότι νομίζεις. Δέκατα δευτερολέπτου κι ας κάθεσαι ώρες. Έτσι, για να ξανάρθεις και να νομίζεις ότι δεν έχεις πατήσει ποτέ ξανά το πόδι σου εδώ».

Και εσύ ανυποψίαστη. Σαν χάνος κοιτάς τα ηλιοβασιλέματα, συνεχίζεις να ξεχέζεις τον Αίολο και λες δε μπορεί, στ΄αλήθεια το ζω. Δεν μπορεί όλο αυτό ποτέ να τελειώσει.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2006

YEYYYYYYY!!!


Πρέπει να ομολογήσω ότι μετά από τρία συναπτά έτη θα δω πάλι πώς είναι η θάλασσα. Επίσης, πως έπειτα από πέντε γαμημένα έτη θα πάω δεύτερη φορά διακοπές με το μωρό μου. Τρισάκις. Σε τρεις διαφορετικές νησάρες. Ιόνιο, Αιγαίο και το τρίτο κάπου εκεί τριγύρω θα το σπείρανε κι αυτό. Θάλασσα γύρω γύρω, θα ΄χει πάντως, μου ΄πανε. Με τρεις μεγάλες και διαφορετικές παρέες. Έπειτα από όλα αυτά, μου είναι αδύνατον μέχρι την Παρασκευούλα που την κάνω να συγκεντρωθώ στα μπλογκς και να ξεσυγκεντρωθώ για παράδειγμα από αποτριχώσεις, μπικίνια, ψώνια και απίστευτη χαζομάρα.


Το πρόγραμμα είναι λίγο ταλαιπωρία αλλά έπρεπε να χωρέσουμε μέσα όλα τα φιλαράκια μας απ΄τα παλιά. Λοιπόν, φεύγω Παρασκευή μεσημεράκι, γυρνάω Δευτέρα μεσημεράκι, ξαναφεύγω Πέμπτη βράδι, γυρνάω Κυριακή βράδι, ξαναφεύγω Δευτέρα ξημερώματα και γυρνάω την άαααααλη Δευτέρα. Σαν να λέμε ποτέ. Βέβαια, μέχρι να βάλω το πόδι μου στο καράβι δεν πιστεύω τίποτα τίποτα τίποτα κι ας μου κουνάνε τα εισιτήρια στη μάπα. Εγώ εκεί, drama queen.


Ο τσίφτης πήγε για αναστήλωση (250 ευρά γαμώ το κερατό τους γαμώ) και το κολλητάρι μας θα κοιμηθεί σπίτι για να φύγουμε παρέα στα δύο από τα τρία νησιά. Αρχίδια ύπνο θα κάνουμε πάλι. Θα αρχίσουμε πάλι τις μαλακίες και θα φτιάχνω εσπρέσους μέσα στην μαύρη νύχτα για να αντέξουμε την διαδρομή. Μου υποσχέθηκαν ότι θα δοκιμάσω ρακόμελα και βρήκαν μπαράκι με γαμάτη μουσική. Γουρούνια, τα γράφω αυτά, για να έχω και μάρτυρες σε περίπτωση που με παραμυθιάσατε για να με τρέχετε πάλι σε παρακμιακά μπουζουκάδικα για να βρείτε παρακμιακές γκόμενες. Δεν θα το αντέξω άλλη φορά. Σοβαρευτείτε!


Το πρόγραμμά μας στις μεγάλες διακοπές είναι συνήθως μία συγκεκριμένη παραλία, ένα συγκεκριμένο καφέ, μια συγκεκριμένη ταβέρνα, ένα συγκεκριμένο μπαράκι και τέλος. Δεν γουστάρουμε τουρισμό, δεν γουστάρουμε μουσεία, δεν γουστάρουμε αξιοθέατα. Να λιώσουμε πάμε, οπότε μην περιμένετε μετά traveller’s guide και άλλα κουραστικά.


Θα σας έλεγα καλή αντάμωση, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν θέλω να συμβεί. Ακριβώς αυτή τη στιγμή θέλω να μείνω εκεί φορέβερ. Επίσης, θα πω ψέμματα αν σας πω πως θα μου λείψετε και μην το πάρετε προσωπικά, αλλά τα δύο αυτά πράγματα δεν είναι συγκρίσιμα. Διακοπές – Blogs : 1-0 σίγουρα κέρδη. Ρωτήστε και τον Μακ που ξέρει από στοίχημα.


Το μόνο που έχω στ΄αλήθεια να ευχηθώ είναι όσοι φύγετε να περάσετε πολύ πολύ όμορφα και όσοι δεν πάτε διακοπές, να μείνετε στα blogs. Τουλάχιστον για μένα, ήταν μια φοβερή παρέα και παρηγοριά η συντροφιά των παιδιών που είχαν ξεμείνει μαζί μου. Well, πάω να τσιμπηθώ μπας και το πιστέψω.


Σας αφήνω με ένα τραγουδάκι επειδή είμαι χεσμένη απ΄την χαρά μου:


When you're going down the hall and you feel something fall


Diarrhea, Diarrhea


When you're climbing up a ladder and you feel something splatter


Diarrhea, Diarrhea


When you're driving in your Chevy and your pants are getting heavy


Diarrhea, Diarrhea


When you hide behind a bush and you feel a little push


Diarrhea, Diarrhea


When you're leaning 'gainst a wall and you feel something fall


Diarrhea, Diarrhea


When you're cleaning with a mop and you hear a loud plop


Diarrhea, Diarrhea


When you're swimming in a pool and you feel something cool


Diarrhea, Diarrhea


When you're with someone's daughter and you feel that warm poo water


Diarrhea, Diarrhea


When you start to fart and you're butt explodes apart


Diarrhea, Diarrhea

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2006

ΤΑ ΣΥΚΑ ΣΥΚΑ



Λοιπόν, τα ΄χω πάρει άσχημα αλλά θα το πάω μέσω Λαμίας για να μην στερήσω το κείμενο από λογοτεχνική αξία (πουτάνα θα τον κάνουμε πάλι τον Τολστόι).

Όταν έχεις κάποια πράγματα στο κεφάλι σου που θεωρείς σωστά, πράττεις βάσει αυτών μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα που θα τα αλλάξεις ή μέχρι να ψοφήσεις και να μην χρειαστεί να ακουμπήσεις ούτε μια αρχιδότριχά τους. Σπάνιο το δεύτερο και μακριά από ΄μας. Αλλά τελικά δεν ισχύει για την πλειοψηφία. Συζητάς, συζητάς, βράζεις, επιχειρηματολογείς και φτάνεις στο σημείο να καταλάβεις ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αποφασίσει για τις απόψεις τους και δεν θέλουν με καμμία παναγία να τις αλλάξουν. Το αγαπημένο τους τι-σέρτ, ένα πράμα.

Ο λόγος που συζητούν, δεν είναι κανένας άλλος εκτός από το να ανοίξουν την κεφάλα τους, να σου απλώσουν ένα ένα τα πολύτιμα διαμαντάκια τους, να σ΄αφήσουν να τα χαιδέψεις και απαλά απαλά να τα ξαναβάλουν μέσα μην τυχόν και τους τα βουτήξεις. Άσε βρε άνθρωπε να δεις και τα δικά μου, έλα να τ΄ανταλλάξουμε λιγάκι, βάλε λίγο χρώμα στην ζωή σου (sic), τίποτα. Το σεντουκάκι κλείνει απαλά, κλειδώνει και περιμένει τον επόμενο μανιώδη συλλέκτη να τα επιδείξει.

Έχεις και τους άλλους τους μαλάκες, απ΄αυτούς που ούτε έκαναν ποτέ τον κόπο να πάρουν το ρημάδι τους και να το γεμίσουν απόψεις, παρά πήραν έτοιμες απ΄αυτές που πουλάνε στις τηλεοράσεις και όλο σε διακόπτει για διαφημίσεις. -Α, αυτό να κάνεις.- Γιατί ρε φίλε; - Α, το ΄πε ο τάδε. -Οκ.

Και κάθομαι μετά εγώ να παρακολουθήσω συζήτηση. Και τρώω τα πατσαβούρια του καθενός γιατί έχω αποφασίσει να μην μιλάω σε κολλημένους. Αλλά δεν είναι δουλειά αυτή. Κουράστηκα. Στις δέκα συζητήσεις, οι εννιά είναι σικέ. Από μέσα μου ξέρω πια, τα σος θέματα και μία μία τις απαντήσεις τους. Είναι σαν τα κομματικά περίπου. Ο Νεοδημοκράτης θα υποστηρίξει τον Κωστάκη και ο Πασόκος τον Γιωργάκη. Πέρα από αυτά, το υπόλοιπο του εγκεφάλου, αδρανές (που λένε και οι φίλοι μας οι επιστήμονες). Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι εκούσια αδρανής ο μυαλός. Δεν θέλει κάτι άλλο ο άνθρωπος ρε παιδί μου, τέλος.

Ακόμη όμως και να σεβαστείς μια τέτοια στάση, δεν σε σέβεται εκείνη. Θα σου πιάσει τ΄αυτί και θα σου χώσει το σουβλί βαθιά, μέχρι να χύσει τα μυαλά σου στο πάτωμα (πάει και ο Κάφκα).

Πάμε τώρα στα δικά μας. Και μετά σας ενοχλεί ρε ΄σεις το μεταμπλόγκινγ ή που σας τη λένε γραπτώς. Δεν σας θίγουν όλα αυτά τα σκατά εκεί έξω που σας τη λένε στη μούρη χωρίς να μπορείτε να πείτε λεξούλα και βρήκατε εδώ να θιχτείτε; Υποκριτές.

Να είστε ευτυχείς που υπάρχει και ακόμη πιο ευτυχείς που το συστηματάκι εδώ είναι ερωτησούλα – απαντησούλα – αποψούλα – επιχειρηματάκια – ΔΙΑΛΟΓΟΣ.

Ούτε φωνές, ούτε να σε διακόπτει ο κάθε μαλάκας, έχεις όλο τον χρόνο να σκεφτείς, να ψάξεις πηγές, να μάθεις, να ρωτήσεις. Ο κολλημένος κάνει μπαμ από μακριά και τον τυλίγεις σε δέκα λινκς να έχει να διαβάζει.

Πότε δηλαδή το ξαναείδατε αυτό στην πραγματική σας ζωή; Πότε είπατε ακριβώς αυτά που είχατε στο κεφάλι σας ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ; Πότε βρε Έλληνες μιλήσατε χωρίς να σας διακόψουν, χωρίς να κρύψετε τα πολιτικά σας πιστεύω, χωρίς να φοβάστε να βγάλετε τα άπλυτά σας και τις πιο κρυφές σκέψεις σας;

Λοιπόν, εσείς οι μάγκες που θίγεται η φοβερή προσωπικότητά σας, να πάτε να κάνετε live διάλογους. Αληθινούς και ειλικρινείς όμως.

Αλλιώς ξεπεράστε την εγωμανία σας και κοιτάχτε να το εκμεταλλευτείτε πριν μας πάρουν χαμπάρι και αρχίσουν να μας διακόπτουν για «διαφημίσεις».

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2006

ΨΥΧΟ-ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ



Είναι τρελλή η εποχή μας και παράλληλα αφόρητη. Ίσως και προκλητική αν έχεις βέβαια το σθένος να ψάχνεις, να διαβάζεις και να προτάσσεις την λογική σου έναντι σε ένα μάτσο δήθεν πρωτοπόρους. Γιατί όταν η κριτική σκέψη γίνεται μόνο και μόνο για να πρωτοπορήσεις ή γιατί σιχάθηκες κάποιες πρακτικές ανθρώπων ή διότι σε εκμεταλλεύτηκαν, τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα.

Η ψυχολόγος Δρ. Τάνα Ντινήν έγραψε το βιβλιαράκι της ακυρώνοντας την επί είκοσι χρόνια δουλειά της. Δεν μπορεί αυτή η γυναίκα να μην ξέρει τί λέει. Βγήκε λοιπόν θαρραλέα με το βιβλίο της και ξεσκεπάζει την συνομωσία πίσω από την ψευδοεπιστήμη της ψυχολογίας λέγοντας πόσο επικίνδυνη είναι και που «το «προϊόν» της τελικά είναι: χαλασμένοι άνθρωποι, διαλυμένες οικογένειες, στρεβλή Δικαιοσύνη, κατεστραμμένες εταιρείες και ένα αποδυναμωμένο Έθνος». Αυτό με το Έθνος με γαργάλησε λιγάκι αλλά δεν θα το σχολιάσω, όπως και το πόσο πειστικό βρίσκουν το βιβλίο της μερικοί εδώ μέσα που φυσικά μας παροτρύνουν να εντρυφήσουμε – στα – υψηλά – νοήματα – της – θεολογίας και τονίζουν το γεγονός ότι οι πνευματικοί δεν πληρώνονται ενώ οι ψυχολόγοι τα παίρνουν κανονικά. Γιατί προφανώς είναι και οι δύο επιστήμονες. Θα μου επιτρέψετε μόνο μια παρατήρηση κύριοι. Οι πνευματικοί πληρώνονται μια χαρά από το κράτος άρα από τον καθένα μας / να μην αναφερθώ στην ταρίφα τους από τον πολυέλαιο μέχρι το κάθε μερεμετάκι στους ναούς. Ως προς τα πνευματικά τους καθήκοντα, ε ξέρω και ΄γω να βαφτίζω αμαρτωλούς, να ακούω προβλήματα και να συστήνω πέντε μετάνοιες και δέκα ευχές πρωί μεσημέρι βράδι. Απ΄την άλλη, εξορκισμό δεν ξέρω να κάνω, οπότε εδώ έχετε ένα δίκιο. Δεν το συνεχίζω, άλλο είναι το θέμα μου.

Η κριτική στην επιστήμη της ψυχολογίας έχει εδώ και καιρό αποκτήσει οπαδούς. Όπως και η κριτική στην ψυχιατρική. Είναι πάρα πολύ ωραίο να βγει κάποιος ξαφνικά, έχοντας κάποιες αντιρρήσεις για μια επιστήμη ή έστω για κάποιους ανεύθυνους γιατρούς και να ισοπεδώνει τα πάντα. Και όσο οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι επιμένουν ότι όλα αυτά δεν έχουν απολύτως καμμία επιστημονική βάση, τόσο ο απλός κόσμος δείχνει να πείθεται. Μικρό παράδειγμα η εκκλησία της Σαιεντολογίας που διεισδύει σιγά σιγά στα σχολεία ενημερώνοντας γονείς και πείθοντας καθηγητές να σταματήσουν να παρέχουν φάρμακα στα παιδιά.

Το φαινόμενο συνεχίζεται και από οργανώσεις «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που έχουν ως απώτερο σκοπό να αποκαλύψουν ότι δεν υπάρχουν ψυχικές ασθένειες και ότι τα ψυχοφάρμακα είναι ουσιαστικά ένας ακόμη τρόπος για να μας ελέγχουν.

Και λές και τί έγινε, καλό είναι να υπάρχει αντίλογος και κριτική στα πάντα. Στην τελική, αν ισχύει αυτό και για παράδειγμα, η σχιζοφρένεια δεν υπάρχει καθόλου ως ασθένεια γιατί να δίνουμε φάρμακα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και να τους έχουμε ισοβίως ναρκωμένους. Έπειτα, όλοι αυτοί οι γιατροί που ξέρουν το αντικείμενο και παρόλα αυτά συμφωνούν πως η επιστήμη αυτή είναι ψευδοεπιστήμη δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν.

Και μετά, θυμάμαι εκείνη την επίσκεψη στο ψυχιατρείο. Και τους λόγους που με οδήγησαν σ΄εκείνη την επίσκεψη. Θυμήθηκα εκείνη την κοπέλα που κατέληξε εκεί έχοντας περάσει όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας και χωρίς κανείς να μπορεί να την βοηθήσει. Θυμήθηκα τον Νικολάκη με την μαθητική τσάντα γύρω στα πενήντα του που νόμιζε ότι ακόμη πάει σχολείο. Θυμήθηκα την «σβούρα». Εκείνο τον κύριο που όλη μέρα γύριζε γύρω γύρω. Θυμήθηκα τα μάτια του γερούλη παραδίπλα που ήταν μόνιμα καρφωμένα στον τοίχο χωρίς ποτέ να μιλάει.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ψέμα. Δεν κατέληξαν εκεί λόγω φαρμάκων. Το πρόβλημά τους δεν ήταν θέμα διατροφής, ή αλλεργίας όπως υποστηρίζουν οι πολέμιοι της ψυχιατρικής ανάμεσα σε άλλα. Ούτε κανείς από αυτούς πλήρωνε χρήματα για να θεωρήσω ότι έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης. Και μετά θυμήθηκα έναν παιδικό φίλο. Που είχε μεγάλο πρόβλημα. Στο Γυμνάσιο. Αυτοκτόνησε. Τώρα θα μπορούσε να ζει αν πείθονταν από τους καθηγητές οι γονείς του να αποτανθούν σε ειδικό.

Δεν ξέρω που θα μας πάνε όλα αυτά. Στα άπειρα άρθρα που διάβασα αυτές τις μέρες για το θέμα, είδα πόσο πολύ της μόδας είναι να αρνείσαι οτιδήποτε έχει να κάνει με την ιατρική αν είσαι γιατρός. Και πόσο πολύ της μόδας είναι να «επινοείς» δική σου ιατρική (λιγάκι πιο ακριβή και με πιο ωραίο όνομα) πατώντας όμως πάνω σε κατακτήσεις της ιατρικής, τονίζοντας αδυναμίες της και βγάζοντας πάρα πάρα πολλά λεφτά.

Ίσως αυτή η συζήτηση θα έπρεπε να είναι μεταξύ γιατρών. Ειλικρινά κάθε φορά νοιώθω άσχημα να γράφω για τέτοια θέματα όντας τόσο πολύ άσχετη αλλά ένα μεγάλο μειονέκτημα των γιατρών είναι τελικά και η υπεροψία. Τα θεωρούν αυτονόητα και τελείως ηλίθια για να ασχοληθούν. Ίσως όταν αρχίζουν και πέφτουν φυλλάδια και στα δικά μας σχολεία «psychiatry : no science, no cures» και όταν οι γονείς κόψουν τα φάρμακα στα παιδιά τους, να αποφασίσουν να ασχοληθούν.


Σάββατο, 1 Ιουλίου 2006

GETTING NASTY



Οι φάσεις με τα πολλά λόγια με χαλάνε άσχημα. Όλα αυτά τα χιλιόμετρα λέξεων με μόνο σκοπό να σου εξηγήσουν (αλλά με τελικό σκοπό να σου σπάσουν τ΄αρχίδια) και στο τέλος να μην καταλάβεις γρι ή να μη θέλεις να καταλάβεις γρι. Όλα αυτά τα σκατά σκέψης που συνήθως έχουν να κάνουν με σου ΄πα – μου ΄πες ή περιλαμβάνουν τα βαρετά, σου έκανα – μου έκανες – θυμάσαι τότε που – όταν εγώ – εγώ για σένα - και άλλα δημιουργικά ξεχυλώματα της κάθε προσωπικής διαδρομής.

Συνήθως όμως τα πράγματα είναι απλά. Κάθε προσπάθεια λεπτομερούς ανάλυσης, μοναδικό σκοπό έχει, την απολογία, την λύπηση και στο τέλος, την αθώωση. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ποιός φταίει και ποιός όχι. Λες και θα λυθεί το πρόβλημα. Άσε που τις περισσότερες φορές το πρόβλημα έχει λυθεί, έχει περάσει, έχει ξεχαστεί και η ανάλυση σε περιμένει εκεί, ξανά και ξανά μπας και ο κακομοίρης κολλημένος ακούσει ένα «ήρωας» ή ένα «εύγε» για να συνεχίσει την ζωή του. Αλλιώς, η ζωή του κολλάει σε αυτό το σημείο και δεν προχωράει με τίποτα.

Και δεν φτάνει αυτό. Μετά ο «ήρωας» καλομαθαίνει και σε κάθε μικρό στραπατσάρισμα θέλει κι άλλα χειροκροτήματα, αλλιώς θα είναι εκεί, μπάστακας των αρχιδιών σου, μην τυχόν και σου ξεπρηστούν κατά λάθος.

I got news for you then. Όλων μας η ζωή έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Όλοι έχουμε ζήσει κάποια φρίκη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ενώ έχουμε μπόλικες ακόμη μπροστά μας. Και εδώ, σ΄αυτό το μπλογκάκι έχω γράψει ανά καιρούς για τις φρίκες μου, άσχετα αν αυτή την εποχή είμαι λίγο πιο ευτυχισμένη και το ΄χω ρίξει στις επιστημονικές μαλακίες μου.

Το θέμα όμως είναι να ξέρουμε από πού αρχίζει και πού σταματάει ένα πρόβλημα. Πότε ακριβώς συνέβη και πότε το λήξαμε. Ναι, εμείς το λήγουμε. Ναι, με κόστος. Αλλά επεμβαίνουμε. Χωρίς να είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καεί στην κόλαση ο εκάστοτε φταίχτης.

Οι άνθρωποι που με κυκλώνουν, είναι επιλογή μου. Έχουν φταίξει και έχω φταίξει. Αλλά ποτέ κανείς τους δεν θα με κρατήσει πίσω με την δικαιολογία ότι μου κατέστρεψαν την ζωή, ότι με χαντάκωσαν, ότι με αδίκησαν. Γιατί ακόμη κι αν μου τα κάνουν όλα αυτά, έχω και μια αξιοπρέπεια που δεν μου επιτρέπει να κάτσω να κλαψομουνιάζω για όλη την υπόλοιπη ζωή μου, μέχρι να με σώσουν, να με αθωώσουν ή να με λυπηθούν.

ΓΛΥΚΕΣ



Κουτουλάω σας λέω. Από τις οχτώ το πρωί κάθε μέρα όλη την εβδομάδα, τρίζουν τα τζάμια. Έπεσε έρωτας στην γειτονιά μαζί με καρπούζια. Και όταν πέφτουν ο έρωτας μαζί με τα καρπούζια, θα το υποστείς, θες δε θες.

Τα αυτοκίνητα εδώ είναι λιγάαακι διαφορετικά από αυτά που ξέρετε για αυτοκίνητα. Βέβαια, έχουν όλα αυτά που τα κάνουν να μοιάζουν με αυτοκίνητα αλλά βασικά, δεν είναι μόνο αυτοκίνητα. Είναι και Τέχνη. Φανταστείτε τα, σχεδόν να ακουμπούν το πάτωμα, με φιμέ τζάμια και λάστιχα φαρδιά γεμάτα κυτταρίτιδα τρίτου βαθμού / όψη πορτοκαλέας και τα τέτοια. Οι ζάντες είναι φωσφοριζέ ενώ έχουν όλα τους, φώτα γύρω γύρω ΚΑΙ από κάτω. Κάθε αυτοκίνητο εκπέμπει μια γαλάζια λάμψη κάτω από τις ρόδες. Βοηθάει πολύ στην απογείωση. Ή στα κουνούπια, θα σας γελάσω.

Το κύριο χαρακτηριστικό των αυτοκινήτων της Αγίας Βαρβάρας είναι το πορτ μπαγκάζ. Που δεν είναι για μπαγκάζια. Είναι για το γούφερ. Μάλλον θα ΄πρεπε να το λένε γουφ μπαγκάζ. Γιατί έρωτας χωρίς αυτοκίνητο, δεν γίνεται. Γιατί αυτοκίνητο χωρίς στερεοφωνικό, δεν γίνεται. Γιατί στερεοφωνικό χωρίς γούφερ δεν γίνεται. Γκατ ιτ τώρα; Και όταν μάλιστα μοιάζει με μπαούλο, πού θα το βάλεις κοτζάμ γούφερ; Ράιτ. Επιπλέον το ειδικό στερεοφωνικό συνδέεται με κάτι πολύχρωμα φωτάκια στο πίσω τζάμι, στην οροφή και καμμιά φορά στο καπό. Και όλο αυτό, δεν είναι μόνο Τέχνη. Είναι ανάγκη. Η ανάγκη να ακουστείς.

Μια τύπισσα που λέτε, κάπου εδώ τριγύρω στην γειτονιά, το τσάκισε το παιδί με το αυτοκίνητο / Τέχνη. Κάτι του ΄κανε και εκείνος είπε ν΄ανταποδώσει. Τρεις – τέσσερις φορές τη μέρα, συνήθως ξημερώματα, μεσημέρια και μαύρα μεσάνυχτα βάζει το αυτοκίνητο, να της πει τον πόνο του. Με Τέχνη φυσικά. Στανίση. «Δεν σε νοιάζει για ΄μας / μόνο εσένα αγαπάς / όλα ήτανε ψέεεεεμααααα».

Το βάζει δυό τρεις φορές, λίγο πριν αρχίσουν και τρέχουν αίμα τ΄αφτιά μας και εξαφανίζεται. Ίσα να τρίξουνε τα τζάμια της αγαπητικιάς, να πιάσει το υπονοούμενο και μετά μπουχός. Μόνο που κάθε φορά φεύγει σαν σίφουνας και δεν τον προλαβαίνω. Να βγω ρε παιδάκι μου, να του πω άστην την άκαρδη, πλέον όλη η γειτονιά νοιάζεται βρε αγόρι μου, το πιάσαμε σου λέω το υπονοούμενο, αλλά πού.

Σήμερα είχαμε διασταύρωση πυρών. Ο Γλύκας ο Γνήσιος με τον Γλύκα τον σκέτο και ο πιτσιρικάς με το αυτοκίνητο / διαστημόπλοιο / Τέχνη. Οι δύο πρώτοι είναι μεγάλοι ανταγωνιστές. Καρπουζοανταγωνιστές. Ο Γλύκας σκέτος προσφέρει Τέχνη και καρπούζια στην γειτονιά με το εξής ποίημα : «Ο Γλύκας. Ο εγγυημένος. Ο καθημερινός. Ο Γλύκας». Και τούμπαλιν. Ρίμα δεν έχει, αλλά έχει φτηνά καρπούζια.

Ο Γλύκας ο Γνήσιος, την έχει δει σε πιο μεταμπλόγκιν καταστάσεις : «Ένας είναι ο Γλύκας. Εγώ. Ο Αυθεντικός. Ο Γνήσιος. Ο πραγματικός. Με την ταμπέλα». Έχει βάλει και ταμπέλα «Ο Γλύκας ο Ορίτζιναλ» στο φορτηγάκι για να μην τον μπερδεύουν με τον άλλον.

Και ενώ τόσα χρόνια νόμιζα ότι οι δυό Γλύκες άμα συναντηθούν θα γίνει της πουτάνας, μόλις έπεσαν πάνω στον πιτσιρικά με την Στανίση, τα ξέχασαν όλα. Κούνησαν το κεφάλι συμπονετικά πήραν τα μεγάφωνα και τραγουδούσαν και οι τρεις μαζί στην άπονη : «Δεν σε νοιάαααζει για ΄μααααας/ μόνο εσένα αγαπάααααας».

Μετά από λίγο ένας γείτονας παραδίπλα, απάντησε : «Το νινί / το νινί / το νινί σέρνει καράβι».

Η γειτονιά το΄ριξε στο μεταμπλόγκινγ. Πάω να τους βάλω λινκμπλόγκ.