Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2007

ΤΟΥΒΛΟΜΑΝΕΙΣ




Αυτό το «εγώ θα σώσω τον κόσμο» δεν μου φαίνεται πια και τόσο παράδοξο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την καταστροφή του πλανήτη (κλιματολογικά και τέτοια) είναι λέει η εξάρτησή μας απ΄το πετρέλαιο. Καθόμαστε σαν τις κότες και δεν κάνουμε τίποτα. Ποιος δηλαδή θα δώσει λύση, η κάθε πετρελαιοεξαρτώμενη κυβέρνηση; Ή ο κάθε μεγαλοεπιχειρηματίας που είναι μέχρι τα μπούνια βουτηγμένος στα συμφέροντά του; Ακούω δεξιά αριστερά κάθε μέρα, όλο και κάποιος χτίζει ένα σπιτάκι. Κάνεις μια ζωή οικονομίες, παίρνεις δάνειο και μου φαίνεται άπειρα ηλίθιο να μην το κάνεις οικολογικό.
Λέγοντας οικολογικό δεν εννοώ τίποτα διαστημικές τεχνολογίες ή πανάκριβες γκατζετιές που βρίσκεις στη νάσα. Απλά πράγματα καθημερινά. Ποιος ο λόγος να εγκαταστήσεις πετρελαιοεξαρτώμενη θέρμανση και να μην εκμεταλλευτείς τον ήλιο, την αιολική ενέργεια ή τέλος πάντων όλες αυτές τις απλούστερες μορφές ενέργειας και να επιμένεις ντε και καλά να κρεμαστείς απ΄τα αρχίδια της Δεη;

Διάβαζα προχθές μια συνέντευξη ενός ανθρωπάκου που το σπίτι του δεν έχει συμβατικές μεθόδους θέρμανσης και ηλεκτροδότησης. Του κόστισε ένα 20% περισσότερο αλλά το ΄χει αποσβέσει σε δύο(!) μόνο χρόνια. Ένας ολόκληρος οικισμός στην Ολλανδία, δεν έχει χρησιμοποιήσει πετρέλαιο τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένας πυρηνικός επιστήμονας πριν μέρες σε μια εκπομπή έλεγε ότι μια απλή μπαταρία και το υδρογόνο του νερού μιας μπανιέρας μπορεί να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες ενός ανθρώπου για είκοσι χρόνια. Φυσικά μίλαγε για πυρηνικά αλλά με κούφανε εντελώς.

Καμμιά μεγαλοεπιχείρηση και διαβολοπολυεθνική προφανώς δεν συμφέρει αυτό, αλλά δεν θυμάμαι να υπογράψαμε κανένα χαρτί ώστε να τις υπηρετούμε αιωνίως τουμπανίως. Άσε που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τα κάνουμε ΟΛΑ όπως οι προηγούμενοι. Άκουσα και την εξής ηλίθια δικαιολογία. Η Δεη λέει, δεν σου επιτρέπει να χτίσεις χωρίς άδεια, χωρίς δηλαδή να την χρησιμοποιήσεις. Γραφειοκρατικές πίπες εν ολίγοις. Αυτό είναι το κόλλημα; Γραφειοκρατία θέλουν; Βάλε υποτυπώδεις εγκαταστάσεις, πάρε το ρημαδόχαρτο και πλήρωνε μόνο πάγιο. Και πάλι θα είναι άπειρα φθηνότερη η ενέργειά σου.

Τρώμε κάτι κολλήματα ώρες ώρες. Όπως αυτό με τα χτιστά σπίτια. Ποτέ δεν το κατάλαβα. Έχουν προχωρήσει τόσο τα προκάτ σπίτια, είναι τόσο φτηνά κι εμείς εκεί, αν το σπίτι δεν έχει τούβλο θα σκάσουμε. Ηλίθια κολλήματα. Άμα πας και πεις στον Έλληνα «προκάτ», αυτός το μόνο που θα καταλάβει θα είναι εκείνα τα άθλια κουτιά με τα ελενίτ και θα σου αρχίσει τα κηρύγματα για σεισμούς, για σταθερότητες και άλλα μεσαιωνικά.

Πάμε και χωνόμαστε σε κάτι φαύλους κύκλους από μόνοι μας και το μόνο που περνάει απ΄το μυαλό μας για να δείξουμε ότι νοιαζόμαστε, είναι να σβήσουμε καμμιά λάμπα συγχρονισμένα με τους υπόλοιπους μαλάκες του πλανήτη, να πηδήξουμε για να αλλάξουμε την τροχιά της γης, να fuckforwoods και δενξερωγωτί. Κι απ΄την άλλη, το τούβλο… τούβλο, το πετρέλαιο.. πετρέλαιο και η μαλακία σύννεφο. But of course, τι χαζή που είμαι, it’s tradition.











Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2007

PIPES




«Αυτοί που δεν γνωρίζουν την ιστορία τους είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν».

Δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη βλακεία απ΄αυτήν. Ενίοτε μπορεί να ισχύει για πράγματα που αφορούν ανθρώπινες συμπεριφορές και πρακτικές αλλά σίγουρα όχι για την ιστορία.
Η ιστορία είναι άπειρα πιθανότερο να επαναληφθεί και να καταδικάσει αυτούς που την ξέρουν παρά τους άσχετους.


Face it: Ούτε για πλάκα δεν θα μου είχε περάσει απ΄το μυαλό ότι είμαι ανώτερη από άλλους λαούς ή ανθρώπους, ούτε για πλάκα δεν θα σκεφτόμουν να πολεμήσω για να κατακτήσω ένα κομμάτι γης που μου το ΄πανε για «δικό μου», ούτε για πλάκα δεν θα σκεφτόμουν την πατρίδα μου να χωράει σε συγκεκριμένα χωρικά ύδατα, σύνορα, γλώσσες, ανθρώπινα εμπόδια. Ούτε στο πιο προχώ σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Αλλιώς θα τα ΄χα στο μυαλό μου και να που έφτασε η στιγμή που αυτά που σκέφτομαι μου τα στέρησαν, αντικαθιστώντας τα με όλες αυτές τις μπούρδες που σκέφτονταν κάποιοι μαλάκες στο παρελθόν. Πάρτε ένα παιδί και διδάξτε το ιστορία. Του γαμήσατε τα πρέκια. Του στερήσατε το δικαίωμα να σκεφτεί τον μελλοντικό κόσμο όπως τον φαντάζεται εκείνο, μακριά από αρρωστημένα μυαλά. Το χώσατε σε έναν φαύλο κύκλο που το «καταδικάζει» να ξαναζήσει την ιστορία. Και μετά απ΄όλα αυτά, τι πιο λογικό; Του δώσατε και τέτοια τρομακτικά ρητά για να μην ξεφύγει απ΄τα γρανάζια σας. Η ιστορία σαφώς και έχει μαθήματα να δώσει. Όχι όμως αυτά που νομίζετε και προβάλλετε, ριζώνοντας πράγματα σε ανθρώπους που δεν είναι απαραίτητο να χωθούν τόσο βαθιά. Και όχι στην ηλικία που τα δίνει.

“A person who has experienced just how easily and simply beliefs can be created or removed views beliefs as voluntarily adopted art forms. They cease to be things to kill and die for. Rather than asserting victimhood, the person deliberately focuses attention on creating solutions where lines in the sand are erased, and “enemies” are welcomed home as allies”. Nelson Mandela







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

ΤΖΙΝ







(ευτυχώς για τον Τσακ Νόρις, δεν συναντηθήκαμε ποτέ)


Όταν είχε σκάσει το Τσέρνομπιλ, ο δάσκαλος του καράτε είχε κατατρομοκρατήσει τον κόσμο. Είχε μαζέψει όλους τους γονείς κι άρχισε να τους λέει για τις βλαβερές συνέπειες της ραδιενέργειας και πως ο μόνος τρόπος να προστατευτεί κάποιος ήταν το τζίνσενγκ. Οι γονείς μου, πρώτη φορά το άκουγαν αυτό το πράγμα. Ο πατέρας μου ακόμα το λέει τζιν-τζιν.

Είχε φέρει τότε ο δάσκαλος έναν «σαμουράι» απ΄την Κορέα. Μας είπε ότι η δουλειά του ήταν δήμιος. Ενάμισι μέτρο άνθρωπος, αδύνατος μ΄ένα μουστακάκι τόσο δα. Νεύρο σκέτο. Τον είχε φέρει να μας εκπαιδεύσει στα σπαθιά γιατί πλησίαζαν οι επιδείξεις. Έφερε μαζί του τρία σπαθιά με διαμαντένιες κόψεις σε ειδικές θήκες. Έριχνε ένα μαντήλι στον αέρα και το έσχιζε στα δυό με το σπαθί, πριν να πέσει στο πάτωμα. Εκατομμύρια κόστιζαν εκείνα τα σπαθιά και κάθε βράδι τα κλείδωναν στο γραφείο.

Μ΄αυτά – μετέφραζε ο δάσκαλος – έκοβε τα χέρια των κλεφτών. Στους μεγαλύτερους μαθητές είχε πει πως μια φορά είχε κόψει κι έναν μπούτσο. Μου το ΄πε κρυφά ένα βράδι η αδελφή μου. Μια ώρα να καταλάβω ότι δεν είχε κλέψει ακριβώς. Ε, δεν ήθελα και πολύ, μετά απ΄αυτό, πεταγόμουν στον ύπνο μου απ΄τους εφιάλτες. Ο Κορεάτης μας έκανε πολύ σκληρή προπόνηση. Είχε φέρει μαζί του και αμπούλες τζίνσενγκ και μας τις πουλάγανε με τον δάσκαλο δέκα χιλιάρικα το κουτί με τις δώδεκα αμπούλες. Τις έβαζες στο ψυγείο, έσπαγες κάθε μέρα μία και την έπινες με ένα ψιλό καλαμάκι.

Είχε λυσσάξει ο πατέρας μου με τα τζιν – τζιν. Επειδή ήταν πανάκριβα, εκείνος κι η μαμά έπιναν ένα τη βδομάδα. Έλεγε η τηλεόραση ότι η επήρρεια του Τσέρνομπιλ θα κρατούσε καμμιά δεκαετία κι ο μπαμπάς έκανε όλο και περισσότερη οικονομία στα τζιν-τζιν. Έφτασε εποχή που πήρε δέκα κουτιά απ΄το δάσκαλο για να πετύχει τρία χιλιάρικα έκπτωση.

Ο Κορεάτης λοιπόν, μας είχε πήξει στην προπόνηση. Μας έδινε κάτι ξύλινα ομοιώματα σπαθιών, μας έβαζε να τα κρατάμε με τα δύο χέρια ψηλά στον αέρα, λυγίζαμε τα γόνατα και μέναμε ακίνητοι κάνα τέταρτο. Μας είχε μάθει να μετράμε στα Κορεάτικα μέχρι το δέκα και έπρεπε να μετρήσουμε έτσι τριάντα φορές. Ίτς – νι – σαν – σι... κάπως έτσι ήταν οι αριθμοί. Όποιος έκανε να κουνηθεί τον πλάκωνε στις κλωτσιές στο στομάχι. Στο πρώτο τρίλεπτο, έτρεμαν τα πόδια σου αλλά μετά τη φήμη για τον κομμένο μπούτσο, φύλλο δεν κουνιόταν.

Έφτασε η μέρα των επιδείξεων. Η μάνα μου, πρώτο τραπέζι πίστα, είχε και τις δυό κόρες στις επιδείξεις και μάλιστα η αδελφή μου τότε είχε φωτογραφηθεί για ένα περιοδικό που είχε θέμα την αυτοάμυνα στα κορίτσια. Πρώτη μούρη οι γονείς μου λοιπόν, εμφανιστήκαμε πρώτα τα τσικό με κάτι κάτα (= συντονισμένες κινήσεις σαν χορευτικό) με κοντάρια και ψεύτικα σπαθιά. Σειρά είχαν οι μεγάλοι.

Εμφανίστηκε ο Κορεάτης, έστρωσε δύο καρέκλες αντικρυστά, φώναξε την αδελφή μου να ξαπλώσει, της άνοιξε τη στολή στο σημείο της κοιλιάς και στερέωσε πάνω ένα μήλο. Στην μάνα μας δεν είχαμε πει τίποτα. Αν ήξερε το παραμικρό, ήταν ικανή να μας απαγορέψει την επίδειξη. Όταν άρχιζε να συνειδητοποιεί τί συμβαίνει, απ΄την μια την βάσταγε ο πατέρας μου κι απ΄την άλλη εγώ. Έβαλε λοιπόν το μήλο στην κοιλιά της, πήρε το σπαθί του, γύρισε πλάτη, η μάνα μου από κάτω να ουρλιάζει και ξαφνικά έρχεται ο δάσκαλος, κάνει νόημα στον πατέρα μου να κρατήσει κι άλλο τη μαμά και δένει μ΄ένα μαντήλι τα μάτια του Κορεάτη.

Όχι,δηλαδή φανταστείτε σκηνικό. Να βλέπεις το παιδί σου με ένα μήλο στην κοιλιά κι ένας κοντοστούπης Κορεάτης που είναι δήμιος αλλά πουλάει και τζιν – τζιν, με δεμένα μάτια και σπαθί με διαμαντένια κόψη που κόβει τρίχα στον αέρα, να είναι έτοιμος να παρκάρει το σπαθί στην κοιλιά του παιδιού σου. Απ΄ότι κατάλαβα μετά, η μαμά ήταν μέρος του σόου. Επίτηδες δεν της το ΄χαν πει. Σε δευτερόλεπτα, ο Κορεάτης γύρισε απότομα κι έκοψε το μήλο στη μέση. Η αδελφή μου σηκώθηκε, υποκλίθηκε και πήγε να παρηγορήσει τη μάνα μου που ήταν κάπου ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη λιποθυμία.

Όταν συνήλθε για τα καλά, άνοιξε τη στολή της αδελφής μου, να βεβαιωθεί ότι δεν κόπηκε. Μαλακία. Είχε μια χαρακιά από δω μέχρι απέναντι. Φαίνεται ήταν ζεστή ακόμα και δεν είχε καταλάβει ότι το σπαθί την είχε ψιλοακουμπήσει. Ένα έχω να πω. Ο Κορεάτης δεν ξανάρθε στην Ελλάδα κι έμαθε πολύ καλά την σημασία της λέξης «κιτρινιάρικο μυγόχεσμα» και «θα σου βάλω το σπαθί στον κώλο αν ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ». Για ώρες φώναζε.

Πήγαμε στο γιατρό. Ευτυχώς η χαρακιά ήταν έξω έξω. Ο πατέρας μου παλλικάρι: «άσε γιατρέ, δεν έχει ανάγκη. Πίνει δυό τζίν-τζιν την ημέρα. Ούτε Τσέρνομπιλ τα πιάνει τα παιδιά ούτε τίποτα. Μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει» - χαρακτηριστική έκφραση του μπαμπά. Όταν κατάλαβε ο γιατρός ότι δεν μας πότιζε τζιν αλλά τζίνσενγκ και μάλιστα για τη ραδιενέργεια, του σηκώθηκε η τρίχα. Ειδικά όταν έμαθε πόσο το πούλαγε ο δάσκαλος με τον Κορεάτη.

Ε, μετά δεν άλλαξε και τίποτα. Έφυγε ο Κορεάτης κι ήρθε ένας Καναδός. Μεγάλος δάσκαλος. Πέντε φορές πρωταθλητής κόσμου έλεγε, γύρω στα πενήντα. Αυτός πούλαγε μαύρες σατέν στολές με κόκκινο σειρίτι, ίδια παπουτσάκια με γάντια και μαθήματα κικ μπόξινγκ. Χώρια τα ταξίδια στον Καναδά για όσους ήθελαν να πάρουν το «δίπλωμα». Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν είχε φράγκο. Αλλά δεν γλιτώσαμε τα εγχώρια μαθήματα. Άλλα τρεχάματα και μ΄αυτόν τον μαλάκα. Πέντε ράματα στο μάτι. Αλλά το παράχεσα σήμερα στην πολυλογία. :D







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2007

ΠΩΣ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή αποτυχημένη ψιλικατζού. Κάπνιζε σαν φουγάρο και οι δουλειές της πήγαιναν απ΄το κακό στο χειρότερο. Έφτασε δε μια εποχή που δεν είχε ευρούλι τσακιστό να πάρει τσιγάρα ενώ η πίστωση στα πρατήρια είχε φτάσει στο όριο.
Πίσω της, τα ράφια γεμάτα διάφορες μάρκες τσιγάρα και καπνούς αλλά πουθενά ο δικός της. Έπρεπε να περιμένει μια ολόκληρη βδομάδα να πουληθεί το στοκ για να μπορέσει να αγοράσει καινούργια πακέτα και μαζί το δικό της.

Αυτή λοιπόν την εβδομάδα, προκειμένου να μην χαρμανιάσει, αποφάσισε να καπνίσει ό,τι βρει γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να ρίξει την περήφανη μούρη της και να ψωνίσει καπνό από άλλο ψιλικατζίδικο. Χώρια ότι δεν έπρεπε να ξοδεύει τα λεφτά της μπας και μαζέψει το υπέρογκο ποσό μέχρι την επόμενη Δευτέρα για το πρατήριο, το τέβε, τη Δεή, τα νοίκια και τον δοσατζή με τα παιχνίδια.

Ήταν εξαιρετικά απλό. Άπλωσε το χέρι και βούτηξε ένα λίντερ μπλε που τα ΄χε πολλά. Βρώμα και δυσωδία αλλά τουλάχιστον η νικοτίνη… νικοτίνη. Την επόμενη, οι πελάτες είχαν αφήσει όλο κι όλο ένα μόνο λίντερ μπλε οπότε αποφάσισε να καπνίσει μια κασετίνα σαντέ που είχε ξεμείνει πίσω πίσω και κανείς δεν την ζητούσε. Ο λαιμός γρατζάναγε αλλά η νικοτίνη… νικοτίνη.

Πώς τα ΄φερνε η γκαντεμιά της και πάντα το πακέτο που ήθελε να καπνίσει, είτε τελείωνε είτε έπρεπε να το καβατζώσει για τους πελάτες, οπότε κάθε μέρα έκανε κι άλλη μάρκα τσιγάρα. Μετά από μία εβδομάδα, κι ενώ φυσικά ήταν αδύνατο να μαζέψει τα λεφτά του πρατηρίου συνέχισε την ίδια τακτική, με αποτέλεσμα να βλέπει τσιγάρο και να ξερνάει επιτόπου.

Για κακή της τύχη ένα απόγευμα, μόλις είχε αποφασίσει να μην ξαναβάλει τσιγάρο στο στόμα, ήρθε ο άντρας της στο μαγαζί (παρτ τάιμ ψιλικατζής) και της έφερε δώρο ένα πακέτο καπνό απ΄τον δικό της. Στο παρατσάκ δηλαδή να το ΄κοβε το ρημάδι αλλά ήταν αδύνατο να αντισταθεί σε τέτοια δωράκλα. Είχε όμως στα χέρια της πια, ένα πολύ δυνατό όπλο.

Ψιθύρισε το μυστικό σε μερικούς καρδιοπαθείς πελάτες, με απώτερο σκοπό φυσικά, να ξεπουλήσει ό,τι αντίκα τσιγάρο της είχε φορτώσει το πρατήριο, όπως κάτι κούτες «Άριστα» μπλε και κόκκινα, κάτι «22» και κάτι «Σαντέ» άφιλτρα. Σε μια βδομάδα είχε ξεσκαρτάρει. Οι πελάτες ήταν πολύ ευχαριστημένοι, τρεις το ΄κοψαν εντελώς κι ένας συνέχιζε για ένα μήνα να παίρνει άλλ΄αντ΄άλλων μπας και το σιχαθεί (αυτός ήθελε παραπάνω χρόνο γιατί ήταν μόνιμα άφραγκος οπότε δεν του ΄κανε μεγάλη διαφορά να καπνίζει ότι βρει).

Η γκαντεμιά όμως… γκαντεμιά. Η ψιλικατζού, αποτυχημένη γαρ, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως με αυτόν τον τρόπο έχανε τον έναν πελάτη μετά τον άλλον. Σύντομα, το μυστικό μαθεύτηκε, μικρή η γειτονιά, οπότε υπήρχε κίνδυνος να σταματήσουν κι άλλοι το κάπνισμα. Έτσι, έβγαλε βρώμα ότι αυτή η μέθοδος δεν επιτυγχάνει «γιατί μην τους ακούτε, έρχονται κάθε μέρα και παίρνουν κρυφά τσιγάρα». Τούρκοι έγιναν όλοι και ειδικά οι γυναίκες τους.

Ουφ. Το μυστικό είχε απομυθοποιηθεί. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήταν στο παρατσάκ να πιάσει τα πιτσιρίκια και να τους πει για το άλλο μυστικό που ανακάλυψε, "πώς να κόψεις τον πύραυλο σοκολάτα". :D









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2007

ΜΙΡΜΙΡΙΑΡΙΔΕΣ




Οι παράξενοι άνθρωποι μου τη δίνουν περισσότερο από όλους. Και ειδικά όταν αυτοί οι άνθρωποι είναι πελάτες… οπουδήποτε. Όταν τους συναναστρέφομαι απλά, μπορώ εύκολα να κάνω την πάπια, να τους κάνω κερατάκια πίσω απ΄το κεφάλι ή να βάλω τα γέλια κρυφά. Όταν όμως είναι πελάτες, πρέπει να τους φάω στη μάπα. Μου έχουν απαιτήσει ανά καιρούς τα πιο περίεργα πράγματα και τα ΄χω καταπιεί. Φυσικά όταν τους σκέφτομαι θυμώνω αλλά προσπαθώ να μην σκέφτομαι συχνά ηλίθια κλισέ του τύπου: «αφού σε πληρώνω είσαι υποχρεωμένη να…», «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο…», «δεσποινίς είστε αγενέστατη που δεν μου…». Δίπλα χώστε ότι θέλετε. Τα πάντα έχω ακούσει.


Μια φορά όταν ο Καλτσό δούλευε σερβιτόρος, ένας vip πελάτης, του έδωσε πίσω το μπωλ με τα παγάκια και απαίτησε παγάκια Λουτρακίου. Μια δικιά μου πελάτισσα είχε φαγωθεί να μαζεύω τις τρίχες της (που αποτρίχωνα) σε μια χαρτοπετσέτα, να τις δείχνει στον άντρα της ώστε να τις συγκρίνει με τις παλιές και να πειστεί ότι… αδυνατίζει η ρίζα! Κι όταν της είπα ότι δεν γινόταν να σκύβω και να μαζεύω τρίχα τρίχα απ΄το πάτωμα (μιλάμε για προβιά ολόκληρη), πήγε στην προϊσταμένη για παράπονα, δηλαδή τι παράπονα, ούρλιαζε σ΄όλο το κτίριο, για να με απολύσουν. Και φυσικά, τ΄άκουσα άσχημα, ενώ για μήνες μάζευα τρίχες μία μία απ΄το πάτωμα.

Υπάρχει μου λένε, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην παραξενιά και στην αυστηρή απαίτηση επαγγελματικής εξυπηρέτησης. Έχει να κάνει λένε, με την ευγένεια. Διαφωνώ. Όταν ο μιρμιριάρης θέλει να ξεσπάσει, ακόμα και τους καλύτερους τρόπους να δείξει, θα σε γαμήσει έστω και με το γάντι. Έχω πολλούς φίλους που εργάζονται σε διάφορα επαγγέλματα. Άλλοι σερβιτόροι, άλλοι πωλητές σε μαγαζιά, άλλοι delivery, άλλοι μαγαζάτορες. Ο μιρμιριάρης κάνει μπαμ από μακριά. Τους είχα άλλωστε στο κεφάλι μου κάθε μέρα με το ψιλικατζίδικο. Αν δηλαδή το μαγαζί δεν ήταν δικό μου, κάθε μέρα θα έλεγαν στον ιδιοκτήτη να με απολύσει. Τέτοια γαϊδούρια οι περισσότεροι.

Μου ΄χει τύχει και γαϊδούρι υπάλληλος φυσικά αλλά πιστέψτε με, τις περισσότερες φορές αναγκάζεσαι να γίνεις γαϊδούρι ή γίνεσαι επιλεκτικά. Μια φίλη σερβιτόρα τρέμει κάθε μέρα. Ένα παραπάνω παγάκι, ένα ψηλό ποτήρι αντί για χαμηλό, ένα ποτό λάθος, της έχουν στοιχίσει την δουλειά πάνω από τρεις φορές.

Το πιο χαρακτηριστικό των μιρμιριάρηδων είναι ότι στην πρώτη στραβή απαιτούν να κάνουν παράπονα στο αφεντικό. Βγάζουν όλη την ξινίλα τους, πολλές φορές αδιαφορούν αν ο υπάλληλος χάσει την δουλειά του και ψάχνουν όλο και περισσότερες ατέλειες, ονομάζοντας τους εαυτούς τους «συνειδητοποιημένους καταναλωτές» και άλλα ψαγμένα για να συνεχίσουν να ξεσπούν όπου τους παίρνει. Γιατί μόνο εκεί τους παίρνει.

Έχω τύχει σε πολύ κακό σέρβις σε μαγαζί. Δεν πέρασε ποτέ απ΄το μυαλό μου να ξινίσω, να επιπλήξω ή να μειώσω τον υπάλληλο. Αν επρόκειτο για κάτι που έπρεπε να θίξω, (π.χ. κατά λάθος γάλα στον καφέ μου - που σιχαίνομαι το γάλα), προφασιζόμουν ένα αστείο ή το ΄λεγα κρυφά στο αφτί του σερβιτόρου ή της σερβιτόρας. Κανείς ποτέ δεν στράβωσε, αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις τα λέγαμε κιόλας με τις ώρες μετά. Άσε που δεν υπήρχε καμμία περίπτωση να αφήσω την παρέα μου ή να χαλάσω την διάθεσή μου για το αν ας πούμε η μπριζόλα μου ήταν μισοψημένη ή όχι.

Κάποτε είχα έναν τέτοιο φίλο. Όπου μα όπου πηγαίναμε, τα ήθελε όλα άψογα. Δύο παγάκια και ψηλό ποτήρι στο ουίσκι του, μουστάρδα στην μπριζόλα που να είναι στο πλάι του πιάτου και να μην την ακουμπάει επουδενί, σερβιτόρες με χαμόγελο (που θα συνέχιζαν να το φοράνε ακόμα και στα ηλίθια αστεία του) και ανεκτική παρέα, να περιμένει ώρες μέχρι να περιγράψει ο κυρ μιρμίρης τι ακριβώς θέλει, πώς το θέλει και σε πόσα ακριβώς λεπτά το θέλει. Και φυσικά, η ανεκτικότητά μας να ξεχειλώνει κάθε φορά που κάτι πήγαινε στραβά – πάντα δηλαδή.

Όταν η κακή του τύχη τα ΄φερε να δουλέψει delivery, τύχαινε πάντα και όοοολοι οι παράξενοι πελάτες σ΄αυτόν έπεφταν. Μέχρι που τα παράτησε γιατί διαολόστειλε μια κυρία (που btw του ζήτησε να της φέρει κάτι πατάτες που χρεώθηκε αλλά ποτέ δεν παρέλαβε). Σύντομα ξεκόψαμε, γιατί ήταν αδύνατο να μην μιρμιριάζει με το κάθετί όταν βγαίναμε. Κουραστικός άνθρωπος και παράξενο πώς, μιρμιριάρης και δυστυχισμένος σε όλα τα υπόλοιπα.

Κατέληξα πως δεν μπορείς να απομονώσεις συμπεριφορές ανθρώπων ανάλογα με τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Η συμπεριφορά δεν είναι ρούχο να φοράς το ανάλογο σύμφωνα με τη μόδα. Η συμπεριφορά είναι πετσί. Το κουβαλάς παντού και δεν βγαίνει, εκτός κι αν σε γδάρουν. Ο μιρμιριάρης, τον κώλο του να χτυπάει κάτω, είναι αδύνατο να μην μιρμιριάσει στην γκόμενα, στους φίλους, στη δουλειά. Κι ας τα ονομάζει «πολιτισμένη σχέση», «υποχρέωση», «επαγγελματισμό» ή ό,τι άλλο. Το σίγουρο είναι ότι πίσω απ΄το κεφάλι του, θα υπάρχει πάντα κάποιος να του κάνει κερατάκια.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2007

APOCALYPTO




Συνήθως οι ταινιοκριτικές μου είναι του τύπου «μ΄άρεσε», «δεν μ΄άρεσε». Οι ελάχιστες δηλαδή, γιατί είχα τρία χρόνια να πάω σινεμά. Ας πούμε ότι αντί της μεγάλης οθόνης, είχα την «πολυτέλεια» να νοικιάζω dvd και να επιλέγω εγώ αν θα δω την υπόλοιπη ταινία, αν θα πατήσω f.f. σε μια βίαιη σκηνή, αν θα δω τη μισή ταινία σήμερα και την άλλη μισή αύριο. Μεγάλη ελευθερία τελικά αυτό.


Ας αναλωθώ λίγο όμως στο μπακγκράουντ της όλης φάσης. Υπάρχει λόγος, διότι δεν έχω ιδέα από κινηματογράφο, ποιοτικές ταινίες και όλα αυτά τέλος πάντων που κάνουν μια ταινιοκριτική πιο έγκυρη. Μόνο το αίσθημα που μου άφησε. Χθες, μετά από αρκετά χρόνια, αμέσως μετά τη δουλειά, είχα surprise βολτούλα. Φαγητό, γύρα στα μαγαζιά, ψώνια και σινεμά. Οι δυό μας μεν αλλά με φοβερή πλάκα και χαβαλέ.

Στο φαστ φουντ, τα διπλανά τραπέζια ήταν λες και τα ΄χες παραγγείλει μαζί με το φαγητό. Δεξιά, ένα τσούρμο γυμνασιόπαιδα που έλεγαν ιστορίες με απίθανες καθηγήτριες, μπροστά μας ένα ζευγαράκι που ήταν στα χωρίσματα με όλα αυτά τα μελό που κάποτε περνούσα κάθε μέρα, κι αριστερά ένα ζευγάρι με έναν μπόμπιρα απ΄αυτούς που γουστάρω. Ασχημούτσικος, με τεράστιες αυτάρες, στραβά δόντια και το πιο τσαχπίνικο χαμόγελο που έχω δει.

Φάγαμε σαν ζώα, γελάσαμε, ακούγαμε σαν κατίνες τις συζητήσεις τριγύρω και μετά, φορτωμένοι ποπ κορν, γρανίτες και ότι μπιχλιμπίδι γραντζανιέται τις δύο ώρες της ταινίας, χωθήκαμε για να δούμε το apocalypto. Σταμάτησα να γελάω αμέσως. Ήμουν διαρκώς με τον εμετό στο στόμα, είδα τις πιο σιχαμερές σκηνές ever και δεν σταμάτησα να λέω και να ξαναλέω (πολλές φορές δυνατά) : ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΜΕΛ ΓΚΙΜΠΣΟΝ!!! Πώς μπόρεσε μια ταινία να μας γαμήσει τόσο την διάθεση, ακόμα δεν μπορώ να κατάλάβω. Ή μάλλον μπορώ.

Προφανώς ο Μελ γνωρίζει ότι η βία πουλάει. Άρα τι θα κάνει για να πουλήσει παραπάνω; Μόνο βία. Όμως, η βία δεν χρειάζεται καν να φαίνεται. Μπορεί να εννοηθεί. Όοοοχι λέει ο Μελ. Θα φαίνεται, θα αποτελεί το 99% της ταινίας και στ΄αρχίδια του το σενάριο, το θέμα, τα εφέ. Το point είναι να περιτριγυρίζονται όλα γύρω από την βία. Πώς θα γίνει αυτό; Αίμα θέτε; Τόνοι. Τι άλλα σιχαμερά υγρά υπάρχουν; Όλα τα ΄βαλε σε άπλετες ποσότητες. Κρατούσα με το χέρι το στόμα μου για δύο ώρες, ο Τάσος να επιμένει ότι δε μπορεί, θα στρώσει, εγώ να λέω όπου να ΄ναι θα δούμε κάτι που να έχει να κάνει με Μάγιας, και το αποτέλεσμα; Κανένα σενάριο, τίποτε αξιοσημείωτο παρά μόνο ωμή σιχαμερή βία.

Ταραντίνο ρε! Χίλιες φορές να ξέρεις τι να περιμένεις και να σου κάνει την έκπληξη ανά πάσα στιγμή. Να μην χρειάζεται Μάγιας κι άλλους πιασάρικους θρύλους για να πασαριστεί, ώστε να φας τέτοια πατάτα. Να έχει και μια δυο υγιείς σκηνές. Αει στο διάολο διεστραμμένε παλιομαλάκα.
Μόλις άναψαν τα φώτα ήταν ΟΛΟΙ όχι μόνο απογοητευμένοι αλλά και απίστευτα οργισμένοι. Ουσιαστικά ήταν ένα γουέστερν χωρίς καουμπόηδες, μόνο με ινδιάνους. Είχε και δύο σκηνές με την (βίαιη φυσικά) πόλη των Μάγιας, όλο το υπόλοιπο σε μια ζούγκλα.


Μέσα στο αυτοκίνητο, κρατούσα ακόμα το στόμα μου μην ξεράσω. Μας γάμησε τη διάθεση, το φαγητό, τα γέλια. Ένας γαμωμπρέηβχαρτ δεν πρόκειται να με κάνει να ξαναδώ ταινία του, ο κόσμος να χαλάσει. Κωλοαρχίδι!!!

p.s: Και ενώ πέφτει Η διαφήμιση για μαλακίες σαν την αποπάνω, ξαφνικά βάζεις ΕΤ3, πετυχαίνεις μια ταινία που λέγεται the other sister, ξενερώνεις γιατί παίζει η Τζουλιέτ Λιούις, για να καταλάβεις μετά ότι ίσως αυτή, ήταν η ομορφότερη ταινία που έχεις δει ever.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...