Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Καλοί μου άνθρωποι!




Κι ακούω κι αυτό το απίστευτο, ότι λέει, μετά την κρίση όλοι θα κάνουμε τους απολογισμούς, τις ενδοσκοπήσεις, τα μαγικά και τα τσι μας και θα γίνουμε λέει, καλύτεροι άνθρωποι. Για να μην ξανακυλήσουμε, λέει. Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ πάντως το πήρα απόφαση, θα γίνω λαμόγιο του κερατά. Kάθε είδους χοντροθύελλα δε σε κάνει δυνατό, σε κάνει φοβισμένο. Και κυρίως, σε πείθει ότι δεν πρέπει σε καμία των περιπτώσεων να αφήσεις να σου ξανασυμβεί εσένα αυτό. Γιατί μόνο εσύ ξέρεις πως έγινε η κωλάρα σου να το ξεπεράσεις και επειδή πλέον δεν είσαι και πολύ σίγουρη ότι αν σου ξανασυμβεί θα τη βγάλεις καθαρή. Γιατί ως καλός άνθρωπος (sic) κοιτάς πρώτα τους άλλους και με μαθηματική ακρίβεια σε πηδάνε τα λαμόγια ενώ ως λαμόγιο διασφαλίζεις ότι δεν θα ξανασυμβεί κακό πρωτίστως σε εσένα και την οικογένειά σου.

Δοκίμασα κάθε είδους πρακτική ΜεΤοΣταυρόΣτοΧέρι για να φτάσω πλέον, να με νικήσει η φυσική επιλογή και συγκεκριμένα το ανώτερο είδος του Λαμόγιου. Ε, η μόνη λύση είναι η μετάλλαξη. Να βγάλεις νύχια, να θρέψεις χοντρή πέτσα, να βάλεις μάτια αετού και το κυριότερο, να μυρηκάζεις. Να τα μασάς, να τα μασάς, να τα μασάς από παντού και μετά να τα καταπίνεις. Κυρίως αυτό.



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Where is my mind?





Ξέρεις πόσα κείμενα γράφονται καθημερινά στα κεφάλια μας; Ξέρεις τί λέζα έχεις γλιτώσει από τα χιλιάδες νοερά ποστ την ώρα που περιμένουμε το μετρό, το λεωφορείο, την ώρα που περπατάμε το πρωί για τη δουλειά, στη δουλειά, στον ξύπνιο, στα τόσα ζόρια; Ατέλειωτα κείμενα για όλα όσα συμβαίνουν, γιατί είναι πολλά, ξεχειλίζουνε και θα σε σκάσουν άμα δεν κάνεις ότι τα λες κάπου. Πρέπει έστω νοερά να πεις για όλα εκείνα που σου γουρλώνουν τα μάτια, που σε ξεκαρδίζουν μες τη μαυρίλα, που σε κάνουν και σαλτάρεις. Αλλά τί να γράψεις. Τί να πρωτογράψεις. Γιατί πονάνε τα πάντα πια. Δε φτάνει δηλαδή που ζούσαμε στην κοσμάρα μας, τώρα μαθαίνουμε πως δεν επρόκειτο καν για κοσμάρα αλλά για κοσμάκι του κερατά. Οι περισσότεροι είμαστε με μόνιμες τανάλιες στα στομάχια για το περισσότερο μέρος της ημέρας και της νύχτας μη σου πω. Ένα βλαμμένο συνοθύλευμα από φόβους, αγωνίες, εικόνες τρομακτικές που δε θες αλλά σου σφηνώνονται στο κεφάλι και δε σ’ αφήνουν να πάρεις ανάσα.


Τι είπε ο ένας, τί είπε ο άλλος, πότε πτωχεύουμε, πότε μας την πέφτουνε, πότε κόβουν το ρεύμα, πώς σκατά θα επιβιώσουμε. Μου μοιάζουν όλοι με εκείνη τη τύπισσα στη διαφήμιση που περπάταγε και έκανε υπολογισμούς αν θα τη φτάσουν τα λεφτά για ψώνια, μόνο που τώρα είμαστε όλοι μια πίστα παρακάτω, μάλλον κάτι χοντροπίστες παρακάτω, άμα ακούς να ρωτάνε πόσα μακαρόνια να βάλουν στην άκρη για μια ώρα ανάγκης, πώς θα πάνε στη δουλειά χωρίς φράγκο και πόσο νερό άραγε να θέλει ένα μποστάνι στο μπαλκόνι. Και εκείνη η κυρία ένα βράδυ στο μετρό. Που έκλαιγε για δέκα ευρώ στο τηλέφωνο. Τα παιδιά της στο νοσοκομείο και δεν έβρισκε δέκα ευρώ να ταΐσει τα εγγόνια. Και αυτός που μιλούσε δεν είχε να της δώσει. Και δεν είχα ούτε εγώ. Αλλά και να ‘χα, πώς να πλησιάσεις τον άλλο να τον βοηθήσεις; Φαγωθήκαμε να γίνουμε κυριλέδες και τώρα πρέπει να περάσεις κάτι τοίχους ΝΑ για να ξαναγίνεις άνθρωπος. Και μη γελιόμαστε, δεν ξαναγίνεσαι. Δεν υπάρχει γυρισμός αλλιώς όλοι θα τρέχαμε στη Σομαλία. Ή έστω οι καρδιές μας.


Μαλακία, έγινα πολύ μελό. Δε βαριέσαι, πες ότι δεν τα διάβασες. Μια φορά εγώ τα ‘πα γιατί ό,τι και να κάτσω να γράψω εδώ και βδομάδες, καταλήγω να μη θέλω να το δεις. Κυρίως μπας και γλιτώσω από κωλοκβαντοθεωρίες και λοιπά μεταφυσικά. Όχι ρε, άμα δεν τα διατυπώσω, ΔΕΝ ισχύουν. Στο κεφάλι μου είναι όλα. Σε ολονών μας τα κεφάλια. Μόνο.