Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2006

ΤΑΧΥΜΕΤΡΟ




Την περισσότερη ζωή μου την περνάω καθιστή σε μια καρέκλα τα τελευταία χρόνια. Είναι λες κι έχουν περάσει αιώνες από τότε που έκανα τρελές διαδρομές με τα πόδια για σχολεία, φροντιστήρια, γυμναστήρια, γκομενιακά. Ειδικά τότε που τα πρωτοφτιάξαμε με τον Τάσο. Στην δευτέρα Λυκείου αποφάσισε να ακολουθήσει τους φίλους του στο Ναυτικό Λύκειο, να γίνει καπετάνιος (είχαμε απίστευτα δράματα τότε – ναι, το είχα σίγουρο ότι θα τον παντρευτώ και δεν ήθελα να μου τον φάνε οι θάλασσες του έλεγα, και εννοούσα κυρίως τις πουτάνες στα λιμάνια).

Εκείνος έμενε Ρέντη, εγώ Νεάπολη, το δικό μου Λύκειο στην Νίκαια και εκείνος, στο Ναυτικό Λύκειο Πειραιά. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιήσεις λεωφορείο αν ήσουν έφηβος και είχες μέσα σου ικανοποιητικές ποσότητες, εκείνης την περίεργης ορμόνης που σε φουλάριζε κάθε πρωί και σου φώναζε «ζήσε». Ήμασταν και οι δύο μαμούνια σκέτα, για να έχουμε την υπομονή να περιμένουμε σαράντα και βάλε λεπτά, τη σακαράκα που πήγαινε με είκοσι και αν.

Πηγαίναμε το πρωί σχολείο και μετά εκείνος ερχόταν με τα πόδια απ΄ τον Πειραιά στην Νίκαια να με πάρει. Κάθε μέρα. Έτσι ήθελε και ήταν κάθετος όταν του έλεγα να μην κάνει τόσο κόπο. Αλλά πέταγα απ΄την χαρά μου όταν ερχόταν. Τα μεσημέρια σπίτια μας και το απόγευμα ξανάκανε πάλι την διαδρομή για να πάμε, να περιμένει να τελειώσω και να με πάρει, από γυμναστήρια, αγγλικά, φροντιστήρια και μετά πάλι με τα πόδια Ρέντη.

Τις περισσότερες φορές ήμασταν τελείως άφραγκοι για καφετέριες και λοιπά μαθητομάγαζα και την βγάζαμε στο δασάκι δίπλα στο σπίτι μου. Έξω απ΄τα κάγκελα, πάνω στο φαρδί πεζούλι, συνήθως κρυμμένοι πίσω από αραγμένες νταλίκες, εγώ μόνιμα με το άγχος του ρολογιού κι εκείνος να αγκαλιάζει σφιχτά για να μην φύγω. Τα Σαββατοκύριακα δεν θέλαμε να έρθουν. Για διαφορετικούς λόγους. Εκείνος, γιατί δεν θα με έβλεπε καθόλου και εγώ γιατί ζήλευα που έβγαινε με φίλους του στα μπαράκια του Πειραιά.

Δεν είχαμε στάλα κούρασης τότε. Μας φαινόταν παιχνιδάκι να πρέπει να ξυπνήσουμε, να πάμε σχολείο, να κάνουμε άπειρες ώρες μαθήματα μόνο και μόνο για να φτάσουν οι στιγμές που θα περπατήσουμε μαζί, θα μιλάμε για ώρες και θα αράξουμε στο πεζούλι μας. Όποτε περνάμε από εκεί, πάντα μαλώνουμε «όχι, εδώ είναι το πεζούλι μας», «όχι ρε, το διπλανό είναι, εκεί που άραζε η νταλίκα». Και μιλάμε για ένα ολόκληρο χιλιόμετρο πεζούλι γύρω γύρω απ΄το δασάκι. Αλλά είναι σημαντικό για μας να ξέρουμε ακριβώς ποιο κομμάτι ήταν το δικό μας.

Τώρα, οι αγαπημένες μας ώρες είναι στην διαδρομή για την δουλειά. Μία-δύο ώρες κάθε πρωί και βράδυ όταν δεν έχουμε εξωτερικές παρεμβάσεις (γαμιέται ο sportfm) και συζητάμε, τον πειράζω, αλλάζω σταθμούς και μονίμως μου υπόσχεται ότι θα ξυριστεί. Πάλι με το άγχος του ρολογιού, του λαμπακίου λαδιού, τους καινούργιους ήχους που επινοεί για να μας την σπάσει ο τσίφτης και σαφώς με λιγότερες ποσότητες από εκείνη την εφηβική ορμονίτσα.

Που σας το λέω, αν είμασταν αναγκασμένοι, πάλι θα περπατούσαμε χιλιόμετρα για να συναντηθούμε κρυφά για λίγα λεπτάκια. Αλλά τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα βλέπετε, γιατί έκανα την μαλακία και του έκατσα. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ…




…και νέες προκηρύξεις και μαθηματικά και άλλες μαλακίες.

Αυτό με τους συμβασιούχους ποτέ δεν το κατάλαβα. Έχεις ρε κύριε ένα σωρό ανθρώπους που διαδηλώνουν και φωνάζουν και γανιάζουν ότι τους προσέλαβες για εποχικούς, τους υποσχέθηκες μονιμότητα και τώρα τους πετάς στον δρόμο και απλήρωτους κι από πάνω. Οκ, μαλακία τους, αλλά σε πιστέψανε. Αφού λοιπόν είδαν τι κουμάσης είσαι, βγαίνει ο άαααλλος κύριος (λέμε τώρα) και τους λέει έχετε δίκιο καημένα, ταλαιπωρημένα μου παιδιά και τους υπόσχεται ότι άμα τον ψηφίσουν, τους τακτοποίησε. Πάνε τα ζωντόβολα, τον ψηφίζουν και τρώνε πάλι μια χλαπάτσα να! Μαλακία τους, αλλά τον ψήφισαν.

Και έρχομαι τώρα εγώ και εκεί που πίνω τον καφεδάκο μου και διαβάζω την εφημεριδούλα μου, βλέπω με κάτι γραμματάρες ναααααα ότι λέει, προσλαμβάνουνε κατά χιλιάδες τους δημοσίους (τρεις χιλιάδας πεντακόσιους είκοσι για την ακρίβεια, μόνο στο Έθνος - βάλτε και κάτι ψιλά από γύρω γύρω, το πιάκαμε το πεντοχίλιαρο).

Και σκέφτομαι, καλά ρε λαμόγια, δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει απ΄την μια τις προκυρήξεις, να πάρει απ΄την άλλη τους συμβασιούχους και να τους πει, καθίστε κάτω ρε μάγκες, εσύ θα πας εκεί, εσύ εκεί κι εσύ παραπέρα και να ησυχάσουν οι άνθρωποι;

Τι σόι λογική είναι δηλαδή να βγάζουμε νέες προκυρήξεις και καινούργιους μέλλοντες άνεργους και απλήρωτους συμβασιούχους κάθε τρεις και λίγο; Αν απ΄την άλλη μιλάμε για άσχετες ειδικότητες, τότε βάλτους στο περίμενε. Μόλις πα να κουνηθεί ένας δήμος για καθαριστές π.χ., πάρε τον συμβασιούχο που αδικήθηκε και χώστον εκεί να τελειώνουμε.
Πρέπει δηλαδή να έχουν απ΄την μια τους μισούς να φωνάζουν, απ΄την άλλη τους άλλους μισούς να συμπληρώνουν προκυρήξεις (και να πληρώνουν κιόλας, μα τι μαλακία να πληρώνεις για να κάνεις αίτηση για δουλειά στο δημόσιο!) και αυτοί στην μέση να δηλώνουν ό,τι τους συμφέρει ανάλογα ποιοι τους κράζουν; Απλά μαθηματικά ρε παιδιά.

Και αυτό, μου κάνει τεράστια εντύπωση γενικότερα. Λείπουν λέει λεφτά για την παιδεία και η εκκλησία θησαυρίζει. Άμα λοιπόν λαμόγια δεν θέλετε διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας, βάλτε την ρημάδα την χερούκλα του κράτους στα λεφτά της εκκλησίας και κλείστε τις τρύπες. Γιατί δεν γίνεται τα λεφτά σου λεφτά σου και τα δικά μας λεφτά πάλι δικά σου. Στην χειρότερη, μπορεί να ξινίσουν οι παππάδες και να διαχωριστούν μόνοι τους απ΄το κράτος. Κι αυτό κέρδος θα ΄ναι. Γαμάτο θα΄ναι, για να είμαι πιο ακριβής.

Τελικά η πολιτική είναι εκείνη η χαζή μηχανή με τα άπειρα γρανάζια /πολιτικούς που η δουλειά τους είναι να γυρίζουν μόνο γύρω απ΄τον εαυτό τους, άντε να νοιαστούν μέχρι το διπλανό γραναζάκι. Κι ας έχει ρημαχτεί το σύστημα. Γιατί άμα σ΄ενδιαφέρει να γυρίζεις μόνο γύρω απ΄τον εαυτό σου, πρέπει να σμπαραλιάσει εντελώς η μηχανή για να την πάρεις πρέφα αλλά θα είναι πολύ αργά.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2006

MY NUMBER ONE




Υπάρχουν μερικές δουλειές που τις μίσησα. Αν δηλαδή τις έβαζα σε λίστα, στο τοπ φάιβ των αισχρότερων, η νάμπερ ουάν θα ήταν ασυζητητί το πεζοδρόμιο. Όχι, δεν έχω κάνει την πουτάνα, εννοώ το πεζοδρόμιο στα ινστιτούτα. Είχανε προσλάβει τότε κάτι τζιμάνια του μάρκετινγκ κατευθείαν απ΄τα εξωτερικά και άρχισαν να μας βομβαρδίζουν με νέους τρόπους πώλησης όπως ameriki (τι πρωτότυπο). Αυτοί οι καραγκιόζηδες, έρχονταν φυσικά πάντα οφ σίζον γιατί πάνω στην σεζόν δεν προλάβαινες ούτε να κατουρήσεις, πόσο μάλλον να πληρώνεις χαραμοφάηδες. Εκτός σεζόν όμως, άρχιζαν οι γκρίνιες, οι μουρμούρες κι ένα σωρό μαλακίες για να φέρεις πιο πολλά λεφτά, που για λόγους συντομίας τα συνοψίζεις άνετα στο τρίπτυχο φιλότιμο- σφαλιάρα- ξεφτίλα.

Το στάδιο της ξεφτίλας ήταν το έσχατο και κάπου εκεί μεταξύ σφαλιάρας και ξεφτίλας, ήρθαν οι μάρκετερς να μας πουλήσουν τις ιδέες τους. Ένα περίεργο πράγμα μ΄αυτούς τους μάρκετερς. Όπου πήγαιναν κουβάλαγαν τα διπλώματά τους. Κιχ να έβγαζες, άνοιγαν τον χαρτοφύλακα και στα έτριβαν στην μούρη λες και χωρίς αυτά δεν επιτρεπόταν ν’ανοίξουν το στόμα τους. Τεσπα. Τότε ήταν στην μόδα η πώληση ντορ του ντορ. Αυτό που αντί να πάρεις τηλέφωνο και να σε βρίσουν μεσημεριάτικα, εσύ πήγαινες και τους χτύπαγες το κουδούνι μεσημεριάτικα για να σε βρίσουν αυτοπροσώπως μη τυχόν σου κλέψει άλλος τα εύσημα. Οι μάρκετερς είχαν αποφανθεί και γι΄αυτό: «πηγαίνεις μόνο μεσημέρι, που η νοικοκυρά έχει τελειώσει τις δουλειές της και είναι ήρεμη και ευάλωτη». Το «ευάλωτη» βασικά, ήταν είτε «πολύ πτώμα για να σε ακούσει», είτε «κοιμόταν και την ξύπνησες και κάτσε άκου τα ηλίθια τώρα». Δράμα η κατάσταση.

Φεύγοντας απ΄το στάδιο της σφαλιάρας και μπαίνοντας δυναμικά στο στάδιο της ξεφτίλας, οι μάρκετερς αποφάσισαν να κλείσουν την τρύπα του στόχου μας, μαζεύοντας τα χρωστούμενα. Ξέρετε, να έχεις κάνει μία ενημέρωση σε ινστιτούτο, να σου έχουν βουτήξει την κάρτα, να έχεις χρεωθεί όλο το ποσό, να έχεις κάνει μία επίσκεψη όλη κι όλη, να σου έχουν πουλήσει δεύτερη θεραπεία που δεν χωράει στην κάρτα και να σου κουβαλιούνται σπίτι για να εξοφληθούν την δεύτερη θεραπεία χωρίς καν να έχεις ξεκινήσει την πρώτη. Από Ανάβυσσο μέχρι Ασπρόπυργο έφτασε η χάρη μου και μάλιστα η μετακίνηση πληρωμένη από εμάς, μετά το οχτάωρο. Άμα μπορούσες, ας έλεγες όχι.

Η ξεφτίλα κορυφώθηκε με την πώληση στα πεζοδρόμια. Μας έφτιαξαν ένα σταντ της κακιάς ώρας και το έβαλαν στην είσοδο του ινστιτούτου. Εμείς θα μοιράζαμε τριαντάφυλλα στις περαστικές (για να κολακευτούν και να σταματήσουν), θα παίρναμε τα στοιχεία τους και θα τις πιέζαμε να ανέβουν πάνω να πάρουν το «δώρο» τους. Τσιμουδιά τι ήταν το δώρο. Έκπληξη τους λέγαμε και τρέχανε αυτές. Επάνω, τους περίμενε η αλεπού για ενημέρωση, πρηξαρχιδιστάν καμμιάς ώρας (μέχρι να ενδώσουν αλλιώς δεν έφευγαν – καλά, εκτός αν άρχιζαν τις χριστοπαναγίες) και μετά εμείς παίρναμε 1% από το κάθε συμβόλαιο. Τ΄αρχίδια μας κουνιόσαντε με άλλα λόγια. Αλλά πες όχι.

Τζίφος η φάση. Μετά από λίγο το έμαθαν όλοι και γέμισε ο τόπος σταντ κι εμείς από κάτω να μαλλιοτραβιόμαστε ποια θα δώσει τριαντάφυλλα, ποια πλαστικά σκουλαρίκια και ποια προσκλήσεις σε πάρτυ ομορφιάς και καλά. Μας πήραν χαμπάρι οι περαστικές και έριχναν τις χριστοπαναγίες χωρίς να χρειαστεί ν΄ανέβουν.

Η ξεφτίλα όμως δεν είχε τελειώσει. Φορτώσαμε τα σταντ μας και τα στήσαμε σε παραλίες. Πάντα προχώ εμείς. Ταγιέρ, τακούνια, μακιγιάζ και ψόφια τριαντάφυλλα, να κυνηγάνε κυτταρίτιδες, πεσμένους κώλους και ατίθασες κοιλιές. Και πώς να τους πλησιάσεις; Ααααα, ξέρετε σας έχει πέσει ο κώλος, μήπως θέλετε να σας τον μαζέψω; Ναι, έλεγαν οι μάρκετερς. «Η σωστή πώληση πρέπει να είναι ειλικρινής. Θα τις πλησιάζετε και τους λέτε στα ίσια: έχετε κυτταρίτιδα τρίτου βαθμού και παχυσαρκία και θα πεθάνετε σύντομα από καρδιά. Πρέπει να τις σοκάρετε για να δώσουν προσοχή». Τις καρασοκάραμε θα έλεγα. Η Νίκη στο τσακ την γλίτωσε την σαγιονάρα από έναν παχύσαρκο κύριο που έτρωγε κεφτεδάκια με την γυναίκα του. Και της το΄πα, άσε παιδάκι μου να ρημαδοφάει ο άνθρωπος και του τα λες μετά. Όχι αυτή, πρέπει να τον σοκάρω όσο τα τρώει, να νοιώσει τύψεις και να ψωνίσει εδώ και τώρα. Πλύση εγκεφάλου η Νικούλα και άντε να την συνεφέρεις. Όπως και όλες δηλαδή ή τουλάχιστον αυτές που δεν είχαν μαζέψει αρκετά άντε γαμήσου.

Αρχίζω και σέβομαι τα άντε γαμήσου και όλα αυτά που είχα ακούσει τότε. Ίσως χωρίς αυτά, να ήμουν τώρα εδώ, να λεγόμουν η γωνιά της ομορφιάς και της νεότητας ή δενξερωγωτι και να σας έγραφα πώς σηκώνεται ο κώλος απ΄το πάτωμα ή πόσες ρυτίδες επιτρέπεται να αφήσετε για να φαίνεστε γοητευτικές και σσσέξι και να μην είχα ιδέα για κβαντομηχανικές, χόρδα και θεωρίες των Πάντα. ;)








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2006

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ




Ουφ, έφτασε η ώρα του φαγητού. Αυτή είναι η πιο γαμάτη ώρα για τις γραμματίτσες. Τρέχουν όλοι στο εστιατόριο της εταιρείας (που αν κάνεις πως περνάς απ΄όξω νομίζεις ότι ξεσήκωσαν επανάσταση / αλλά τελικά μόνο για την μάσα κάνουν έτσι) και μένω εντελώς καταμόνη μου (άντε και δυο τρεις ακόμα παραμέσα) να φτιάξω φρέσκο καφεδάκι, να σουλατσάρω στο νετ και να διαβάσω καμμιά κυριακάτικη. Η μόνη μαλακία είναι ότι βαράνε τα τηλέφωνα όλων των γραφείων μαζί…αλλά οκ αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Τα καθήκοντα είναι συγκεκριμένα. Ουσιαστικά ρυθμίζεις την σωστή λειτουργία της εταιρείας. Σηκώνεις τηλέφωνα, πανικοβάλλεσαι για το φωτοτυπικό, για τον πρίντερ, για τα σουφρωμένα φλυτζανάκια (που πρέπει να ψάχνεις σε πέντε ορόφους να τα ξαναβρείς) και για τα κωλόχαρτα που δεν άλλαξε η καθαρίστρια. Ένα σωρό σημαντικότατες αρμοδιότητες που λύνονται όμως με δυο κουβέντες, ένα τηλέφωνο ή μια βόλτα στους ορόφους.

Σήμερα όμως, τα βρήκα μπαστούνια. Έχω μια δύσκολη υπόθεση να διαλευκάνω. Σήμερα κάποια φόρεσε βρακί με πούλιες. Έχει γεμίσει το πάτωμα της τουαλέτας πούλιες και δυσκολεύομαι να καταλάβω ποια είναι να την φωνάξω, να της πω ότι το βρακί της μαδάει και ότι μας έχει ξεστραβώσει. Είναι η πρώτη φορά που δεν ξέρω τι να κάνω για να αποκαταστήσω την σωστή λειτουργία της εταιρείας. Όλοι βγαίνουν τυφλωμένοι από την τουαλέτα, άλλοι κατουράνε τους τοίχους μην μπορώντας να βρουν στόχο κι άλλοι κατουράνε στον κήπο με το φενγκ σούι πίσω από τ΄ αγάλματα.

Και ρε γαμώτο, καμιά δεν τη λες αυτή- που- φοράει- βρακί- με- πούλιες. Όλες είναι αυτή- που- φοράει- βρακί- σκέτο- ή- το- πολύ- πολύ-με- δαντέλα. Αλλά πρέπει να τελειώνω μ΄ αυτό το θέμα γιατί αν την αφήσω έτσι, μπορεί να πάρει αέρα και να μου ΄ρθει αύριο με πιπουλένιο βρακί ή με αυτά που τρώγονται και να την κυνηγάνε όλοι τα μεσημέρια να της το φάνε και άντε μετά να τους κάνω ζάφτι την ώρα της επανάστ... ε… του φαγητού.

Θα τις βάλω όλες να μου δείξουν τα βρακιά τους. Ή μάλλον πρέπει να γίνω επιτέλους επαγγελματίας. Θα στείλω memo. Απ΄ αυτά που έχουν πάνω πάνω το λογότυπο της εταιρείας, μετά από κάτω πέντε σειρές τίτλους (τον δικό μου ακόμα να τον μάθω αλλά μοιάζει απ΄ αυτούς που τους σπουδάζεις κιόλας) και πιο κάτω θα γράψω με καλλιγραφικές πλαγιαστές γραμματάρες : «παρακαλείστε εκ της γραμματείας όπως αποφεύγετε την χρήση ανθυγιεινών εσωρούχων (που μαδάνε ντε) διότι θα απαλλαχθείτε αμέσως από τα καθήκοντά σας και το φόβο μου να ΄χετε ξετσίπωτες που μου πήρατε αέρα, κάθε πρωί θα έχουμε επιθεώρηση και κατασχέσεις και μετά θα κυκλοφορείτε ξεβράκωτες που θα μου το κάνετε εδώ μέσα αμέρικαν μπαρ». Μπού! Αμ πώς; Ή είσαι σοβαρή εταιρεία ή σε παίρνουν μπάλλα τα έξαλλα βρακιά. Πάω να βρω την «φοράω –βρακί -με- πούλιες -για -να -ταλαιπωρώ -αθώες -γραμματίτσες».

Δύσκολη μέρα σήμερα. :D









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006

OBJECTIVITY




Έχω ένα οξύμωρο που με παιδεύει καιρό. Όσο περνάνε τα χρόνια όλο και πιο πολύ μπερδεύομαι. Οκ, here’s the thing: Ας πούμε ότι εγώ αποφασίζω για κάτι και έχω μια γνώμη. Η όλη διαδικασία που με οδήγησε στην γνώμη αυτή δεν γίνεται (λένε οι ψυχολόγοι και οι νευρολόγοι) να πέρασε μόνο απ΄ τον εγκέφαλο. Σωστά; Εννοώ, ότι την σκέφτηκα, επιχειρηματολόγησα, ψιλοδιάβασα, αισθάνθηκα, χάρηκα, λυπήθηκα, κουβέντιασα, τέλος πάντων ήταν ένα κράμα συναισθημάτων και σκέψης.

Για παράδειγμα, το μίσος μου για τον πόλεμο. Έχω τις απόψεις μου, τα συναισθήματά μου, τις σκέψεις μου. Όπως και ο διπλανός μπορεί να έχει τα δικά του. Πώς γίνεται μια ανθρώπινη άποψη να ονομάζεται αντικειμενική;

Θεωρητικά, αντικειμενικός είναι ο αποστασιοποιημένος που έκατσε σε μια γωνιά, έβγαλε τα συναισθήματα και είδε όλες τις πλευρές ίσα κι όμοια και κατόπιν αποφάσισε. Επίσης θεωρητικά, η ανθρώπινη φύση περιλαμβάνει και συναισθήματα θες δε θες. Υποθετικά λοιπόν πάντα, πώς ο πιο αντικειμενικός άνθρωπος του κόσμου μπορεί να χαρακτηριστεί στ΄ αλήθεια αντικειμενικός και σωστός, αν δεν κριθεί αποκλειστικά από το αποτέλεσμα και μάλιστα αφού περάσουν αρκετά χρόνια; Αν για παράδειγμα ο x είναι κατά των μεταλλαγμένων και ο ψ υπέρ και αν υποθέσουμε ότι δεν εμπλέκονται προσωπικά με το όλο θέμα (ώστε να υπάρχει ασφαλής απόσταση), πόσο στ΄ αλήθεια αντικειμενικοί είναι αν για να φτάσουν στις απόψεις τους είναι φύσει αδύνατον να απεμπλακούν απ΄ το συναίσθημα;

Ξαναμπερδεύτηκα. Well, το ερώτημα είναι υπάρχει αντικειμενικό και ανθρώπινο μαζί; Δεν είναι τυχαίο ότι οι μηχανές ασχολούνται με γεγονότα και στατιστικές, ούτε το ότι η λέξη «γνώμη» και «άποψη» δεν υπάρχει σε υπολογιστική γλώσσα.

Όλα αυτά, γιατί βαρέθηκα ν΄ ακούω απόψεις που χαρακτηρίζονται αβέρτα αντικειμενικές μόνο και μόνο γιατί συμφωνούμε ή γιατί αυτός που την είπε ξέρει να κρύβει καλά το συναίσθημα ή γιατί η διαδικασία που ακολουθήσαμε για να βγάλουμε το ίδιο αποτέλεσμα ήταν η ίδια: δηλαδή η ανθρώπινη και μόνο.

Μου λένε ότι το σωστό είναι να κρίνεις βάσει γεγονότων, αριθμών και στατιστικής. Οκ, έχουμε χιλιάδες νεκρούς και χιλιάδες καλά από έναν πόλεμο. Ποια ανθρώπινη άποψη θεωρείται η πιο αντικειμενική;








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2006

MOI?




Πέρα από την πλάκα είμαστε και πολύ μαλάκες αν πιστεύουμε ότι είμαστε έτσι κι έτσι και γιουβέτσι επειδή είμαστε *εμείς*. Σε κάτι κουκουρούκου σεμινάρια και καλά για πωλήσεις, μας είχαν δώσει μια κόλλα χαρτί εντελώς άδεια, για να περιγράψουμε με εκατό λέξεις τον εαυτό μας. Όλες είχαμε συνηθίσει σε τίποτα multiple choice ή σε κάνα τεστάκι, απ΄ αυτά που και καλά τα κάνεις για να δουν αν έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική γαλήνη (!), προσωπικότητα, κ.α. αλλά ξέρεις από πριν τι ν΄ απαντήσεις για να βγει ένα ζγουάου αποτέλεσμα και να καταπλήξεις τους εισηγητές και να νομίζουν ότι είσαι και γαμώ τους πωλητές. Που οι μαλάκες θα μπορούσαν απλά να ρίξουν μια ματιά στις στατιστικές σου αλλά τι να πεις, σε ακριβά ξενοδοχεία μας μάζευαν, σε αίθουσα θεών ήμασταν, ε όλο και κάνα god’s syndrome θα τους είχε κατσικωθεί στον σβέρκο.

Το θέμα ήταν βέβαια ότι όλες ήμασταν σίγουρες για τα χαρακτηριστικά που συντελούν την εαυτάρα μας. Και εννοώ τα θετικά. Αρνητικά δεν είχε καμιά. Εγώ το έδωσα κενό γιατί βρήκα ο μαλάκας την ώρα να το φιλοσοφήσω και να χαθώ στην κεφάλα μου μέχρι το κουδούνισμα και το «μολύβια κάτω». Περιέργως, τους άρεσε γιατί ένας απ΄ τους θεούς παύλα εισηγητές το παραλλήλησε με το σκεπτικό ότι πρέπει να παραμένουμε λέει «λευκές κόλλες» σε κάθε «ευκαιρία γνώσης» (όπως ονόμαζε τα κωλοσεμινάρια) και με επαίνεσε για κάτι κουλά που με έφεραν στην δύσκολη θέση να στέκομαι για τρεις ώρες όρθια και να ακούω τις πίπες τους γαμώ το κέρατό τους κωλοεισηγητές της δεκάρας γαμώ.

Μ΄ έπιασε που λέτε ο πανικός. Τι είμαι; Πώς έγινα αυτό που έγινα; Γιατί έχω κυτταρίτιδα; Και άλλα ρητορικά. Από τότε το αγαπημένο μου mind game είναι να μπαίνω σε παπούτσια αλλονών. Σε όλες τις εποχές. Και να καταλήγω ότι είμαι αυτό που είμαι τώρα, όχι επειδή είμαι *εγώ* αλλά επειδή έτυχε να είμαι *εγώ, τώρα, εδώ, έτσι*. Κάποιος αρχαίος τα ΄χε πει καλύτερα και δεν τα θυμάμαι αλλά για να το κάνω φραγκοδίφραγκα το φαντάστηκα κάπως έτσι. Αν ήμουν ο Ταρζάν στην ζούγκλα θα έγδερνα ελαφάκια χωρίς τύψεις και δεν θα έκανα αποτρίχωση (εκτός κι αν είχαν και στην ζούγκλα το έθιμο του Άι Γιάννη που πηδάς φωτιές και είναι ο καλύτερος τρόπος αποτρίχωσης αν η μάνα σου δεν σ΄ αφήνει να ξυριστείς απ΄ τα δέκα).

Αν ήμουν Γερμανίδα μη Εβραία στην εποχή του Χίτλερ, θα έλεγα ασυζητητί χάιλ, θα πλενόμουν με το παραδοσιακό σαπούνι, θα γούσταρα τους ξανθούς (μπλιάχχχχ) και δεν θα μου καιγόταν καρφάκι για όλα αυτά μέχρι φυσικά την στιγμή που θα με πληροφορούσαν ότι ο Χίτλερ έχασε και θα ψιλοψαχνόμουν. Και το καλύτερο, αν ήμουν ο Ντοστογιέφσκι, σίγουρα θα έγραφα τόμους ολόκληρους για τις μπίχλες και τις αποπνικτικές ατμόσφαιρες της κωλορωσσίας του τότε που θα έκαναν σίγουρα τον ήρωά μου να σφάζει γριές αβέρτα.

I mean, σιγά. Μην νομίζουμε δηλαδή ότι είμαστε τίποτε φοβερό πάνω ή πέρα από την εποχή μας (=τον τόπο που ζούμε, τις παραστάσεις και τις εκάστοτε *αξίες* που μας δόθηκαν). Άντε να ΄χουμε πετάξει ή σκεφτεί λιγάκι παραπάνω μερικές αξίες που ούτως ή άλλως είναι για να πάρουν τον πούλο λόγω εξέλιξης. ΙΜΗΟ, το μόνο ατού που δίνει σε κάθε νέα γενιά προβάδισμα, είναι η γνώση της ζωής των προγενέστερων. Για να μπορείς δηλαδή να πεις «ω, μα τι μαλάκες ήταν οι έτσι που πίστευαν ή έκαναν αυτά τότε». Αλλά κι εσύ το ίδιο μαλάκας θα είσαι για τους επόμενους και αρχιμαλάκας για τους μεθεπόμενους. Εκτός φυσικά κι αν πέσεις σε καμιά γλυκούλα που θα πει «α τα καημένα τα χαζούλια τι μαλακιούλες πίστευαν τότε».

P.S.: Oι μπάτσοι του σήμερα (=Ελλάδα/Πολύδωρας/Δεξιά) δεν ανήκουν στις ως άνω κατηγορίες (βλέπε Πολύδωρας, Δεξιά). On second thought, αν ανήκουν, θα είναι πάντα οι τρισμέγιστοι τιτανομαλάκες της ιστορίας (για να τους κράζουμε στην εποχή τους).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2006

Ο ΜΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ




Το πρόβλημά μου γενικά με τα βιβλία είναι ότι τα διαβάζω γρήγορα. Δεν φταίω εγώ, αυτοί τα γράφουν μικρά. Εκτός του ότι θέλω μια περιουσία για να πω ότι θα γεμίσω ικανοποιητικά τον μήνα μου θέλω κι ένα σωρό λεξικά γιατί έχω αυτό το κόλλημα να μην τα διαβάζω μεταφρασμένα (καλά, μη σκίσω και κάνα καλτσόν, τα αγγλικά εννοώ) για να γουστάρω πιο πολύ τον τρόπο γραφής.

Ένα από αυτά που καταχάρηκα από άποψη μήκους σε συνδυασμό με πλοκή και τέλος πάντων όλα αυτά που αρέσουν σε μένα είναι το έγκλημα και τιμωρία. Τρεις ολόκληρες μέρες από τέσσερις πέντε ωρίτσες. Ναι, ρε γαμώτο τόσο γρήγορα. Μερικές φορές όταν δεν έχω άλλο να διαβάσω ξαναδιαβάζω τα παλιά αλλά πιο γρήγορα γιατί πηδάω μερικά βαρετά όπως η περιγραφή της μόνιμης μπίχλας στο δωμάτιο του Ρασκόλν... (πως τον έλεγαν αυτόν), οι μουντές αποπνικτικές ατμόσφαιρες και οι ακτινογραφίες κάθε γαμωεπίπλου στο κωλόσπιτο της γριάς. Κι εγώ θα την έσφαζα btw. Πρέπει να ΄χω διαβάσει περίπου τέσσερις φορές τον μοναδικό πράτσετ που βρήκα (αρνούμαι πεισματικά να τον αγοράσω μεταφρασμένο και αποφεύγω να τον παραγγείλω απ΄ τα εξωτερικά που κάνει τρεις τέσσερις βδομάδες/ καλά, θα ενδώσω μην ψαρώνετε) κι έτσι βολεύομαι στα ίδια.

Αποφάσισα όμως ν΄ αλλάξω τακτική. Δεν διαβάζω με τίποτα πάνω από τρία κεφάλαια την μέρα για να μου κρατήσουν παραπάνω. Ειδικά τα βιβλία που με κεντρίζουν. Τώρα διαβάζω ένα υπεργαμάτο βιβλίο που λέγεται ο ματίας και ο διάβολος. Πεντακόσιες τόσες σελίδες και περιμένω πώς και πώς για τα επόμενα τρία κεφαλαιάκια μου (καλά, ψιλοκλέβω κιόλας αλλά προσπαθώ να είμαι εγκρατής). Όσοι δε ασχολείστε με ζωγραφική σπεύστε ταχύτατα. Γαμάτες περιγραφές, φοβερές λεπτομέρειες για την ιστορία της ζωγραφικής και τους μεγάλους ζωγράφους της εποχής και απίστευτο βιβλίο με έναν διάβολο πολύ γάτο και διαφορετικό απ΄ τους τετριμμένους. Το διάβαζε ο Τάσος στον στρατό δανεικό από άλλο φανταράκι, μετά πήρε μετάθεση, δεν το τελείωσε και αφού φάγαμε τον κόσμο να το βρούμε, του το ΄κανα έκπληξη σε κάποια γιορτή. Άξιζε το ψάξιμο. Αύριο μεθαύριο το τελειώνω (ε καλά, με λίγο κλέψιμο). :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ



Μα ρε βλήτα πώς τα πετάτε έτσι, σελέμπριτι άνθρωποι; Ο Καραφώτης στον Σόχο μάλλωσε την εκφωνήτρια. Δεν είναι λέει φαντάρος, είναι στρατιώτης γιατί το «φαντάρος» δεν είναι ελληνική λέξη. Αυτό μόνο τον πείραξε από όοοοολα αυτά που τον έχουν χαρακτηρίσει, ο «Κώστας της Μάρως».


(αλλά πού να της κόψει της εκφωνήτριας να του μιλήσει για το ελληνικότατο «αρχιμαλάκας»)


Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2006

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΠΑΝΤΟΥ




Άργησα αλλά θα σκάσω αν δεν τα πω. Ο Till με μπρίζωσε και αποφάσισα να μην το αφήσω άλλο για το μέλλον. Φαγώθηκαν όλοι με τα κινητά στα σχολεία, τα πηδήματα, τις παρτούζες, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τις πτώσεις των ηθών και όλα αυτά τέλος πάντων που παθαίνουν τα πιτσιρίκια στις μέρες μας (και δεν μιλάω για την τελευταία περίπτωση του βιασμού, κανείς μας δεν έχει πλήρη εικόνα).
Συγνώμη αλλά δεν βρίσκω σύνδεση μεταξύ παρτούζας μαθητών και πτώσης των ηθών.

Αδυνατώ να συνδέσω την φυσική βία με την πλασματική των ιντερνετοπαίχνιδων. Φρικάρω όταν ακούω ότι μια πίπα στα δεκάξι μας (έστω βιντεοσκοπημένη/ εμείς μόνο φωτογραφίζαμε τότε/ ο καθένας ότι έχει χρησιμοποιεί) σημαίνει το «τέλος της ηθικής». Η τιμιότητα, η ακεραιότητα, η αξιοπρέπεια και όλα αυτά που απαρτίζουν το ήθος στο κεφάλι κάποιου που ψωνίζει έτοιμες έννοιες και δεν τις ρημαδοσκέφτεται μόνος του, δεν συνεπάγονται την αποχή από σωματικές και πνευματικές ηδονές αρκεί φυσικά να μην βλάψει άλλους.

Τότε, είχαμε αρκετές κοπέλες που πηδιόσαντε ασύστολα. Όπως και σε όλα τα σχολεία σε όλες τις εποχές. Όχι δεν μιλάω για το Λύκειο, για το Γυμνάσιο μιλάω. Το τι είχαν ακούσει δεν λέγεται. Και όχι μόνο απ΄τους καθηγητές αλλά και απ΄τους μαθητές και μάλιστα απ΄αυτούς που τις πήδαγαν. Η κολλητή μου είχε πηδήξει το μισό σχολείο. Αν την έβλεπε κάποιος στον δρόμο δεν την έκανε κάτω από είκοσι. Και ήταν μόνο δεκατρία. Μόνιμο αντικείμενο σχολιασμού. Μέχρι να τελειώσει όοοολο το σχολείο. Το μόνο λάθος της ήταν ότι πηδιόταν. Το ότι ήταν και γαμώ τις μαθήτριες, το ότι έγινε αυτό που ονειρευόταν, το ότι είναι καραευτυχισμένη, όοοοχι δεν παίζει ρόλο. Μόνο οι πίπες που έπαιρνε μετράνε. Ξέρετε κάτι; Εκείνη τα ΄γραφε από τότε όλα στ΄αρχίδια της και πέρναγε γαμάτα. Είχε από παιδάκι τον δικό της κώδικα ηθικής και ήταν πάντα πολύ εντάξει με τον εαυτό της.

Θέτε κι άλλη ιστορία; Η μάνα μου το ΄χε γονατίσει το ατάρι και το νιντέντο. Βάζαμε χρονόμετρο για να προλάβουμε να παίξουμε όλοι και η πονήρω μας έβαζε στα κρεβάτια μας από τις οχτώ για να παίξει παραπάνω. Παίζαμε οικογενειακώς τα πιο βίαια και αιματηρά παιχνίδια που κυκλοφορούσαν (άσχετα αν μετά εκείνη κατέληξε οριστικά στο αιμοβόρο πακμαν :) ). Σας πληροφορώ δεν μας μαχαίρωσε, δεν την στραγγαλίσαμε και κλαίγαμε όλοι μαζί για βδομάδες όταν χάσαμε τον Ρούντι, το σκυλάκι μας.

Τι να πεις, υπάρχουν μυαλά και μυαλά. Υπάρχουν ήθη και ήθη. Υπάρχουν ζωές και ζωές. Υπάρχουν και κάτι πυροβολημένοι που ψάχνουν στις λίγες χαρές που μας έμειναν να βρουν τον Διάβολο που θα μας στείλει να βράζουμε αιώνια στην Κόλαση, μόνο και μόνο γιατί το μυαλό τους σκέφτεται διεστραμμένα και πρέπει ντε και καλά να βρουν τρόπους να το «νομιμοποιήσουν». Γιατί σε άλλη περίπτωση θα γίνονταν ρόμπα.

[Αν ας πούμε δεν είχαν όλοι κολλημένο στα κεφάλια τους το πανηγύρι που ονομάζουν «ήθος», ο Χαρδαβέλλας, ο Ευαγγελάτος και ο Χριστόδουλος θα ήταν το Αλτσαντίρινιούζ, το Μητσιχώστα ή το Αμάν και ο Λαζόπουλος με τον Μητσικώστα και τον Κανάκη θα λέγονταν δημοσιογράφοι. Αλλά τώρα όλα είναι ανάποδα. Για το δικό μου κεφάλι είναι πάντως ξεκάθαρο ποιοί είναι οι διεστραμμένοι]


Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2006

LINUX DISTRO



Μην μου αγχώνεστε ακόμη, υπάρχει χρόνος. Να με συγχωρήσουν βέβαια τα γκικούλια που θα το πάω μέσω Λαμίας αλλά έχουμε και κόσμο εδώ μέσα που δεν τα ξέρει όπως εγώ κι εσείς και αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να ξεδιπλώσουμε την μυαλουδάρα μας και να μοιράσουμε τη γνώση (γελάω εγώ ρε; ).Ας τα πάρουμε λοιπόν απ΄την αρχή όπως τα έμαθα ένα βροχερό απόγευμα στην μεγάλη σχολή των υπολογιστών, όταν «υπολογιστές» ήταν κάτι σαν αστροφυσική στο μυαλό του μπαμπά μου που έσκασε ντάγκατις ντάγκατις τρακόσια ολόκληρα χιλιαρικάκια γι΄αυτές τις μαλακίες και δεν μου τα΄δωσε να τα φάω σε καλύτερες μαλακίες.

Ο υπολογιστής λοιπόν είναι ένας αλλοδαπός, ένας κινέζος. Εκτός όμως από αυτό είναι και ηλίθιος. Δεν φτάνει δηλαδή που μιλάει κινέζικα, λέει και μαλακίες. Ό,τι δηλαδή θα σκεφτόσασταν αν είχατε μπροστά σας έναν τύπο που τον ρωτάς τι κάνεις και σου απαντάει 010111000111. Μαλάκας ολκής σας λέω. Έτσι λοιπόν κάποιοι ψυχοπονιάρηδες είπαν να του φτιάξουν ένα μεταφραστήρι με το αζημίωτο φυσικά. Αυτός να λέει τα δικά του κι εσύ να καταλαβαίνεις τα δικά σου. Μαλακίες πάλι, αλλά τουλάχιστον απ΄αυτές που έχεις συνηθίσει. Το μεταφραστήρι λέγεται «λειτουργικό». Το φοράει ο κινέζος και μιλάει ελληνικά ή για να είμαι πιο ακριβής κομπιουτερικά. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι από κάτω απ΄το λειτουργικό ο κινέζος παραμένει κινέζος και η μαλακία συνεχίζει να βαράει κόκκινα.

Ο Μπιλ Γκέιτς που λέτε, ήταν ένα μαλακισμένο ψυχοπονιάρικο που έκατσε και έφτιαξε το δικό του μεταφραστήρι και το ονόμασε windows, απαγόρεψε σε άλλους να πουλήσουν τα δικά τους μεταφραστήρια γιατί κάτσε ρε φίλε, ψυχοπονιάρης ψυχοπονιάρης μην μας πιάσετε και τον κώλο και κατέκτησε τον κόσμο….είπε ο σοφός και ήπιε το κώνειο (υπεργαμάτο τέλος, αλλά δυστυχώς το έπος δεν τελειώνει εδώ).

Αφού λοιπόν ο Μπιλ έγινε Μπιλιονέαρ τότε ξεσηκώθηκαν κάτι άλλοι ψυχοπονιάρηδες και είπαν έτσι είσαι μαλάκα πάρε τώρα τσάμπα δέκα μεταφραστήρια να μάθεις γύφτο που μου θυμήθηκες στα γεράματα να βοηθήσεις την Αφρική. Γέμισε ο τόπος τσάμπα μεταφραστήρια. Ε, ένα από αυτά είναι το linux με σήμα το πιγκουινάκι.

Το linux που λέτε, δεν είναι έτσι απλό. Τσάμπα μεν αλλά δεν είμεθα ότι κι ότι. Σου λέει θέλεις κύριε να απαλλαγείς από τον νταβατζή τον Μπίλ; Θέλεις να κάνεις κι άλλα πέντε πραγματάκια με τον μαλάκα τον κινέζο σου; Ε, στρώσε τον κώλο σου και μάθε κάτι παραπάνω γιατί το μεταφραστήρι μας, θέλει κι αυτό μετάφραση. Άκου δηλαδή λογική. Να θέλεις να σου μεταφράσουν κινέζικα και αυτοί να σου λένε εντάξει, αλλά μάθε κι εσύ μια ξένη γλώσσα γιατί εγώ αποφάσισα να στα πω βουλγάρικα. Κινέζικα ο μαλάκας, βουλγάρικα ο μεταφραστής άντε βγάλε άκρη και τόλμησε να πεις και κουβέντα.

Κάτσανε λοιπόν κάποια τυπάκια και μάθανε βουλγάρικα άπταιστα. Σου λέει, θα μιλάω με τον κινέζο θα ρίχνω και καμμιά Βουλγάρα, δε βαριέσαι. Πήρανε το linux και του άλλαξαν τον αδόξαστο. Αλλά βαρέθηκαν, αφήστε κιόλας που οι Βουλγάρες δεν. The next best thing στην μυαλουδάρα τους ήταν να κάνουν το linux καλύτερο.

Κάτι σαν τα αυτοκίνητα δηλαδή. Που έχεις την καραβάνα και πάει η εταιρεία και σου βγάζει το επόμενο μοντέλο με τασάκι και λες γουάου και πάει μετά η εταιρεία και σου βγάζει καλύτερο μοντέλο με δεύτερο τασάκι στον συνοδηγό και ποτέ δεν τελειώνει αυτή η μαλακία.

Και φτάνουμε στο linux distro. Πσσσσσσσς από τα καλύτερα μοντέλα. Και τασάκι και αναπτήρα και τούρμπο άμα λάχει. Αλλά ακούστε τι πήγε και σκέφτηκε ο ψυχοπονιάρης που το έφτιαξε. Σου λέει θέλεις σήμερα να κυκλοφορήσεις με τον τσίφτη και αύριο με την αμαξάρα; Τώρα, γίνεται. «Φοράς» το distro γίνεσαι βρουβρουμ, βγάζεις το distro και γίνεσαι πάλι τσίφτης. Έχεις δηλαδή δύο τουτού σε ένα. Δεν θα το σχολιάσω αλλά αρχίζω να πιστεύω ότι οι Βουλγάρες είναι πολύ δύσκολες γκόμενες.

Και θέλει τώρα ο Αριστοτέλης να του κάνω review του βρουβρούμ. Είναι θέμα φιλοσοφίας ρε φίλε πώς να το κάνουμ. Εγώ δηλαδή, θα προτιμούσα τις Βουλγάρες in the first place. :D

(ντοντ μπάδερ αι αμ κούφντ του)



Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2006

HIGHLIGHTS



Πόσα πράγματα έχω μάθει αυτές τις μέρες, δε λέγεται. Να ΄χα δυό κεφάλια να τα ΄χωνα μέσα, πάλι δεν θα ΄φταναν.

Ξεκινώντας από τα πιο περίεργα, βρήκα τρόπο να μην ασχοληθώ ποτέ ξανά με ιούς. Ω ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα και παραυπάρχει. Μου πρότεινε ο μικρός να βάλουμε στο πισάκι μου σόλα… σολάριουμ…κάτι. Είναι λέει, εκείνο το ειδικό πρόγραμμα που τρέχει σαν τα windows, μοιάζει με τα windows αλλά από κάτω στα κρυφά, δεν είναι windows. Η οθόνη λέει, θα είναι περίπου η ίδια, ο τρόπος χρήσης παρόμοιος αλλά το σολάριουμ λειτουργεί εντελώς διαφορετικά και επιτρέπει διπλάσια ταχύτητα στο ίντερνετ με βασικό ατού ότι δεν προσβάλλεται από ιούς. Μα καλά τότε, αφού υπάρχει τέτοιο πράγμα γιατί δεν το έχουν όλοι και πάνε και φορτώνουν windows? Μπιτς μι. Can’t wait bro. :D

Έμαθα επίσης ότι άμα βουλώσει ο κεντρικός σωλήνας των υδραυλικών μεταξύ αποχέτευσης και του σπιτιού σου, τότε το σπίτι σου αποκτά την ακαταμάχητη εσάνς «αποχέτευση φθινόπωρο - χειμώνας 2006» και φεύγει μόνο με χειροβομβίδα. Α, πετάς και το πλυντήριο πιάτων εκτός αν το αγαπημένο σου φαγητό είναι σκατά με φράουλες.

Το άλλο; Υπάρχει λέει μια θεωρία που ονομάζεται η «θεωρία των Χόρδων». Χοντρικά, φανταστείτε μια τρίχα η οποία αντικαθιστά όλους τους τύπους σωματιδίων, κάνει βόλτες στον Χρόνο και ανάλογα πώς θα κουνηθεί, την ονομάζουμε ηλεκτρόνιο, φωτόνιο, κλπ. Αλλά έχει λέει πολλά κενά αυτή η θεωρία οπότε το αφήνω να το διαβάσω καλύτερα και να σας τα πω πιο επιστημονικά. Αυτό πάντως που μου άρεσε, είναι ότι τελικά όλα ανάγονται σε τρίχες. Προβλέπω να παρατήσω την αγαπημένη μου κβαντική και να κολλήσω με τις επιστημονικές τρίχες. :)

Γαμάω εντελώς τα ποστ που ήθελα να κάνω αλλά επειδή με κόβω να τρέχω άσχημα αυτή την εβδομάδα, ας γράψω και κάτι τελευταίο. Είδα το Darwin’s nightmare. Είναι ένα ντοκυμαντέρ που περιγράφει την εκμετάλλευση των κατοίκων της λίμνης Βικτώρια στην Αφρική από την Ευρώπη. Δείχνει την φρικιαστική ζωή των ανθρώπων εκεί, τα παιδιά που μεγαλώνουν εντελώς μόνα στους δρόμους γιατί οι γονείς τους πεθαίνουν από aids, καθώς και την παραγωγή της πέρκας του Νείλου. Το φιλέτο της πέρκας πηγαίνει καθημερινά με αεροπλάνα στην Ευρώπη ενώ τα υπολλείματα του ψαριού συλλέγονται από τις λάσπες γεμάτα σκουλήκια, ξεραίνονται στον ήλιο και μετά πωλούνται στους πεινασμένους ντόπιους. Τα παιδιά σνιφάρουν κόλλα και μένουν αναίσθητα για ώρες (τόσο αναίσθητα που δεν καταλαβαίνουν ότι βιάζονται στον ύπνο τους). Το ντοκυμαντέρ σε μερικές περιπτώσεις, αποκαλύπτει ότι τα αεροπλάνα από την Ευρώπη δεν έρχονται άδεια. Μεταφέρουν όπλα. Fish for guns. Δείτε το και ελάτε μετά να μου πείτε πόσο διαφέρει η Ευρώπη από κακές Αμερικές και οτιδήποτε δεν είναι *εμείς*. Κούνια που μας κούναγε παγκοσμιοποιημένα μου.

[Βασικά έχω γράψει σεντονάρα και ούτε τα μισά δεν είπα. Αφήνω για το μέλλον κάτι βιβλία και για τα υπόλοιπα, μόλις βρώ χρόνο θα επανέλθω].

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2006

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ




Με πιάνει μερικές φορές το αναρχικό μου. Ένα κολλητάρι που δουλεύει στον ανεφοδιασμό πετρελαίου όλων των vips, στα βουπου και έχει ξεκωλωθεί αυτές τις μέρες να μοιράζει πετρέλαιο, μου λέει ότι απλά χτυπάει το κουδούνι, του δείχνουν την δεξαμενή, πάει, την γεμίζει, πληρώνεται και φεύγει. Κι αυτό του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν βάζουν όλοι αυτοί πετρέλαιο σαν κανονικοί άνθρωποι.


Δεν σου χτυπάνε το κουδούνι δηλαδή, να σε πανικοβάλουνε, να τρέξεις να τους «κόψεις» αν είναι καλοί άνθρωποι (ή αν θα σε κατακλέψουν), να πάτε παρείτσα στην δεξαμενούλα σου αφού πρώτα κεράσεις καφεδάκι, να μετρήσεις με την κουρμούτσα πριν και μετά, να τον κοιτάξεις βαθιά στα μάτια (sic) μπας και τελικά σ΄έκλεψε και δεν πήρες είδηση, να πάτε πάλι σπίτι, να σου πει την λυπητερή, να μετρήσεις τους μισθουλάκους ντάγκα ντάγκα, να τους δώσεις έτσι άδοξα, να τον χαιρετήσεις και μετά να ξαναπάς στην δεξαμενούλα για να την καμαρώσεις γεμάτη (εγώ την βγάζω και φωτογραφία στα πολύ χάι της). Άσε που εκείνες τις μέρες πάντα τάμα το ΄χουν, να είναι φίσκα τα δελτία ειδήσεων με όλους τους καινούργιους τρόπους για να σου φάνε λεφτά ή να νοθεύσουν το πετρελαιάκι σου. Άγχος του κερατά δηλαδή.

Γαμώ τους προλόγους αλλά πάλι το ξέσκισα στην πολυλογία. Κάθομαι λοιπόν και σκέφτομαι όλα αυτά που κάνουν κάποιοι άνθρωποι…αλλιώς. Πόση διαφορά έχει άνθρωπος με άνθρωπο όταν ο πρώτος άνθρωπος έχει ειδοποίηση ότι θα του κατασχέσουν το σπίτι για πεντακόσια ψωροευρώ που δεν τα ΄χει, και ο δεύτερος άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ πώς είναι ένα κομμένο τηλέφωνο (όχι ρε δεύτερε άνθρωπε, δεν τρέχουν αίματα). Και πολύ θα ήθελα να τους βάλω μερικές τρικλοποδιές για να δω πώς θ΄αντιδράσουν. Το αναρχικό που λέγαμε…

Να έβαζα λέει, μια πρόκα στην ρόδα της λιμουζίνας ενός βιπ και να τον ανάγκαζα να κατέβει κάτω μέσα στην μέση του δρόμου απ΄αυτούς με τις λακούβες, και μετά να έκανα την τηλεφωνήτρια και να του έλεγα ότι «συγνώμη αλλά δεν μπορούμε να σας στείλουμε ταξί, είναι όλα κατειλλημένα…έτερος, όβερ». Χα! Και να έμενε εκεί ο βιπ ή να έπρεπε να περπατήσει, να περιμένει το φανάρι ν΄ανάψει πράσινο, να φάει λάσπη από τον γνωστό μαλάκα γιοταχί, να καταπιεί καυσαέριο από ένα λεωφορείο και μετά να πάει να βγάλει άκρη με το κωλομηχάνημα που κόβει εισιτήρια για το μετρό. Μια γαμωπροκούλα τι θα του ΄κανε!

Να έκανα λέει, αυτή την στριμμένη που έχουνε για υπάλληλο εκεί στην κωλοΔεη της γειτονιάς μου και να του ΄κοβα το ρεύμα για τρεις ολόκληρες μέρες όοοοσα λεφτά κι αν μου ΄δινε «γιατί έτσι είναι τα πράγματα – λυπάμαι δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Και καπάκια να έκανα την ψηλομύτα υπάλληλο του Χίλτον, που θα έριχνε τα μούτρα του να πάει, μέχρι να φωταγωγηθεί η βιλάρα και να του έλεγα ότι «excuse me sir, there are no vacancies» και να αναγκαζόταν να πάει να μείνει σ΄ένα γαμιστρώνα στην Ομόνοια μαζί με πόρνες, πρεζάκια και αλλοδαποί. Και να του χτυπάγαν όλη νύχτα τα κουδούνια για πίπες, καμμιά δοσούλα ή για μεταχειρισμένα κινητά. Και να μην μπορούσε να κοιμηθεί γιατί οι κατσαρίδες θα του γαργάλαγαν τα πόδια και γιατί το μπάνιο δεν θα είχε πιγκάλ!!! (Το πιγκάλ είναι αυτό που εμείς ξέρουμε ως σκατοσκουπάκι).

…και καπάκια να του ζήταγα να μας πει την γνώμη του για την καινούργια τάση του Βαλεντίνο στα παντελόνια – σωλήνες. Και να το έβρισκε ενδιαφέρον και να μην με γαμωσταύριζε αλλά αντίθετα, να μου έλεγε πόσο πολύ του αρέσουν οι κολεξιόν του Βαλεντίνο και πόσο επηρρεάζεται από τη μόδα, αρκεί φυσικά να ταιριάζει στο σώμα του. Επίσης να τόνιζε πόσο ωραία είναι η ζωή, πόσα σύμπαντα συνομώτησαν για την κοσμάρα που τον έστειλαν να ζήσει και πόσο τελικά ο homo sapiens είναι ένα είδος και όχι τελείως διαφορετικά ζώα, με τελείως διαφορετικές παραστάσεις, με τελείως διαφορετικά σύμπαντα που πρέπει να κάτσουν να τα βάλουν να συνομωτήσουν.

(μαλάκα, όταν είμαι έτσι γράφω και γαμώ τις μεγάλες προτάσεις αλλά τώρα με φωνάζει το αφεντικό και δεν έχω χρόνο να τις μικρύνω για να με κάνω να φαίνομαι απ΄αυτές τις περίεργες γκόμενες που είναι ευκολοδιάβαστες, πολίτικαλισαμθινκ και κουλ. Πρέπει να έβρισα και λιγάκι, γουατέβερ).