Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2006

FEVER



Εκείνο το βράδι είχαμε μείνει μόνοι. Όχι από επιλογή. Ήταν από εκείνα τα βράδια που ψοφάς για παρέα, ψοφάς για λίγο γέλιο και δεν μπορείς να τα ΄χεις. Από εκείνα τα βράδια που κουρνιάζει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και σχεδόν ακούς την ψυχή του να παρακαλάει να μην έρθουν κι άλλα στραβά. Και είσαι σίγουρη ότι έρχονται. Ότι έχουν ήδη φτάσει στην πόρτα σου απλά μένει να σου χτυπήσουν το κουδούνι. Ντριν. Και ξανά ντριν. Και δεν θέλεις ν΄ανοίξεις. Θέλεις να χτίσεις την πόρτα μέχρι απάνω με τούβλα και να μην την ανοίξεις ποτέ κι ας κλειδωθείς μέσα για πάντα. Δεν σε νοιάζει. Οι δυό σας μόνο φτάνει.

Εκείνο το βράδι δεν πέρασε εύκολα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι έκανε χρόνια να περάσει και αιώνες για να σβηστεί απ΄τις ψυχές μας. Που δεν σβήστηκε. Εκεί είναι ακόμα και στοιχειώνει. Μαζί με πολλά άλλα τέτοια βράδια.

Αυτό το βράδι είναι διαφορετικό. Όχι τίποτε σπουδαίο, δυό γραφειάκια, ένα ραδιάκι, μια καρέκλα στην μέση και δυό ζευγάρια πόδια που χαιδεύονται. Πού και πού κάνα χαμόγελο. Και σε λίγο ύπνος νωρίς. Υπάρχει λόγος. Απ΄αυτούς που κάνουν τα άσχημα βράδια να μην ξανάρθουν ποτέ. Το «ποτέ» δεν σημαίνει ποτέ. Σημαίνει όχι τώρα. Όχι αυτόν τον καιρό. Τουλάχιστον μέχρι να γαληνέψουν ξανά οι ψυχές μας. Ας είναι σε άλλους καιρούς. Δε σε νοιάζει.

Κάποτε μου έλεγαν ότι τα δύσκολα σε ατσαλεύουν. Πίπες. Σε κάνουν να φοβάσαι πιο πολύ. Να ζητάς τα εύκολα με όποιο κόστος, να θες να ξεχάσεις. Όμως τώρα το τοπίο ξεκαθαρίζει. Έμαθα κάτι πολύ σημαντικό. Τελικά δεν υπάρχουν εύκολα. Όλα δύσκολα είναι εκτός από αυτά που ζουν οι άλλοι. Μέχρι να μπεις στα παπούτσια τους. Δεν ζητάω πια τα εύκολα. Ζητάω αυτά που μπορώ να καταφέρω. Κι ας κουραστώ. Αρκεί η κούραση να είναι σωματική και να περνάει μ΄έναν ύπνο ή μια γερή αγκαλιά. Μέχρι εκεί. Όχι παραπάνω. Όχι τώρα.