Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006

ΠΩΣ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ;




Καμιά φορά θυμάμαι το τρέξιμο για ν΄ ανοίξω το μαγαζί και φρικάρω. Περνώ έξω από μικρά εμπορικά και στο τσακ είμαι να μπω μέσα να συλλυπηθώ. Βλέπω καταστηματάρχες να στέκονται όρθιοι στην πόρτα χωρίς πελάτες, τα φώτα τους σβηστά για οικονομία και άλλοι να σπάνε εξωφρενικά τις τιμές για να τα βγάλουν πέρα. Κάθε φορά που μπαίνω σε μικρό μαγαζί σχεδόν νοιώθω την αγωνία του καταστηματάρχη μέχρι να ψωνίσω και την απογοήτευσή του όταν φύγω άπραγη.

Όταν αποφάσισα ν΄ ανοίξω το μαγαζί, η αλήθεια είναι ότι είχα πνιγεί στην χαρτούρα και στις υπηρεσίες. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου ότι οι μηνιαίες υποχρεώσεις θα ήταν τόσο υπέρογκες, παρόλα αυτά είχα βάλει στην άκρη κάποια χρήματα για το πρώτο τετράμηνο ώστε να είναι πληρωμένα τουλάχιστον τα πάγια. Οι λογαριασμοί έρχονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα όσο και να αυξανόταν η πελατεία. Όταν μπήκα για τα καλά στο παιχνίδι προσπάθησα να υπολογίσω με στοιχεία πια, τα πάγια ενός καταστήματος και δεν το πίστευα.

Ρωτώντας τριγύρω στα καταστήματα, δεν βρήκα ούτε έναν να μην χρωστάει στο τέβε, επιταγές, νοίκια. Κανείς. Όλοι περίμεναν κάτι. Άλλος τις γιορτές, άλλος τις εκπτώσεις, άλλος το Μετρό «που κάποτε θα γίνει στην Νίκαια και μετά θα βγάζουμε εκατομμύρια» και οι υπόλοιποι τα χρωστούμενα απ΄ το τεφτέρι. Παρατήρησα μόνο μία υγιή επιχείρηση στις περίπου εκατό που είχα τριγύρω. Ένα καφενείο. Που ουσιαστικά έβγαζε χρήματα από τα τραπέζια για πρέφα, για μπαρμπούτι και άλλα τραγικά. Αλλιώς κλάφτα. Η κοπέλα που είχε το πιο όμορφο μαγαζί με δώρα, δούλευε το βράδι σε μια γραμμή 090 ως αστρολόγος για να πληρώνει τον διακανονισμό του Τέβε.

Ανά καιρούς, η μόνιμη συζήτηση που πάντα μα πάντα ακούω σε ένα σωρό παρέες είναι «πώς θα πιάσουμε την καλή» και «τι μαγαζί ν΄ ανοίξουμε». Αν καμιά φορά τύχει στην παρέα κάποιος που έχει ήδη εμπορική επιχείρηση και αρχίσει την κλάψα, όλοι υποθέτουν ότι το κάνει για να τους αποθαρρύνει. Κάποιοι άλλοι βλέποντας μερικές φορές την ρευστότητα ενός καταστηματάρχη υποθέτουν ότι για να έχει πάντα χρήματα, πάει καλά. Λάθος.

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο με την μάνα μου. Πήρε να μου πει για την κοπέλα που είχε ψιλικατζίδικο στην λαϊκή της Παρασκευής πίσω απ΄ τον πάγκο μας. Το έκλεισε προ διμήνου για «ανακαίνιση» και ακόμα ν΄ ανοίξει. Οι λογαριασμοί και οι κλητήρες πηγαινοέρχονται και η κοπέλα άφαντη. Τα παράτησε ένα πρωί και τώρα την κυνηγάνε από παντού. Είχαμε επαφή μ΄ αυτή την κοπέλα όταν το άνοιξε. Την σύστησα σε προμηθευτές και της έλεγα τα «μυστικά» της δουλειάς. Η μάνα μου επιμένει ότι είχε πάρα πολλή δουλειά. Εγώ ξέρω ότι το τόσο, ο πελάτης το κάνει τόοοοοσο. Άσε που όσο και να΄ ναι, τελικά δεν φτάνει. Το τηλέφωνο όμως δεν έγινε για κουτσομπολιό. Έγινε για να μου πει πόσο ευτυχισμένη είναι που κατάφερα και πούλησα το μαγαζί χωρίς να τρέχω στα δικαστήρια και πόσο χαρούμενος είναι ο μπαμπάς που κοιμάται ήσυχος πια τα βράδια.

Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για όλους αυτούς που έχουν σκοπό ν΄ ανοίξουν εμπορικό κατάστημα και το βλέπουν το ίδιο ρομαντικά όπως εγώ τότε. Τα έξοδα που κάποιος υπολογίζει για ένα κατάστημα (εκτός απ΄ το κεφάλαιο που απαιτεί απόσβεση και δεν είναι να το ξεχνάς καθώς και ο «αέρας») είναι συνήθως τα γνωστά: φως, νερό, τηλέφωνο, νοίκι, τέβε. Χίλια πεντακόσια ευρώ όλα αυτά, στην καλύτερη (ή μάλλον, στην πολύ καλύτερη). Ξεκινώντας με αυτά τα χρήματα ανά μήνα και μάλιστα απ΄το κέρδος και όχι απ΄ τον τζίρο, μιλάμε για ήδη δύσκολη κατάσταση.

Τα υπόλοιπα, έρχονται κατακέφαλα: δήμος, επιμελητήρια, εφορίες, αναλώσιμα και ίσως τα έξοδα ενός υπαλλήλου. Δυσβάσταχτα ποσά ακόμα και για μια «υγιή» επιχείρηση. Γιατί τα έξοδα είναι έτσι «φτιαγμένα» πλέον ώστε να είναι αναλογικά των εσόδων.

Θα μου πείτε, πώς επιβιώνουν όλα αυτά τα μικρά εμπορικά καταστήματα. Ειλικρινά αρχίζω και αναθεωρώ για την δύναμη της φρούδας ελπίδας, του ηλίθιου εγωισμού και της επιδειξιομανίας. Κανένα μαγαζί δεν πήγαινε καλά αλλά κανείς δεν το έβαζε κάτω. Επιταγή στην επιταγή, διακανονισμός στον διακανονισμό και ένα σωρό τερτίπια για να κρύβονται απ΄ τους πιστωτές. Κάποιοι έβαλαν συνεταίρους, άλλοι πήραν δάνεια, άλλοι πούλησαν οικόπεδα και άλλοι έσβηναν τα φώτα για οικονομία.

Σήμερα νοιώθω ήσυχη. Μπορεί να μην καταφέρω ποτέ να «πιάσω την καλή», μπορεί να κουράζομαι εξίσου αλλά τουλάχιστον ο μπαμπάς μου κοιμάται ήσυχος πια το βράδι και αυτό -αν και άργησα πολύ να το συνειδητοποιήσω- είναι το πολυτιμότερο πράγμα του κόσμου όλου.

p.s. Μόλις έμαθα, ότι το μαγαζάκι μου δεν υπάρχει πια. Έκλεισε. Δεν ξέρω τι να αισθανθώ.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

ΑΡΧΙΔΙΑ ΕΚΘΕΣΗ




Κάποτε σε μια έκθεση στο δημοτικό, έκανα το λάθος και έγραψα την λέξη «κλαμπατσίμπαλα». Μου την έλεγε η γιαγιά συνέχεια, ήταν μια λέξη που τη συνηθίζαμε γενικώς και σήμαινε πράγματα που κάνουν θόρυβο. Για παράδειγμα, όταν έβαζα τα παιχνίδια στο καλάθι, είχα σιγουρότατα φωνές απ΄την κουζίνα (το μόνιμο βασίλειο της γιαγιάς) «παιδάκι μου τελείωνε με τα κλαμπατσίμπαλα, βάλτα γρήγορα στο καλάθι και έλα να περιδρομιάσεις». Και το «περιδρομιάσεις» ήταν συνηθισμένη λέξη, αλλά πάνω κάτω, ήξερα ότι δεν το γράφεις σε εκθέσεις γιατί οι άνθρωποι «τρώνε» δεν «περιδρομιάζουν», εκτός αν έχει νεύρα η γιαγιά. Για το κλαμπατσίμπαλα όμως, δεν είχα άλλη λέξη. Για τον δικό μου κόσμο μέχρι τότε, ό,τι έκανε θόρυβο ήταν είτε κλαμπατσίμπαλο, είτε οι φωνάρες της γιαγιάς. Τόσο απλό.

Όταν λοιπόν είδε ο δάσκαλος τη λέξη, την μουτζούρωσε με έναν μεγάλο κόκκινο κύκλο (συνήθως στα λάθη έβαζε κόκκινη γραμμούλα, οπότε για να βάλει κύκλο σήμαινε χοντρικά ότι την είχες πουτσίσει) και μου έβαλε βαθμό 3. Κατά τ΄ άλλα ήταν μια πολύ καλή έκθεση, χωρίς ορθογραφικά, με ωραίο θέμα που το είχα ευχαριστηθεί και που με είχε προδιαθέσει για πολυλογία (όοοπως πάντα) τριών ολόκληρων σελίδων αναφοράς. Ανήκουστο για Πέμπτη δημοτικού και ειδικά για μένα που τις βαριόμουν και ξεμπέρδευα με τρεις παραγράφους, ίσα ίσα να ξεχωρίζει ο πρόλογος, το κυρίως θέμα και ο επίλογος. Καμιά φορά έβαζα δυό τρεις σειρές παραπάνω στο κυρίως θέμα γιατί κάπου είχε πάρει τ΄αυτί μου ότι αυτό πρέπει να ΄ναι πιο μεγάλο.

Όταν λοιπόν φώναξε ο δάσκαλος τ΄όνομά μου για να πάω στην έδρα να παραλάβω την κόλλα μου, άρχισε να φωνάζει μέχρι να πλησιάσω. «Είσαι ανάγωγη και χατιρικά πήρες τρία, κανονικά θα έπρεπε να σε αποβάλλω για τρεις μέρες και να έρθεις με τον κηδεμόνα σου». Μαλάκας εγώ. Όταν ρώτησα γιατί, μου λέει πάρε την κόλλα σου, δείχτην στους γονείς σου και θα σου εξηγήσουν. Εδώ είναι τάξη δεσποινίς και δεν συζητάμε τέτοια πράγματα.

Πήρα την έκθεση, την έκρυψα μέσα στο ανθολόγιο και πήγα σπίτι σαν να μην τρέχει τίποτα. Αρκεί βέβαια να μην ρώταγε ο παππούς τί έγινε με εκείνη την ωραία έκθεση που του είχα διαβάσει για «την πιο καλή μου φίλη». Άντε να πεις ψέμματα και να μην σε καταλάβουν. Άστα παππού, χάθηκε η κόλλα, ο δάσκαλος μου ζήτησε συγνώμη αλλά δεν πειράζει γιατί την θυμάται λέει, και την βαθμολόγησε...στο μυαλό του.

«Ντίναααααα, έλα ν΄ ακούσεις τί έπαθε το παιδί μας». Έτρεξε η γιαγιά φουριόζα, της είπε ο παππούς τί είχε συμβεί, ανάκριση κανονική, υπέπεσα σε αντιφάσεις και...υπέκυψα. Αλλά με έπιασε το πατριωτικό «διάβασε γιαγιά να δεις τί δεν του άρεσε και άντε εσύ να του εξηγήσεις ότι το ΄γραψα σωστά... αφού ενικός είναι το κλαμπατσίμπαλο, πληθυντικός τα κλαμπατσίμπαλα ε;». Η γιαγιά είχε φρικάρει. «Άμε στο δωμάτιό σου παρτσακλό που θα μου πεις πώς λέγεται».

Συμβούλιο στο σπίτι όλο το απόγευμα. Είχα αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη κι άκουγα τον παππού να λέει ότι ο δάσκαλος θα μπέρδεψε τα κλαμπατσίμπαλα με τα καλαμπαλίκια και ότι αρχίδια δάσκαλος ήταν που δεν ήξερε πώς λέγονται αλλιώς τ΄ αρχίδια. «Να πας Ντίνα αύριο» έλεγε της γιαγιάς, «να πας και να του πεις πώς λέμε στο σπίτι μας τ΄ αρχίδια μην νομίζει ότι δεν ξέρουμε τί λέμε στα παιδιά. Και μην το πεις στον πατέρα της γιατί θα πάρει το πρώτο αεροπλάνο και ποιός τον σώνει μετά τον κακομοίρη το δάσκαλο».

Η γιαγιά ήρθε στο σχολείο και πρέπει να το ΄σωσε γιατί την άλλη μέρα είχα ένα ολοστρόγγυλο δέκα στην κόλλα μου και πολλά πολλά συγχαρητήρια. Η γιαγιά στο σπίτι όμως, είχε αλλάξει λιγάκι. Εκεί που έπαιζα με τα παιχνίδια μου, την άκουσα να φωνάζει «παιδάκι μου, τελείωνε με τζιμπράγκαλα κι έλα να περιδρομιάσεις... άκουσες; τζιμπράγκαλα είπα, δεν είπα κλαμπατσίμπαλα!». Ο παππούς έσπευσε να προσθέσει «ναι παιδάκι μου, την άκουσα κι εγώ.... ούτε καλαμπαλίκια είπε».








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2006

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ




Ο καθένας περιμένει διαφορετικά πράγματα από την καταγραφή και την εκμάθηση της Ιστορίας. Κακώς ονομάζεται επιστήμη. Κακώς θεωρείται καταγραφή γεγονότων. Και σαφώς, πολύ κακώς διαφωνούμε με την αντικειμενική καταγραφή της γιατί τελικά δεν μας είναι καθόλου αρεστή και όμορφη. Και είναι η μόνη επιστήμη στον κόσμο που όταν αναφέρεται στους προγόνους μας, την περιμένουμε όμορφη. Η μόνη επιστήμη που απαιτούμε πράγματα, που περιμένουμε πράγματα, που έχουμε αξιώσεις. Που το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από την έρευνα αλλά είναι ήδη δοσμένο απ΄τους παππούδες μας. Ούτε οι οδοί που οδήγησαν σ΄ αυτό μας ενδιαφέρουν.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να υπάρχει γραπτή όπως την θέλει η καρδιά μας και οι ψυχές των νεκρών προγόνων μας. Καλός επιστήμονας θεωρείται ο συνδεδεμένος με προσωπικούς δεσμούς με το αντικείμενο, ο προερχόμενος από το ένδοξο ή και ταλαιπωρημένο παρελθόν που καλείται να καταγράψει (αλλά πάντα δικαιωμένο). Κι ας είναι αυτοί οι δεσμοί μόνο στην καρδιά, στο μυαλό ή στο ένα χιλιοστό του αίματός του. Ο αλλόθρησκος, ο ξένος, ο αντικειμενικός δεν έχει καμιά δουλειά με την Ιστορία «μας» («σας» , «τους»).

Ναι, για πρώτη φορά το αντικείμενο μιας επιστημονικής έρευνας είναι «μας». Κτητικό για τον εκάστοτε λαό. Εξ΄ορισμού δικό μας. Αφού σ΄ εμάς αναφέρεται. Στους Έλληνες. Όλοι οι άλλοι είναι κομπάρσοι, που χωρίζονται σε φιλέλληνες και ανθέλληνες. Σε συμμάχους και εχθρούς. Κανείς ουδέτερος. Κανείς θύμα μας. Δεν υπάρχουν «θύματα» των Ελλήνων ποτέ των ποτών. Έχει πολλά παράδοξα αυτή η επιστήμη, που τελικά την λέμε έτσι, επειδή ακόμα και το όνομα «επιστήμη» χρησιμοποιείται προφανώς για να προσδώσει κύρος σ΄αυτά που νοιώθουμε και να δικαιώσει αυτούς που τα ζήσανε.

Το συναίσθημα είναι μάλλον το κεντρικό αντικείμενο αυτής της παράξενης επιστήμης. Η γιαγιά μου απ΄ τη Μυτιλήνη, θα ήταν και γαμώ τους ιστορικούς αν ζούσε. Οι ιστορικές της καταγραφές θα λύγιζαν σίδερα και θα έφτιαχναν πατριώτες από ατσάλι. Γιατί αυτός είναι ο σκοπός της επιστήμης αυτής. Να φτιάξει πατριώτες. Όχι Εθνικιστές, λέει. Ο πατριώτης είναι αυτός που αγαπάει την πατρίδα του και θα θυσιάσει οποτεδήποτε τη ζωή του γι΄αυτήν όπως οι προγόνοι του.

Πατριώτης όμως είναι και ο Τούρκος που θα κάνει το ίδιο πράγμα (το παράδοξο του πατριώτισμού διάβασα, είναι δύο στρατιώτες σε αντίπαλα στρατόπεδα, το ίδιο πατριώτες, που μάχονται επειδή αγαπούν πολύ την πατρίδα τους. Ποιος έχει δίκιο; Ποιός θα είναι ο τιμημένος της ιστορίας; Πόσο μαλάκες είμαστε να ψάχνουμε έτσι το δίκαιο του πράγματος και να φανατιζόμαστε για στρατόπεδα; ) Για τους πατριώτες, το αντίθετο του πατριωτισμού είναι λέει, μόνο η προδοσία. Κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Ίσως τελικά γι΄αυτό η παράξενη αυτή επιστήμη είναι μόνο δική «μας» και ποτέ δική «τους».

Το όλο θέμα, είναι να γραφτεί η ιστορία «μας» με «χρυσά γράμματα». Όσο πιο χρυσά τα γράμματα, τόσο πιο ευχαριστημένοι οι πολίτες. Και έτσι, έχεις τον εθνικιστή να περιμένει δόξα, λάβαρα και σημαίες, τον πατριώτη πατριωτικές θυσίες, την γιαγιά μου τις κακουχίες της γραμμένες κατά λέξη, τον πολιτικό διπλωματική ευφυία ή τρικλοποδιές απ΄ τους εχθρούς κι εμένα τίποτε απολύτως.

Απαιτώ όμως κύριοι «ιστορικοί», όταν θα καταγράφεται η ιστορία της εποχής μου να καταγραφεί οπωσδήποτε η εθνική μου περηφάνεια κατά το ιστορικό γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων που με αυτοθυσία παρακολούθησα, που εντελώς κατακυριευμένη από αισθήματα εθνικής ανύψωσης έκλαψα γοερά και με έντονο το αίσθημα του πατριωτισμού πληρώνω ακόμα φόρους.

(Αι αλλόθρησκοι μετανάσται που συνέδραμαν στο μεγαλείο του γεγονότος τούτου, παρακαλώ πολύ να σβηστούν δια παντός από τας μελλοντικάς μνήμας ως ασήμανται και αδιάφοραι ιστορικαί λεπτομέρειαι του Εθνικού Μας Θριάμβου. Όλε).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2006

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΣ VS ΜΕ




Το πρόβλημα με κάποιες δουλειές, είναι οι τυπικούρες που καλείσαι να επιδείξεις και που τις θεωρούν σοβαρότατη προϋπόθεση επαγγελματισμού. Είτε έχει να κάνει με ντύσιμο, είτε με απαγορεύσεις (κάπνισμα κ.τ.λ.), είτε με τρόπους επικοινωνίας (πληθυντικός, σοβαρή γλώσσα), είτε με αλλαγή προσωπικών συνηθειών (ξύπνημα, ξύπνημα, ξύπνημα).

Η πιο βίαιη αλλαγή όμως, είναι αυτή της σκέψης. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι σπίτι σου έτσι και στη δουλειά γιουβέτσι. Πρέπει να σκέφτεσαι συγκεκριμένα για να μπορείς να επικοινωνείς με τον τρόπο που σου ζητείται, αλλιώς θα τα κάνεις σύσκατα.

Παίζει όμως η εξής κολληματάρα: σε περίπτωση που οι τυπικούρες δεν είναι αρκετά στριμόκωλες, τότε είναι αδύνατον να σκεφτείς διαφορετικά απ΄ ότι συνήθως και έτσι, παραμένεις «ο εαυτός σου» (δεν πίστευα ποτέ ότι θα έλεγα εγώ τέτοιο κλισέ – ο μον ντιέ).

Και τότε, μπορεί ας πούμε να σε ρωτήσει κάνας υψηλά ιστάμενος «με ζήτησε κανείς;» και να του απαντήσεις φυσικότατα «μπα, σε γράψανε όλοι στ΄αρχίδια τους».

Η σωστή αντίδραση φυσικά θα ήταν η αποτελεσματικότατη μέθοδος της επίπληξης μπας και μπεις λιγάκι στο τριπάκι του επαγγελματισμού. Αλλά όχι. Κι εκεί να σε βασανίσουν. Επιλέγουν να ψοφήσουν όλοι στα γέλια κι άντε εσύ μετά να αποδείξεις ότι στ΄ αλήθεια σκέφτεσαι σαν επαγγελματίας (απλά βάζεις πού και πού κάνα μπινελικάκι για το ξεκάρφωμα). :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2006

Η ΑΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ…




… να γεννηθούν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Άμα γαμώτο είσαι εθνικιστής, είναι πρόβλημα να έχεις γεννηθεί τη σήμερον (είδατε; μάνι μάνι γάμησα στεγνά ένα καθαρευουσιάνικο). Ξαφνικά ανοίγουν σύνορα, μπαίνει μέσα ο πάσα ένας, σου πηδάνε τη γλώσσα, φουντώνει το ίντερνετ από αντίθετες απόψεις, ο κόσμος ξερνάει με εκκλησίες και θρησκείες, καίνε πιο συχνά σημαίες, αγαπάνε και Τούρκους και Αλβανούς και Ιταλούς και Γερμανούς (και τέλος πάντων όποιους έχετε στην μπλακ λιστ εσείς και οι παππούδες σας και όλο σας το σόι= από τίποτα Δωριείς και δώθε δηλαδή, μην παρεξηγηθούμε κιόλας).

Άντε να υπερασπιστείς τα πάτρια μετά. Κάποιοι βέβαια είπαν να διαφοροποιηθούν λιγάκι. Δεν δέχονται τον όρο εθνικιστής, υποστηρίζοντας ότι αυτά που πιστεύουν δεν περιλαμβάνουν παπαδαριό και θρησκείες, παρά μόνο την αγάπη τους στην πατρίδα και τα συμφέροντά της. Μαλακία σας θα έλεγα και μην εκτίθεστε έτσι, γιατί αν στ΄ αλήθεια δεν συμφωνείτε με τα χριστιανογκαγκά τότε ακυρώνετε μόνοι σας, όλα τα επιχειρήματα του σωστού φιλόπατρι περί Αδελφωμένου Έθνους (τουλάχιστον στα σίγουρα) μέχρι το 1821. Αλλά θα το δεχτώ ως κίνηση προοδευτισμού αν και μεταξύ μας, έχετε πολλά σακιά με πατάτες ακόμη, να ρίξετε απ΄ την πλάτη σας.

Αυτό όμως που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσει ένας φιλόπατρις, είναι… η φιλοπατρία του. Και ΄μεις ρε φίλε αγαπήσαμε, αλλά δεν κάναμε κι έτσι. Γιατί τι είναι μια πατρίδα; Είναι ένα υποσύνολο ενός κόσμου. Εσύ εμμένεις στο υποσύνολο. Γιατί τι είναι μια πατρίδα; Είναι ένα υποσύνολο ανθρώπων. Εσύ εμμένεις στους «δικούς» σου. Ξεκόβεις εντελώς περίεργα ανθρώπους και κομμάτια γης απ΄ την καρδιά σου, μόνο και μόνο επειδή εξυπηρέτησε παλιότερα μυαλά να κάτσουν να χωρίσουν τη γη σε κομμάτια (άσε που πέθαναν κι ένα σωρό άνθρωποι δηλαδή και μάλιστα συγγενείς σου).

Και πάμε τώρα στην παγκοσμιοποίηση….Τα νέα διαβολικά ήθη που λες, κινούνται προς τη φάση να τα κάνουν όλα πουτάνα. Κάτσε να σε βιδώσω λιγάκι : ούτε γλώσσες φιλαράκι, ούτε σημαίες, ούτε εθνικά συμφέροντα, ούτε εθνική θρησκεία, ούτε σύνορα (ειδικά απ΄ αυτά που ορίζουν όνομα, επίθετο, θρησκεία, οικονομικές προδιαγραφές και ήθη). Τίποτα σου λέω!

Όλοι θα ΄μαστε τα ίδια άβουλα ρομποτάκια με κοινό συμφέρον, κοινές προσπάθειες, κοινούς εχθρούς, κοινές γνώσεις και αξίες. Θα πεινάει ένα ρομποτάκι τρεις ηπείρους παραπέρα; Πατριωτάκι θα λέμε, και θα βοηθάμε σα χαζά ρομποτάκια. Θα κάνει μαλακία ένα ρομποτάκι στη Σαχάρα; Μαλάκας θα λέμε και θα τρέχουμε να τον ισιώσουμε όλοι μαζί. Τέτοια κατάντια σου λέω!
Και ένα future hint*: Κόβω τον πούτσο σου ότι μέχρι και Ιταλούς θα δεις να ηγούνται της οικονομίας του κόσμου. Μέχρι και Τούρκους να ηγούνται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανήκουστα πράγματα.

Εγώ προτείνω να μην λέγεσαι φιλόπατρις. Να το κάνεις πιο λιανά. Να λέγεσαι «αυτός- που- γεννήθηκε- εδώ- και- αυτό- είναι- το- πιο- σημαντικό- πράγμα- που- έχει- να- σκεφτεί- ο- εγκέφαλός- του- έκτοτε».

*Άσε που αν κατάλαβες την αγγλικούρα δεν το βλέπω καλά το πουλί σου από τώρα.

Επιρροές : Μια τσουτσούνα. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2006

GADGETS ΓΙΑ ΣΚΟΝΑΚΙΑ




Διάβαζα χθες (δεν θυμάμαι πού – μάλλον στο focus) το πόσο έχουν αυξηθεί τα σκονάκια στα σχολεία. Έγραφε ότι το 70% των αριστούχων μαθητών αντιγράφουν και παρέθετε gadgets για χάι τεκ αντιγραφές. Κάτι στυλό που έχουν τυλιγμένα ταινιάκια για να γράψεις, κάτι άλλα στυλό που γράφεις στο θρανίο με άχρωμο μελάνι και που μετά τα φωτίζεις με ειδικό φως για να τα διαβάσεις, κινητά, palm tops και ένα σωρό άλλα.

Hello? Υποτίθεται ότι η τεχνολογία θα μας διευκόλυνε τη ζωή. Για άλλη μια φορά τα καμένα μυαλά των παραδοσιακών αμοιβάδων, με ηλίθιες απαγορεύσεις, αρνούνται να συμβαδίσουν με την εποχή τους (ή μάλλον συμβαδίζουν μια χαρά, αν λάβουμε υπ΄ όψιν τις απειλές τους για το διαβολικό internet, ως τυπικότατη συμπεριφορά ενός καμένου εγκεφάλου απέναντι στην φυσική εξέλιξη).

Καλά ρε ζώα, έχουμε φτάσει στο υπέροχο σημείο ό,τι μα ό,τι πληροφορία γουστάρουμε, να την έχουμε μπροστά μας σε δευτερόλεπτα. Μπορούμε να βρούμε πράγματα στα οποία ως τώρα, δεν είχαμε καμία πρόσβαση και η μόνη σας μέριμνα είναι η αποστήθιση;

Δηλαδή είναι τόσο έγκλημα να μην ξέρει ένα παιδί την ημερομηνία της κάθε γαμωσυνθήκης, πόσα παιδιά είχε ο Ισαάκ και πόσα νησιά έχει ο Ειρηνικός; Πρέπει ντε και καλά να στομώσετε εγκεφάλους με σαβούρα για να πείτε ότι κάνατε σωστά την δουλειά σας; Πόσο διαστημικό θα ήταν το σενάριο να μην χρειαζόταν κανένα παιδί να αποστηθίσει τίποτε απολύτως; Πόσο χαρούμενα θα ήταν τα πιτσιρίκια αν έπρεπε αντί αυτού να δημιουργούν πράγματα; Να διαβάζουν κείμενα, να γράφουν ποιήματα, να ζωγραφίζουν, να λύνουν ασκήσεις, να αρχίσουν να αγαπούν τον κόσμο αντί να τον θεωρούν μια τεράστια σκουπιδομάζα άχρηστων πληροφοριών;

Εγώ στην θέση σας θα έβαζα άριστα στο πιο εφευρετικό σκονάκι. Είναι το μόνο δημιουργικό πράγμα που καλούνται να κάνουν σήμερα αυτά τα παιδιά (εκτός φυσικά απ΄το να ξεσκίζονται στο counter strike – αλλά εντάξει, αυτό δεν πιάνεται γιατί ακόμα δεν υπάρχει μάθημα που να λέγεται «gaming»).








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

MY BLOG




…is sometimes as good as a barel.

Όχι, δεν θα ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό να ζω χωμένη σ΄ ένα βαρέλι, να κάνω πράγματα που δεν θα έκανε κάποιος δημοσίως ή να κοροϊδεύω τους τριγύρω, μόνο και μόνο για να αποδείξω ότι όλα αυτά τα γαμίδια που μας περιστοιχίζουν έχουν βαρέσει κόκκινα. Ένας σοβαρός λόγος θα ήταν (αν για μία από τις ελάχιστες φορές επιτρέψω στον εαυτό μου να μιλήσει παντελώς ελεύθερα) διότι δεν θα είχα ικανοποιητικά μεγάλο ακροατήριο ώστε η απόλαυση να βαρέσει κόκκινα, όση ακριβώς και η μαλακία που εισπράττω.

Πάραυτα, θεωρώ τον κυνισμό απαραίτητο στοιχείο για να καταλάβω κάποια πράγματα, να επαναφέρω την σκέψη μου στα ίσια της και να αποδώσω σωστότερα κάποια άλλα. Προσπαθώ αρκετά να γίνω τόσο κυνική όσο χρειάζεται, ώστε να δω τριγύρω μου ψύχραιμα. Δεν το πετυχαίνω πάντα ενώ άλλες φορές αποφεύγω να διατυπώσω ακριβώς αυτά που σκέφτομαι, χαρίζοντας μεν στον εαυτό μου μερικές ιδιωτικές στιγμές απόλαυσης αλλά δυστυχώς, στερώντας απ΄ τους άλλους πολλά κιλά τσουχτερής πραγματικής πραγματικότητας.

Κάτι μέρες σαν κι αυτή, αισθάνομαι ότι τούτο δω είναι το βαρέλι μου και όλα αυτά που κάνω γνωστά για την ζωή μου, ενίοτε τα ευτελίζω αρκετά ικανοποιητικά ώστε να τους δώσω την αληθινή τους διάσταση : πόσο αρχίδι είμαι. Κάνω κάποιες προσπάθειες ν΄ αποδείξω ότι αυτά για τα οποία σκιζόμαστε, τρέχουμε, πενθούμε, φωνάζουμε και χαιρόμαστε είναι μια κλανιά μπροστά σ΄ αυτά που μετράνε αλλά δεν αρκεί. Κι αυτά που μετράνε, συνήθως δεν είναι ορατά, πολλές φορές ούτε καν τα ξέρουμε ή δεν θέλουμε να τα ξέρουμε. Γιατί συνηθίσαμε σε ζωές άλλες απ΄αυτές που θα ΄πρεπε. Τόσο πολύ μακρινές απ΄ τις στοιχειωδώς ανθρώπινες που πραγματικά αναρωτιέμαι αν στ΄ αλήθεια υπάρχει κώδικας επικοινωνίας πέρα απ΄τον τετριμμένο: χρυσή μου, ας τα λέμε καλά, πάχυνα, γάμησα, καλησπέρα σας, αγόρασα, ξεσκόνισα.

Αυτά συμβαίνουν όταν τα μικρά γίνονται μεγάλα, όταν τα πάνω έρχονται κάτω, όταν παρεξηγούμε έννοιες όπως «προτεραιότητες», με μέγιστο έγκλημα τον χρόνο που κυλάει, την ανοχή που αποκτάμε, την συνήθεια στην φρίκη και το κλουβί που τρέχουμε να κλειστούμε είτε λέγεται σπίτι, είτε τηλεόραση, είτε τζιπ, είτε πορτοφόλι, είτε η ζωούλα μας.
Υπάρχουν πολλά που δεν καταλαβαίνω. Το καθάρισμα της λάσπης στην ζάντα εξισώνεται ευκολότατα με μια γερή αγκαλιά, ένας σκύλος με τα μικρά στα ορφανοτροφεία που περιμένουν, οι γλάστρες στο μπαλκόνι με δυο ουσιαστικές κουβέντες και όλα αυτά τα δάνεια με μια ευτυχισμένη ζωή. Από πού να ξεκινήσεις…

Καταλαβαίνω όμως, ότι δεν έγινα ικανοποιητικά κυνική. Ας γίνω:

O χρόνος να διαβάσεις αυτό το κείμενο εξισώνεται στην πραγματική πραγματικότητα, με τρεις θανάτους παιδιών από πείνα αρκετά χιλιόμετρα μακριά, που χάρη στον γαμάτο πολιτισμό σου, έχεις καταφέρει να μηδενίσεις όποτε γουστάρεις. Αλλά εσύ κι εγώ έχουμε άλλες προτεραιότητες. Εγώ γράφω, εσύ διαβάζεις, εσύ πιθανόν ενοχλείσαι και μόνο που στο ανέφερα, αλλά εγώ σόρι πρέπει να προσθέσω ότι μόλις πέθαναν ακόμα δυο παιδιά από έιτζ. Α, και μια που ΄σαι ακόμα εδώ, να σου θυμίσω να μην ξεχάσεις να ταΐσεις τον σκύλο, να πλύνεις το κάμπριο και να ποτίσεις τα λουλούδια. Δεν θα σου πάρει πολύ χρόνο, έξι παιδιά υπόθεση το πολύ. Άντε εφτά αν υπολογίσεις και τις κακοποιήσεις.

p.s. όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το ΄γραψα πρώτα πρώτα για μένα – ίσως πάλι αύριο απανθρωπιστώ τόσο, όσο χρειάζεται για να γράψω καμιά μαλακία απ΄ αυτές τις μαλακίες που συνηθίζω να γράφω.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2006

ΔΕΓΑΜΙΕΤΑΙ




Ξυπνάς για την δουλειά και χάνεις ένα ολόκληρο μισάωρο να βρεις ρούχα, κλειδιά, γυαλιά, κινητό, μυαλό και καφέ που να μετακινείται εύκολα. Κι εκεί που λες ουφ, μπορώ επιτέλους να ξεκινήσω, μια αόρατη δύναμη σε κοκαλώνει ενώ δυό μεγάλα τριχωτά πλοκάμια τυλίγουν σφιχτά όλο σου το κορμί και βρίσκεσαι αστραπιαία στην χώρα του ΔεΓαμιέται.

Σ’ αυτήν την περίεργη χώρα, όλοι οι κάτοικοι ψαρεύουν αλλά από χόμπι, γιατί δεν τους αρέσουν τα ψάρια. Τα πετάνε στις γάτες που επίσης τα σκυλοβαρέθηκαν αλλά (εφαρμόζοντας κατά γράμμα το «ΔεΓαμιέται» του μεγάλου βιβλίου της Γαμιστερής Φιλοσοφίας) τα σαβουριάζουν. Ξαφνικά, δυο άπλυτοι νεράιδοι σε πλησιάζουν και σου ρουφάνε όλο τον εγκέφαλο απ΄ τα αυτιά κάνοντας απίστευτη ηχώ (=ο λόγος είναι προφανής για όσους ξέρουν στοιχειώδη φυσική).

Καλείσαι τώρα να ζήσεις στην γη τους. Ξαφνικά έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο και χώρο (ακόμα και μέσα στο κεφάλι σου) για οτιδήποτε. Άμα δηλαδή αποφασίσεις να διαβάσεις, αυτόματα ψηφίζεται νόμος που καταργεί τα τηλέφωνα, τα κουδούνια, τις υποσημειώσεις και τις άγνωστες λέξεις ενώ εμφανίζεται μπροστά σου ένα κοτλέ ανάκλιντρο καπάκια με ένα κιβώτιο σοκολάτες τσέρι και δεγαμιέται, τρία κουτιά άφτερ έιτ για τη γεύση.

Άμα θέλεις να κάνεις κούρα ομορφιάς έχεις στην διάθεσή σου όλων των ειδών τα καλλυντικά, χαλάουες, κρέμες κι έναν μασατζή που δεγαμιέται, συμφωνεί να σου κάνει μασάζ για δώδεκα συνεχόμενες ώρες μέχρι να γίνεις αλοιφή. Άμα αποφασίσεις να επικοινωνήσεις με άλλους ανθρώπους, σου βρίσκουν τους καλύτερους εγκεφάλους του κόσμου και δεγαμιέται, συμφωνούν να μιλήσουν μαζί σου για πράγματα που είναι εντελώς καινούργια, μέχρι να τα καταλάβεις.

Στην πορεία, ψιλοβαριέσαι τη ρέχλα και αποφασίζεις να εργαστείς. Αστραπιαία γεμίζει ο τόπος δουλειές και εργοδότες που δεγαμιέται, σε πληρώνουν ένα εκατομμύριο ευρώ το δευτερόλεπτο για να δεχτείς να τους προσλάβεις εργοδότες. Αλλά το μετανιώνεις. Δεγαμιέται, μαλάκας είσαι να δουλεύεις ενώ όλοι ψαρεύουν;

Αποφασίζεις καλύτερα να δεις μια ταινία. Γεμίζει ο τόπος προτζέκτορες, χάι φάι, σαράουντ και γούφερ ενώ έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στα πιο αγαπημένα σου θρίλερ που το ξέρεις ότι είναι τα αγαπημένα σου αλλά δεν τα ΄χεις ξαναδεί. Κάτω απ΄την καρέκλα σου υπάρχει ειδικό σύστημα που σε ταρακουνάει όταν ο Νίο αφού διαλέξει το κόκκινο χάπι πάει ντουγρού στο Μάτριξ και η κάθε αγαπημένη σου ταινία δεγαμιέται, διαρκεί τρεις βδομάδες.

Και έτσι, περνάς μια αιωνιότητα αφού έχεις διαβάσει, έχεις ομορφύνει, έχεις συζητήσει με αληθινούς ανθρώπους, έχεις ζήσει την γκάβλα να απορρίψεις τις πιο καλοπληρωμένες δουλειές στον κόσμο και έχεις ξανααπολαύσει όλες τις αγαπημένες σου ταινίες για πρώτη φορά.

Είναι Δευτέρα και αφού σιγουρευτείς ότι βαστάς τα κλειδιά σου (κατανικώντας μια περίεργη όρεξη να πας για ψάρεμα), μπαίνεις στ΄ αυτοκίνητο και δεγαμιέται, ξεκινάς για τη δουλειά.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ:




Να μην διαφωνώ για πράγματα που δεν με πείθουν.

Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση με τον πολιτισμό μας, είναι το ότι έχουμε εφεύρει έννοιες, τις έχουμε αναλύσει, τις έχουμε παραδεχτεί, τις ακολουθούμε, ενώ δεν έχουμε την παραμικρή απόδειξη ότι υπάρχουν. Τίποτε (ή μάλλον τίποτε με βάση τη λογική) δεν οδηγεί σε αυτές, κι όμως είναι έννοιες για τις οποίες άλλοι πεθαίνουν, άλλοι αφιερώνουν την ζωή τους και άλλοι δυστυχούν.

Και δεν μιλάω μόνο για θεούς και θρησκευτικές ανησυχίες, αν και αυτές τείνω να καταλήξω ότι δεν μπορείς να τις αποσπάσεις εύκολα απ΄την ανθρώπινη φύση (όντας ή πιο εύκολη απάντηση στο συναίσθημα του φόβου). Μιλάω για σκέψεις που δεν θα ήταν απαραίτητο να τις σκεφτείς αν είχες γεννηθεί σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ας πούμε, δεν θα σκεφτόσουν εύκολα ότι διαθέτεις «πνεύμα» με την έννοια ότι ξεκάρφωτα απ΄το σώμα σου υπάρχει αυτό το κατιτίς που το κάνει να δουλεύει, να αισθάνεται μπλα μπλα μπλα.

Δεν θα σκεφτόσουν την έννοια «τύχη», αν παρατηρούσες σωστά το περιβάλλον σου (ίσως την καλύτερη διαβίωση κάποιων πλασμάτων να την ονόμαζες απλά: that’s life ή shit happens). Δεν θα σκεφτόσουν εύκολα την έννοια «μοίρα» γιατί στην εξαιρετικά απλή ζωή σου θα έβλεπες όλα τα γύρω πλάσματα να προσπαθούν να επιβιώσουν και θα έκανες το ίδιο είτε τα κατάφερνες είτε όχι. Δεν είναι «μοίρα», είναι απλά ανθρώπινη φύση.

Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ακόμα κι αν τα σκεφτείς όλα αυτά ενώ βρίσκεσαι εκτός της σύγχρονης σκέψης, το σωστό θα ήταν, όσα περισσότερα μαθαίνεις, τόσα περισσότερα να απορρίπτεις. Ε, λοιπόν συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Όσα περισσότερα μαθαίνουμε τόσα περισσότερα σκατά φυτρώνουν τριγύρω που μπορείς να καταρρίψεις σε δυό λεπτάκια αλλά πραγματικά σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το πού ζουν όλοι αυτοί.

Υπάρχουν άνθρωποι που στ΄αλήθεια πιστεύουν ένα σωρό κουκουρούκου μανταλάκια. Θα ήταν εξαιρετικά απλό να τους πάρεις και να κάνεις μια συζήτηση μαζί τους γι΄αυτά που πιστεύουν και πόσο λαστ σέντσουρι είναι (και δεν μιλάω για μόδα). Αλλά δεν θέλουν. Γιατί το θέμα δεν είναι να τους πείσεις, το θέμα είναι ότι θέλουν να τα πιστεύουν. Και λες δεν πειράζει... Φτάνεις όμως στο σημείο να ξέρεις επακριβώς πώς δουλεύουν κάποια πράγματα αλλά να μην το λες. Για να μην κατηγορηθείς. Λες και έχεις όρεξη να κάθεσαι να εξηγείς τί έμαθες (γιατί αντίθετα με ότι θέλουν να πιστεύουν αυτοί οι ψυχάκηδες, δεν κάθεσαι να τα εξηγήσεις για να δείξεις ότι εσύ τα ξέρεις καλύτερα και ένα σωρό άλλα κομπλεξικά που φυσικά απορρέουν από την γενικότερη στάση ζωής τους).

Και το καλυτερότερο, για να μην σου πουν ότι δεν είσαι ανοιχτό μυαλό. Ναι, το άκουσα κι αυτό. Κι εκεί τρελαίνεσαι στ΄ αλήθεια. «Ανοιχτό μυαλό» πλέον, σημαίνει να δέχεσαι σαν σκατοσακούλα ότι μαλακία σου πουν, αρκεί να περιέχει μέσα την λέξη «τύχη», «ενόραση», «σύμπαν», «δυνάμεις», «κατάρα» και οτιδήποτε άλλο είτε άγνωστο, είτε παραμυθένιο. Και έτσι να εξηγείς την ζωή σου με μοναδική απόδειξη την ίδια ηλίθια απάντηση «το αισθάνομαι».

Σύμφωνα με το δικό μου λεξικό, «ανοιχτό μυαλό» θα ΄πρεπε να ήταν η εφαρμογή όλων των καινούργιων γνώσεων και το ξεσκαρτάρισμα των παλιών. Θα ΄πρεπε να ήταν η συναισθηματική αποδέσμευση από την κάθε θεωρία ώστε να είναι εύκολο να την τεστάρεις σε κάθε νέα γνώση και να την απορρίψεις αν χρειαστεί. Θα ΄πρεπε να ήταν η ενίσχυση της έρευνας και της τεχνολογίας και όχι ο φόβος και η δαιμονοποίησή της που με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα «ανοιχτά μυαλά» αποφάνθηκαν ότι καταστρέφει την ζωή τους.

Τα πήρα λιγάκι με κάτι κολλημένα, σιχαμένα αποβράσματα επειδή τα άκουσα χοντρά που πήγα να πω δυο λέξεις. Και τί είπα; Είπα απλά ότι δεν έχει αποδειχτεί τίποτα που να λέγεται «κατάρα»* εκτός από μερικές συμπτώσεις που οδηγούν κάποια εξαιρετικά ηλίθια μυαλά να συνομωσιολογούν. Μάλλον ήμουν αγενής. Άλλη φορά θα παραλείπω το «ηλίθια μυαλά». Θα λέω «ανοιχτά μυαλά».

*Κωλοαιγύπτιοι με τους γαμωφαραώ σας χάθηκε να τους θάψετε σε τίποτε τάφους της προκοπής να ησυχάσουμε μια και καλή γαμώ τη μεγαλομανία σας γαμώ!

[Μα γιατί ασχολούμαι πάλι με μαλάκες; Well, είναι Κυριακή βράδυ, έχω φάει χοντρό κόλλημα σήμερα με Madrugada και ακούω όοοοολη μέρα Majesty... πάω να το ξανακούσω.] :)








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

ΤΣΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ Ο ΚΑΗΜΟΣ




Αυτοί οι επιστήμονες έχουν ξεφύγει τελείως. Είτε τους κάηκαν τα μυαλά, είτε κάθονται και πίνουν όλα αυτά τα πολύχρωμα υγρά στα σωληνάκια και την έχουν ακούσει κανονικότατα. Πάνε και δίνουν κάτι τρομερά και φοβερά ονόματα στις θεωρίες τους και λες πάει, το λύσαμε το μυστήριο της ζωής και μετά διαβάζεις κάτω απ΄τον τίτλο και λες πάει, τα ΄χασε το καημένο το επιστημονάκι. Ειδικά τα τελευταία ονόματα των θεωριών «χειμώνας - άνοιξη 2006» είναι ταμάμ για διαφήμιση στην τηλεόραση.

Η παλιότερη μόδα στις επιστημονικές θεωρίες ήταν εξαιρετικά απλή. Κότσαρες δίπλα στην θεωρία το όνομά σου και καθάριζες. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετά πιασάρικο προφανώς, γιατί όπως και να το κάνουμε, μερικά ονόματα δεν ήταν φτιαγμένα για να κάτσεις και να τα κάνεις διάσημη επιστημονική θεωρία. Αν ας πούμε σε έλεγαν Αϊνστάιν, είχες μια σιγουράτζα. Για φαντάσου όμως να είχες κάνα Γερμανικό όνομα του τύπου Ghgtpoltrsw. Αρχίδια θεωρία, άμα δεν μπορούσες να την προφέρεις.

Και μην φανταστείτε ότι οι επιστήμονες είναι κάτι ανθρωπάκια που δεν πλένονται, δεν κοιμούνται, έχουν όρθια μαλλιά και δεν ξέρουν να αγοράσουν σώβρακα. Αυτά είναι στερεότυπα για άσχετους. Αντιθέτως, οι επιστήμονες πλένονται, κοιμούνται, χτενίζονται και φοράνε μινέρβα. Επίσης, κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ενδιαφέρονται τα μάλα να γίνουν διάσημοι, να βγάλουν φράγκα και να αρχίσουν να πηδάνε πιτσιρίκες όπως οι ροκ σταρς. Έτσι λοιπόν κατά πως φαίνεται, το μάρκετινγκ μπήκε δυναμικά στην επιστήμη και το μόνο που έμεινε είναι τα ραδιοφωνικά σποτάκια ή καμμιά χάι τεκ διαφήμιση τύπου axe (αλλά με περισσότερα σπαθόλουρα αν θέλουν δηλαδή να πιάσουν και την εργατική τάξη που έχει πιο γαμιστερά γκομενάκια).

Αν είσαι άνθρωπος της διαφήμισης καλή ώρα, τα τερτίπια τους φωνάζουν από μακριά. Έχεις ας πούμε τον Νεύτωνα. Έφαγε το μήλο στο κεφάλι, ξύπνησε, δεν είχε τότε και τίποτα πολύχρωμα σωληνάκια να καταπιεί και κατέληξε στην θεωρία της βαρύτητας. Τι έκανε το τζιμάνι ο μοντέρνος επιστήμονας; Σου λέει, τί πιο γνωστό από την θεωρία της βαρύτητας, ας βγάλω την δικιά μου «η Επαναστατική Θεωρία της Βαρύτητας» για να γίνω ο Επαναστατικός Νεύτωνας του εικοστού αιώνα.

Άλλοι την είδαν εντελώς θεοί. Πώς ήταν μ΄εκείνη την διαφήμιση του keep walking που έβγαιναν οι άνθρωποι στην στεριά και έκανες ουάου, αυτό είναι κόνσεπτ δημιουργίας; Ε, κάποιοι επιστήμονες είπαν να το πάρουν από λίγο πιο ψηλά. Έτσι, έχουμε την «Θεωρία των Πάντων». Αυτός ήταν σίγουρος ότι τα ΄λυσε όλα. Πάει κατευθείαν για σύνταξη. Οι ανταγωνιστές όμως χτύπησαν ακόμα πιο δυναμικά: «Θεωρία Μ» με τον σούπερ ουάου επεξηγηματικό υπότιλο: «Η Μητέρα Όλων Των Θεωριών», coming soon to theater near you.

Άναυδος ο επιστημονικός κόσμος. Σου λέει, τέλειωσε. Αν νομίζουν τα γκομενάκια ότι έχουμε λύσει όλα τα μυστήρια, είτε θα μείνουμε άνεργοι είτε θα γίνουμε ρόμπα. Και πώς αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον; Με τα γνωστά διαφημιστικά όπλα. Καταστροφές: «Θεωρία του Χάους και Καταστροφής», Τρίχες και υπερτρίχες: «Θεωρία Χορδών και υπερχορδών» και φυσικά, Σεξ: «Θεωρία των Μητρών».
Δεν ξέρω για τα σας, αλλά εγώ αυτό με τις Μήτρες θα πάω να το δω. :D

[Πάω στοίχημα ότι αν ήξερε ο επιστημονικός κόσμος πως ο Αντώναρος ονόμασε την βιοχλαπάτσα, οι προτάσεις θα του πέφτανε βροχή. Θα έτριβαν τα μάτια τους απ΄την απήχηση του Κώλου ως ύψιστο επιστημονικό ερώτημα. Αλλά ρε φιλαράκι, αν δεν έχεις άκρες σε τρώει το κατεστημένο τελικά]








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...