Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

μάι 2 σεντ




Το πιο τρομακτικό πράγμα στην εγκυμοσύνη ήταν το πρωινό. Ξεκίνησα με ένα γιαούρτι, μου το έκαναν βιολογικό, μετά πρόβειο, μετά το μισό, μετά μια κουταλιά της σούπας και μετά είπα άει στο διάολο, θα πίνω ένα σκέτο χαμομήλι και παρατάτε με με τα κωλοπρωινά και τις σημασίες τους στην διατροφή μιας εγκύου που όμως ΠΕΙΝΑΕΙ ρε μαλάκες, δεν παίζει πρωινιάτικα.
Διαβήτης κύησης λεγόταν. Τρεις ώρες ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι αφού είχα πιεί ένα ξερατό γλυκοζούμι, να μου παίρνουν αίμα ανά μία ώρα για να διαπιστώσουν τελικά, ότι πρέπει να σταματήσω τη μάσα. Και η μάσα στην εγκυμοσύνη είναι το μοναδικό αποκούμπι όταν είσαι τριανταφεύγα, καθηλωμένη στο κρεβάτι και ξέρεις ότι θα φοβάσαι του θανατά με το κάθετι για μήνες ολόκληρους.

Οι τρομερές οδηγίες με καθήλωσαν. Στον διαβήτη απαγορεύονται οι υδατάνθρακες. Στην ερώτησή μου τί σημαίνει αυτό δηλαδή, ίδρωσα. Όχι δημητριακά, ψωμί, ρύζι, πατάτες, μακαρόνια, φρούτα, όσπρια, σούπες και γενικά δηλαδή όλα αυτά που έτρωγα σε πελώριες ποσότητες. Πελώριες όμως. Πράσινα λαχανικά (ναι καλά, όχι όλα τα πράσινα) και κρέας (άπαχο, ψητό ή βραστό) ήταν σχεδόν το μοναδικό πράγμα που επιτρεπόταν να με χορτάσει. Λέμε τώρα. Γλυκά γιοκ. Ούτε συζήτηση. Ίσως κάνα κουταλάκι μέλι που θα αντικαθιστούσε όμως κάποιο γεύμα. Σα να σου λέει, σου χαρίζω τον πρώτο αριθμό του λαχείου αλλά για κάθε μύριο φιλενάδα, θα μου χαρίζεις μια δεκαετία από τη ζωή σου. Για μαλάκες ψάχνετε;

Χρειάστηκαν λίγοι μήνες παρείτσα με αυτόν τον εφιάλτη για να μπω λίγο στην δύσκολη ζωή ενός διαβητικού. Βασικά εάν δεν υπήρχε κίνδυνος για το μωρό δεν υπήρχε περίπτωση να σταματούσα τη μάσα αλλά έλα που ακόμα η μικρή ήταν γατζωμένη μέσα μου και έπρεπε να είμαι άπειρα προσεκτική. Όπως με το πρωινό, έτσι πήγαινε και με όλες τις τροφές που περιείχαν μια ιδέα υδατάνθρακες. Οι μετρήσεις του σάκχαρου πριν και μετά από κάθε γεύμα (ο θεός να το κάνει) τρελλαίνονταν. Το πορτοκάλι έγινε μια φετούλα μόνο, η μια φέτα ψωμί έγινε μια φρυγανιά, το τυρί ένα τοσοδούλικο κομματάκι και κατέληξα να χάσω 8 κιλά μέχρι τον τοκετό. Όχι πως δεν είχα περιθώρια βέβαια.

Το χειρότερο, κάθε τρεις ώρες έπρεπε λέει κάτι να τρώω. Να πεινάς σα λύκος δηλαδή, να καταφέρνεις να το ξεχνάς από την ασιτία και να αναγκάζεσαι να το ξαναθυμάσαι όταν το μόνο που επιτρέπεται να φας είναι ας πούμε μισή φρυγανιά. Τρελό μαρτύριο να έχεις ξεχάσει πώς είναι να χορταίνεις. Ένα στομάχι που γουργουρίζει ασταμάτητα για μήνες. Και όσο περνούσε ο καιρός, όσο μεγάλωνε το μωρό, τόσο περισσότερο τρελλαίνονταν οι μετρήσεις και τόσο μεγάλωνε η δόση της ινσουλίνης για να φτάσω στα φυσιολογικά.

Όλοι όσοι με ρωτούσαν τί δώρο θέλω στο μαιευτήριο εγώ μέτραγα σοκολατίνες. Έπηξα στις πάστες που τελικά πήγαν στράφι γιατί πάλι μετά με είχαν στη δίαιτα μέχρι να στρώσει λέει το σάκχαρο. Και μόλις έστρωσε, λέω εδώ είμαστε ας τσακίσω ό,τι γουστάρω. Χε. Και μαθαίνω ότι τώρα που θηλάζω πρέπει να ακολουθώ συγκεκριμένο διαιτολόγιο γιατί θα παιδεύεται το μωρό με κολικούς και ενοχλήσεις στο στομάχι. Τουτέστιν πάλι γιοκ οι παστούλες.

μάι 2 σεντ:
Λένε ότι η σοκολάτα είναι υποκατάστατο του σεξ. Μπορεί. Το αντίστροφο πάντως μπιλίβ μι, δεν παίζει. Κλαψ.
:D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Νέα ρουσφέτια




Όταν φίλοι, συνάδελφοι και συγγενείς άρχισαν να μένουν άνεργοι ο ένας μετά τον άλλον, προσπάθησα να μείνω ψύχραιμη. Τι διάολο τόσοι γνωστοί, τόσες σπουδές, τόσες ευκαιρίες για εμάς τα “σπουδαγμένα” που λέει και η γιαγιά μου, κάτι θα βρισκόταν. Έπειτα κάτι οι γονείς, κάτι οι οικονομίες, θα βάζαμε και ρεφενέ όπου χρειαζόταν στους δικούς μας και όλα καλά. Ήταν και το επίδομα του οαεδ, όσο να πεις μια παράταση ενός χρόνου με ένα στάνταρ χαρτζηλίκι δεν είναι να το υποτιμάς. Βέβαια ο χρόνος πέρασε γρήγορα, τα επιδόματα τελείωσαν, οι γονείς ξεπαραδιάστηκαν, οι συντάξεις τους κουτσουρεύτηκαν και το χειρότερο, δεν υπάρχουν καν αγγελίες. Οι περισσότεροι από τους απολυμένους φίλους μου, με αστραφτερά πτυχία και σπουδές στην Ευρώπη, ξένες γλώσσες, κάτι προυπηρεσίες ΝΑ και ένα βιογραφικό ολόκληρο ντοσιέ αλλά τι να το κάνεις, άμα δεν έχει αγγελίες για το αντικείμενό σου είναι όλα άχρηστα.

Προσπαθώ ακόμη να μείνω ψύχραιμη. Ο ένας έπιασε δουλειά μέσω γνωστού σε σούπερ μάρκετ. Πεντάωρο λέει για αρχή και βλέπουμε. Άλλος περιμένει απάντηση για βοηθός σε κεραμοσκεπές. Έναν γνωστό που είδαμε τυχαία τον κάναμε χρυσό να μας πει που δουλεύει. Δεν έλεγε, τα μάσαγε. Μετά κατάλαβα ότι ντρεπόταν. Πωλητής στα τζάμπο, μας είπε χαμηλόφωνα όταν ξεμάκρυνε από την παρέα του. Εμείς τον γνωρίσαμε διαφημιστή με πτυχία και περγαμηνές και μάστερ και δεν ξέρω τι άλλο έχουν όσοι δουλεύουν σε πολυεθνικές. Τώρα λέει, θα στείλει βιογραφικό στην Ολλανδία. Η κοπέλα δίπλα μου στο μαιευτήριο ήταν χαρούμενη γιατί δεν την απέλυσαν. Χατηρικά λέει, την γύρισαν τετράωρο. Με τρία παιδιά. Έπρεπε βέβαια να βρει το έξτρα πεντοχίλιαρο που κόστισε η εντατική του μωρού της γιατί έκανε άπνοιες. Θα τσοντάρανε τα πεθερικά της. Και ο γιατρός της θα πληρωνόταν το Δεκέμβρη. Πολλή χαρά.

Στη γειτονιά βλέπεις την κρίση κατάφατσα. Ή μάλλον, την ακούς. Εδώ τα πράγματα έχουν αγριέψει. Γεμίσαμε πλανώδιους. Είχαμε τον Σάκη το Γλύκα, τον Μελένιο, τον Μελένιο τον Ορίτζιναλ, τον Τακτικό, τον παλιατζή, όλοι με μεγάφωνα που σου 'παιρναν τ' αφτιά τουλάχιστον δυό φορές την εβδομάδα και μόνο πρωί. Ε, τώρα τους έχουμε όλους αυτούς δύο φορές την μέρα συν την Ευρωπαϊκή Αγορά Ότι Πάρεις 2 Ευρώ, άλλους τρεις-τέσσερις γιαλαντζί Σάκηδες, Μελένιους, παλιατζήδες και έναν που είναι απλά μεθυσμένος και είτε τραγουδάει στο δρόμο αμανέδες είτε φυσάει μια πλαστική βουβουζέλα.

Πραγματικά δεν ξέρω γιατί αυτή η κρίση θα μας έκανε καλύτερους. Οι μισοί σκέφτονται να μεταναστεύσουν και οι άλλοι μισοί να τρέξουν για ρουσφέτι σε εκείνο το λαμόγιο τον πολιτικό που ήξερε κάποτε ο πατέρας τους. Οι υπόλοιποι απλά μεθάνε και τραγουδάνε στους δρόμους. Και θα γεράσει η γενιά μου και θα έρθει η επόμενη μετά να μας βρίζει που φύγαμε ή που τρέχαμε για ρουσφέτια και βολευτήκαμε και ξανακαταστράφηκε ο τόπος από τους ζεστοθεσούληδες. Αρχίζω και νιώθω αλλιώς για τις προηγούμενες γενιές. Ίσως δεν ήταν τελικά βόλεμα όλη αυτή η χάβρα που προκάλεσαν. Ίσως να ήταν απλά επιβίωση. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο χάνω την ψυχραιμία μου.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Μαμά λοιπόν




Έτσι με λένε εδώ και λίγο καιρό, αν και εγώ ακόμη δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Αδύνατον. Μέχρι και λουλούδια μου χάρισαν την ημέρα της Μητέρας παρόλο που εγώ βίωνα ακόμη τις ατέλειωτες ημέρες της Κοιλάρας. Το πρωί που έφευγα από το μαιευτήριο νόμιζα ότι θα μου έλεγαν “εντάξει κοπέλα μου ωραία περάσαμε πάπαλα το πανηγύρι, δώσε μας τώρα το μωρό κι άντε σπίτι σου”. Περιέργως μου το έδωσαν. Βρέθηκα έξω από το μαιευτήριο με ένα καλαθάκι κι ένα τόσο δα μωρούλι να περιμένουμε τον μπαμπά να φέρει το αυτοκίνητο. Κοίταγα γύρω μου σαν τρελή, βιαζόμουν να έρθει το αυτοκίνητο μήπως τελικά έχει γίνει λάθος, μήπως έρθει σύσσωμο το προσωπικό και το ζητήσουν πίσω. Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί ξυπνάμε κι οι δυο και ψάχνουμε την μικρή σχεδόν σίγουροι ότι την ονειρευτήκαμε. Ευτυχώς είναι εκεί. Τα 'παμε μη μας τσιμπάτε, ΔΕ θέλουμε να ξυπνήσουμε.

Η ευτυχία δεν είναι στιγμές. Δεν μπορεί να είναι απλά στιγμές. Είναι αδύνατον μερικές στιγμές να έχουν τόση δύναμη, να μπορούν να σε αλλάξουν τόσο πολύ, να μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις τόσο εύκολα τις άλλες στιγμές. Τις κακές. Που είναι περισσότερες και δυνατότερες και ξέρεις ότι δεν θα τελειώσουν. Η ευτυχία είναι μάλλον τουβλάκια λέγκο. Κατακόκκινα. Ικανά να χτίσουν μέσα τους όλα τα σκατά στο κεφάλι σου. Λίγα κόκκινα τουβλάκια μπορούν να κρύψουν στοίβες σκατά. Αεροστεγώς. Μέχρι μια καινούργια σκατοστοίβα να αρχίσει να μαζεύεται. Αλλά τώρα ξέρεις ότι αρκούν λίγα κόκκινα τουβλάκια. Και το καλύτερο, ξέρεις ακριβώς πού θα τα βρεις. Σε δυο τόσο δα ματάκια. Έχω άπειρα να γράψω, όμως καθημερινά προστίθενται στο κεφάλι μου νέα κόκκινα τουβλάκια με τη σέσουλα. Πρέπει να κάτσω να τα βάλω το ένα πάνω στ' άλλο, να χτίσω γερούς τοίχους πρώτα και μετά να τα εξιστορήσω.

Αυτά και άλλα, προλαβαίνω να τα χαζοσκεφτώ τις ελάχιστες στιγμές που δεν θηλάζω, χωμένη στην πολυθρόνα του μπαλκονιού, κρυμμένη πίσω από τον δεντροβασιλικό. Πίνω έναν πικρό ψευτοκαφέ, ρουφάω λίγες τζούρες απαγορευμένο τσιγάρο και αρχίζω τις φιλοσοφίες που τελικά κρατούν δέκατα δευτερολέπτου αφού διακόπτονται σχεδόν πάντα από τα άλλα μεγάλα ερωτήματα της ζωής μου: “τα κακά της άραγε θα είναι πράσινα ή μουσταρδί;”, “πώς γίνεται ένα τόσο γλυκό μωράκι να ρίχνει τέτοιους κλάνους;”. :D








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...