Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2007

ΑΝΙΑΤΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ



Τα πράγματα είναι από απλά έως γελοία. Η αιώνια όμως επιμονή να τα κάνουμε πολύπλοκα για να φαινόμαστε πιο μάγκες, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Ας πούμε ότι έχεις έναν άρρωστο. Έναν πολύ άρρωστο άνθρωπο που χρειάζεται θεραπεία, γιατρό, φάρμακα και συγκεκριμένη δίαιτα για να γιατρευτεί. Αν τα κάνεις όλα αυτά, θα επιβιώσει. Αν όχι, θα πεθάνει. Απλό; Όχι και τόσο τελικά. Γιατί εσύ δεν ακολουθείς την πεπατημένη. Προτιμάς τα δύσκολα. Τί κάνεις λοιπόν;

Έχουμε και λέμε: Στην αρχή βάζεις σοφούς από όλα τα πλάτη της γης να σου γράψουν βιβλία με όλα τα γιατροσόφια, όλων των πολιτισμών. Να θυμήσω ότι ο άρρωστος περιμένει κι έχει πολύ λίγους μήνες ζωής. Μετά, παίρνεις αυτά τα βιβλία, τα κάνεις κανόνες και ιδρύεις «σχολές» και πρακτικούς της κάθε ιατρικής. Κάπου εδώ, ο άρρωστος υποτροπιάζει αλλά είπαμε, εσύ θα το κάνεις σωστά. Αμέσως μετά, οι σχολές μαζεύουν οπαδούς που μυούνται στα μυστικά της κάθε ιατρικής και πειραματίζονται πάνω σε άλλους αρρώστους σε μακρινές χώρες. Ο άρρωστος τώρα βογγάει αλλά δε πα να ψοφήσει αν είναι να τα κάνεις μισά.

Στην πορεία για να σιγουρευτείς, φέρνεις σε δημόσια αντιπαράθεση τους οπαδούς της κάθε σχολής. Έτσι θα αποφασίσεις ποιός είναι ο πιο άξιος. Ο άρρωστος τη βγάζει δε τη βγάζει αλλά εσένα σ΄έχουν φάει οι τελειομανίες. Βρίσκεις λοιπόν την πιο κατάλληλη ιατρική να τον σώσει. Τους αναθέτεις το μεγάλο έργο και περιμένεις σίγουρος για την ίαση.

Περνάει ο καιρός και... τίποτα. Ο άρρωστος χειροτερεύει, ευτυχώς δεν πεθαίνει αλλά και δεν γίνεται καλά. Οι ακόλουθοι των άλλων ιατρικών μεθόδων ορύωνται, σου τρώνε τ΄αυτιά, σκίζουν τα ιμάτιά τους ότι εκείνοι ξέρουν πώς να κάνουν ΤΩΡΑ καλά τον άρρωστο... με αποτέλεσμα να πειστείς. Διώχνεις με τις κλωτσιές τους τσαρλατάνους και προσλαμβάνεις τους καινούργιους γιατρούς πληρώνοντας ένα κάρο λεφτά. Ο άρρωστος ξαφνικά γίνεται μπλε. «Μα τον παραλάβαμε σε πολύ άσχημη κατάσταση» σου λένε. Κάνουμε ότι μπορούμε. Δίνεις φακελάκια δεξιά αριστερά αλλά ο άρρωστος χειροτερεύει.

Παράλληλα ξεφυτρώνουν ιατρικές σαν τα μανιτάρια. Όλοι σκίζονται για τον άρρωστό σου, πονάνε περισσότερο από αυτόν, τρώνε τη ζωή τους να σε παρακαλάνε να τον αναλάβουν και μετά από λίγο... τους αφήνεις, διώχνοντας ξανά τους προηγούμενους. Αλλά πάλι τζίφος. Ο άρρωστος τώρα είναι ετοιμοθάνατος. Βαριανασαίνει κι έχει να φάει μέρες. Έχει μείνει πετσί και κόκκαλο και το μόνο που τον σώζει είναι ένα θαύμα. «Κι απ΄αυτά κάνουμε» σου λένε οι καινούργιοι γιατροί της πόλης. Αυτοί με το κίτρινο βιβλίο ιατρικής που ορκίζονται ότι με τίποτα ο άρρωστος δεν θα πεθάνει. Αρκεί να τους δώσεις την ευκαιρία να στο αποδείξουν, αρκεί να διώξεις τους τσαρλατάνους.

Το θέμα είναι όμως, ότι τόσα χρόνια τριβής με την ιατρική, έχεις γίνει κι εσύ σχεδόν γιατρός. Ξέρεις ας πούμε, ότι δεν ρίχνεις ροπαλιά στο κεφάλι ενός ετοιμοθάνατου, ούτε τον ταίζεις φυτοφάρμακα, ούτε του μειώνεις την τροφή. Είσαι σίγουρος ότι είναι όλοι τους τσαρλατάνοι αλλά έτσι όπως έφτιαξες τους κανόνες του παιχνιδιού, αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει όλους, είναι η προσήλωση στους κανόνες της εκάστοτε «σχολής» και μετά ο ασθενής. Είναι η προσήλωση στα ιερά βιβλία ιατρικής, παρά να σωθεί ο άνθρωπός σου. Είναι μέσα από ατέλειωτες αντιπαραθέσεις, να προκύψει τελικά ο μεγάλος Πανοραμίξ, άσχετα αν δεν έχει φτιάξει ποτέ του ένα μαγικό ζωμό της προκοπής. Κι ο άρρωστος πεθαίνει. Κι εσύ ψάχνεις τί λάθος έκανες.

Αλλά τώρα, έρχονται νέοι μάγοι στο μικρό γαλατικό χωριό. Αυτοί υποστηρίζουν ότι μπορούν να αναστήσουν τον νεκρό. Οι παλιοί ξεσηκώνονται, απορούν πώς γίνεται να αφήνεις τέτοιους αλλαζόνες να σε κοροιδεύουν μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, κι εσύ γελάς πικρά μέσα στο πένθος σου γιατί μόλις έμαθες ότι αρρώστησες κι εσύ.







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2007

REWRITING




Καιρό το στριφογυρνάω στο μυαλό μου και τις περισσότερες φορές, ξέροντας ότι πρόκειται σχεδόν για ύβρη, το ξεχνάω. Μέχρι να το ξαναθυμηθώ. Ξέρω πολύ καλά πως κάποια πράγματα δεν τα ακουμπάς… μέχρι δηλαδή να τα ακουμπήσεις. Επειδή όμως αυτά που σκέφτομαι συνήθως τα πετάω κι όποιον πάρει ο χάρος (φυσικά, μόνο στο blog, έχουμε κι ένα κούτελο), είπα να το πω και σας προειδοποιώ και το κρίμα στο λαιμό σας και νίπτω τας χείρας μου και τέλος πάντων ό,τι λένε όλοι αυτοί που στα σίγουρα την έχουν κάνει τη λαδιά τους. :D


Ένα κλασσικό βιβλίο ή ένα οποιοδήποτε βιβλίο γιατί θα πρέπει να τελειώνει στην ανάγνωσή του; Δεν μπορεί να γίνει καλύτερο ή διαφορετικό; Άντε το διαβάσαμε, βγάλαμε τα συμπεράσματά μας, το κλείσαμε, επηρεαστήκαμε, άντε κάναμε και καμιά παραπομπή και… τέλος; Δηλαδή τι, τα τραγούδια που διασκευάζονται, οι ταινίες που γίνονται remake ή τις ξαναβγάζουν πίτα στα εφετζίδικα ταρατατζούμ ή τα θεατρικά έργα που ο καθένας τα βλέπει απ΄όποια γωνία θέλει, λέω δηλαδή ότι όλα αυτά μπορούμε να τα ακουμπήσουμε και τα βιβλία όχι;

Και εντάξει, το καταλαβαίνω ότι θα φαγωθούν οι συγγραφείς και θα μας τυλίξουν σε μια κόλλα χαρτί με όλα αυτά τα νομικά λουκέτα που βάζουν στις λέξεις άμα τις χρησιμοποιήσεις -εντελώς συμπτωματικά- με την σειρά που τις χρησιμοποίησαν κι αυτοί, αλλά u know what? μπορούμε να περιοριστούμε στους πεθαμένους. Το πολύ πολύ, να τρίζουν τα κόκαλά τους και σιγά που θα φοβηθούμε, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς αυτή η έκφραση των κοκάλων που τρίζουν είναι φοβιστική αν δεν είσαι σκουλήκι και το σπιτάκι σου δεν είναι φτιαγμένο από κόκαλα κατά προτίμηση συγγραφέων.

Δεν θα ΄χε λοιπόν φοβερό ενδιαφέρον να διαβάζαμε το remake κάποιων κλασσικών βιβλίων από συγγραφείς εντελώς άλλης φάσης; Σαν ανάθεση εργολαβίας ένα πράμα, στην ανάγκη και με το πιστόλι στον κρόταφο – δεν υπάρχει θέμα.

Έτσι, σατανικά πάντα μιλώντας, έχω φτιάξει ως τώρα τον εξής κατάλογο και θα ήθελα σαν παλαβή να τον δω πράξη κάποια μέρα. Θέλω απελπισμένα να διαβάσω:

Την «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη γραμμένη ταρααμ τα τααμ… απ΄τον Στέφεν Κίνγκ.

Τον «Αλχημιστή» ταραμ ταραμ τα τζούμ … απ΄τον Δήμου.

Το «Κεφάλαιο» του Μαρξ… μπρρρρρρρρρ… από τον Ανδριανόπουλο.

Το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» κλαπ κλαπ κλαπ… απ΄τον Τζίμη Πανούση (ε, καιρός είναι να γράψει και λίγη λογοτεχνία).

Πω λέμε, αρχίζει και μου ανοίγει η όρεξη, κάνω κλακ κλακ στα δαχτυλάκια μου, με κοιτάνε με σιχαμάρα οι τριγύρω, κάνω κράτσα κράτσα πάνω στα πλήκτρα απ΄την φούρια που πήρα και συνεχίζω:

Τη «Βίβλο» του… θεού (αααα… έτσι μου ΄πανε) πατ πατ πατ… από τον Πάνο Ζέρβα.

Το Moby Dick κλαψ λυγμ %$#@... από τον… Παναγιώτη Χατζηστεφάνου.

Και….

Το «The Hitchhiker's Guide To The Galaxy» ιου ιου ιου… από τον Έκο.

P.S. Τα γαμάτα ηχητικά εφέ ήταν μια ευγενική προσφορά του σατανικού μου εγκεφάλου για να προσθέσει δράμα στις φάπες που θα φάω. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ




Μα το περίμενα πώς και πώς. Είναι δυνατόν να έχουν ξεσηκωθεί όλοι για τα βιβλία Ιστορίας και να έχουν ξεχάσει τα βιβλία της Νεοελληνικής Γλώσσας; Αφού αυτά τα δύο συνδέονται. Στην πορεία θα πιάσουμε και καμμιά Φυσική, τίποτα Μαθηματικά, ίσως και την Γεωμετρία (γιατί εμένα ο κύκλος και το πολύγωνο μου φαίνονται πολύ ύποπτα τελευταίως αλλά αφήνω τους πατριώτες να το ερευνήσουν πρώτοι). Διότι δεν γίνεται μια τόσο οφθαλμοφανής προπαγάνδα να δοθεί μισή, σίγουρα την έχουν απλώσει οι νεοτάξ προπαγανδιστές και σε ό,τι άλλο βιβλίο αγγίξουν οι μαθητές.


Έτσι λοιπόν, το βιβλίο της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ’ Γυμνασίου είναι για την πυρά, πάει και τελείωσε. Ας προσθέσω λοιπόν κι εγώ μερικές σκέψεις πάνω στην ανάλυση της σελίδας 73, του καλού μας πατριώτη που δεν τα είπε όλα, αν και νομίζω ότι επαναλαμβάνομαι (που όμως το κάνω με ιδιαίτερη ευχαρίστηση σαν καλή πατριώτισσα και αφού η πατρίδα δεν μ΄αφήνει να φορέσω το χακί).

Μια από τις κύριες ενστάσεις του Καλλίμαχου, είναι ότι επιτρέψαμε στον «λαθρομετανάστη» Καπλάνι να φιλοξενηθεί στο βιβλίο αυτό. Γιατί δεν φτάνει λέει, που παραβίασε τα αφύλακτα σύνορά μας και που δεν τον απελάσαμε αμέσως, αλλά έχει και το θράσος να μας επιπλήττει που δεν ελληνοποιούμε τους παράνομους μετανάστες.

Σαν πρώτη σκέψη, ομολογώ ότι πρέπει να είναι πολύ σπασαρχίδικο σε ένα ελληνικό βιβλίο γλώσσας να υπάρχει κείμενο «ξένου» αλλά δεν είναι αυτό το θέμα (γιατί π.χ. και ο Λόρδος Μπάυρον ήταν ξένος αλλά τέλος πάντων, έγραφε καλά πράγματα για εμάς). Ο Γκάζι όμως έχει επιπλέον μειονεκτήματα. Είναι λαθρομετανάστης. Τουτέστιν, εισβολέας σε μια κατά τ΄άλλα φιλειρηνική χώρα που σε μια στιγμή αδυναμίας έπεσε θύμα εγκληματιών όπως ο Γκάζι που εγκαταστάθηκε εδώ, σπούδασε, δούλεψε και οϊμέ έγινε άνθρωπος του πνεύματος, αντίθετα με τον μέσο μπουζουκοέλληνα. Αυτό, είναι εξοργιστικό και το καταλαβαίνω.

Ο Γκάζι και ο κάθε Γκάζι λοιπόν, έπρεπε να αρνηθεί να περάσει τα αφύλακτα σύνορα της χώρας μας, να παραμείνει στην κατεστραμμένη χώρα του, να γίνει κλέφτης, φονιάς ή δεν ξέρω ‘γω τι για να επιβιώσει, να μην σπουδάσει, πιθανόν να χάσει την οικογένειά του απ΄τις στερήσεις και… θα μου πεις και με το δίκιο σου τί σε νοιάζει εσένα. Ας ψοφήσει, αρκεί ΕΜΕΙΣ να είμαστε καλά. Εντάξει, δεν ακούγεται και τόσο καλά αυτό αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Κάπου ψηλά στον γεωγραφικό χώρο που λέγεται Ελλάδα πήγε κάποιος και τράβηξε μια γραμμή, αφού φρόντισε πρώτα να την ποτίσει με μπόλικο αίμα ανθρώπων (που δεν είχαν κανένα άλλο περιθώριο παρά να θυσιαστούν για τις μαλακίες που είχε στο κεφάλι του), κι από τότε ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να νοιαζόμαστε για τα εντός της αιματοβαμμένης γραμμής. Οκ… λίγο σουρεάλ αλλά ας το δεχτώ κι αυτό.

Ένα θεματάκι που δεν το ΄χω με τίποτα όμως, είναι (επιτέλους ρε παιδιά!) να καταλάβω τον όρο «ρατσισμός». Πολύ με έχει μπλέξει αυτή η λέξη τελευταία. Η φίλη μου η Βίκι τα γράφει μπερδεμένα:

«Ρατσισμός: Ο ρατσισμός θεωρείται παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου στην ισότητα στους τομείς της εργασίας, της πολιτικής, της οικονομίας και άλλων παραγόντων της καθημερινότητας».

Έμαθα ότι μπορεί κάποιος να μπει στην Βίκι και να αλλάξει κάποιον ορισμό που είναι λάθος ή ελλιπής (ή και αποτέλεσμα της νεοτάξ προπαγάνδας). Προτείνω λοιπόν, στον παραπάνω ορισμό να προστεθούν οι εξής υποσημειώσεις:

Σημ.1: Εκτός κι αν πρόκειται για ανθρώπους έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, που εισέβαλλαν από αφύλακτα σύνορα για να επιβιώσουν, δούλεψαν, σπούδασαν, δεν απελάθηκαν γιατί μας συνέφερε, πληρώνουν φόρους (εκτός από άλλα υπέρογκα ποσά για να λαδώσουν τους άμεμπτους πατριώτες μας) και τολμούν να παράγουν πνευματικό έργο, τέτοιο που να διδάσκεται στα παιδιά μας.

Σημ.2: Τα παραπάνω δικαιώματα ισχύουν μόνο σε δύο περιπτώσεις: είτε όταν δίνονται από τη γενέτειρα χώρα, είτε μέσω αναζήτησης καλύτερης τύχης σε άλλη χώρα αλλά με την προϋπόθεση ότι ο «ξένος» θα εννοήσει ότι θα είναι εσαεί πολίτης δεύτερης κατηγορίας και του απαγορεύεται δια παντός το θράσος και η αλαζονεία της εντελώς ίσης ισότητας.

Σημ.3: Όταν οι παραβιάσεις αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων γίνονται έξω από τα σύνορα μιας χώρας ή σε ανθρώπους που γεννήθηκαν έστω και μερικά εκατοστά έξω από τα σύνορά της, οι κάτοικοι αυτής οφείλουν να τις γράψουν στ΄αρχίδια τους.





Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

YEAH YEAH FIVE THINGS





So, Jangel, n' Alekos my friends, here it goes:

1.Πρώτος μου δίσκος από τις baccara sisters – αγαπημένες των γονιών μου - όπου έφαγα χοντρό κόλλημα με το “sorry I’m a lady” όπου ακόμα και τώρα ο πατέρας μου θυμάται πώς το τραγούδαγα έτσι: τσόμιρομελέντιιιιι. Σύντομα με έστειλε να μάθω αγγλικά.

2.Την πρώτη φορά που μου «τα ζήτησε» ο άντρας μου, ήταν στο Γυμνάσιο. Έφαγε χυλόπιτα – πράγμα που δεν παραδέχεται μέχρι σήμερα – και μετά από χρόνια μου εξομολογήθηκε ότι έψαχνε απεγνωσμένα γκόμενα για την εκδρομή γιατί μόλις είχε χωρίσει από την Ρ. που είναι πολύ φίλη μας μέχρι τώρα. Γουρούνιιιιιιιιι.

3.Όταν το καλοκαίρι της δευτέρας Λυκείου τσιμπήθηκα μαζί του είχαμε και οι δυό σχέσεις. Εγώ με τον Σ. και εκείνος με την Ε. Αποφασίσαμε μόλις ξεκινήσει το σχολείο να τελειώσουμε τις σχέσεις μας για να είμαστε μαζί. Πρώτη μέρα στο σχολείο, εγώ χωρίζω με τον Σ. και το ηλίθιο συνέχισε με την Ε. κι έμεινα μπουκάλα... για ένα δίμηνο μέχρι που έφαγε κέρατο. Χεχεχε! Γουρούνιιιιιι.

4.Η παρέα μου για καμμιά δεκαετία αποτελούταν από 5 αγόρια μονίμως μπάκουρους. Όταν βγαίναμε, τα μάτια τους καρφώνανε γκόμενες σε απόσταση χιλιομέτρου και μετά.... τίποτα. Εντελώς κότες. Έτσι, για να τους ξεκουνήσω μια μέρα «έπαιξα» με τα μάτια μια γκόμενα που γούσταραν σαν παλαβοί. Αμέσως εκείνη μου γέλασε, μου έστειλε ένα φιλί, είχαν μείνει μαλάκες και από τότε δεν ξανάκαναν καμάκι μπροστά μου. Όχι, δεν έκανα τπτ μαζί της. Γουρούναααααα.

5.Στο πρώτο μου πάρτι που έκανα με δύο συνονόματους για την γιορτή μας, ήρθαν γύρω στα εκατό άτομα που δεν ξέραμε, πήξαμε στα ναρκωτικά, ήρθε η αστυνομία, ένας έφυγε με ασθενοφόρο, μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε τί απέγιναν τα μηχανήματα ήχου που είχαμε αγοράσει και εγώ έπρεπε να επιστρέψω σπίτι στις 10. Φυσικά έφαγα ένα μήνα «τιμωρία». Ευτυχώς δεν έμαθαν για τα υπόλοιπα. Εφιάλτης.

Πάνω σου ο παπάς:

1.Uroborus
2.Thas
3.Macmanus
4.Kuk
5.Sraosha + Rakasha







Update: o kuk κλήθηκε από άλλους και ήδη απάντησε, οπότε... ggk πάνω σου ο παπάς!








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2007

MESSED UP



Έχω αναγκαστικά αποξενωθεί από την «πραγματικότητα» όπως την ήξερα ως τώρα. Όλη μέρα διαβάζω, γράφω, σκέφτομαι, δημιουργώ. Ποτέ άλλοτε η δουλειά μου δεν ήταν «δημιουργία» εκτός από κάτι γαμάτες απόπειρες γλυπτικής πάνω σε μάσκες ομορφιάς (όταν οι πελάτισσες από κάτω, δεν επιτρεπόταν να αντιδράσουν). Α, και κάνα καλλιγραφικό σφουγγάρισμα στο μαγαζί.

Η λέξη «πραγματικότητα» όπως την ήξερα ως τώρα, ήταν συνυφασμένη με δυσχέρεια για τα πάντα. Το πρωινό ξύπνημα, τους λογαριασμούς, τους στρυφνούς πελάτες, τους απαράδεκτους εργοδότες, την φρίκη της ανικανοποίησης και την αγανάκτηση για όλα αυτά που χάνω χωρίς να προλαβαίνω ή να μπορώ να ζήσω. Εκτός από τα παιδικά μου χρόνια, η λέξη «πραγματικότητα» δεν σήμαινε ποτέ κάτι καλό. Ακόμα και τις ελάχιστες ευχάριστες στιγμές της καθημερινότητας, με είχαν μάθει να τις ονομάζω «εξωπραγματικές». Βίωμα; Ναι, σίγουρα. Τον τελευταίο καιρό έχω καταμπερδευτεί. Η πραγματικότητα έπαψε να είναι άσχημη εξ ορισμού. I mean, γίνεται κάτι τέτοιο; Ξέρω ‘γω, ίσως να συμβαίνει αυτόματα με το που περνάς τα τριάντα και οι θεοί μετά από ένα γερό τσιμπούσι, αποφασίζουν να σου δώσουν για μερικά χρονάκια ένα break μέχρι το καινούργιο σετάκι κεραυνών. Αλλά ώσπου να το συνειδητοποιήσεις, έχεις χοντρό πρόβλημα με τον εαυτό σου.

Στην αρχή βαστάς ομπρέλα ακόμα και στη λιακάδα ή περπατάς σκυφτή και τρομάζεις ακόμα και με ένα ψιθυριστό «μπου». Ε, μετά ξετσουτσουνεύεις και ψιλοαπολαμβάνεις τα «εκτός πραγματικότητας» ξέροντας πολύ καλά ότι θα διαρκέσουν το πολύ μια ώρα. Αλλά δεν. Στο τέλος, η φάτσα σου γίνεται σαν αυτά τα κόμικ που αντί για κεφάλι έχουν ένα τεράστιο ερωτηματικό, ενώ το συννεφάκι που αιωρείται από πάνω γράφει: «χωρίς λόγια». Όλα αυτά, σε αφήνουν με μια πολύ περίεργη αίσθηση. Ένα θετικό τσικ στην καθημερινότητα μπορεί να σου κάνει άσχημα πράγματα. Τώρα το αναγνωρίζω.

Μια συνάδελφος με είπε «μονόχνωτη» και χάρηκα πολύ. Πάντα ήμουν μονόχνωτη, το ήξερα πολύ καλά δηλαδή, αλλά είχα μάθει να το κρύβω. Μέχρι πριν ένα χρόνο, έκανα την χαρούμενη σε συναδέλφους και πελάτες γιατί… έτσι έπρεπε. Δεν ήμουν όμως. Ήθελα όσο πιο γρήγορα γινόταν, να σχολάσω και να χωθώ στη σπηλιά μου. Το να δείχνω κοινωνική ήταν μέρος της (όποιας) δουλειάς μου. Τώρα δεν είναι. Μπορώ να είμαι όσο μονόχνωτη θέλω, όσο αντικοινωνική γουστάρω, ενώ αν μια μέρα έχω όρεξη για πάρλες, να το κάνω χωρίς δεύτερη σκέψη. Τώρα δεν με νοιάζει πώς δείχνω. Αυτό πρέπει να ΄ναι καλό.

Στο νέο περιβάλλον, τον πρώτο καιρό, αποσυντονίστηκα, τρόμαξα και ειλικρινά δεν ήξερα καθόλου ποια είναι η θέση μου απέναντι στους «άλλους». Ένοιωθα και λίγο ένοχη για όλα αυτά τα καλά, ήθελα και λίγο χρόνο να μάθω τους νέους κωδικούς μιας εντελώς άλλης πραγματικότητας. Συνειδητοποιώ ότι έχω ακόμα πολλά παλτά να πετάξω από πάνω μου. Παλτά που ποτέ δεν πίστευα ότι θα πέταγα γιατί δεν υπήρχε πουθενά κάτι τέτοιο γύρω μου, γιατί οι κοντινοί μου άνθρωποι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να πετάξουν.

Είναι σαν να παίρνεις ένα χρυσόψαρο από τη γυάλα και να το βάζεις σε ένα ενυδρείο. Με την οξυγονάρα του, με μπόλικες χρυσοψαρούκλες κι ένα ολόκληρο θαλάμι στον πάτο να το ΄χει δικό του. Οι καρχαρίες μπορεί να κολυμπούν ακριβώς δίπλα σου αλλά το επιπλέον οξυγόνο γεμίζει τους πνεύμονές σου τόσο, ώστε ακόμη κι αν στο επόμενο λεπτό σε κάνουν μια χαψιά δε σε νοιάζει, γιατί τουλάχιστον μπόρεσες να αναπνεύσεις μερικές γερές ανάσες παραπάνω.









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

TALES (FROM THE CRYPT)



Μια μέρα πριν το σκάσει η Χιονάτη απ΄το παλάτι και λίγο πριν πλακωθεί άσχημα με την στρίγγλα την μητριά της, λίγες μέρες δηλαδή πριν αράξει στο σπιτάκι των νάνων, δεν ένοιωθε πολύ καλά. Πήγε μια βόλτα στον κήπο κι έκατσε να σκεφτεί σοβαρά το μέλλον της. Όλα πήγαιναν ανάποδα τελευταία και το πράγμα φαινόταν ότι θα σκάλωνε άσχημα όπου να ΄ναι. Από τότε που πέθανε ο πατέρας της, είχε αποθρασυνθεί η κάργια η βασίλισσα και της έκανε τη ζωή μαύρη. Έπρεπε να βρει σύντομα μια δουλειά.

Στο σχολείο, δεν έκαναν μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού, αν και από μικρή ήθελε να γίνει δικηγόρος πράγμα που της το απαγόρεψε η κάργια και δεν το ξαναξεστόμισε. Τα μόνα μαθήματα που έκανε, ήταν κάτι άχρηστα όπως «Γαλαζοαίματη Χαζοπουλίαση», «Παλατική Οικονομία», «Πριγκηποπουλική Ψευτοπαρθενοσαγηνευτική» και «Έκτακτη Αίτηση Ασύλου Σε Σπίτια 7 Νάνων». Ούτε τη βάση δεν έπιανε.

Η κολλητή της, μια υπναρού πριγκήπισσα, κατάφερε να περάσει στην ανωτάτη «Κοιμωμένη Πριγκηπική» και εξασφάλισε το μέλλον της. Όσες πέρναγαν εκεί, τις έκλειναν σε έναν ψηλό πύργο, έβαζαν κάνα συνταξιούχο ξεδοντιάρη δράκο να φυλάει την είσοδο και έστελναν τελειόφοιτους τεχνίτες της Γλωσσοφιλικής (με μεταπτυχιακό στο «Αν Τη Σκαπουλάρεις Απ΄Τον Δράκο») για να πάρουν το πτυχίο (= γάμος με την υπναρού και ζήσαν αυτοί καλά και μπλα μπλα μπλα). Εξασφαλισμένη θέση στο Δημόσιο (=κάνα ξέμπαρκο παλάτι σε καινούργιο παραμύθι) και μπόλικα φράγκα (=θησαυροί, περιουσίες και απολύτως κανένα μέτρο στο χρυσάφι όπως συμβαίνει στα παραμύθια).

Η Χιονάτη όμως, δεν ήθελε τέτοιο μέλλον. Δηλαδή τί, να κοιμόταν στους πύργους μέχρι να εδεήσει να ΄ρθει ο αριστούχος ή να έψαχνε σπιτάκια νάνων για να δαγκώνει δηλητηριασμένα μήλα μέχρι να ταβλιαστεί και να τη σώσει ο απόφοιτος ή να βρωμίζουν τα μπούτια της από στάχτες μέχρι να έρθει η νεραιδονονά... κι ένα σωρό άλλα παραμύθια; Όχι. Ήθελε ντε και καλά να γίνει δικηγόρος. Θα το ΄σκαγε απ΄την κάργια και θα κυνηγούσε τ΄όνειρό της.

Σηκώθηκε την άλλη μέρα το πρωί, έριξε δυό τρία γαμωσταυρίδια για να προκαλέσει την κάργια, έγινε χοντρός καυγάς, το ΄σκασε απ΄το παλάτι και ξεκίνησε χαρούμενη το ταξίδι της για τη Νομική. Περπατούσε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου ξεθεωμένη, στο βάθος του δάσους είδε ένα μικρό σπιτάκι.

Το σπιτάκι ήταν τόσο μικρό που ίσα χωρούσε να περάσει. Στο εσωτερικό του εφτά ίδια κρεββατάκια, εφτά πιατάκια στο τραπέζι, εφτά καρεκλάκια... όλα από εφτά. Κάτι της θύμιζαν όλα αυτά, αλλά μην τα ξαναλέμε, ούτε βάση δεν είχε πιάσει στο μάθημα των 7 νάνων. Όρμηξε στην κατσαρόλα, σωριάστηκε σε ένα κρεβατάκι κατάκοπη και όταν ξύπνησε... είχε ήδη αρχίσει το παραμύθι γαμώτο!

Ηθικό δίδαγμα: Όσοι δεν ξέρουν τα παραμύθια τους, είναι καταδικασμένοι να τα ξαναζήσουν. :D







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

BOOK NOTES




Διάβασα κάποια βιβλία τους τελευταίους μήνες και αρχίζω να κατασταλάζω ως προς τις επιλογές μου. Το ποια βιβλία ήταν αυτά, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι πήρα τις αποφάσεις μου για το πώς θα διαβάζω από ΄δω και πέρα και τι θέλω απ΄αυτά.


Πρώτον, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να κάτσω με το ζόρι να τελειώσω βιβλίο που δεν μου αρέσει. Επειδή δηλαδή μας έχουν χώσει στο κεφάλι αυτόν τον σιχαμερό καταναγκαστικό κανόνα «να τελειώνεις ότι αρχίζεις», δεν σημαίνει ότι ακόμα και στην διασκέδασή μου πρέπει να φάω τη βαρεμάρα της αρκούδας μόνο και μόνο για να πω ότι «το διάβασα». Άσε που κατάλαβα πως τελικά αν ένας συγγραφέας δεν κάνει γενικά «ανατροπές», τότε η «μεγάλη ανατροπή» στο τέλος – αυτή που όλοι σε έπρηζαν πως αξίζει τον κόπο - θα είναι μια «αναμενόμενη» ανατροπή ή μια άτοπη πατάτα. Έτσι, παράτησα χωρίς καμία ενοχή πέντε ολόκληρα βιβλία και είμαι πολύ χαρούμενη που γλίτωσα χρόνο και ασχολήθηκα με πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα.



Δεύτερον, δεν πρόκειται να υπογραμμίσω ξανά βιβλίο. Δανείστηκα δυο τρία βιβλία γεμάτα υπογραμμίσεις και δεν διαβάζονταν με τί-πο-τα. Ενώ προσπαθούσα να καταλάβω το νόημα, αναγκαστικά τραβούσαν το μάτι μου οι υπογραμμίσεις – που πολλές φορές ήταν αδιάφορες – και μπερδευόμουν. Μετά το ξαναδιάβαζα και ήμουν σίγουρη ότι η υπογράμμιση θα έπρεπε να γίνει αλλού, ενώ μετά από τρίτη ανάγνωση άλλαζα γνώμη ξανά. Μια ταλαιπωρία που δεν με άφηνε να ευχαριστηθώ το βιβλίο. Προφανώς το ίδιο συμβαίνει και με αυτά που δάνεισα εγώ. Άνοιξα παλιά μου βιβλία και κατάλαβα ότι τα έχω αφήσει ανάπηρα. Γιατί αν κάποιος σήμερα μου έβαζε το μαχαίρι στο λαιμό, θα υπογράμμιζα το άλλο μισό βιβλίο. Γιατί αλλάζω συνέχεια γούστα μάλλον.



Τρίτον, δεν έχω αγαπημένα βιβλία. Έχω αγαπημένους συγγραφείς. Άμα μου αρέσει ο τρόπος που γράφει κάποιος, ακόμα και την μεγαλύτερη πατάτα να γράψει δεν μπορώ να μην απολαύσω τον τρόπο γραφής του. Αντίθετα, αν δεν μου αρέσει ο συγγραφέας, ακόμα και αριστούργημα να γράψει βαριέμαι αφόρητα. Ίσως χάσω πολλά «καλά» βιβλία έτσι, αλλά στ΄αλήθεια το προσπάθησα και δεν κατάφερα να τα παρακολουθήσω.

Και τέταρτον, δεν αντέχω τα «δύσκολα» βιβλία. Αν κάτι θέλει ιδιαίτερη μελέτη για να το καταλάβω, συνήθως δεν μου αφήνει τίποτα. Κι αν μου αφήσει, αναρωτιέμαι διαρκώς αν κατάλαβα καλά ή έχασα το νόημα ή κάτι άλλο ήθελε να μου πει ή τελικά με μπέρδεψε γιατί αυτό ήθελε να κάνει… και τα παίρνω κρανίο. Δηλαδή εντάξει, παίξε ρε φίλε όσο θες αλλά το να με σπαζοκεφαλιάσεις για ένα απλό, απλούστατο πράγμα επειδή δε σου ΄ρθε κάτι πιο έξυπνο να πεις, πόσο ευχάριστο είναι αυτό; Τα πιο ευκολοδιάβαστα βιβλία ήταν τα πιο αποκαλυπτικά ως προς το νόημά τους και το αντίθετο.



Προφανώς έχω πολύ δρόμο ακόμα και το πιο πιθανό, αυτό το post να λειτουργήσει σαν τις υπογραμμίσεις μου : να αναιρεθεί όταν το ξαναδιαβάσω. Το κύριο point όμως, είναι ότι μου τη σπάει να μου βάζουν κανόνες ως προς το τι πρέπει να διαβάσω, πώς πρέπει να το διαβάσω, τι πρέπει να καταλάβω και γιατί δεν το κατάλαβα. Αυτά, θέλω να τα ορίζω μόνη μου αλλιώς το πιθανότερο είναι να καταλήξει το διάβασμα άλλη μία υποχρέωση, άλλο ένα καταναγκαστικό έργο, που στην τελική αν έτσι πρέπει να γίνεται, τουλάχιστον ας με πληρώνουν οχτάωρο – πενθήμερο και θα το κάνω. :D







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2007

ΖΟΥΖΟΥΝΟΜΑΓΚΕΣ




Το μυαλό μου έχει κολλήσει τελείως το τελευταίο δίωρο, τρίωρο, κάπου εκεί. Προφανώς την επόμενη φορά που θα δω αυτές τις γραμμές θα είναι πουσουκου θα ΄χω σχολάσει και θα κάνω όλα αυτά τα χαρούμενα πράγματα που κάνω όταν δεν είμαι κολλημένη σε μια καρέκλα ατενίζοντας από το υπεργαμάτο παράθυρό μου αυτά τα συγκλονιστικά βουνά με τις τούφες χιονάκι… πάλι κόλλησα στο παράθυρο. Κάνανε τη μαλακία και με χώσανε δίπλα σε ένα παράθυρο. Γαμώτο δεν μπορώ να σταματήσω να κοιτάω έξω. Το τυφλό σύστημα φταίει. Γράφω, γράφω όλη μέρα αλλά η κεφάλα μου είναι κολλημένη εκεί.
Κάπου κάπου γυρνάω στην οθόνη, βλέπω ότι πάλι έγραψα για τον ήλιο, τα δεντράκια, τους ζουζουνίτσους και τις ζουζουνίτσες που πηδιούνται από τώρα νομίζοντας τα ηλίθια ότι είναι άνοιξη και θα το φάνε το κεφάλι τους, τα σβήνω και προσπαθώ να πειστώ ότι είναι χειμώνας και να γράψω τίποτε που να ΄χει λογική. Χει-μώ-νας. Ψόοοοφος, χειμερίες νάρκες, ζεστές κουβερτούλες και τα βουνά απέναντι με το χιονάκι τους, τα δεντράκια… μαλακία πάλι στο παράθυρο κοιτάω.

Προσπαθούν όλοι να με πείσουν απ΄το πρωί ότι δεν είναι χιόνι αυτό πάνω στα βουνά αλλά κάτι καραφλοί βράχοι και εγώ τσαντίζομαι αλλά χα! τους την έσκασα για τα καλά. Έχουν κολλήσει όλοι στο παράθυρο τις μύτες τους και οι Πελάτες έχουν γαμηθεί στα ντριν ντριν αλλά αυτοί εκεί… κολλημένοι στα χιόνια που μπορεί να είναι και καραφλά βράχια αλλά οι ζουζουνίτσοι στα σίγουρα πηδάνε τις ζουζουνίτσες γιατί έχουν πιτσιλίσει τα παράθυρα και οι καθαρίστριες απ΄το πρωί τα καθαρίζουνε, με ακούνε να επιμένω για τα χιόνια και κολλάνε κι αυτές να βλέπουνε τη θέα που είναι μαγευτική ότι γαμωεποχή και να ΄χουμε.

Έφυγαν όλοι πριν λίγο κι έμεινα να κοιτάω με την ησυχία μου τα βουνά ενώ έσκασα μια ιδέα το βόλιουμ στο ραδιόφωνο που παίζει ένα γαμάτο ταξιδιάρικο τραγούδι που δεν το ξέρω πώς το λένε αλλά είναι μια τύπισσα που ξελαρυγγιάζεται πολύ ωραία –πώς τα καταφέρνουν μερικές γκόμενες δε ξέρω - δεαρ ιζ νάθινγκ αι γούλντντ ντουυυυυυ και τώρα το παράθυρό μου έχει μια τραγουδάρα ΝΑ γύρω γύρω και στη μέση τα ζουζούνια πάλι πηδιούνται τα λυσσασμένα.
Μου είχε λείψει πολύ ένα τέτοιο παράθυρο, ούτε στο μαγαζί έβλεπα πρασινάδα και στο σπίτι μου απέναντι με το που ανοίγεις τη μπαλκονάρα βλέπεις έναν σταυρό καρφωμένο σε έναν τοίχο εκκλησίας που σου κόβει την όρεξη για ταξίδια, σκιάζεσαι και μπαίνεις πάλι μέσα γι΄αυτό οι πιπεριές μου – τσίλι άκουσα τις λένε, τις δικές μου τις λέω τσίλικες – σουφρώσανε απ΄τη λειψυδρία. Σε λίγο πάω να τις ποτίσω, να σκιαχτώ απ΄τον σταυρό απέναντι και να μου βγάλω μια γλωσσάρα ΝΑ διαβάζοντας αυτές τις ηλίθιες γραμμές χορεύοντας σαν τους μάο μάο τον χορό του σουκού γύρω απ΄το δικό μου βουνό. Το βουνό με τα άπλυτα.

p.s. Το προσπάθησα, αλλά και στο ξένο σπίτι, πάλι σκατά τα ΄κανα. :D











Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

ΜΥΑΛΑ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ




Κατά τον κύριο Ανδριανόπουλο ο πλανήτης δεν κινδυνεύει, και ειδικά από τις υπερβολές των κατοίκων του. Οι επιστημονικές αυτές επισημάνσεις, δεν έχουν φυσικά να κάνουν με το πεδίο γνώσης σου. Μπορείς να τις δεις κάλλιστα, με καθαρά πολιτικό πρίσμα.

 Αν ας πούμε, είσαι φιλελεύθερος και γουστάρεις καπιταλισμούς και πλήρη ελευθερία να καταπίνεις πέντε Αμαζόνιους στην καθισιά σου για το προσωπικό σου κέρδος (που είναι ιερό, ύψιστο δικαίωμα και μπλα μπλα μπλα) μπορείς να ακυρώσεις ολόκληρο τον επιστημονικό κόσμο, κράζοντας τις σκοτεινές υποχθόνιες συνομωσίες – τι φιλελεύθερο – που για άλλη μια φορά ψάχνουν τρόπο να δυσφημίσουν τις πρακτικές σου. Όλοι οι άλλοι που κατηγορούν τις πολυεθνικές για συνομωσίες, δεν είναι σοβαροί άνθρωποι και αυτά είναι αηδίες και μην ξεχνιόμαστε.
Γιατί θα μου πεις, πώς αλλιώς να χτυπήσεις τον καλό και άγιο φιλελευθερισμό; Πώς αλλιώς θα βρεις πάτημα στην τόσο ανθρώπινη ιδεολογία του; Πώς θα κάνεις τον κόσμο να τον σιχαθεί και να δει με άλλο μάτι τα άπειρα καλά του; Ας τους φορτώσεις ενοχές και μελλοντικές καταστροφές μπας και το ξαναγυρίσουν στον κομμουνισμό. Ίουιουιουιου ιου ιου.

Κατά το άρθρο αυτό λοιπόν, υπήρξαν και στο παρελθόν μεγάλες κλιματικές αλλαγές πράγμα που εν μέρει, αποδεικνύει πως ο άνθρωπος δεν είναι το αίτιο γι΄αυτές. Χοντρικά δηλαδή, η γη απλά περνάει περίοδο, κλιμακτήριο, τα νεύρα της, ανάδρομο Ερμή, κάτι τέτοιο. Δυσάρεστο, αλλά περιοδικό και αναγκαίο. Και σιγά που φταίμε εμείς. Εμείς απλά είμαστε θεατές, που το πολύ πολύ να της φορέσουμε ένα ταμπόν, να της δώσουμε κάνα παυσίπονο ή να πούμε καμιά μαλακία και να φάμε καμιά μπούφλα όπως θα έκανε μια γυναίκα με περίοδο. Το ξεφτίλισα με την παρομοίωση αλλά έτσι συνηθίζω, όταν θέλω να κάνω τα πράγματα νιανιά.

Κατά τον κύριο Ανδριανόπουλο λοιπόν, όλες αυτές οι κλιματικές αλλαγές δεν επέρχονται απ΄τις πράξεις μας. Και καραφλό να τον αφήσουμε τον πλανήτη για το προσωπικό μας κέρδος, και σκατά να γεμίσουμε τις θάλασσες, και όλο το πετρέλαιο να ρουφήξουμε, αυτή στ΄αρχίδια της. Το χαβά της. Άμα έρθουν οι «δύσκολες μέρες» της, δε πα να τρέχεις εσύ, δε πα να ανακυκλώνεις, δε πα να βρεις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, αυτή θα αρρωστήσει. Απενοχοποιηθείτε λοιπόν. Αγοράστε όσα τζιπ θέλετε, σταματήστε τη βαρετή ανακύκλωση (δέντρα δόξα τω θεώ έχουμε ακόμα), κάψτε κάνα δάσος, μπαζώστε τα ρέματα και μη φοβού. Ίουιουιουιου ιου ιου.

Οκ. Ψιλομπλέχτηκα όμως. Οι φιλελεύθεροι επιστήμονες τι έχουν να πουν για όλα αυτά; Ξέρουν ότι ολόκληρη η επιστήμη τους είναι ένα κατασκευασμένο όπλο που μόνο σκοπό έχει να φορτώσει ενοχές τον αμέτοχο στην καταστροφή και αθώο καπιταλιστούλη; Κύριοι επιστήμονες, οι απαντήσεις σας όχι εδώ. Απαντήστε σε αυτούς που εκκενώνουν τα σπίτια τους από τα βίαια καιρικά φαινόμενα που αποδεδειγμένα οφείλονται σε ανθρώπινη παρέμβαση και στους αγρότες που καταστράφηκαν οι καλλιέργειές τους (από επίσης αποδεδειγμένη ανθρώπινη παρέμβαση στο κλίμα του πλανήτη).











Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

ΚΟΜΜΑ(ΝΤΟΣ)




Μισό, να το καταλάβω. Φτιάχνεις ένα κόμμα για να κυβερνήσεις ή έστω, να χωθείς στην Βουλή και να επηρεάσεις εξελίξεις. Το κόμμα αυτό, υποτίθεται ότι έχει μια ιδέα από τρόπους διακυβέρνησης, οικονομικά, προγράμματα, από λύσεις τέλος πάντων για τον τόπο. Τις περισσότερες φορές, ένα κόμμα είναι κομμάτι μιας ευρύτερης ιδεολογίας και φυσικά, δεν είναι απαραίτητο όλα τα μέλη του να έχουν σπουδάσει πολιτική, κοινωνιολογία ή οικονομικά. Ως εδώ, καλά. Πώς γίνεται όμως ένα κόμμα να έχει αφετηρία εντελώς άσχετα (με την πολιτική) πράγματα; Την μεταφυσική, την θρησκεία, ένα χόμπι (βλέπε κυνηγοί) ή ό,τι άλλο σου κάτσει;


Αν μοναδικός σκοπός δεν είναι απλά και μόνο να φτιάξουν μια λέσχη φίλων, ένα κλαμπ, μια εκκλησία βρε αδελφέ ή έστω να βρουν κι άλλους να γουστάρουν με τις γκατζετιές τους, τότε μάλλον κάπου τα ΄χω μπλέξει. Είναι σαν να βάζεις συλλέκτες σπιρτόκουτων να κάνουν ποδοσφαιρική ομάδα, στο πιο αγχωτικό. Σαν ας πούμε, να στοιχηματίζουν το κεφάλι τους αν δεν πάρουν το Μουντιάλ. Εντάξει, δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα, μάλλον το παράχεσα. Ας μην παίζεται το κεφάλι τους. Η μόνη αναλογία για να δείξω τον κίνδυνο, ενός συλλέκτη σπιρτόκουτων που θέλει να φτιάξει ποδοσφαιρική ομάδα, με το να κυβερνήσει ένας καράσχετος τη χώρα, θα ήταν… να παίξουν το δικό ΣΟΥ κεφάλι, προφανώς.

Διότι, το επικίνδυνο του πράγματος δεν έγκειται σ΄αυτόν που το παίζει Ναπολέοντας, ρωτήστε και στο Δαφνί. Μια χαρά μαντρωμένοι είναι. Έγκειται σ΄αυτούς που τρέχουν πίσω του να ξαναπάρουν την Ασία. Και πες ότι σπάει ο διάολος το ποδάρι του (ή ότι απλά, οι υπόλοιποι χομπίστες είναι πολλοί) και γίνονται κυβέρνηση. Και δεν είναι ότι δεν στο ΄χαν πει απ΄την αρχή ή ότι το «πολιτικό» τους πρόγραμμα είναι μυστικό. Ούτε ότι δεν ήξερες με ποιους είχες να κάνεις και πόσο άσχετοι είναι. «Κυνηγοί» σου λέει, «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός», σου λέει. Το πιο πιθανό βέβαια, είναι να είσαι κι εσύ ένας ρομαντικούλης κυνηγός ή ένας λαϊκός ορθόδοξος που ψοφάει για συναγερμούς και άλλα ξεσηκωτικά. Για τα υπόλοιπα όμως της διακυβέρνησης, πόσο δηλαδή στον μπούτσο σου;

Ένας, ας πούμε, κυνηγός πώς ακριβώς θα παρακάμψει το «κυνηγός» απέναντι σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πώς θα κρατηθεί να μην αρχίσει να μπουμπουνίζει δεξιά αριστερά μαζεύοντας τρόπαια και βαλσαμώνοντας εχθρούς; Πώς θα συγκρατηθεί να μην χαλαρώσει τη γραφειοκρατία και να μην γεμίσει η Ελλάδα όπλα; Ή ένας εκπρόσωπος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, πώς ακριβώς θα παρακάμψει το «ορθόδοξος» και θα φερθεί σε όλους τους πολίτες το ίδιο; Όταν αυτό το κόμμα μιλάει για ανεξιθρησκίες και μη-ρατσιστικό προφίλ σε πόσο βλίτα απευθύνεται; Άλλωστε, για ποιο λόγο πήγε και κοτσάρισε το «συναγερμός» από δίπλα; Για τις πυρκαγιές ή την κυριακάτικη λειτουργία; Αν δηλαδή ένας μουσουλμάνος μετανάστης θελήσει μια θέση στο Δημόσιο θα του έδινε το κόμμα αυτό, τις ίδιες ευκαιρίες με μία λαϊκιά ορθόδοξη οικογενειάρχισα, που ο πατέρας της πρωτοστάτησε σε κάνα πόλεμο και κατάγεται από οικογένεια ανταρτών, ας πούμε;

Δεν είμαι σίγουρη ότι έχουν λογική όλα αυτά, απλά μερικές φορές προσπαθώ να πάρω τα πράγματα απ΄την αρχή. Από τα βασικά. Γιατί δεν πρόκειται για παράδειγμα, να βάλεις έναν βάζελο να σου κάνει μεταγραφές στον γαύρο, δεν θα αφήσεις έναν Μυτιληνιό να σου χτίσει αεροδρόμιο και επουδενί δεν βάζεις έναν Ψωμιάδη να κάνει τον νομάρχη. Το πιθανότερο είναι, να με έχουν καταπιεί τα στερεότυπα και ο κόσμος μας να είναι αθώος, γεμάτος καλόβουλους και ανοιχτούς ανθρώπους που θέλουν να προσφέρουν. Ή απ΄την άλλη, μπορείς απλά να ρίξεις μια ματιά στην Βουλή των Ελλήνων.

p.s. Φιλαράκι Ihnilati, καλώς ήρθες. :D









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

ΜΠΑΜΠΟΥΛΟΚΤΟΝΙΑ



Τα μάτια μου κλείνουν ενώ προσπαθώ όσο προλαβαίνω να γράψω δυό λεξούλες. Όχι ότι έχω τίποτε να πω, όχι ότι ποτέ είχα. Έτσι, από μαλακία. Μπας και δεν τα πω και με στοιχειώσουν κι έρθουν το βράδυ στον ύπνο μου, γίνουν καλικατζάρια και μπαμπούλες, βγάλουν πλοκάμια, τρίχες και δόντια, κι άντε μετά από τέτοια τρομάρα να ξυπνήσω το πρωί στην ώρα μου. Πρακτικό το θέμα δηλαδή.

Πέφτεις για ύπνο, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σε πιάνει μια τρομάρα ΝΑ, το μάτι σου γαρίδα και τότε αρχίζει το φρικ σόου. Είναι ένας απ΄τους λόγους που ποτέ δεν κοιμήθηκα μόνη μου ή ποτέ δεν κοιμήθηκα μόνη μου χωρίς πρώτα, να φυλακίσω τους μπαμπούλες μου σ΄ένα κομμάτι χαρτί. Η συνταγή απλή: παίρνεις έναν έναν μπαμπούλα, του ανοίγεις το στόμα, του ρίχνεις μέσα θανατερές λέξεις και μετά τον τυλίγεις σ΄ένα κομμάτι χαρτί. Ψοφάει επιτόπου. Ούτε ξενύχτια, ούτε στριφογυρίσματα, ούτε αργοπορήματα στο γραφειάκι σου το πρωί.

Φυσικά άμα εξασκείς τέτοιες πρακτικές, μετά από χρόνια αρχίζεις και γνωρίζεις καλά το σπορ. Έχεις μάθει τις πιο γαμάτες λέξεις που είναι ικανές να εξαφανίσουν τους μπαμπούλες σου για δυό, πολλές φορές φορές και για τρεις ολόκληρες μέρες. Τις έχω μάθει καλά πια. Αρκεί μόνο να καταφέρνω να τις σφηνώνω βαθιά στο στόμα του μπαμπούλα. Και να έχω χαρτί. Πολύ χαρτί. Να τον τυλίγω δυό και τρεις φορές μέχρι να σκάσει. Σήμερα πάλι θέλω λέξεις, χαρτί και δύναμη. Τις πιο γερές λέξεις. Όχι τίποτ΄άλλο, μόνο και μόνο για να ξυπνήσω στην ώρα μου το πρωί. Πρακτικό το θέμα δηλαδή.









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2007

MITES





Στο δεύτερο εξάμηνο της σχολής κάποτε, έμαθα για τα ακάρια. Είναι κάτι μικροσκοπικοί μπαμπουλοειδείς χλιμιτζουροκατσαριδαίοι που τρώνε... πέτσες. Κρύβονται λέει στα σεντόνια, στα ρούχα, στις καρέκλες και μόλις δούνε πέτσα κάνουν πάρτι. Βασικά, άμα δεν τους βλέπεις δεν τρέχει μία. Ας φάνε και πέτσες και τρίχες κι ό,τι άλλο περισσεύει. Το πρόβλημα είναι, ότι δεν τους φτάνουν οι μικροσκοπικές πέτσες που πέφτουν από πάνω σου αλλά γουστάρουν και φρέσκιες πετσούλες κατευθείαν απ΄το δέντρο, τα λιγούρια.

Έτσι, σε καβαλάνε, στήνουν τσαρδί πάνω σου κι αρχίζουν το ξεπέτσιασμα. Αγαπημένο στέκι, το κούτελο. Και λες οκ, άμα δεν σας βλέπω καβαλάτε λιγούρια. Πέτσες έχουμε να τρώτε κι εσείς κι όλο σας το σόι. Εδώ μικρή, έγινα κολλητάρι με τις ψείρες που μου ‘πιναν το αίμα, με σας που δε φαίνεστε θα κολλήσω; Κι απ΄το πουθενά, βρίσκεσαι με ολόκληρο χωριό ακαρέους. Όχι μόνο εγώ, να ξηγούμαστε δηλαδή. Όοοολη η ανθρωπότητα. Γιατί σας το λέω, εγώ πάλι τη ρετσινιά της ψειριάρας μόνη μου, δε θα τη φάω. Έτσι λοιπόν, ο καθένας μας αποτελείται από τον εαυτό του, τα υποπροιόντα του και τα λιγούρια που ενίοτε συντηρεί: ψείρες, παράσιτα, μικρόβια - και σχεδόν πάντα - τους χλιμιτζουροκατσαριδαίους (παρεκτός κι αν κάνει μπάνιο τύπου γκάταγκα: με την τσουγκράνα).

Άμα κάνεις πολλές μέρες να πλυθείς ή να αλλάξεις τα σεντόνια σου ή να τινάξεις το νοικοκυριό σου (που ΄σαι μάνα να με καμαρώσεις), τα ακάρια αυξάνονται και πληθύνονται. Ένα περίεργο πράγμα, αυτά κάνουν σεξ μόνο μες στη μπίχλα. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν, ο κουτελοπλανήτης τους παθαίνει ένα πληθυσμιακό σούπερνόβα. Κοινώς, τη γάμησες. Γιατί μην περιμένεις να ΄χουν κάτσει να ψάξουν για άλλους πλανήτες, όοοοχι. Μπαστακώνονται στο κούτελό σου και προσπαθούν να επιβιώσουν. Οι πόροι εξαντλούνται, οι πετσούλες σου δεν είναι ποτέ αρκετές, κάποιοι ψοφάνε απ΄την πείνα και κάποιοι άλλοι πιο μάγκες αρχίζουν και σου τρυπάνε την επιδερμίδα και τρώνε ζωντανή σάρκα. Αποτέλεσμα; Ξύνεσαι. Πολύ.

(όχι δηλαδή, για να δείτε πόσο επιστημονικά μπορείς να εξηγήσεις μια κωλοφαγούρα στο κούτελο, - που δεν είναι αυτό που φαντάζεται ο πάσα αμόρφωτος-  βράδι Σαββάτου κι ενώ αργεί να ζεστάνει ο ΚΩΛΟΘΕΡΜΟΣΙΦΟΥΝΑΣ) :D









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Ε, ΚΑΛΑ...





...δεν είναι πάντα απαραίτητο να καλωσορίζουμε όλους τους νέους blogger….



Οπότε:


Κακώς μας βρήκατε ηλίθια ζώα!!!!








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...