Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Το ζουμί







Το αστράκι μου μεγαλώνει καθημερινά. Κάθε που ξυπνάει στέκομαι από πάνω της και περιμένω να δω τί καινούργιο θα κάνει. Αλλάζει διαρκώς πίστες και δεν την προλαβαίνω. Μου λένε πολλά κορίτσια με υπογονιμότητα πόσο απογοητευμένες είναι από τις προσπάθειες και πόσο το σκέφτονται να τα παρατήσουν και προσπαθώ με κάθε τρόπο να τις εμψυχώσω, όχι τόσο για τον χρόνο (και όχι μόνο) που επένδυσαν αλλά περισσότερο γιατί πραγματικά δεν φαντάζονται τι γιγάντιο δώρο είναι ένα μωράκι εάν το θέλεις. Δεν είναι από εκείνα τα πανάκριβα δώρα που θα τα φορέσεις/παίξεις/ χαρείς αλλά πάντα με ημερομηνία λήξης. Είναι σαν ένα πανάκριβο δώρο που κάθε μέρα, κυριολεκτικά κάθε μέρα μεταλλάσεται και σου πολλαπλασιάζει τη χαρά.

Λίγο πριν την τελευταία επέμβαση για να μείνω έγκυος, είχα σχεδόν αποφασίσει να τα παρατήσω. Άμα με έβλεπες, θα το καταλάβαινες. Φαινόμουν ότι ήμουν παρατημένη. Το ντύσιμο, το μαλλί, τα κιλά μου που ανέβαιναν διαρκώς, το παρατημένο σπίτι, η διάθεσή μου που δεν έφτιαχνε ποτέ και με τίποτα. Έλεγα, δεν αξίζει να χάσω τα καλύτερά μου χρόνια δυστυχισμένη. Πάνω σε όλα αυτά ήρθε και μια ωραιότατη κρίση πανικού να μου χτυπήσει το καμπανάκι μιας λανθάνουσας κατάθλιψης. Ξεκίνησε με ένα επεισόδιο στην πρώτη μου εξέταση μαγνητικής και κάνα μήνα μετά επανήλθε γερά από το πουθενά. Ένα πρωί μπήκα ανυποψίαστη στο μετρό για να πάω στη δουλειά. Με το που έκλεισαν οι πόρτες πετάχτηκα σαν ελατήριο. Η κοπέλα απέναντί μου γούρλωσε τα μάτια της νομίζοντας ότι πήρα λάθος τρένο. Κατέβηκα στην επόμενη στάση, έτρεξα μέχρι την είσοδο και άρχισα να αναπνέω λες και μου είχαν κόψει τον αέρα. Ε, από τότε ξεκίνησε το μαρτύριο. Ούτε να οδηγήσω μπορούσα γιατί στο τούνελ της Αττικής οδού μου κοβόταν η ανάσα. Ούτε να δουλέψω γιατί το ταβάνι ήταν χαμηλό. Ούτε να μπω σε ασανσέρ. Και το περίεργο ήταν ότι η κλειστοφοβία μου συνοδευόταν από αγοραφοβία ταυτόχρονα. Το πήρα πρέφα στο μουσείο της Ακρόπολης όταν ανάμεσα στον πολύ κόσμο την ώρα της ξενάγησης εγώ με το ζόρι κρατιώμουν να μην τρέξω έξω να πάρω αέρα.

Ένιωθα ασφαλής μονάχα στο κρεβάτι μου κουκουλωμένη μέχρι το κεφάλι αλλά με ανοιχτή πόρτα μήπως και τελειώσει ο αέρας. Η μαλακία με τη διαταραχή πανικού είναι πως ο πρώτος σου φόβος είναι ότι θα πεθάνεις από ασφυξία. Η δεύτερη μαλακία αν δεν ξέρεις τί έπαθες και γιατί, είναι ότι νομίζεις πως το επόμενο βήμα είναι το τρελάδικο. Η τρίτη και χειρότερη μαλακία είναι ότι όοολα αυτά χτυπάνε καμπανάκια για κατάθλιψη που όπου να 'ναι έρχεται. Και όπως πάντα, άρχισα να διαβάζω γι' αυτό, να εκτυπώνω σαν τρελή τεχνικές και να γεμίζω με αυτές όλες μου τις τσάντες, μη τυχόν και με πιάσει κρίση πανικού και δεν θυμάμαι τί πρέπει να κάνω. Το κλου, ταξίδεψα στην Κρήτη για διακοπές περνώντας όλη τη νύχτα έξω στο κρύο γιατί δεν μπορούσα να αναπνεύσω στην καμπίνα. Ταλαιπωρία. Η καλύτερη θεραπεία που βρήκα ήταν η αποδόμηση και η σάτυρα. Πρέπει λέει να κάνεις κάθε φόβο σου κομματάκια και κάθε κομματάκι να το κοροιδέψεις, να το ξεφτιλίσεις, να γελάσεις με αυτό και κυρίως να μην το φοβάσαι για να το ξεπεράσεις. Ναι, πολύ γέλιο. Πέρασε όμως. Ζεις πάντα με το φόβο του πανικού αλλά περνάει. Ευτυχώς.

Θέλω να πω, πως τα 'κανα σκατά τόσα χρόνια γιατί βάζοντας το παιδί ως κύριο σκοπό της ζωής μου άφησα τον εαυτό μου να κυριευτεί από αυτό, με πολύ φόβο και σοβαρούς κινδύνους για την ψυχική μου υγεία. Και άρχισαν να χτυπάνε όταν είχα σχεδόν πάρει την απόφαση να τα παρατήσω. Ήμουν τυχερή και το θαυματάκι μου ήρθε προτού τα φτύσω. Εκ του αποτελέσματος όμως, και επειδή βλέπω πολλές κοπέλες στην ίδια κατάσταση με εμένα πριν έναν χρόνο, έχω να πω ότι άξιζε τον κόπο. Ίσως να έπρεπε να με προσέχω λίγο παραπάνω, να το πάω λίγο πιο σιγά αλλά άξιζε τον κόπο. Αυτό που θα συμβούλευα τον εαυτό μου εάν μέχρι σήμερα δεν τα 'χε καταφέρει θα ήταν η υιοθεσία. Μακράν. Θέλοντας τόσο μα τόσο πολύ ένα μωράκι είναι ηλίθιο να μην το φέρεις στη ζωή σου τη στιγμή που υπάρχουν έτοιμα μωρά και περιμένουν. Η εγκυμοσύνη και η γέννα είναι μια μαλακία και μισή, μπροστά στις χαρές του μωρού κάθε μα κάθε μέρα της ζωής του. Δεν είναι να χάνεις τέτοιο πράγμα μόνο και μόνο επειδή δεν το γέννησες εσύ. Δεν είναι.









Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Στο ράφι




Ένας από τους μόνιμους τρόμους μου στο ψιλικατζίδικο ήταν κάθε που άρχιζαν να αδειάζουν τα ράφια. Αν είχα δέκα πακέτα χαρτοπετσέτες, έφευγαν την ίδια μέρα. Αν έμενα με μία, μπορεί και να τη φορτωνόμουν για μήνα. Δεν το καταλάβαινα όμως πολύ καλά. Άμα έχεις ανάγκη χαρτοπετσέτες, τί διάολο σε νοιάζει πόσες έχει το ράφι; Πας, τις τσιμπάς και τέλος. Άντε το πολύ να χαλαστείς άμα είναι για τα μπάζα ή πανάκριβες. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι.

Έντονα χρώματα, μεγάλα γράμματα, γυαλιστερά προϊόντα, φίσκα ράφια. Η Αγία Βαρβάρα είναι ο μεγεθυντικός φακός της παραμικρής τάσης και νοοτροπίας. Άμα δηλαδή κάτι δεν πιάνουν καλά οι κεραίες σου, κάνεις μια βόλτα κατά ΄δω και όλα σκάνε στη μάπα σου σε μεγέθη που και να θες, δε μπορείς να τ' αγνοήσεις. Τα μαγαζάκια των τσιγγάνων με τα - όχι και τόσο - μαϊμού ρούχα είναι πίτα σε χρυσάφια και στρας, τεράστια λογότυπα σε κάθε πιθανό σημείο του εμπορεύματος και αγκράφες τριπλάσιες σε μέγεθος από τις ζώνες. Όλα πρέπει να δείχνουν “ΑΚΡΙΒΟ” και “ΕΠΩΝΥΜΟ” αλλιώς στοκάρονται επικίνδυνα.
Οι τσιγγάνοι οσμίζονται καθαρότερα τα πράγματα παρόλο που η κουλτούρα τους, επιβάλλει υπερβολές. Ο χρυσός κανόνας των απανταχού εμπόρων, εδώ σκάει κανονικά στη μάπα σου: το μαγαζί πρέπει να ξεχειλίζει εμπόρευμα. Μέχρι βεντούζες θα δεις στις (μόνιμα ανοιχτές προς τα έξω) πόρτες τους με κρεμασμένα παπούτσια απ΄τα κορδόνια. Περπατάς στο πεζοδρόμιο και τρακάρεις σε γυάλινες πόρτες με βεντουζωμένα παπούτσια. Το ξεφτίλισαν αλλά ο κανόνας ισχύει.

Πάει λίγες βδομάδες στις απεργίες που είδα πώς είναι ένα σούπερ μάρκετ με άδεια ράφια. Μιζέριασα. Η χλωρίνη μου μόνη της δεν έδειχνε πια η καλύτερη και η οδοντόκρεμα με το ντούπερ συστατικό δεν φαινόταν να ξασπρίζει πια, χωρίς να έχει δίπλα της άλλες δέκα φτηνιάρες που απλά καθαρίζουν δόντια ή έστω μια πανάκριβη που να ζεις για να πάρεις κάποτε. Δυσκολεύομαι να κινούμαι σε κόσμους με μία χλωρίνη, μία οδοντόκρεμα, μία χαρτοπετσέτα. Ζορίζομαι και μιζεριάζω. Και τα ράφια ολοένα κι αδειάζουν.

Ένα μισοάδειο ράφι σε διώχνει. Έτσι το μάθαμε. Σου φέρνει μιζέρια και καμία διάθεση να ψωνίσεις. Και ο Έλληνας όσο φτωχαίνει τόσο πιο λαρτζ γίνεται. Θέλει δέκα μάρκες χαρτοπετσέτες για να γεμίσει το μάτι του, δέκα ποιότητες να στουμπώσει το μυαλό του, δέκα ισχυρά λογότυπα να νιώσει ασφαλής, χρειάζεται πλέον ένα κάρο συνθήκες για να τιμήσει το μαγαζί με τα λεφτά του. Θέλει τις πανάκριβες χαρτοπετσέτες του, δίπλα στις φτηνές πριν αγοράσει τις μέτριες. Θέλει όλα τα χρώματα και σχέδια πριν πάρει τις άσπρες. Αν δει μόνο μία ξενερώνει, δεν του κάνει καρδιά να βουτήξει στον Μαγικό Κόσμο Της Χαρτοπετσέτας γιατί αυτό που τελικά ήθελε δεν ήταν η χαρτοπετσέτα, την έκανε την δουλειά του και με λίγο κωλόχαρτο, αυτό που τελικά ήθελε ήταν να νιώσει ότι τον σέβονται, ότι του δίνουν επιλογές, ποιότητα και αξία. Να δείχνει σημαντικός, γκουρμές, ελίτ. Όλα αυτά δηλαδή που δεν έχει και ούτε θα αποκτήσει ποτέ. Τουλάχιστον όχι με τους παραδοσιακούς τρόπους.

Τριγύρω λουκέτα. Η αγορά ψόφησε λένε. Μπα. Τα μικρά μαγαζάκια ψοφάνε. Δεν μπορούν να είναι πια τόσο φίσκα όσο συνηθίσαμε. Θες πολλά τετραγωνικά, φώτα και κυρίως γεμάτα ράφια για να επιβιώσεις. Όσο πιο φτωχός ο πελάτης, τόσο πιο πλούσια τον μεταχειρίζεσαι. Όσο πιο φτωχός γίνεσαι, τόσο πιο πολύ χρειάζεσαι τη μόστρα. Τόσο πιο πεισματικά αρνείσαι την πραγματικότητα.








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ι-σόπινγκ




[Προ-προ-πρόλογος
Θα μου πεις εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ ασχολείσαι με ι-σόπινγκ; Θα σου πω ότι δόξα τω θεώ δεν πέθανα και αφού δεν πέθανα πρέπει να τρώω, να ντύνομαι και να εξοπλίζω το σπίτι μου και τα 'χω πάρει κράνα με το συγκεκριμένο θέμα γιατί το ι-σόπινγκ δεν είναι πολυτέλεια άμα είσαι κλεισμένος σπίτι και έχεις ανάγκη χίλια δυό συμπράγκαλα. Κι αφού όλοι μου τα χώνουν γιατί δε γράφω, πάρτε να '΄χετε, μόνο μην αρχίσετε πάλι, αυτό έχει καρφωθεί στο κεφάλι μου τελευταίως. :P ]

Άκου πολιτική οι Έλληνες ι-μπίζνεσμεν. Άμα ψωνίσεις κάτι από το μαγαζί τους, πληρώνεις πιο ακριβά απ΄ότι να το ψωνίσεις στο site τους. Δηλαδή άμα τους κουβαληθείς και σε δούνε live, σε χρεώνουνε πιο πολλά από ότι να πατήσεις ένα κουμπί. Προφανώς για ψυχική οδύνη. Σου λέει θα έρθει αυτή, θα μας τα πρήξει, θα μας απασχολήσει και τον υπάλληλο που τον έχουμε να τα ξύνει, ας τη βαρέσουμε στ' αυτιά να μην το ξανακάνει. Και δεν το ξανάκανα. Αλλά επειδή είμαι και ξινόμουτρο δεν έμεινα εκεί. Όχι κύριε, ούτε στο site σου θα μπω. Έλα μου όμως που κάποιες φορές ήθελα ντε και καλά τη φίρμα που πούλαγαν αποκλειστικά. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές αγορές. Κι εδώ ανακάλυψα το πιο κουφό. Άμα πας για παράδειγμα στον κυρ Μήτσο να πάρεις παπούτσια έχουν π.χ. 20 ευρώ. Άμα μπεις στο κυρΜήτσος.gr να τα ψωνίσεις, πληρώνεις 15 ευρώ συν μεταφορικά. Κι άμα μπεις στο SirMitsos.co.uk θα πληρώσεις 10 ευρώ και τα μεταφορικά δώρο.

Χαλόου; Ποιά κρίση ωρέ; Μόνο και μόνο επειδή πληκτρολογώ .gr και όχι ας πούμε .de ή .uk θα φάω καπέλο; Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξαναψωνίσω από ελληνική εταιρεία με τέτοιες διαφορές για το ίδιο ακριβώς προϊόν, της ίδιας μάρκας. Θυμάμαι όταν έψαχνα για ένα παιδικό φωτιστικό, μου είχαν πέσει τ' αυτιά από τα εκατοστάευρα που άκουγα τριγύρω. Μα 100 ευρά για ένα τόσο δα σκατουλάκι; Και υπ΄όψη ότι αυτά ήταν τα νορμάλ. Υπήρχαν και τα επώνυμα τύπου μπάρμπι, γουίνι και δενξέρωτιάλλομαλακισμένο με 150 και 200 ευρά. Ε, τους μούτζωσα και σε δευτερόλεπτα, βρήκα το πιο γαμάτο φωτιστικάκι έβερ με 20 λίρες μαζί με τα μεταφορικά σε τρεις μέρες σπίτι μου. Άσε το άλλο. Με το τουφέκι να βρεις ελληνικό e-shop να δέχεται paypal. Εδώ δεν εμπιστεύομαι ολόκληρες πολυεθνικές να δώσω την πιστωτική μου και θα την δώσω στα ελληνικά μικροιντερνετομάγαζα που δεν ξέρουν τι τους γίνεται;

Λάστ μπατ νοτ λίστ: Μην είστε τσίπιδες ακόμα και στις εκπτώσεις σας! Από τη Ροδιά.

[Επί-επί-επίλογος
Μη βαράτε ρε, η αλήθεια είναι ότι πλέον για να γράψω πρέπει να έχω υψηλό πυρετό. Καλά όχι κανονικό πυρετό, εννοώ από εκείνους τους πυρετούς που φουντώνεις, καψώνεις, τα παίρνεις κρανίο και μόλις βαρέσεις κόκκινα (αν έχεις δηλαδή χρόνο να ξεσπάσεις) όποιον πάρει ο χάρος. Ή από τον άλλο τον πυρετό. Εκείνον της καφρίλας. Που σε πιάνουν οι διαολιές σου, λες πωωωω θέλω πολύ να ξεφτιλιστώ στο γέλιο, τι καφρίλα να γράψω... και ξεκινάς να γράψεις με τα απαραίτητα διαλείματα διαβολικού γέλιου. Τώρα που. Ανάμεσα σε πάνες, χύτρες που ξεχειλάνε, χαμογελάκια, ασφουγγάριστα πατώματα και “ήταν ένα μικρό καράβι” για διακοσιοστή φορά, χώνεται αυτό που εσείς έχετε για κανονική ζωή σα σφήνα. Μια είδηση, λίγος Λαζό, ένα Νησί, ένας ταλαίπωρος απεγκλωβισμένος, μια βυζαρού έγκλειστη.
Ανάβω, κορώνω, με πιάνουν οι καφρίλες μου, λέω θα κράξω και το αμέσως επόμενο λεπτό ο_ κλήρος_ πέφτει_ στα_ αγόρια_ που_ ήταν_ σα_σα_σα_ σκυλόψαρα... και πέφτει κατακόρυφα ο πυρετός. :D ]








Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...