Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Καλή πισωχρονιά



Είπα να μην χαλάσω το κλίμα και να αναρτήσω ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα του 2005 για “εορταστικό”.

Γυρίζουμε πίσω

Αυτές τις δύο λέξεις, τις άκουσα σήμερα το πρωί από μια ηλικωμένη κυρία. Αυτό το «πίσω» δεν το έχω ζήσει αρκετά, δεν το έχω παλέψει όπως εκείνη. Το έχω ακούσει όμως και βλέπω να το ζω σύντομα, σε όλο του το μεγαλείο.

Θυμάμαι το «σύνδρομο της κατοχής» που είχε η γιαγιά, ο παππούς μου και όλοι όσοι έζησαν δύσκολα χρόνια. Τα ντουλάπια γεμάτα κούτες γάλα και ζάχαρη, η κατάψυξη γεμάτη κρέας και τρόφιμα αγορασμένα σε κιβώτια. Η μαγική λέξη που κρυβόταν πάντα στο μυαλό τους, ακόμα κι αν δεν την έλεγαν ποτέ, μου τριβέλιζε το μυαλό από πιτσιρίκι : «κι αν;». Το αόρατο βάσανό τους, ήταν «οικονομία». Ήταν τότε, που ο κόσμος μπάλωνε ρούχα, χρησιμοποιούσε πεταμένα άχρηστα αντικείμενα άλλων, μαγείρευε για τρεις μέρες. Τότε που όλα τα παντελόνια μου, είχαν ραμμένες μικρές κόκκινες δερμάτινες καρδούλες στα γόνατα, για να μην τα σκίσω, για να αντέξουν πιο πολύ. Τότε, που είχα καινούργια ρούχα και παπούτσια μόνο Πάσχα και Χριστούγεννα και ήταν τα «καλά» μου.

Όταν στην μέση του σαλονιού είχαμε ακόμη την σόμπα πετρελαίου και η γιαγιά άφηνε πάνω φλούδες μανταρινιού, για μυρωδιά, περιμένοντας τα κάστανα να ψηθούν. Γενικότερα, ακούγοντας παλιότερες ιστορίες ανθρώπων που πάσχιζαν για την επιβίωσή τους και τώρα απλά τα αφηγούνται, έχοντας πλήρως ενταχθεί στον υπερκαταναλωτικό κόσμο μας, αναρρωτιέμαι τί βιώματα μπορεί να έχουν και αν θα χρειαστεί να τα ζήσω κι εγώ.

Σαν παιδάκι έχω ακούσει πολλές ιστορίες. Ήταν πολύ ζωντανές οι μνήμες της γιαγιάς μου απ΄τον πόλεμο. Όταν παιδάκι ακόμη, για να πάει να φέρει φαγητό περνούσε από σωρούς πτωμάτων που άδειαζαν κάθε λίγο τα καρότσια, κάθε είκοσι μέτρα. Το ίδιο και του παππού, όταν αφηγούταν τον χαρακτηριστικό θόρυβο που έκαναν οι ψείρες στην φωτιά όταν τίναζε το στρατιωτικό πανωφόρι του. Μετέπειτα, με τρόμαζαν οι ιστορίες της μαμάς μου, όταν για να επιβιώσει, πουλούσε κεράκια από τριών χρονών, στις εκκλησίες ανά την Ελλάδα. Όταν γνώρισε σαν παιδάκι τα κρατητήρια και ήταν πολύ ντροπιασμένη, αλλά ενδόμυχα χαρούμενη για το γεγονός, γιατί πρώτη φορά θα έτρωγε ζεστό φαγητό, χωρίς να ανησυχεί για την πληρωμή του.

Μου δόθηκε ένας τρόπος ζωής καλύτερος. Κλήθηκα να γεμίσω ένα σπίτι αντικείμενα, να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, το ενοίκιό μου, να βρω δουλειά, να πάρω αυτοκίνητο και να κάνω οικογένεια. Ότι ακριβώς είχαν κληθεί να κάνουν και οι προγόνοι μου, να ζήσουν αξιοπρεπώς. Μόνο που για εκείνους τίποτε δεν ήταν δεδομένο. Κάποιοι τα κατάφερναν, κάποιοι άλλοι όχι. Αλλά ήταν συνηθισμένο να παλεύεις και να μην τα καταφέρνεις, να πεινάς, να αρρωσταίνεις, να πάει στράφι η ζωή σου. Η αποτυχία ήταν στο πρόγραμμα για τους περισσότερους, η φτώχεια συνηθισμένη.

Τώρα, είναι σκληρότερο. Δεν επιτρέπεται η αποτυχία. Βλέπεις αστραφτερά αμάξια, που πίσω τους όμως, κρύβονται δάνεια, βλέπεις σπιταρόνες που πίσω τους καραδοκεί μια κατάσχεση. Βλέπεις τα νυχτερινά μαγαζιά γεμάτα, αλλά πίσω απ΄τα γέλια των θαμώνων, θα δεις κρυμμένη αριστοτεχνικά την θλίψη και την απόγνωση. Όλοι ντρέπονται να παραδεχτούν τη φτώχεια, λες και είναι συνυφασμένη με την αποτυχία. Προτιμούν να την φυλακίσουν μέσα στα πολυτελή σπίτια τους , μέσα στις οθόνες του υπολογιστή τους και μπροστά σου θα είναι τόσο αστραφτεροί, όσο θα έπρεπε να είναι και μέσα τους.

Σιχαίνομαι την εποχή μας. Μας κάνει ψεύτες, επιδειξίες και μικραίνει την ψυχή μας. Μας αναγκάζει να προχωρήσουμε δέκα σκαλιά μπροστά απ΄τους προγόνους μας, αλλά δεν μας δείχνει τον τρόπο να το καταφέρουμε, ούτε μας επιτρέπει να αποτύχουμε. Μας ζητάει συνεχώς περισσότερα, χωρίς να ρωτάει αν τα μπορούμε και εμείς πεθαίνουμε, αλλά πλέον αυτό που μας νοιάζει, είναι να το κάνουμε με στυλ.

(το κείμενο και τα σχόλια τότε, εδώ)

Τις ευχές μου








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου