Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Η εικόνα της Ελλάδας όταν δεν την έχεις δει για δέκα μήνες




Το lifestyle ή ό,τι έχει μείνει από αυτό, προφανώς νιώθει και πάλι υποχρεωμένο να εκπαιδεύσει τη νέα γενιά στα νέα ήθη (sic). Όλα όσα διάβαζες πως όφειλες να κάνεις στον εαυτό σου και στο φίλο σου (sic), τώρα τα βλέπεις σε όλο το εύρος τους ον κάμερα για να τα εμπεδώσεις, από ανθρώπους που θυσιάζονται για να γίνουν οι εξομοιωτές της νέας σου πραγματικότητας. Δεν χρειάζεται πλέον να υποψιάζεσαι πράγματα για τα πρότυπά σου, τώρα στα δείχνουν μόνες τους. Κωλόφαρδες (no pun intended). :P

Έχουμε Εμφύλιο. Αλλά όταν ακούς για εμφύλιο περιμένεις δύο στρατόπεδα. Αυτούς με τα όπλα και τους άλλους με τα κονσερβοκούτια. Πλέον όμως, δεν έχουμε μόνο δύο. Η ιστορία μας δίδαξε καλά, οπότε φτιάξαμε καβάτζες μη τυχόν και γλιτώσει κανείς την πλακωμάρα. Τα έως τώρα ματσάκια: Οι φασίστες με Όλους ακόμη και με αυτούς που τους ψήφισαν, απλά σε μελλοντικά επεισόδια. Το παπαδαριό με Όλους, ακόμη και με τους πιστούς αρκεί να τους κοστίζεις λεφτά ή να σου αρέσει το θέατρο. Οι απλοί νοικοκυραίοι με Όλους για όσο δε θα έχουν λεφτά. Πολιτικοί και δημοσιογράφοι στην πρώτη γραμμή, ψηφαλάκια και τηλεθέαση γαρ, τα γνωστά.

Οι φασίστες υπάρχουν. Παλιά, ζήτημα να έβλεπες έναν τέτοιο σε κάνα φόρουμ που ακόμη και με ψευδώνυμο, κρυβόταν να το πολυλέει. Τόσο iq χαρτοπετσέτας ήταν σχεδόν προστατευόμενο είδος, διότι μιλάμε για εγγυημένη διασκέδαση να του κάνεις μια ερωτησούλα και να σου κρασάρει τόσο θεαματικά. Πολλή πλάκα. Τώρα δεν έχει. Τώρα είναι παντού και αντί να κρασάρουν, έχεις αγέλες που σου κάνουν ντου. Τώρα δεν ρωτάς, τώρα μόνο απαντάς. Οok.

Όταν εσείς βλέπετε διαφημίσεις στην ερτ, εμείς βλέπουμε βιντεάκια από νησάκια και πόσο γαμάτη είναι η χώρα ΜΑΣ για να κάνουμε τουρισμό. Φαντάσου πικάρισμα, κοντά ένα χρόνο να μην έχεις δει τους φίλους σου, τα εισιτήρια να είναι στο ΘΕΟ και να σου λένε καθημερινά, σε πόσο γαμάτο μέρος γεννήθηκες και πόσο γαμάτα θα είναι όταν δεις τους φίλους σου και πάρε και μερικές θαλασίτσες και νησάκια και μαγευτικούς προορισμούς (sic) που ΔΕΝ παίζει να δεις σύντομα. Άκαρδοι.

Ελλείψει χρημάτων για νέα σήριαλ, τα κανάλια σου βάζουν ρίαλ πλακωμάρες καθημερινά, σε επεισόδια (pun intended). Το κόνσεπτ πάει ως εξής: καλείς έναν φασίστα, πλακώνει πέντε - έξι, καλείς μετά ένα-ένα τα θύματα να μιλήσουν, πριν ξεχαστεί κάνεις φασιστική φάρσα σε ένα από αυτά, αμέσως το βάζεις να μιλήσει σε σοκ, μετά καλείς τη διανόηση να σου πει πόσο ξεπέσανε τα ήθη και η πολιτική και αυτό το πράγμα δεν τελειώνει ποτέ όπως η Τόλμη και η Γοητεία, που μελώνεις κάθε φορά που ο Ρίτζ πουλάει αγάπες στη Μπρουκ και αναρρωτιέσαι αν τον δεχτεί πίσω, σαν να μην είδες ποτέ το πεντηκοστό ενδιάμεσο διαλειματάκι που παίρνονταν αμφότεροι δίχως αύριο με όλο τους το σόι.

Υπάρχει μια ειδική συνομοταξία συνειδητοποιημένων πολιτών, που ενώ όλοι οι άλλοι έχουνε Εμφύλιο, Φασισμό, Χοντρές Αφραγκίες, Ξεπεσμό και Ξενιτεμό, αυτοί έχουν πάρτυ. Είναι ουσιαστικά η μικρή ομάδα ηρώων που καταφέρνει επάξια με επίμονο στομουνισμό, να κρατήσει την εικόνα της Παρτελλάδος σε ικανοποιητικά επίπεδα με το Χθες, ίσα να αποτρέψει όλους εμάς τους παραπληροφορημένους απ΄το να πάρουμε το τουφέκι μας και το πρώτο αεροπλάνο για να θυσιαστούμε για την πατρίδα. Άξιοι.


Κινέζικη κατάρα updated:
May you live in Interesting times and relocate exactly at the climax of History. Skata.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η Ωραία Ελλάς




Μου λες πώς φτάσαμε ως εδώ, άλλοτε πραγματκά ελεύθερε πολίτη δημοκρατικής χώρας και σκέφτομαι πως ήρθε η στιγμή να σου πω ένα κακό παραμύθι, ένα από τα πολλά με κακή αρχή, κακή μέση και τέλος ίδιο με το δικό μας.

Μια φορά κι έναν καιρό, στ’ αλήθεια όμως, υπήρχε και υπάρχει μια μικρή περιοχή μέσα σε μια ελεύθερη χώρα, άλλοτε κλεισμένη με μια μπάρα, τώρα όχι, μα τόσο καλά κρυμμένη, που λίγοι ξέρουν γι’ αυτήν. Οι άνθρωποί της, εντελώς απομονωμένοι από τον πολιτισμό, θεόφτωχοι και σκορπισμένοι σε χωριουδάκια μέσα σε αφιλόξενα και παγωμένα βουνά. Αν πάρεις το αυτοκίνητο για να κάνεις μια βόλτα στα χωριά του τόπου αυτού, θα δεις άγονη γη, φυτεμένη με πολλές ξεκάρφωτες μαρμάρινες προτομές ηρώων με το ζόρι, πολλά σκουπίδια και αρκετά ζευγάρια μάτια να σε παρατηρούν στα κρυφά. Μέχρι να φτάσεις σε κάθε χωριό, εκεί που θα ‘πρεπε να έχει πεζοδρόμιο στην άκρη του δρόμου, θα δεις χωραφάκια το πολύ 1x2, προσεκτικά περιφραγμένα με σπάγγους και πού και πού, λίγα μεγαλύτερα χωράφια που οι κάτοικοι οργώνουν υπομονετικά με βόδια και αλέτρι. Κι αν μπεις μέσα στα χωριά και είσαι τίποτα συλλέκτης, θα βρεις άπειρους θησαυρούς, όπως χειροκίνητες αντλίες σε βενζινάδικα άλλης εποχής.

Κουβέντες με τους κατοίκους όμως, να μην περιμένεις. Θα σε δουν, θα χαιρετάνε λες και είσαι κάποιος επίσημος και μετά θα χωθούν στα σπίτια, θα τρέξουν στα παράθυρα και θα σε κοιτάνε απ΄τις κουρτίνες μέχρι να φύγεις. Κι αν πεις να μπεις στα λιγοστά μαγαζιά τους με τα γραφικά ελληνικά ονόματα όπως “Η Ωραία Ελλάς” ίσως σοκαριστείς από την έλλειψη εμπορεύματος, χώρια που μάλλον δεν θα καταλάβουν την γλώσσα σου αλλά θα παραμείνουν ευγενικοί και πολύ πρόσχαροι, πάρα πολύ πρόσχαροι, όσο ευγενικός και πρόσχαρος είναι κάποιος που φοβάται πολύ.

Τη δουλειά των γιατρών στον τόπο αυτόν, την κάνουν κάτι γραφικοί με βοτάνια και προσευχές και τα περισσότερα αγόρια που πάνε στρατό, περνούν τους πρώτους μήνες θητείας στα νοσοκομεία για να φτιάξουν δόντια, κόκκαλα και σπλάχνα που έχουν ρημαχτεί.

Στο δημοτικό σχολείο θα δεις καμιά 500αριά ταλαιπωρημένα πιτσιρίκια, στοιβαγμένα ανά 5 στα λιγοστά θρανία, χωρίς θέρμανση, φυσικά. Διδάσκονται δύο γλώσσες και μιλάνε μια άλλη, τη δικιά τους, όσα από αυτά τα παιδιά τουλάχιστον, θα αντέξουν να συνεχίσουν σε ένα τόσο αφιλόξενο σχολείο, διότι το σύνηθες είναι να τα παρατούν.

Το ταξίδι σου πρέπει να λήξει κάπως απότομα όταν έρθει το φορτηγό με τη ντουντούκα. Μπορεί να μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα αλλά ξέρεις ότι δεν είσαι ευπρόσδεκτος άλλο εκεί, καθώς η αγωνία όλων, όσων μαζεύονται βιαστικά στο κέντρο του χωριού, σε διώχνει. Εκεί, η ντουντούκα είναι ο τρόπος να ανακοινώνει η διοίκηση της χώρας κάθε νέα οδηγία για τη ζωή των ανθρώπων αυτών και ο στρατός, ο τρόπος για να το επιβάλλει. Δεν χρειάζεται να μάθεις άλλα, απλά σκουπίζεις τα μάτια και επιστρέφεις στον πολιτισμό σου, σίγουρη πια ότι τα φώτα όλων των πολιτισμών καίνε κάρβουνο, πάντοτε πολύ καλά κρυμμένο.

...και ζήσανε αυτοί πολλά και ‘μεις περισσότερα...


[Από το οδοιπορικό μου στα Πομακοχώρια της Ξάνθης, το 2008]



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Τύχες πεταμένες




Σε μια παρουσίαση βιβλίου μου, έτυχε και πέρναγε έξω από το βιβλιοπωλείο ένας υπουργός. Ο βιβλιοπώλης τον είδε, έτρεξε να τον χαιρετήσει και προφανώς επειδή εκείνος τον ρώτησε προς τι το νταβαντούρι, του είπε για μένα και του χάρισε ένα αντίτυπο. Λίγη ώρα αφού το βιβλίο βρέθηκε στα χέρια του, μου μήνυσε μέσω του βιβλιοπώλη να περιμένω τηλέφωνό του την επόμενη.

Σκεφτόμουν διάφορα αλλά λέω οκ μην είσαι στρίτζω, κάτσε να δούμε τί θέλει πρώτα. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα ντριν το κινητό και να ’σου μια γλυκύτατη φωνούλα να με ενημερώνει ότι με καλεί από το γραφείο του υπουργού τάδε και πως ο ίδιος ο κύριος υπουργός θέλει να μου μιλήσει. Άντε λέω, να το ζήσουμε κι αυτό. Περιμένω κάνα δίλεπτο ακούγοντας κάτι μπουζουκοπόπ και να ‘σου ο υπουργούλης. “Καλημέρα Κωνσταντίνα” μου λέει. “Είμαι ο τάδε. Ο υπουργός τάδε”. Προφανώς θεώρησε ότι έπρεπε να το ακούσω και απ΄τα χείλια του για να ψαρώσω ικανοποιητικά ή για να γουστάρει αυτός, θα σε γελάσω. “Άκου”, μου λέει, “διάβασα λίγο απ΄το βιβλίο σου χθες στο αυτοκίνητο και έχεις πολύ καλό ταλέντο”. “Ευχαριστώ” του λέω, δοξάζοντας από μέσα μου τον θεό που δε μου ‘δωσε κακό ταλέντο και προσπαθώντας να μη γελάσω. “Ξέρεις, είμαι κι εγώ συγγραφέας” συνέχισε, “το τελευταίο μου βιβλίο ειδικά, είναι πολύ καλό, λίγο βαρύ φοβάμαι για σένα και μάλλον θα σε δυσκολέψει αλλά τέλος πάντων, έχουμε πολλά κοινά εμείς οι δύο". Ωχ, σκέφτομαι ενώ παράλληλα σημειώνω να βρίσω τον Τάσο που το ξεφτίλισε με το φώτοσοπ στη φωτογραφία του βιβλίου μου.

“Να σου πω” συνεχίζει απτόητος, “δεν έρχεσαι τη Δευτέρα το πρωί για έναν καφέ από το γραφείο μου;” και επιμένει “έχουμε πολλά κοινά οι δυο μας”. Ώπα λέω, αυτός περιμένει απάντηση άρα θα σκάσει να μιλάει για λίγο, άρα να η ευκαιρία σου επιτέλους να του το κόψεις. Ξεκινάω φουριόζα λοιπόν να του πω ότι δεν προλαβαίνω, ότι μένω στου διαόλου την κάλτσα, ότι είναι μανίκι να τρέχω κέντρο, ότι δουλεύω Γέρακα... ε ρε γλέντια! Τί ήταν να πω “Γέρακα”, με κόβει πάλι λες και τον τσίμπησε μύγα κι άρχισε να φωνάζει ενθουσιασμένος: “Γέρακα; Δουλεύεις Γέρακα; Άντε ρε Κωνσταντινάκι, κοίτα σύμπτωση, βρες μου κάναν μουτζαχεντίν εκεί να κάνουμε δουλειά! Κανέναν δεν έχω στον Γέρακα!”. Ξέρω, κινέζικα. Δεν τόλμησα καν να ρωτήσω. Μου είπαν μετά ότι εκτός από αδελφή συγγραφική ψυχή, έψαχνε και κάποιον να δουλεύει γι’ αυτόν, κάτι σαν κομματόσκυλο να του μαζεύει ψήφους, γκόμενες, θα σε γελάσω, είμαι παντελώς άσχετη με αυτά που κάνουν οι υπουργοί για να ψηφίζονται και να πηδάνε.

Σύντομα, ο υπουργάκος αφού είδε ότι ούτε μουτζαχεντίν θα του βρω, ούτε την μουτζαχεντίν θα του κάνω, είπε να κλείσει το τηλέφωνο με τον δικό του τρόπο, τον υπουργικό: “λοιπόν, χάρηκα πολύ που σε άκουσα και δεν ακούω κουβέντα. Τη Δευτέρα το πρωί σε περιμένω στο γραφείο μου. Μέχρι τις 11.00 ακυρώνω τα πάντα. Να είσαι εκεί”. Και μου το ‘κλεισε στη μούρη. Κι ενώ περιμένω γέλια και κάζο και κυρίως μετάφραση αυτών που μου είπε, τρώω για μέρες την επόμενη μεγάλη σουρεάλα από τις απορημένες νεανίδες του κύκλου μου: “καλά είσαι τρελή; ΔΕΝ θα πας;”

Πουτάνα κρίση, τί σε βάζει και ξανασκέφτεσαι!




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Το Πατριωτάκι




Να είναι 2009, να δουλεύεις στα ίντερνετς, να βρίσκεσαι στη γραφειάρα σου με με καμιά δεκαριά συναδέλφους, σε ένα πανέμορφο γυάλινο κτήριο με λίμνες και καταράκτες, κι εκεί που κωλοβαράτε στα σοσιαλμίντια έχοντας ανακαλύψει την νέα τρεντιά να πετάς πρόβατα ο ένας στον άλλον, να σκάει ακριβώς πάνω απ΄το κεφάλι σου ένα μεσόκοπο τυπάκι, ύψους μετά βίας 1.50, ντυμένος φύλακας με πλήρη αρματωσιά, να μην είναι γκογκομπόι-κακή-έκπληξη για τα γενέθλιά σου και να κοιτάει στραβομουτσουνιασμένος την οθόνη σου κουνώντας το κεφάλι. Και να κάνει γκριμάτσες και να φεύγει και να σταματάει πάνω από κάθε συνάδελφο, να σκύβει το ίδιο νταηλίδικα πάνω απ΄το κεφάλι του και να συνεχίζει την περιπολία.

Το γκλομπ μονίμως στα χέρια, που το έπαιζε ρυθμικά πίσω από την πλάτη και εκείνος, βηματάκι, σκύψιμο πάνω από οθόνη, παίξιμο γκλομπ, γκριμάτσα, βηματάκι. Και το αυτό. Επί δέκα. Και μετά έφευγε. Την πρώτη φορά απορήσαμε. Από τη δεύτερη και μετά, μέχρι να συνέλθουμε από τον επιδαπέδιο χταποδογέλωτα, αυτός είχε προλάβει να κάνει τον γύρο του ορόφου και δώστου πάλι έστριβε στη γωνία. Ίσα που προλάβαινες να πάρεις μια ανάσα και να την κρατήσεις μέχρι να ξαναφύγει. Λογικά, την τρίτη φορά με το που έστριψε φεύγοντας, πρέπει να του πήραμε τ’ αφτιά από τις τσιρίδες οπότε επέστρεψε στο αρχηγείο του, το κλασικό κουβούκλιο φύλακα στην είσοδο του κτηρίου, που ήταν άλλωστε και το σημείο που θα έπρεπε να περιορίζει την αστυφυλακοσύνη του.

Την άλλη μέρα έγινε πιο διαχυτικός. Πάλιουρας κι έτσι. Έσκυβε στην οθόνη σου κι αν είχες μεγάλα βυζιά, αντί για γκριμάτσα, σου ‘σκαγε κάνα χαμογελάκι. Και καλά “νταξ’ ομορφούλα, εσύ δεν κινδυνεύεις” μετάφραση βυζάκια, βυζάκια, βυζάκια. Ή αν η οθόνη ανήκε σε κάποιον με τραγιάσκα, καζάκα, γυαλιά ή οτιδήποτε είχε συνδέσει ο εγκέφαλός του με φύτουκλα ήτοι επαγγελματία χάκερ, έσκυβε συνωμοτικά και έλεγε κάνα προφανώς συνθηματικό “ίντερνετ κάνεις, ε;” ή “γράφεις σάιτς;” Δεν έβγαζες νόημα αλλά και δεν ρίσκαρες να ρωτήσεις ή δεν σε έπαιρνε, γιατί συνήθως ήσουν απασχολημένη να κρύψεις τη μούρη σου, να βουλώσεις στόμα, να ζουμπήξεις νύχια στο γραφείο, να αποφύγεις διασταύρωση ματιού με συνάδελφο, οτιδήποτε τέλος πάντων για να αντέξεις, ενώ οι αδύναμοι έτρεχαν κάθε φορά τουαλέτα με το πιο δεν τρέχει τίποτα βλέμα, που φυσικά στο δαιμόνιο μυαλό του, μεταφραζόταν άνετα σε “όποτε σε βλέπω χέζομαι απ΄το φόβο μου”, γιατί πόσες φορές θα πας τουαλέτα διάολε;

Την τρίτη μέρα του στο γραφείο πλησίασε τον “χάκερ” μας. Ήταν ο μόνος που συνδύαζε όλα τα χαρακτηριστικά του άβγαλτου, συν πουκαμισάκι καρό, συν καζάκα, συν τραγιάσκα. Μαλακομαγνήτης σκέτος. “Δε μου λες” του λέει. “Ίντερνετ” κάνετε εδώ;”. “Ναι”, του λέει ο χάκερ. “Και δε μου λες“ του λέει το λαγωνικό. “Κάνετε και σάιτς, έτσι”; “Ναι, αμέ”, του λέει ο χάκερ. “Και δε μου λες”, του ξαναλέει το λαγωνικό. “Κάνετε και μπλογκς”; “Φυσικά”, του λέει ο χάκερ. Και για να μην να το πάει όλη μέρα μέσω Λαμίας, του προτείνει ο χάκερ “ρε παιδάκι μου, άμα χρειάζεσαι κάτι, δεν τρέχει, ζήτα το και σε βοηθάμε, δεν είναι πρόβλημα”. “Ξέρεις” λέει το λαγωνικό. “Θέλω μια βοήθεια αλλά είναι λίγο... διαφορετικό το μπλογκ μου”. “Τί εννοείς;” του λέει ο χάκερ. “Ε, να. είναι πατριωτικό. Δεν αρέσουν σε πολλούς αυτά που γράφω και δεν θέλω να μαθευτεί”. “Μην ανησυχείς” του λέει ο χάκερ, τρίβοντας δύο καταχθόνια εγκεφαλικά χεράκια. “Να, είναι λίγο ακραίο. Όχι ακραίο δηλαδή, αλλά έτσι μου το λένε. Είμαστε Έλληνες ρε φίλε και κάποιος πρέπει να τα γράψει αυτά που έχουμε κατορθώσει μπας και σηκώσουμε κεφάλι με αυτούς τους ξένους, που έρχονται και μας παίρνουν τις δουλειές και εμείς που χτίσαμε Παρθενώνες και τους μάθαμε τί σημαίνει φιλοσοφία και μαθηματικά... “Ναι μωρέ” του λέει ο χάκερ, “μη σε νοιάζει καθόλου, πες τι θες και στο φτιάχνουμε”. “Ευχαριστώ πολύ φιλαράκι” του λέει έκπληκτο το λαγωνικό. “Γιάννη με λένε. Εσένα;” “Ρεντόν” λέει ο χάκερ. “Ναι, ε; Ε... Ρε... Ρεντόν; Από πού είσαι;” λέει το λαγωνικό. “Αλβανία” του λέει ο χάκερ. “Εεεε... τότε άστο, μάλλον δε θα σου αρέσει το μπλογκ μου”.
Δεν το ξανάδαμε το πατριωτάκι.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Φλασκούθκια




τέντες
Αν είσαι τεντάς και ψάχνεις να μεταναστεύσεις αλλά δεν ξέρεις πού και πεις α, ωραία Κύπρος, εδώ είμαστε, μπόλικος ήλιος, βεραντούλες και κηπάρες, την έκατσες. Παρόλο που ο τόπος είναι πίτα στα μπαλκόνια, τις αυλάρες και τον κόσμο που άμα δει να σκάει το παράθυρό σου, σηκώνεται όρθιος και σε καλησπερίζει με ΟυουΟυουΟυυ σε ό,τι γλώσσα μπορείς να φανταστείς, τέντα γιοκ. Με έχει κολλήσει άπειρα αυτό το πράγμα, δεν το καταλαβαίνω με τίποτα, το ίδιο και η σπιτονοικοκυρά μου όταν της είπα μπας και βάλουμε μία. Πού θα πάει, μόλις βρω αρκετό χρόνο, θα στίψω το κεφάλι μου μπας και σκεφτώ επιχειρήματα.

οδήγηση
Το να οδηγήσεις με τη μία, ανάποδο τιμόνι σε ανάποδους δρόμους, δεν το έχω κάνει αλλά πρέπει να είναι μανίκι. Το ξεράδι του αδελφού μου είχε κυριολεκτικά ρημάξει να το βαράει στην πόρτα, ψάχνοντας ταχύτητες. Όμως, και δώσε βάση, με το σωστό τιμόνι και τις σωστές πινακίδες πας παντού. Και μη φοβού, ακόμη και να την κάνεις τη μαλακία σου, δεν είναι όπως η Νίκαια που θα φας τρεις μούτζες και θα πάρεις ένα κοπάδι περαστικούς στο λαιμό σου. Εδώ, μόνη σου θα την κάνεις, μόνη σου θα τη δεις. Ή όχι. Ποτέ δεν θα μάθεις.

λάλησα
Εκτός από τεντάς, άμα είσαι κειμενογράφος και δη για social media, επίσης την έκατσες. Γιατί πόσο κοινωνική να γίνει η σελίδα σου, όταν οι fans σε βομβαρδίζουν με ερωτήσεις σε διάλεκτο και greeklish? Και πόσο να πρήζεις τον διπλανό σου; Βάζεις την εικαστικάρα, ετοιμάζεις τρεις ώρες το λεκτικό και σου σκάει comment κάτι σαν: “enn svmlass?;oo ahah e na erkoumee kaloo! ; ))” ή τα μονολεκτικά που είναι σκότωμα: “skeftouu!;o” & “koureftou”. Πόσα like και πόσα χαμογελάκια να βάλεις στον κόσμο δηλαδή, για να κρύψεις ότι πάλι δεν κατάλαβες αλλά δεν είσαι και ντιπ χαζοχαρούμενη; Κι απ΄την άλλη, κάθε μέρα το λεξικό μου εμπλουτίζεται με ένα κάρο λέξεις που την επόμενη τις ξεχνάω. Μπαίνεις σε μίτινγκ, τα λένε, και μετά έχεις ιδιαίτερα. Χώρια που άμα σε πάρουν χαμπάρι - μόνιμο χαμόγελο αγελαδίσιας ευγένειας, γουρλωτά μάτια -σου κάνουν συνέχεια πλάκα χρησιμοποιώντας τις πιο εξεζητημένες λέξεις, που τις λένε και γρήγορα. Κλαψ. Όχι καλαμαράκο, λάθος τα νόμιζες, οι Κύπριοι σε καταλαβαίνουν μία χαρούλα, άμα λάχει μπορούν και να καλαμαρίσουν και στα πειραιώτικα και στα αιγαλεώτικα και στα ψυχικιώτικα. Εσύ όμως, την έκατσες. Το κυπρίζειν εστί μανίκιν.

παράλληλο σύμπαν
Πρέπει να είσαι φαν του Fringe για να καταλάβεις επακριβώς πώς αισθάνομαι στην Κύπρο. Χοντρικά, στο σήριαλ αυτό, βρήκανε τον τρόπο οι επιστήμονες να περάσουνε σε ένα παράλληλο σύμπαν. Εκτός λοιπόν από το πλήθος κουλών που είδαν εκεί (τους εγκλωβισμένους μέσα στο κεχρί τους σκέφτηκα πρώτη στην βιβλιάρα μου και να μου κάνετε τη χάρη) και εκτός που ήρθαν φάτσα μπάτσα με τους παράλληλους εαυτούς τους, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, ήταν οι ονομασίες οργανισμών και δημόσιων υπηρεσιών που άλλαζαν. Σε κολλάει άπειρα αυτό το πράγμα άμα το ζήσεις. Όλα όσα ξέρεις, όπως περίπου τα ξέρεις, με άλλη ονομασία ή ένα τσικ διαφορετικά. Από την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ, ήταν σαν να πέρασα στο παράλληλο σύμπαν μας. Εδώ δε λες οαεδ, λες υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας. Δε λες δεη, λες αρχή ηλεκτρισμού. Δε λες ευδάπ, λες υδατοπρομήθεια. Δεν λες σάμαλι, λες καλό πράμα. Σοβαρά. :D




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Δώσε κλώτσο




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πολύ ευτυχισμένο βασίλειο. Οι κάτοικοι είχαν δουλειές με φούντες, τα μαγαζιά φίσκα στο εμπόρευμα, οι σοδειές τούμπανο, οι στάνες γεμάτες ζωντανά που αυξάνονταν και πλήθαιναν - οκ, με όλη την φασαρία που συνεπάγεται κάτι τέτοιο - και το παλάτι θεόρατο, πάμπλουτο και δυνατό. Οι κύριες ασχολίες παλατιού και υπηκόων ήταν οι ανάλογες. Γλέντια, πανηγύρια, ένα τσικ δουλίτσα και πολλά πολλά παιδιά. Το δε παλάτι, είχε βουλιάξει στο στερεότυπο. Ο Βασιλιάς όλη μέρα με ένα μπούτι κρέας στο χέρι και το κλασικό λαδωμένο χρυσοπότηρο, που κάποιος έρμος μπάστακας γέμιζε ανελλιπώς, η βασίλισα διακόσμηση, ταπισερί, ανακαινίσεις και πάρτι ενώ η πριγκίπησα, το κλασσικό ξεπλυμένο ξανθό μαλλί κάτω απ΄το γόνατο, τις άπειρες προτάσεις γάμου και τα αέρινα σούρτα φέρτα στους διαδρόμους του παλατιού.

Όλα αυτά φυσικά, μέχρι την στιγμή που έπρεπε κάνει κοιλιά η ιστορία, όπως συμβαίνει σε κάθε γόνιμη εποχή. Μια πλημμύρα, ένα σύννεφο ακρίδες στα σπαρτά, τίποτα πειρατές, κάτι τέλος πάντων που λίγη σημασία έχει, διότι εκεί που θέλεις να επικεντρωθεί ο αναγνώστης δεν είναι τόσο τί έπαθαν, αλλά το μέγεθος της πίπας που πρέπει να φάνε οι ήρωες και εάν τελικά θα τη φτύσουν ή θα την καταπιούν, έπειτα φυσικά το κλασσικό κλαψομουνίασμα, ανάλογα βέβαια πόσο σαδιστής και σαπουνολάγνος είναι ο εκάστοτε συγγραφεύς. Κι αφού δεήσει ο χριστιανός και τελειώσουν οι θρήνοι, κάποια στιγμή έρχονται οι θρύλοι. Αναγκαστικό αυτό, σε όλα ανεξαιρέτως τα παραμύθια. Κι όπως ο σούπερμαν χρειάζεται μια γερή αναμπουμπούλα για να αναγκαστεί να σκίσει το λινό, όπως το βασιλόπουλο χρειάζεται μια γκομενάρα για να χαρίσει το υπερπολύτιμο φιλί του που το φύλαγε μόνο για την προκομένη, έτσι και οι Ήρωες των παραμυθιών, που ξέρεις ότι βρίσκονται πάντα μέσα, περιμένουν την κατάλληλη στιγμή να ξετσουνίσουν. Οι υπερδυνάμεις, ποικίλουν. Το ίδιο και τα κουσούρια. Γιατί υπερδύναμη χωρίς κουσούρι ή με άλλα λόγια, δόξα χωρίς κλαψομουνίαση, δεν.

Ο Σρεκ σωτήρας αλλά δεβλεπόταν, η σταχτοπούτα θεά αλλά φτωχιάπληντίμια, η Κοκκινοσκουφίτσα πονόψυχη αλλά τηνέφαγεοΛύκος. Έτσι και στο παραμύθι μας. Οι ήρωες το είχαν το κουσούρι τους. Κι ο βασικός αγώνας ενός ήρωα παραμυθιού, είναι να καταφέρει να βρει τρόπο να παραμερίσει το κουσούρι του για να φανεί η υπερδύναμη. Ή τέλος πάντων, να πείσει παρά το κουσούρι ότι όντως έχει μια υπερδύναμη. Το άσχημο είναι ότι στα Παραμύθια Του Κλώτσου που ποτέ δεν έφτασαν στ’ αφτιά σου, οι ήρωες δεν το κατάφεραν αυτό. Ή τέλος πάντων το προσπάθησαν, αλλά δεν “έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”. Το ακόμη πιο άσχημο είναι, ότι αν αντέχεις λίγο το σπλάτερ, αυτά είναι πιο γήινα παραμύθια από τ’ άλλα. Δεν μπορείς να εκθειάζεις μια Σταχτοπούτα, έναν Σρεκ και έναν Παπουτσωμένο Γάτο και να αγνοείς τις στάχτες χιλιάδων ηρώων που δεν είχαν τη δύναμη να σώσουν το παραμύθι τους.

Φτώχεια, ψαλίδια στα χέρια, μεγάλη μύτη, δυσμορφία στα παιδικά χρόνια, δεν έχει σημασία το κουσούρι, σημασία έχει ότι σ’ εκείνα τα παραμύθια, κανείς τους δεν κατάφερε να ξεπεράσει το κουσούρι ή κανείς δεν τους έδωσε την ευκαιρία να κοιτάξει πέρα απ΄αυτό. Ή ότι το ξεπέρασαν αλλά τελικά δεν υπήρχε καμία υπερδύναμη από πίσω. Κι έτσι, φτάνεις να επιλέγεις συνειδητά τα Παραμύθια Με Το Καλό Τέλος, γιατί αν πεις να εξιστορήσεις κάτι από τον αληθινό κόσμο, με τόση στάχτη, θα καταλήξεις με άλλο ένα Παραμύθι Του Κλώτσου όπου αντί για το “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” θέλεις να φωνάξεις: “Σαλάχια”!



*Σαλάχια= Oh fuck στο Βυθό Του Μπικίνι







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Γιαούρτωμα





Θεωρήστε ότι αυτό το κείμενο το γράφω ουρλιάζοντας, μουτζώνοντας και πετώντας γιαούρτια. Και πείτε με βίαιη. Αυτά που λέω και κυρίως αυτά που κάνω, δεν θα γίνουν ποτέ σφαλιάρες, ούτε καν σπρώξιμο σε κανέναν. Ποτέ. Αντιθέτως με τους φόβους σας, ξέρω πάρα πολύ καλά πού αρχίζει και πού σταματάει η δική μου “βία”. Οι έτοιμοι συνειρμοί, δεν είναι νόμοι αλλά πετυχημένο μάρκετινγκ που το ψωνίσαμε όταν και η ζωή μας όλη ήταν πετυχημένο μάρκετινγκ. Τα γιαούρτια δε φέρνουν το φασισμό, όπως η κάναβη δε φέρνει την ηρωίνη μαλάκες γιατί αν ήταν έτσι, όλη η Ελλάδα θα ήταν τελειωμένα πρεζόνια.

Μόνο που τώρα όλη η Ελλάδα είναι φασίστες. Αν όχι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής, σίγουρα φασίστες. Τόσα χρόνια, η πλακίτσα μετά από κάθε γεγονός βίας δίνει και παίρνει. Όπως και τώρα. Μετά το γεγονός του live ξυλοδαρμού της Κανέλη, όλος ο πλανήτης ήταν σοκαρισμένος, όλοι ήταν ανήμποροι ακόμη και να το σχολιάσουν, στο γραφείο μου δε δουλέψαμε ούτε πέντε λεπτά εκείνη τη μέρα από τη φρίκη, και σε δέκατα δευτερολέπτου, έβλεπες Έλληνες να το διακωμωδούν, να το δικαιολογούν, να ψάχνουν ποιος ήταν αυτός που το έκανε σε ποιον, τον βίο του, αυτά που είπε και που ίσως προκάλεσαν το γεγονός και άλλα τραγικά. Τότε, έπεσε η κουρτίνα του ελλαδιστάν διότι ακόμη και ο πιο ανυποψίαστος, μέσω αυτής της εικόνας, κατάφερε να συνειδητοποιήσει αυτό που συμβαίνει στις γειτονιές και στους δρόμους επί χίλια. Και ήταν ασύλληπτο για “δυτική” χώρα.

Ανάλογες ειδήσεις, περνιούνται μέρες τώρα στα ψιλά με περιστατικά για “σκούρους” που νόμισαν τα φασισταριά για μετανάστες και τους ξυλοκόπησαν. Ή για περιπολίες που κάνουν στις γειτονιές ζητώντας ταυτότητες από κόσμο. Στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς μου, μαθαίνω ότι κρύβονται τα παιδιά που δεν είναι Έλληνες, κάθε φορά που περνάει το τσούρμο με τα μηχανάκια των φασισταριών. Με συνοδεία περιπολικών, πάντα. Ξέρω ότι αν ήμουν εκεί, θα παρακαλούσα για ένα τέτοιο περιστατικό μπροστά μου. Έχω τόσο θυμώσει που κατηγορηματικά όχι, δεν θα τους αγνοούσα, ούτε θα έφευγα. Αυτό έκανα τόσα χρόνια.

Καιρό τώρα, οι αληθινοί συνειρμοί, εκείνοι που πραγματικά οδηγούν στο φασισμό, μας βάραγαν με ρόπαλα στα κεφάλια, αλλά κανείς δεν τους ψώνισε γιατί προφανώς οι σπόνσορες διάλεξαν άλλους πελάτες.
“Στο World Values Survey και ειδικότερα από την ερώτηση: Ποιά στοιχεία (χαρακτήρα ή αξιών) θεωρείτε σημαντικά να αποκτήσει ένα παιδί; Ε, λοιπόν, το στοιχείο "να ανέχεται και να σέβεται τους άλλους" ήταν στην Ελλάδα λιγότερο σημαντικό από ό,τι ήταν σε κάθε άλλη χώρα. 'Ημασταν 69οι στους 69. Δεν θεωρούμε σημαντικό να διδάσκουμε στα παιδιά ανεκτικότητα και σεβασμό. Οι τελευταίες χώρες (μαζί με την Ελλάδα) ήταν η Ουγκάντα, η Σαουδική Αραβία, η Αλγερία και το Πακιστάν. Οι πρώτες πέντε χώρες σε αυτόν τον δείκτη ήταν η Σουηδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Γαλλία και η Ισλανδία”.

Ανοχή και σεβασμός. Πρόκειται για τις δύο λέξεις που με έχουν κουράσει να τις υπερασπίζομαι, τις δύο λέξεις που αν και όποτε δεν τις εισέπραττα, ήταν σαν να μου έπαιρναν το οξυγόνο και χειρότερα. Αλλά προφανώς, πρέπει να τις νιώσεις στο πετσί σου για να καταλάβεις την αξία τους και ακολούθως, να τις εμπνεύσεις σε άλλους. Κι αν στις στερήσουν και ουρλιάξεις, κατηγορείσαι για “γιαούρτια” γιατί αυτό που ενοχλεί δεν είναι η ισοπεδωσή σου, δεν είναι η παντελής έλλειψη αξιών αλλά να δείχνεις ότι έχεις αξίες όταν σε πηδάνε. Μικροαστικός χριστιανισμός, λέω εγώ.

Το απαραίτητο χαλί της δημοκρατίας, εκείνο που διαφυλάσσει τις σαφέστατες γραμμές της βίας, η ανοχή και ο σεβασμός, ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε. Το μόνο χαλί που κράταγε τα μπόσικα ήταν εκείνο του μικροαστισμού. Που έχει μέσα του σεβασμό και ανοχή αλλά μόνο για μαλακίες. Και μόνο για τους όμοιους. Που ως τώρα ήταν πλειοψηφία. Που όμως η κρίση την αποδεκάτισε. Όταν σε λογίζανε για “νοικοκύρη”, το χαλί του μικροαστισμού σε έμαθε να φέρεσαι ως τέτοιος για να σε δεχτεί. Είχες μάθει να είσαι ότι σε λογίζουνε. Ούτε καν σεβασμό στον ίδιο σου τον εαυτό. Και τώρα, σε λογίζουνε για Πατριώτη. Δε θες ούτε ωραίο αμάξι, ούτε ωραίο σπίτι, ούτε μόστρα πια. Τώρα σου αρκεί ένα λοστάρι. Α, και να καταδικάζεις τα γιαούρτια απ΄όπου κι αν προέρχονται.

Στέλνω λοιπόν το πιο γιγάντιο γιαούρτι που θα μπορούσα να σηκώσω, σε όλα αυτά τα φασισταριά που καταδικάζουν τη βία απ΄όπου κι αν προέρχεται όταν μιλάμε για γιαούρτια, μα έχουν πάντα έτοιμο ένα “αλλά” στην άκρη της γλώσσας όταν μιλάμε για φρίκες. Κι ένα ακόμη, στους “πατριώτες” πολιτικούς όλων των κομμάτων που μας άφησαν έρμαια στα πολιτικά allien να μας παραπλανήσουν, να μας ξεφτιλίσουν, να μας εξαθλιώσουν και να μας διώξουν από τη χώρα μας χωρίς καν το δικαίωμα ψήφου.

A, και μην ξεχάσεις να καταδικάσεις και το δικό μου. Κι ας είναι εισαγώμενο.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Τα πράγματα στην Κύπρο




Προφανώς έχω να μάθω ακόμη πολλά, αλλά αυτό το πεντάμηνο εντατικών στο Κυπριακό Σύμπαν με έχει λιγουλάκι ταρακουνήσει. Με την καλή έννοια*. Επειδή λοιπόν πλησιάζουν εκλογές και η δημοκρατία αρχίζει και ενδιαφέρει όλους, είπα να το ξεκινήσω γράφοντας δυo γραμμές για μια λίιιιγο διαφορετική δημοκρατία. Αυτό λοιπόν, που μου επισήμαναν οι περισσότεροι ντόπιοι για το σύστημα εδώ, είναι πως κυβέρνηση και κράτος, είναι δύο ξεχωριστά πράγματα, που ακόμη κι αν το πρώτο παραπαίει, το δεύτερο ούτε που θα την ακούσει. Έτσι, το πρώτο πράγμα που μου κίνησε την περιέργεια από τις πρώτες μέρες στην Κύπρο, ήταν το πολίτευμα. Εγώ μια δημοκρατία ήξερα. Την Μία, Αγία, Καθολική κι Αποστολική Ελλαδική Δημοκρατία. Άκουγα τόσα χρόνια για τους προέδρους στα περισσότερα κράτη, είδα και λίγες τοπικές ειδήσεις κι είπα να το ψάξω, μη με πάρουνε για γιαλαντζί καλαμαρίνα. Προεδρική στην Κύπρο, προεδρευόμενη εμείς. Κι έπιασα να διαβάζω. Αν είσαι τόσο στην κοσμάρα σου όπως εγώ, πιάσε καρέκλα, γιατί μια επίφανι παίζει να τη νιώσεις.

Θα ‘χεις ακούσει λογικά, πως εδώ δεν έχουν Πρωθυπουργό και Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά σκέτο Πρόεδρο. Κάτι σαν τον Ομπάμα (not). Ο Πρόεδρος αυτός λοιπόν, αφού εκλεγεί, είναι σχετικά ακλόνητος και δεν εξαρτάται από την στήριξη της της Βουλής για να υπάρχει στην εξουσία. Δεν έχει το δικαίωμα δηλαδή η Βουλή, να ψηφίσει για να πέσει η κυβέρνηση, ενώ εγώ ως ψηφοφόρος, δεν θα το πάω μέσω υποψηφίων για να δω τον κάθε κληρονόμο στη Βουλή. Πρέπει να ψηφίσω τον ίδιο τον κληρονόμο, άμα τον θέλω για Πρόεδρο. Το ίδιο συμβαίνει και για τον κάθε βουλευτή και όλοι μα όλοι, ψηφίζονται με απλή αναλογική.
Έτσι, όσο και να μισούν οι βουλευτές τον Πρόεδρο, δεν μπορούν να τον ακουμπήσουν. Μόνο ο κόσμος μπορεί να τον ανεβοκατεβάσει με την ψήφο του και μόνο κάθε 4 ή 5 χρόνια. Και άρα, για όλη του τη θητεία είναι σχετικά ακούνητος και δεν πολυεξαρτάται από τις κολεγιές με τους βουλευτές. Όλοι τους, εξαρτώνται από την κοινή γνώμη. Έχοντας λοιπόν, ξεχωριστά βουλευτικές και προεδρικές εκλογές, ο κόσμος δεν ψηφίζει έναν υποψήφιο του κόμματος για να αναδείξει κόμμα και πρόεδρο, αλλά μόνο τον ίδιο. Ένα το κρατούμενο. Πάμε παρακάτω.

Βουλευτής και υπουργός εδώ, δεν παίζει. Υπάρχει ασυμβίβαστο. Ή είσαι το ένα, ή το άλλο. Απαγορεύεται και τα δύο. Άρα υπουργείο και βουλευτιλίκι δεν πάνε πακέτο και mind the gap μεταξύ των δύο, διότι δυσκολεύει πολύ το ρουσφέτι. Ο βουλευτής, εκλέγεται από το λαό ενώ ο υπουργός, όπως και σε εμάς, μπορεί να είναι κάποιος που επέλεξε ο Πρόεδρος και να μην έχει καμία σχέση με εκλογές. Άρα έχουμε και λέμε: Πρόεδρος και βουλευτές, καμία σχέση μεταξύ τους, καμία ανάγκη για υπερψήφιση νομοσχεδίων του κόμματος ή ομοφωνία στη Βουλή, κανένας φόβος για διαγραφή κανενός και κυρίως, κανένας βουλευτής δε φοβάται μη τυχόν και χάσει το υπουργιλίκι. Ο καθένας στο πόστο του, ανεξάρτητος. Και το πιο σημαντικό; Δε φοβάσαι μη τυχόν και αύριο έχεις εκλογές. Καθόλου. Ξέρεις, ότι για πέντε χρονάκια καθάρισες.

Θα μου πείτε, έχει κι αυτό το σύστημα τα κακά του. Φυσικά και τα έχει. Έχω πολλά χρόνια μπροστά μου να τα ανακαλύπτω και να τα κράζω. Αλλά οφείλω να αναγνωρίσω στο σύστημα αυτό, ότι έχει καλά που είτε τα χάσαμε, είτε δεν τα είδαμε ποτέ. Για παράδειγμα, είναι πιο γρήγορο και πιο αποτελεσματικό: Κάποιο καλοκαίρι η Κύπρος βρέθηκε αντιμέτωπη με τρομερή λειψυδρία. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να δανειστεί νερό από την Ελλάδα. Το κόστος μεγάλο - ούτε στο χειρότερο εχθρό σου, που λέει ο σοφός λαός. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, είχαν φροντίσει να επενδύσουν σε εταιρίες αφαλάτωσης. Χτίστηκαν δύο εργοστάσια, με πολύ χαμηλότερο συνολικά κόστος για νερό. Δεν μπήκε καμιά γραφειοκρατία στη μέση, για ελαχιστοποίηση του χρόνου. Στους δύσκολους καιρούς που διανύουν οι οικονομίες πολλών χωρών, η Κύπρος εκ νέου αφαιρεί κάθε γραφειοκρατικό εμπόδιο και βάζει μπροστά τη διπλωματία. Επισπέυει τις διαδικασίες εξόρυξης φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Βλέπει τα δύσκολα, το θέλει ΤΩΡΑ. Ούτε να δούμε πόσο θα βάλω στην τσέπη εγώ, πόσο εσύ, πόσο θα κλέψω, πόσο θα φάω. Το θέλω τώρα, θα το έχω τώρα.

Και είναι και πιο κοινωνικό. Αν εξαιρέσεις το γεγονός της έλλειψης συγκοινωνιών (και το μύθο που λέει ότι οι Κύπριοι επειδή έχουν πολλά αυτοκίνητα δεν τις χρειάζονται), εάν εξαιρέσεις τις αδύνατες βόλτες στην πόλη με το καροτσάκι του μωρού λόγω των παρκαρισμένων αυτοκινήτων πάνω στα πεζοδρόμια, θα πρέπει να είσαι εξωγήινος για να μην παρατηρήσεις ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άστεγος ας πούμε, στους δρόμους. Ή ότι ποτέ, τουλάχιστον εγώ, δεν έχω δει επαίτη και δη, τίποτα που να μοιάζει με τις τελευταίες φρικιαστικές ή μάλλον, ΑΠΟΛΥΤΑ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΕΣ εικόνες μου από την Αθήνα.

Ακόμη, υπάρχουν κι εδώ επιδόματα, συντάξεις και περιθάλψεις αλλά κάπου-κάπου, βλέπεις ένα τσικ μεγαλύτερης ευαισθησίας. Όπως π.χ. η σύνταξη νοικοκυράς. Προφανώς λόγω επέλασης καλλονών, εικάζω. Επιτέλους, η αλλοδαπή δίμετρη που θα σου κλέψει τον άντρα, είναι μόνο αυτό που θα έπρεπε, δηλαδή σκέτο αντροχωρίστρα και όχι σοβαρός κίνδυνος επιβίωσης εάν όλη σου τη ζωή την πέρασες στην κουζίνα.

Τέλος, η επιχειρηματικότητα κομμάτων και εκκλησίας, μαζί με όλα τα κακά που προφανώς σέρνει, δεν είναι ταμπού. Αντί για μίζες, offshore και κρυφές χρηματοδοτήσεις, αντί όλη η πολιτική και η εκκλησία να είναι χτισμένες εξ’ ολοκλήρου σε σκάνδαλα, καλύτερα να απλώνεις το χέρι σου στο ράφι του σούπερ μάρκετ και να επιλέγεις εσύ εάν θα στηρίξεις τον τάδε ή τον δείνα, αγοράζοντας το προϊόν του ή να μαθαίνεις για το νέο εργοστάσιο ενέργειας που ετοιμάζει η εκκλησία. Κι αντί να φτιάχνεις κρυφές offshore, καλύτερα να τις στεγάζεις. :D

Οι περισσότεροι εδώ, μου είπαν ότι τα θεμέλια για το σύστημα που δουλεύει, τα έβαλαν οι Άγγλοι. Όπως για παράδειγμα, το κτηματολόγιο που λειτουργεί άψογα από τότε. Δεν ξέρω εάν ισχύει γενικότερα, πάντως αυτά που εμένα προσωπικά μου έκαναν και μου κάνουν καθημερινά τρομερή εντύπωση, είναι δύο πράγματα: α. ο νόμος ισχύει και β. γενικά σε θέλουν για πελάτη. Και στο δημόσιο, εννοώ. Το βλέπεις από την εξυπηρέτησή σου σε δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και μαγαζιά. Εκτός που οι αναμονές είναι από μικρές έως ανύπαρκτες (εξαρτάται βέβαια σε ποια επαρχία μένεις), εκτός που αν πάρεις τηλέφωνο θα σου κάνουν ολόκληρη συζήτηση προκειμένου να σε κατατοπίσουν σωστά, εάν τώρα πας και από εκεί, οι υπάλληλοι θα σε εξυπηρετήσουν που να χτυπάς τον κώλο σου κάτω. Και στα μηδαμινά ακόμη. Εάν π.χ. σε μια δημόσια υπηρεσία ξέχασες να βγάλεις φωτοτυπία (παρόλο που στο είπαν και στο έδωσαν και γραπτό μαζί με τα δικαιολογητικά που θα χρειαστείς), ο υπάλληλος δεν θα σε επιπλήξει, ούτε θα σε στείλει ξινισμένος απέναντι στο μαγαζάκι να πας να τη βγάλεις. Θα σου πει δεν πειράζει, θα σηκωθεί σα να μην τρέχει τίποτα και θα στη βγάλει επιτόπου. Εάν αποφάσισες να βάλεις web banking στον τραπεζικό σου λογαριασμό, ακόμη κι αν η ουρά μεγαλώνει επικίνδυνα, ο υπάλληλος θα κάτσει επιτόπου να σου κάνει σεμινάριο κανονικότατο, γυρνώντας παρακαλώ την οθόνη του προς το μέρος σου και δίνοντάς σου το ποντίκι του να εξασκηθείς, για να σιγουρευτεί ότι εμπέδωσες πώς θα κάνεις την κάθε συναλλαγή. Είναι εντελώς παράξενο συναίσθημα για μένα, να ξεκινάω ήρεμη να κάνω τις δουλειές μου και να επισκεφθώ δημόσια υπηρεσία, κυρίως. Εντελώς.

Η μόνη μαλακία είναι ότι ένα ευχαριστώ σ’αυτήν την χώρα δεν έχω ακούσει ακόμη. Όλοι, ακόμη και σε 90 χρονών περιπτερά να πέσεις, θενκ γιου θα σου πούνε. :)

UPDATE:
Ο πρόσφατος πολύ καλός μου φίλος Μαρίνος Κουτσοφτίδης, συμπληρώνει στη σελίδα μου στο Facebook μερικά πολύ διαφωτιστικά σχόλια:

Μια σημαντική διαφορά με το πολιτιακό σύστημα της Ελλάδας, είναι οτι εδώ κανένα νομοσχέδιο που ψήφιζει η βουλή μπαίνει σε ισχύ αν δεν το υπογράψει ο πρόεδρος, και αντίθετα νομοσχέδια που καταθέτει η Κυβέρνηση πρέπει να ψηφιστουν από την βουλη. Συχνά ο ένας απορρήπτει τον άλλο και στο τέλος συμβιβάζονται και εγκρίνουν τροποποιημένα νομοσχέδια για να προχωρά η δουλειά. Χωρίς πολιτική κρίση, απλά καθημερινότητα. Στην Ελλάδα ο όρος "συμβιβασμός "μεταξύ των πολιτικών δεν βλέπουμε να υπάρχει. Και αυτό, εδώ εμείς, δυσκολευόμαστε να το καταλάβουμε.”

Οχι δεν ισχύει, απλά κανένας πρόεδρος υπηρέτησε πάνω από δυο θητείες. Μόνο Κυπριανου και Κληρίδης εκαναν 2 θητείες (10 χρόνια). Βασιλείου, παπαδόπουλος και χριστόφιας τελείωσαν από την πρώτη θητεία. Το μόνο που γίνεται από την Προεδρία του Κληρίδη και μετά, ο Πρόεδρος που εκλέγεται παραιτείται από το κόμμα του για να είναι Πρόεδρος όλων των Κυπρίων . ετσι , κάτι δύσκολο να καταλάβουν οι Ελληνες, Χθές ανακοίνωσε ο ΔΥΣΗ ("Αντιπολίτευση") οτι θα στηρίξει τα νέα οικονομικά μέτρα που θα καταθεση η Κυβέρνηση, εφ' οσων τα στηρίξη και το Ακελ ( το κόμμα του Προέδρου).”

Ευχαριστώ θερμά Μαρίνο μου!




*Ως γνήσιος έλληνας, θα μου πεις, αρνητικά δεν έχει; Θα σου πω και πάλι, πως σχεδόν πρέπει να είναι εγκλήματα για να τα πιάσει το μάτι μου, αν σκεφτείς ότι είμαι πια θεόστραβη από αυτά που έβλεπα τόσα χρόνια στον τόπο μου. Συζητώντας για όσα συμβαίνουν εδώ και άλλα τόσα, που θα σου πονέσω τα μάτια άμα κάτσω και στα γράψω, (που θα το κάνω δηλαδή, αλλά σε δόσεις) το πρώτο πράγμα που επίσης σκέφτεται να κάνει κάποιος, όταν τα λέμε αναμεταξύ μας, είναι να μου αντιτάξει τα στραβά. Χωρίς να αναλογίζεται ότι εδώ, οι σταθερές υπάρχουν και λειτουργούν, τουλάχιστων θεμελιωδώς, για να μπορούμε προφανώς να συζητάμε ακαδημαϊκά πάνω από τη φουκού ή δίπλα σε μια από τις δεκάδες πεντακάθαρες παραλίες, προσιτές με τα πόδια, μέσω του μαγικού παραλιακού περιπάτου της Λεμεσού. Και το ξέρω πολύ καλά, ότι είμαι ενθουσιώδης, παρορμητική και χαζά αισιόδοξη τις περισσότερες φορές, μια άμυνα που έφτιαξα αναγκαστικά μπας και το σώσω, όμως, μπάστα λίγο ρε φίλε, μπάστα ένα δευτερολεπτάκι, ο σκοπός δεν είναι να σκεφτείς την επόμενη έξυπνη ατάκα, είναι απλά να βάλεις ακόμη ένα-δυο ενδιαφέροντα πράγματα στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Πού ξέρεις αύριο σε ποια γωνιά του κόσμου ίσως πεταχτείς.





Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Greek Crisis. Yes, we can.




Dear Europe,
I tried to avoid this by simply immigrating with all the family I could carry, but as we Greeks have big families and on behalf of my family still left behind - well, until the moment I’m writing this post, that is - I have but to say this:

Ok. The story is globally known but just for the history it goes like this: you had to completely destroy in a few months time, every single sector of my country and every single of our lives in order to pay our debt. Of money, that is. Spent in at least two decades. While funds were flowing at the drop of a hat. And for which no one cared when spent. On the contrary, when everyone knew they were spent by corrupted politicians and corrupted citizens. And now you want it back. With interest. And can’t have it. And you decide to “punish” us all. To set an example obviously. Fine by me. Really.

I just wanted to let you know that although we are mostly christians, we don’t really believe in punishment after death. So, in order to keep breathing and before my mother in law, of all people, decides to join the happy greek colony inside my new house, I dare to make some suggestions about our potential for further destruction and therefore, punishment.

You can no longer count in the following sectors:
Our income, pensions, taxation, careers, education, health, dignity and future generation.

However, there is still big potential in:
Unemployment, humiliation, racism, fascism, violation of human rights, crime, rotten politicians, police violence, empty promises, propaganda, suicides and The Backrupsy Threat.

Thank you






Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Κόκκινη Γραμμή




Θέλω να κάτσω να γράψω άπειρα πράγματα και κάθε φορά, κάθε γαμημένη φορά, ένα κλικ στον reader έρχεται να με σμπαραλιάσει. Παγώνω, ανατριχιάζω, σφίγγεται το στομάχι μου, αναγουλιάζω και πολλές φορές δακρύζω. Δεν είναι δυνατόν να έχουν πάει όλα τόσο σκατά. Στην αρχή θεωρούσα ότι είναι η ιδέα μου και επειδή τα βλέπω απ΄έξω, τα μεγαλοποιώ. Και αρχίζω τα τηλέφωνα και καταλαβαίνω ότι αυτά που διαβάζω είναι τίποτα μπροστά στην απελπισία, την αγωνία και τον ανορθολογισμό που φέρνει η νέα πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Πέρα από τις άσκοπες πολιτικές αναλύσεις, πέρα από τις ψυχολογικές, κοινωνικές και κάθε είδους ανάλυση που έχει υποστεί κάθε εκδοχή της ζωής μας, πέρα από τη χατζάρα της Αποκάλυψης που σίγουρα έρχεται, πέρα από τη σήψη εκείνων που περιγράφουν την πραγματικότητα αυτή, ανακαλύπτω πως δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Ψάχνω με μανία να βρω κάτι να πιαστώ. Τί-πο-τα. Δεν έχω μια σταθερά να πατήσω, να πω οκ, σκατά, αλλά κυρίες και κύριοι, εδώ. Εδώ είναι το όριο, από εκεί και πέρα το χάος. Τί-πο-τα. Εκλογές, παιδεία, λεφτά, μνημόνιο ή όχι, ανάπτυξη, νέες θέσεις, you name it, είναι όλα σάλτσες. Ένα μουχλιασμένο φαί που όλοι θέλουμε να του ρίξουμε σάλτσες. Ενώ θα ‘πρεπε να φαγωθεί φρέσκο, να μπει στο ψυγείο ή τώρα, απλά να πεταχτεί. Ακόμη κι αν μας χρυσώσουν μέχρι τον επόμενο παγετώνα, η ξεφτίλα αυτή, δεν έχει καμία σχέση με λεφτά και θα είναι πάντα εκεί, μια πηχτή αδιαπέραστη μούχλα.

Βλέποντας τα πράγματα λίγο διαφορετικά από αυτήν την μικροσκοπική κουκίδα στο χάρτη, έμαθα για τις γραμμές και πόσο ανατριχιαστικές είναι. Αλλά και τί μαθήματα μπορούν να δώσουν, όταν η ζωή σε έχει τοποθετήσει μπροστά από μια τέτοια απαγορευτική γραμμή. Εδώ, έχουν την πράσινη και είναι ιδιαίτερα αποκρουστική η όψη της, όμως αν δεις το δέσιμο μεταξύ των ανθρώπων και το πόσο σημαντικές θεωρούνται οι βασικές ανθρώπινες αξίες, θα τα χάσεις. Οι ίδιοι οι Κύπριοι, νομίζουν ότι ζουν στο πιο αλλοτριωμένο κράτος, το πιο διεφθαρμένο, το πιο ασύδοτο, χωρίς αξίες, χωρίς... χωρίς... Αλλά δεν έχουν ιδέα πώς είναι ένα τέτοιο.

Το πρώτο πράγμα που διακρίνει ένας πραγματικά αλλοτριωμένος άνθρωπος στους Κύπριους, είναι μια μεγάλη, παχιά γραμμή εντός τους. Όχι απλά πράσινη. Κατακόκκινη. Υπάρχουν πράγματα που δεν αγγίζονται, πράγματα τα οποία είναι ιερά, πράγματα που δεν χρειάζεται να κάτσεις να τα ξαναβάλεις κάτω. Μπορεί να είναι τα λάθος ή τα σωστά πράγματα, λίγη σημασία για μένα έχει, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή, με το ίδιο πάχος για όλους, με το ίδιο έντονο χρώμα κινδύνου και πίσω της, γκρεμός.

Αναρρωτιέμαι πόσα ακόμη Σοκ πρέπει να περάσουμε κι εμείς, για χτίσουμε μέσα μας μια τέτοια γραμμή. Μια αδιαπέραστη κόκκινη γραμμή, για πράγματα που αποδεδειγμένα είναι επικίνδυνα. Μια αληθινά κόκκινη γραμμή κι όχι φανφάρες για την ιερότητα της μάνας ας πούμε, που κάνεις το νταή άμα στη βρίσουν στο γήπεδο αλλά την κότα άμα πρόκειται για μάνα άλλου. Μια γαμημένη κόκκινη γραμμή, που η πίπα της επιδειξιομανίας κατάστρεψε, γιατί βλέπεις ήταν τρέντι τα τελευταία χρόνια να αμφισβητείς δεδομένα πράγματα για την ασφάλειά σου. Και η αμφισβήτηση, χεράκι με την μηδενική κριτική σκέψη και τη μηδενική δίψα για γνώση - ή μάλλον την αποστροφή για τη γνώση - οδηγεί αποδεδειγμένα σε σύγχιση, σε κενά, σε πιο μεγάλα κενά και έπειτα σε μαύρες τρύπες γεμάτες σκουπίδια που καταπίνουν κάθε λογική. Το πάτερν ακολουθήθηκε σχεδόν παντού, σε χρόνο ντε-τε: αμφιβήτηση εμβολίων, άρνηση εμβολιασμών, κακοί γιατροί, άχρηστη ιατρική, πλασιέ παιδίατροι, έλλειψη ανοσίας, πανδημίες. Το ίδιο και στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνία, στην παιδεία, στις ίδιες τις βασικές αξίες. Και φτάνεις στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Όλα παίζουν, ακόμη και οι ναζί.

Στη λούμπα αυτή, έχω πέσει πολλές φορές αλλά η εκπληκτική κοσμοθεωρία μου μετά τη μητρότητα, δεν σταματάει να τρώει καθημερινά χυλόπιτες. Πρόσφατα, είδα τη μικρή να φιλάει μια εικόνα και λίγες μέρες μετά, να παρελαύνει στο σπίτι, κρατώντας ένα μικρό χάρτινο σημαιάκι που έφτιαξε στο σχολείο. Σε άλλη περίπτωση θα έφριττα, όμως έπιασα έκπληκτη τον εαυτό μου να τραγουδάει παραγγέλματα και να παρελαύνει πίσω της με χαρά. Αποφάσισα ότι μέχρι να ωριμάσει, τη θέλω με τέτοιου τύπου, καρα-παιδικές αξίες. Άσπρο-μαύρο. Ίσως επικίνδυνες για τα μέχρι τώρα μυαλά μου και την τωρινή ηλικία μου αλλά σαφώς πιο ασφαλείς και διασκεδαστικές για ένα μικρό μυαλουδάκι σε σχέση με αυτό που προέκυψε από τις νέες αξίες στην πατρίδα μου, με τη βουλή των “επαναστατημένων” εφήβων που αποφάσισαν να επανεφεύρουν τον τροχό και να μάθει ο λαός βιώνοντας, τις βασικές προυποθέσεις για τη ζωή, απ΄την αρχή.

Εγώ τα θέλω αλλιώς. Ας μάθει τί σημαίνει κλεψιά κι ας είναι απ΄τους βίους του αγίου αντωνίου. Ας μάθει τί σημαίνει υπακοή στο νόμο, κι ας είναι σε παρέλαση κρατώντας σημαιάκια. Ας τα μάθει όμως. Αποφάσισα ότι τη θέλω να μεγαλώσει με όλα τα ήθη και τα έθιμα της μικρής τοπικής κοινωνίας που θα ζήσει κι ας είναι τα περισσότερα πίπες. Ας είναι η δική της κόκκινη εσωτερική γραμμή φτιαγμένη από πίπες. Ας τις αμφισβητήσει όταν έρθει η ώρα. Και μόνο, χρησιμοιώντας κριτική σκέψη, γνώση και λογική. Όχι επίδειξη, τσάμπα μαγκιά και πλήρη ελευθερία να φιλοσοφήσει πάνω σε ήδη φιλοσοφημένες “αξίες” που όμως έχουν αφανίσει το μισό πλανήτη στο παρελθόν. Ό,τι κι αν μείνει από τις όποιες αμφισβητήσεις της, θα δομηθεί πάνω σε κατάλοιπα αληθινών αξιών, μια αδιαπέρατη γραμμή για τους σοβαρούς κινδύνους.
Αρκεί να υπάρχει αυτή η γραμμή. Και να είναι ολοκότσινη.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Τα 10 πράγματα στην πόλη που ξεπερνούν το Sci-Fi




Μη δίνεις σημασία, απλά είναι ένα κείμενο που είχα γράψει εδώ, αλλά θέλω να το έχω ολόκληρο και εδώ. Πάμε πάλι:


1. I Am Legend
Μνημον-Ιός με μηδενικό χρόνο επώασης και άμεση μεταδοτικότητα, κυρίως από τα ΜΜΕ. Άδειοι (εμπορικοί) δρόμοι, οι περιπτεράδες κάνουν χρυσές δουλειές με τα «ενοικιάζεται» και «πωλείται». Μόνο το «εκπτώσεις» δεν πούλησε. Φέτος δεν είχαμε εκπτώσεις, εκποιήσεις είχαμε. Άσε που τώρα πρέπει να αλλάξεις και συνήθειες γιατί τα μαγαζάκια που ψώνιζες δεν υπάρχουν. Τα ρούχα, τα παπούτσια, τα αξεσουάρ, όλα όσα είχες αγοράσει, δεν είναι απλά αντικείμενα, είναι πια ενθύμια και μάλιστα μεγάλης συναισθηματικής αξίας από τα μαγαζάκια που έκλεισαν. Σχεδόν σου προκαλεί θλίψη να τα φοράς. Αλλά και να τα φορέσεις ποιος θα σε δει; Όπως o Will Smith, μόνοι σε άδειους δρόμους περπατάμε. Οι ιδιοκτήτες των άδειων κτηρίων όμως, απτόητοι. Ούτε τα ενοίκια ρίχνουν ούτε τον «αέρα» κόβουν. Ο κλασσικός ο τυχοδιώκτης ο Έλληνας. Περιμένουν μάλλον τη λήξη της κρίσης.

2. The Island
Η επέλαση των κλώνων είναι γεγονός: “Ο Μελένιος”, “Ο Μελένιος Ο Γνήσιος”, “Ο Σάκης”, “O Σάκης O Γλύκας”, “O Σάκης O Ορίτζιναλ”. Όσο ερημώνουν τα μαγαζιά, τόσο γεμίζουν οι γειτονιές με πλανόδιους μικροπωλητές. Σοβαρά τώρα, πρέπει να έχουμε στη γειτονιά ίσα με τρεις παλιατζήδες. Από τρία δρομολόγια ο καθένας να το βάλεις, έχεις μία μόνιμη επέλαση κλώνων κάτω από την πόρτα σου, που αριστοτεχνικά φροντίζουν να μην πέσει ο ένας στον άλλον, που δε σταματάνε να βαράνε ντουντούκες/καμπανάκια/κόρνες/μεγάφωνα, και που καθημερινώς πολλαπλασιάζονται ανά παρτίδες. Η έκδοση Σάκηδων πάντως νικάει τους Μελένιους σο φαρ.

3. Mad Max
Η επόμενη μέρα έφτασε. Οι συμμορίες παίρνουν τα ηνία. Κι ενώ πουθενά τριγύρω δεν βλέπεις τον Gibson να ανοίξει τουλάχιστον λίγο το μάτι σου, η πολεμική των Mad Max αυτής της πόλης δείχνει να έχει κάνει τον ορίτζιναλ με τα κρεμμυδάκια. Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός, κυρίως στην εμφάνισή σου. Άλλωστε αυτό ήταν πάντα το πρώτο που μέτραγε σε αυτήν την πόλη. Η εμφάνιση. Πρέπει να μοιάζεις με τους πολλούς. Πρέπει να μην έχεις πολύ σκούρο δέρμα ή τραβηγμένα μάτια, πρέπει να μιλάς καλά ελληνικά χωρίς τραβηγμένα ή βαριά σύμφωνα και εννοείται, πρέπει να προσέχεις και τι φοράς. Όλα σχεδόν τα ρούχα εκτός τζιν και τισέρτ είναι δυνητικά επικίνδυνα πάνω σου. Από κελεμπία μέχρι ζαρντινιέρα. Μέχρι και στολή μπάτσου μπορεί να σε κάψει καμιά φορά.

4. Night Of The Living Dead
Τη μέρα βρίσκονται σε τάφους των 100 ζομπιών, 100_ευρώ_το_κεφάλι, μακριά από τα μάτια των ανυποψίαστων Τζώνιζ αυτής της πόλης, ενώ άλλα συνωστίζονται απειλητικά έξω από σπίτια, δίπλα σε αυτοκίνητα, πουλώντας χασίς, κλεμμένα κινητά, ακόμη και το κορμί τους. Τα βράδια όμως δε κρύβονται. Αναδύονται από τη σκόνη της πόλης για να χορτάσουν με τις σάρκες μας. Περιέργως κάποια ξεκινούν το γεύμα από τα σκουπίδια και ακόμη πιο περιέργως, κάποια άλλα σκεπάζονται με χάρτινες κούτες και πέφτουν και πάλι σε λήθαργο. Άλλα είναι πιο επιθετικά. Ορμάνε σε σπίτια, σε ανυποψίαστους περαστικούς (sic) και σε βρώμικα τζάμια αυτοκινήτων. Και από την άλλη έχεις τους Κυνηγούς. Θα τα ψάξουν, θα τα βρουν, θα τα κυνηγήσουν ανελέητα. Βέβαια γλιτώνουμε όπου να ‘ναι. Θα τα φορτώσουν λέει σε βαπόρια και θα τα αφήσουν σε ξερονήσια. Πάντως το καλό με τη μάστιγα των ζόμπι είναι ότι οι “πολίτες” δεν έχουν φόβο. Ζόμπι γεννιέσαι, δε γίνεσαι.

5. Jurassic Park
Ένα περιφραγμένο νησί στο κέντρο της πόλης, λες με ηλεκτροφόρα καλώδια προστατευμένο, ζει ανέμελα τη δική του δόξα. Οι 300 δεινόσαυροι της Βουλής, απολιθώματα μιας άλλης εποχής, κατασκευασμένοι σίγουρα σε εργαστήρια και απαραιτήτως από γονίδια ομοίων τους, βρίσκονται εκεί να μας προκαλούν δέος, τρομάρα, ίσως νοσταλγία των άλλοτε αληθινά πολιτικών όντων και ενίοτε, διασκέδαση. Κυρίως όμως, απορία για την επιμονή τους να μη λένε να εξαφανιστούν από προσώπου γης ή ,τέλος πάντων, για την δική μας επιμονή να κατασκευάζουμε διαρκώς νέους. Ένα πάρκο αναψυχής, γεμάτο θηρία που θα ‘πρεπε να είχαν εκλείψει. Όλα μπορεί να μας τα προσάψει κανείς αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορεί να πει ότι λυπηθήκαμε τα έξοδα.

6. Misery
Σε αυτήν την πόλη είσαι μόνιμα δέσμιος ενός κάρου τρελάρων στα ΙΚΑ, τις ΔΟΥ, τα ΤΕΒΕ, τα ΤΣΜΕΔΕ και όλα αυτά τα ευφάνταστα μέρη, από τα οποία εξαρτάται κυριολεκτικά η ζωή σου και που πρέπει να πηγαινοφέρνεις εσαεί χαρτάκια, κάνοντας πάντα τη χαζή και την ευγενικιά, παρακαλώντας κάθε μα κάθε μέρα τον Στέφεν, τον θεό, τον ΓΑΠ ή όποιον το σκέφτηκε όλο αυτό τέλος πάντων, να τελειώσει κάποτε το δικό σου μίζερι προτού σου πριονίσουν οι τρελάρες και την τελευταία ρανίδα υπομονής σου. Δεν ελπίζεις πια. Ξέρεις ότι το ψυχολογικό προφίλ της σημερινής σου τρελάρας δεν θα έχει και πάλι σε τίποτα να ζηλέψει την Άνι, μόνο που η δικιά σου θα ξέρει να ξυραφιάζει με ένα βλέμμα. Κι άμα ποτέ ξεμπερδέψεις μαζί της, σύντομα θα έχεις να κάνεις με την διπλανή της. Μέχρι δηλαδή τα επόμενα χαρτάκια, η ζήτηση των οποίων ΔΕ σταματά με τον φυσικό σου θάνατο. Μόνο όταν πεθάνεις και στα χαρτιά αναπαύεσαι.

7. 1984
Ο Φόβος μεταλλάσει τους ανθρώπους αυτής της πόλης σε ανθρωπάκια. Όλο και πιο κοντά, πιο αδύνατα αλλά κυρίως όσο πιο απαρατήρητα μπορούμε. Η newspeak μας έβγαλε και όνομα. Δε λεγόμαστε πλέον “Λαός”, “Ψηφοφόροι” ή “Νοικοκυραίοι”. Λεγόμαστε όλοι “Πολίτης” και ενίοτε “Αγανακτισμένος Πολίτης”, “Φιλήσυχος Πολίτης” ή “Ενεργός Πολίτης”. Ανάλογα την προπαγάνδα δατ ιζ. Μόνο που εδώ το ξύλο στους “Πολίτες” δεν πέφτει σε ειδικά διαμορφωμένα δωμάτια από καλά εκπαιδευμένους προσηλυτιστές αλλά στο δρόμο και μάλιστα μπροστά σε κάμερες. Ο Μεγάλος Αδελφός αποφάσισε ότι είναι πιο αποτελεσματικό. Αντί να φαντάζεσαι βία ή να τη βιώνεις μόνος κι έρμος διδάξου δια της ομαδικής θεραπείας. Μόνο έτσι θα ικετεύεις για ακόμη περισσότερη ασφάλεια. Και στην παρέχουν. Τόσα χρόνια σε προστατεύουν από τον Εχθρό που όπου να ‘ναι θα στην πέσει. Από την Ωκεανία, από την Ευρασία, από την Τουρκία… δεν έχει σημασία. Τζούλιες εδώ δεν έχουμε. Έχουμε δηλαδή, αλλά δεν το κάνουν κρυφά και σίγουρα όχι μόνο με έναν πρωταγωνιστή.

8. Planet of the Apes
Λογικά ο δικός μας αστροναύτης την έχει ήδη κάνει την μαλακία και οι πίθηκοι είναι ήδη εδώ και άρχουν από πάντα. Τρίχες ιδιαίτερες δε βλέπεις, (εξέλιξη ή σκινχεντ γαρ), βλέπεις όμως πιθηκισμούς όπως τις ίδιες μπλε στολές, τα ίδια τσουχτερά γκλομπ, τις ίδιες ασπίδες. Χαρακτηριστικό τους ο κλασικός πιθηκίσιος εγκέφαλος με αυταπάτες μεγαλείου και υπεροχής του είδους του, με υπερπληθώρα τεστοστερόνης και αυξημένα ένστικτα κυριαρχίας και επιβολής στα άλλα είδη και στο δικό του. Κύρια ασχολία του ο πόλεμος με οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Σκοπός του το αίμα και ο θάνατος. Τίποτε λιγότερο. Ζευγάρωμα, τροφή, πολιτισμός, δεν είναι πια σημαντικά για το είδος του. Ζώο. Πρωτεύον αλλά ζώο. Η πόλη είναι επίσημα πια η πόλη των πιθήκων. Το ερώτημα είναι εμείς τι ακριβώς κάνουμε εδώ.

9. I, Robot
Ενώ φτιάχτηκαν να μας υπηρετούν, πλέον κυριαρχούν. Είναι τα μόνα που δεν αγγίζουν οι πίθηκοι γιατί ποτέ δεν συναντώνται. Λες και ζουν σε παράλληλα σύμπαντα. Τα δικά μας ρομπότ φτιάχτηκαν για να μας διασκεδάζουν, για να περνάμε την ώρα μας με χαζοπράματα όπως “λάιφστάιλ”, “μεγάλες πίστες”, “μόντελινγκ”, “στάιλινγκ” και τώρα αγωνιζόμαστε να τα φτάσουμε, να γίνουμε σαν κι αυτά. Είναι όλα ίδια και τέλεια. Μόνο το φύλο αλλάζει. Τα θηλυκά για παράδειγμα, είναι κοκκαλιάρικα, είναι ξανθά, με τα ίδια φουσκωτά χείλη, το ίδιο σούφρωμα όταν ποζάρουν, το ίδιο νούμερο (μεγάλα) βυζιά, απαραιτήτως τα ίδια ρούχα και τα ίδια μυαλά. Έχουν πάντα λεφτά και είναι πάντα ευτυχισμένα. Όταν δεν είναι, αυτοαναφλέγονται ή εξαϋλώνονται… κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν τα ‘χει δει όταν είναι δυστυχή. Μάλλον θα επιστρέφονται στην εταιρεία για reboot. Και ένα νούμερο μεγαλύτερα βυζιά. Όσο μεγαλύτερα τα βυζιά τόσο πιο “χάπι” τα μποτς.

10. The Light Fantastic
Μέχρι την άφιξη του μωρού μου η πόλη ήταν… βασικά αυτό που νόμιζα ότι όλοι βλέπουμε τριγύρω. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Μόλις πιάσεις ένα πιτσιρίκι στα χέρια σου, αμέσως μετά το τέντωμα του δαχτύλου του προς την πόρτα, μία ακόμη διάσταση της πόλης ανοίγει διάπλατα στα μάτια σου που μέχρι χθες λες και ήταν απαγορευμένο να δεις. Ένας πολύχρωμος, μπαλονοζωσμένος και ενίοτε φουσκωτός κόσμος, αποτελεί μέρος πια της καθημερινότητάς σου, δίπλα στα μάτια όλων που δεν μπορούν να τη δουν, να σε φωτίζει και να σε ζεσταίνει παρόλη τη μαυρίλα που επικρατεί τριγύρω. Το Φανταστικό Φως της πόλης των πιτσιρικιών σε πλημμυρίζει, γεμάτο φωνές και κυρίως, μαζού εν δε ζου. Και μπεμπελιλί. Και ζουζούνια. Γενικά δηλαδή, χαρούμενες παιδικές φάτσες. Που σε ψοφάνε στην κούραση. Μόνο σωματική όμως. Ψυχικά, σου δίνουν κουράγιο για όλα τα προηγούμενα. Και αυτό, είναι επιστημονική φαντασία.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

10 A.C.




Είναι αδιανόητο, το ξέρω, αλλά η κρίση για την πλειονότητα δεν είναι υπόθεση δύο ή τριών χρόνων για να φέρει τόση απελπισία, κατάθλιψη και φυγή. Είναι κοντά στη δεκαετία που αυτή η μαλακισμένη αίσθηση να τρέμεις τυχαία γεγονότα, να είσαι έρμαιο συνθηκών που καθόλου δεν μπορείς να ελέγξεις, εξουθενώνει κόσμο. Τα τελευταία δύο χρόνια απλά έγινε κοινό αίσθημα και επιτέλους είναι μεγάλη ανακούφιση να βλέπεις τα newsfeed σου να συντονίζονται λίγο περισσότερο με το μέσα σου. Και η γιγάντια απόφαση της φυγής, δεν σου φαντάζει πια καθόλου γιγάντια, δεν είναι κάτι της στιγμής, ούτε φεύγεις για να ανοίξεις ορίζοντες.

Η απόφασή μου να φύγω δεν ήταν επειδή για δύο χρονάκια ζορίστηκα. Ήταν επειδή βαρέθηκα να τρέμει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά που η ρουτίνα μου έπρεπε να ξεφύγει από την προσεκτικά υπολογισμένη νόρμα. Αυτό που άλλοι λένε ρουτίνα, αλλά για σένα είναι ασφάλεια. Μια απεργία στις συγκοινωνίες σημαίνει ότι είτε θα σε γονατίσει η βενζίνη είτε ότι θα κινδυνέψει η θέση σου. Μια έξτρα χρέωση της εφορίας, ένας ακόμη λογαριασμός, μια μείωση του μισθού, ακόμα και το παραμικρό προβληματάκι στο αυτοκίνητο ή μια ξαφνική επίσκεψη σε γιατρό, είναι γιγάντια απόκλιση από τον ήδη ανύπαρκτο προυπολογισμό σου. Απλά πράγματα για τους πολλούς, μετατρέπονται σε εκστρατείες ολόκληρες, αν πεις για μια φορά να ακολουθήσεις, έτσι για να νιώσεις λίγο φυσιολογική.

Την απόφασή μου αυτή, να φύγω χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ενίσχυσε τρομακτικά το τελευταίο τρίμηνο πριν έρθω στην Κύπρο. Ακόμη τρέμω εκείνη τη μαύρη εποχή που χρειάστηκε να μείνω μόνη μέχρι να μεταναστεύσω. Για τρεις μήνες έπρεπε να πηγαινοφέρνω το μωρό στις γιαγιάδες, να δουλεύω με τρεις ώρες διαδρομή καθημερινά, να φέρνω βόλτα το σπίτι, να φοβάμαι μην αρρωστήσω, μην αρρωστήσει, να προσπαθώ να την κοιμήσω και να κοιμηθώ. Κι όλα αυτά, με το άγχος της νέας χώρας και τον άνθρωπό μου να ταλαιπωρείται τρομακτικά με ποδαρόδρομους ωρών καθημερινά, πανάκριβα ξενοδοχεία και αρκετά άστεγα βράδια. Και αυτά, απ΄όσα μου έλεγε.

Μίσησα μέσα από την ψυχή μου τον τρόπο που εκδιώχθηκα από το σπίτι μου και θύμωσα απίστευτα που μετά από τόσα χρόνια δουλειάς και κούρασης δεν υπήρχε η ελάχιστη αίσθηση γαλήνης που θα ‘πρεπε να υπάρχει όταν γυρνάς σπίτι σου το βράδι. Και την έψαξα αλλού. Και τη βρίσκω διακεκομένη γιατί τα μόνα που μου λείπουν δεν μπορώ να τα έχω. Δεν γίνεται να ξεκολλήσω συθέμελα ένα τσούρμο σπίτια με ανθρώπους και να τα ριζώσω δίπλα στο νέο μου σπίτι.

Η “κατάρα” της γαλήνης που στη δώσανε με αρκετά χιλιόμετρα ανταλλαγή, είναι ότι έχει ταβάνι. Θα έχεις πάντα τον κίνδυνο να βλέπεις τα ακριβή όριά της όταν μιλάς με τους δικούς σου πίσω. Όταν ας πούμε, σου λέει χαρούμενος ο πατέρας σου ότι έκατσε δυο ώρες στην ουρά για μια σακούλα ρύζι, εσύ κάθε φορά, θα κατεβάζεις το κεφάλι για να μη βρει στο καινούργιο σου ταβάνι.



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Τα PSIλά μου




Κανονικά θα έπρεπε να λέω το φλιτζάνι για να πάρει κάποιος σοβαρά τις προβλέψεις μου όμως θα επιχειρήσω να το κάνω όχι για τα εύσημα αλλά για τη φουκαριάρα τη συνείδησή μου. Έχω βαρεθεί τόσο καιρό να διαβάζω αναλύσεις επί αναλύσεων για το τί μέλλει γενέσθαι στην Ελλάδα κατά, μετά και ενάντια στην κρίση. Ήμουν ενεργότατατο κομμάτι αυτής της κρίσης κι ένα παραπάνω τώρα με τη φυγή μου, οπότε τα ερωτήματα που θέτουν ντόπιοι και ξένοι έχουν απαντηθεί τόσο ξεκάθαρα στο κεφάλι μου που είναι κρίμα τέτοια φιλοσοφική λίθος να σπάει ένα μόνο κεφάλι.

Ρωτάνε οι έρμοι εάν και πότε θα γίνει Επανάσταση, εάν θα ξεσηκωθεί ο κόσμος, εάν θα γίνει πραξικόπημα, εάν του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει και άλλα βουκολικά. Βλέπω και τις κινήσεις της πατάτας, του αλευριού, του λαδιού, οσονούπω και του Βενιζέλου και σιγουρεύομαι περισσότερο για τα ακριβή βήματα της πρόβλεψης που δεν είδα στο φλιτζάνι αλλά σίγουρα θα βαρεθώ να βλέπω στο rss.

Θα γίνει Επανάσταση/ Πραξικόπημα/ Πόλεμος/ ΈξοδοςΑπόΤηνΕυρώπη;
Όχι, όχι, όχι και όχι. Βαρεμάρα το ξέρω αλλά δε θα γίνει τίποτα από αυτά που μας έχουν πλασάρει για ενδιαφέροντα και συγκλονιστικά. Κι αυτό γιατί είμαστε κυρίως ακαδημαϊκοί τύποι αλλά έχουμε κι ένα θεματάκι σα λαός με τη σύμπνοια - και αυτό συμπεριλαμβάνει και στρατηγούς. Ενδέχεται βέβαια, εάν καούν πάλι τίποτα αθήνες να το ονομάσουμε Επανάσταση ή δενξερωγωτι αλλά αν όχι από την επόμενη, η ζωή θα συνεχίσει στο φυσιολογικό της σα να μη πέρασε μια μέρα. Κι αυτό θα πηγαίνει έτσι αιωνίως τουμπανίως, παρεκτός κι αν κάποιος έξωθεν χρησιμοποιήσει το πιο πιασάρικο απ΄τα μπάχαλα και μας βαφτίσει Επαναστάτες για την καμπάνια του.

Θα αλλάξει ο Έλληνας νοοτροπία;
Όχι. Η νοοτροπία είναι ίσως το μόνο πράγμα που αποδέχομαι ότι καραστάνταρ περνάει μέσω του Ελ dna σε όλες τις γενιές. Αρκεί να είσαι καθαρός απόγονος. Και πως να αλλάξει ο Έλληνας τώρα. Γεννήθηκε και σχεδόν γέρασε με αυτά τα μυαλά, πλέον αυτά τα μυαλά τον έχουν αφήσει άστεγο, άνεργο, τον έκαναν κυριολεκτικά να πεινάσει κι αυτόν και τα παιδιά του αλλά ακόμα τον βλέπεις έξω από εκλογικά τμήματα. Όχι, δεν θα σκεφτεί περισσότερο, δεν θα γίνει πιο νομοταγής, πιο φιλόζωος, πιο οικολόγος, πιο ανθρώπινος. Μόνο ψηφοφόρος θα μείνει. Αντίθετα όσο πιο δύσκολη η πίστα, τόσο πιο αγρίμι και ψηφοφόρος θα γίνεται αυτός για να επιβιώσει. Η μόνη διαφορά είναι, πως τώρα εκτός από τα ψυχολογικά του έβαλε και ψυχοπαθείς στη βουλή, οπότε στο άμεσο μέλλον θα μπορεί να ζώνεται και φυσεκλίκια για να προστατεύσει τα -παρανόμως, ρουσφετιακώς ή αδίκως- κεκτημένα. Μόνη μου ελπίδα η φυσική επιλογή που θα φροντίσει μια κι έξω να αλλάξει τον Έλληνα. Με ένα ανώτερο είδος. Το σαλιγκάρι για παράδειγμα..

Δουλειές θα υπάρξουν;
Ομολογώ πως αυτό το ερώτημα είναι τρίκι. Δεν αρκούν φλιτζάνια, γυάλινες σφαίρες και ταρό για να είσαι εντελώς σίγουρη ότι έπεσες μέσα. Γι’ αυτό, επιστρατεύω τη λαϊκή σοφία - όχι τη δικιά μας - για το μέλλον μας στα εργασιακά. Το ανέκδοτο με το Σταρ Τρεκ και γιατί δεν έχει Έλληνα μέσα, είναι πολύ διάσημο εδώ στις ξενιτιές. Που λες, ο κύριος λόγος που εκλείπει το είδος μας από το Σταρ Τρεκ είναι πως όχι, ούτε στο μέλλον έχει ο Έλληνας δουλειά.

Θα έρθουν καλύτερες μέρες;
Σαφώς. Ακόμα και στις ταινίες του Ξανθόπουλου βλέπεις κόσμο να καλοπερνάει μονάχα με ένα κομμάτι λακέρδα. Το θέμα είναι να καταφέρεις να βρεθούν όλοι οι γύρω σου στην ίδια μοίρα για να μη νιώθεις παράταιρος. Μετά η προσαρμογή είναι μόνο θέμα χρόνου. Χώρια που εμείς οι Έλληνες είμαστε ούτως ή άλλως ολιγαρκείς. Τί θέμε; Μια δουλίτσα, τακτική κλάψα με συνοδεία μπουζούκι, καλύτερο αυτοκίνητο από τον διπλανό, δυο τούβλα γονική παροχή και μία απ΄όλα (οκ, δύο απ΄όλα) σε έναν κωτσόβολο. Αν εξαιρέσεις τη δουλίτσα, όλα τ’ άλλα προλάβαμε και τα καβατζώσαμε. Άρα ΝΑΙ. Θα έρθουν καλύτερες μέρες. Έχουμε τα βασικά. Αυτό που λείπει είναι μόνο η θετική σκέψη και λίιιιγη ακόμη ομοιομορφία στις τσέπες. Από Ξανθόπουλους πήξαμε.



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

μαρς ατακ




Μέχρι χθες, όποτε έλεγα στους δικούς μου ότι σκεφτόμαστε να φύγουμε από την Ελλάδα, δεν σηκώνανε κουβέντα. Όχι πως θα τους ρωτούσα δηλαδή, αλλά πραγματικά έβγαιναν από τα ρούχα τους που δε λέγαμε να βάλουμε στα κεφάλια μας ότι δεν υπάρχει ζωή της προκοπής έξω από δω, πόσο πολύ βάρβαρο είναι “να σε τρώει το σαράκι του τόπου σου”, πώς θα ζήσουμε μακριά από τους δικούς μας, τί τραβήξανε στη Γερμανία και άλλα. Όλα αυτά, μέχρι πριν λίγους μήνες. Λίγο μετά, η απόφασή μας είχε παρθεί, όχι ότι είχαμε και ιδιαίτερο χρόνο να κάτσουμε να σκεφτούμε τί πάμε να κάνουμε, όπως και να ‘χε όμως, έπρεπε να το ανακοινώσουμε. Με το εισιτήριο στο χέρι, λίγο πριν φύγει πρώτος ο Τάσος για τα “ξένα”, πήγαμε να τους το πούμε.

Χαμός! Το τί γλέντια και χαρές, δε λέγεται. Έπεσα από τα σύννεφα. Λέω, κάτσε μη δε καταλάβανε καλά. Άρχισα τα μαμά, μπαμπά, ε... μισό λεπτό, δεν πάμε στη Σαλαμίνα, στην Κύπρο πάμε. Εκεί, κάτω από την Τουρκία, εκεί που μιλάνε τραγουδιστά, που τρώνε χαλούμι αντί για φέτα και που θα μας βλέπετε το πολύ δυο φορές το χρόνο; Και δώστου γέλια και χαρές αυτοί! Και λέω, τί έγινε, δε θα τους λείψω, ούτε ένα τόσο δακρυάκι για το παιδάκι τους που θα κάνουνε μαύρα μάτια να το ξαναδούν; Για το εγγονάκι τους; Βέβαια στην πορεία τα κλάματα ήρθαν και δεν έχουν φύγει ακόμη, αλλά ακριβώς εκείνη η στιγμή ήταν που άρχισαν τα μέσα μου να χωνεύουν λίγο καλύτερα την κατάσταση. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύσκατα απ΄όσο τα νόμιζα. Αν οι γονείς μου, η Αισιοδοξία με την Ελπίδα, οι μόνοι πεντακάθαροι απόγονοι των λουλουδόπαιδων που ξέρω, δεν περίμεναν κανένα απολύτως μέλλον στην Ελλάδα, τότε η απόφαση να τα μαζέψω και να φύγω, ήταν λιγότερο εξωπραγματική απ΄όσο νόμιζα ως τότε.

Οι υπόλοιποι φυσιολογικοί άνθρωποι γύρω μας δεν ήταν τόσο άνετοι. Οι ενστάσεις έπεφταν βροχή. Κάποιες φορές προβληματιζόμασταν και κάποιες άλλες προσπαθούσαμε με τη λογική να τις αντικρούσουμε. Έπρεπε να απαντήσω από τα πιο απλά πράγματα όπως εάν θα βρίσκουμε φέτα και νεσκαφέ, μέχρι τα πιο δύσκολα όπως τί θα κάνω εάν δεν μ’ αρέσει η Κύπρος, πως θα αντέξω με τόσο ήλιο και ζέστη, πώς θα συνεννοούμαι αν όλοι μιλάνε κυπριακά. Έρχομαι τώρα και σκέφτομαι ότι όλες αυτές οι ενστάσεις δεν ήταν άκυρες, απλά δεν ήταν του αναγκασμένου να φύγει. Ήταν του ανθρώπου που μόλις του ανακοίνωσαν ότι υπάρχουν εξωγήινοι στο παραδιπλανό σύμπαν και προσπαθεί να το χωρέσει στο κεφάλι του. Θα είναι φιλικοί; Μήπως τρώνε γατάκια; Κι αν κλείσει η σκουληκότρυπα; Και τα φωτόσπαθα; Πού τα πας τα φωτόσπαθα; Δεν είναι τυχαίο, για να έχει γίνει τέτοιος ντόρος, σίγουρα οι εξωγήινοι έχουνε φωτόσπαθα!

Ε, και είπα αφού έχω λίγο χρόνο ξεκούρασης ανάμεσα στις ολοήμερες μάχες με τα φωτόσπαθα, να σετ θινγκς στρέιτ (όπως επιβάλλει η παράδοση για εκείνους που περνάνε την άλλη όχθη αλλά ποτέ δεν κάνουν τον κόπο τα ρεμάλια να ειδοποιήσουν όσους έμειναν πίσω) ότι υπάρχει όντως Ζωή πέρα από τον Καναπέ και κυρίως για τις προθέσεις της:

Δαναοί μη φοβού! ΔΕΥ ΚΑΜ ΙΝ ΠΙΣ.

Γιορζ τρούλι,
η καλαμαρού!*


*σοβαρά, έτσι με φωνάζουν εδώ. :D





Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Γιγαντομαχίες




Έπρεπε να φύγω από την Ελλάδα για να καταλάβω, έστω αυτό το μηδαμινό που πρόλαβα να καταλάβω, τί σημαίνει να καταρρέει ο τόπος σου και μαζί του όλες οι σταθερές σου μέχρι χθες, μαζί και οι ανθρώποί σου κι εσύ να είσαι μακριά. Κι όλοι στο νέο σου τόπο να σε συμπονούν. Από αυτές τις συμπόνιες όμως τις βαριές αλλά ξώφαλτσες, όπως όταν έχεις ετοιμοθάνατο και έρχονται όλοι γύρω σου αλλά σιωπηλοί επειδή δεν ξέρουν τί να πουν, που νιώθεις όμως ότι δεν πολυκαταλαβαίνουν πόσο Γιγάντιο είναι αυτό που συμβαίνει και πόσο πονάει. Προσπαθείς να τους εξηγήσεις αλλά στο “Γιγάντιο” μπλοκάρουν. Τι μια ώρα, τί πέντε από την Ελλάδα, πρόκειται για νέο Σύμπαν. Όπου για τους ανθρώπους του σύμπαντος αυτού τα “Γιγάντια” πράγματα έχουν αφετηρία “εδώ”. Πιο πέρα, είναι “αλλού”.

Όπως ακριβώς ήμουν κι εγώ μία μέρα πριν τις 4 του Γενάρη. Κάτι Ρωσσίδες συναδέλφισες, μια Ουκρανή πελάτισσα του μαγαζιού, άντε και κάνα δυο ακόμη μεμονωμένα περιστατικά όλα κι όλα να ‘χα συναντήσει που περιέγραφαν ακριβώς αυτό το συναίσθημα. Το Γιγάντιο. Συμπονούσα. Όσο κατάφερνε να χωρέσει το μυαλό μου. Μεταξύ μας, μετά από πρηξιματική ωρών, δεν ήθελα άλλα κλάματα και ψυχοπλάκωμα. Σύντομα, τις απέφευγα, ίσα που το ‘βλεπα ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον σαν παραμυθάκι, το ξεχνούσα γρήγορα αφού ήταν “αλλού” και όχι “εδώ”. Γιγάντια ήταν μόνο τα δικά μου.

Άμα σου τύχει, είναι απερίγραπτη η αγωνία. Δε σου φτάνουνε όλες οι ειδήσεις του κόσμου για να ενημερωθείς. Το αίσθημα του “έξω” δεν γεμίζει με τίποτα. Όλη μέρα ψαχουλεύουμε στο νετ και στις εφημερίδες ενώ μέχρι να βάλουμε κεραία της προκοπής, ειδήσεις ελληνικές πιάνουμε μόνο στις 9 το βράδυ από το ertworld. Επίσης κάποιος να πει στους Κύπριους ότι ο Αυτιάς είναι οικονομικός μετανάστης, όχι σελέμπριτι που τους κάνει την τιμή για διευθυντής ειδήσεων. Δε βλεπόταν ούτε στην Ελλάδα, ούτε εδώ.
Ρωτάμε και στα τηλέφωνα αλλά τί να μας πρωτοπούν; Για τον καιρό, τα χρωστούμενα, ποιος απολύθηκε, ποιος χώρισε, ποιος ξεσπιτώθηκε; Μιλάμε, ένα τόσο δα πετραδάκι να θυμάσαι, να λες Αυτό Το Ξέρω Καλά Και Υπάρχει, δε σου έχουν αφήσει.

Μέσα μου πλέον έχω Γιγαντομαχίες. Έχω δύο Γιγάντια. Το “εδώ” και το “εκεί”. Ακόμα το “εκεί” το νικάει το “εδώ”. Πού θα πάει όμως. Ατέλειωτα παιχνίδια, ανθρώπινες δουλίτσες, βόλτες στο βουνό, ήλιος και μπόλικες καταιγίδες. Η πόλη γίνεται αγνώριστη κάθε μέρα. Ετοιμάζεται για το Γιγάντιο καρναβάλι της Λεμεσού. Γιγάντιο. Ελπίζω να νικήσει.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Crab Bucket




Και φεύγεις από το Κέντρο Του Σύμπαντος, από την Κοιτίδα του Πολιτισμού, των Γραμμάτων και των Τεχνώνε και φοβάσαι τι θα συναντήσεις. Το crab bucket στα καλύτερά του. Και μετά προσγειώνεσαι σε ένα πανέμορφο μέρος με πολύ φιλικούς ανθρώπους που ακόμη κι αν δεν σε ξέρουν καθόλου θα σε πήξουν στις καλημέρες και θα αυτοσαρκαστούν σε κάθε ευκαιρία. Τα πάντα περπατιώνται και το μεσημέρι τρως σπίτι σου.Όσο κρύο και να κάνει, ο ήλιος θα σου καίει την πέτσα αλλά παρόλα αυτά θα τον κυνηγάς όπου κι αν είναι. Όλες οι φυλές θα σου μιλήσουν ακόμη και με παντομίμα και τα βράδια δεν θα φοβηθείς να κάνεις τσάρκες.

Βασικά, δεν έφυγα από την Ελλάδα. Σε ένα ελληνικό νησί πήγα ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Μιλάω τη γλώσσα μου, αγοράζω τα προϊόντα που ξέρω, ζουν με τα έθιμα και περίπου τα φαγητά μου και παραδόξως είναι πολύ της μόδας τα μουστάκια αλλά βασικά, αυτά. Όοοολα τα άλλα είναι καινούργια. Κυρίως καλά. Θα μπορούσα να γράψω αρκετά για τα άσχημα του τόπου αυτού αλλά έχοντας έρθει από τη Ζούγκλα, πραγματικά δεν μου κάνουν αίσθηση.

Τώρα καταλαβαίνω γιατί το νησί αυτό επιβιώνει και μάλιστα μια χαρά. Γιατί λειτουργούν τουλάχιστον τα αυτονόητα. Πόσιμο νερό χρησιμοποιείς μόνο για να πιείς από ειδική βρύση, δεν το καταναλώνεις για βλακείες, λάστιχο στην αυλή απλά δεν επιτρέπεται να βάζεις, ο πεζός έχει πάντα προτεραιότητα παρόλο που γίνεται της πόπης από αυτοκίνητα και πολλά ακόμη μικρά και μεγάλα πράγματα που με παραξενεύουν στην αρχή αλλά μετά σκέφτομαι πως πρόκειται για τα αυτονόητα, αυτά που συμβαίνουν παντού εκτός από τη ζούγκλα μας.

Ναι, στη φάση που είμαι θέλω η μαύρη πέτρα που έριξα να γίνει κατάμαυρη και ακόμη κι αν πήγαινα στην Ουγκάντα πάλι όμορφη θα την έβλεπα αλλά βοηθά και ο τόπος. Πρόκειται για μια πανέμορφη παραλιακή πόλη γεμάτη φοίνικες και κήπους. Μια μικρή βόλτα στα στενά θα σε πείσει ότι κάπου εδώ μένει στα σίγουρα ο Ψαλιδοχέρης. Τέτοια σχήματα στα άπειρα δέντρα δεν έχω ξαναματαδεί και οι κήποι είναι πραγματικά γιγάντιοι. Τα μπέντζαμιν που τα είχα δει μόνο σε γλάστρες, εδώ είναι τεράστια δέντρα και οι ιβίσκοι θάμνοι πυκνοί που περικυκλώνουν βίλες ολόκληρες.

Χώρια οι λεμονιές και οι μανταρινιές. Πρέπει να το 'χουνε τάμα εδώ και κάθε σπίτι έχει τουλάχιστον από μία. Το δικό μου, έχει από δύο. Μάζεψα, έβαλα στο φαγητό, στις σαλάτες, έκανα γλυκό και τελειωμό δεν έχουν. Το νέο παιχνίδι της μικρής είναι να βγαίνουμε στην αυλή και να κόβουμε φρούτα. Και μετά να τα τρώμε. Και μετά να ξανακόβουμε. Μέχρι λεμόνι με τη φλούδα έφαγε το άτιμο.

Όσες αναφορές ελλήνων βλέπω που ήρθαν εδώ έχουν να σου πουν για τις διαφορές της γλώσσας και ένα σωρό χαζά. Αν τα φανάρια λέγονται “φώτα”, αν ντύνονται υπερβολικά, αν ακούνε μόνο σκυλάδικα. Και πραγματικά απορώ. Γίναμε τόσο πολύ μαλάκες ή από πάντα ήμασταν;




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Χρέος ΜΟΥ;



Η εμμονή να εξισώνεται στην συνείδηση και τους λόγους των πολιτικών, το χρέος του καθενός μας με το κρατικό, ΔΕΝ ΣΤΕΚΕΙ. Είναι ντροπή να ακούγεται κάτι τέτοιο, δεν είναι καθόλου το ίδιο, στην ουσία πρόκειται για δύο ανταγωνιστικές έννοιες που όταν η μια είναι στα ντουζένια της η άλλη θα είναι καταδικασμένη να υποφέρει. Και συνήθως το κάνει η δεύτερη.

Όσο και να μου παπαριάζετε τα αφτιά ότι π.χ. οι απολύσεις και τα κλεισμένα μαγαζιά θα βοηθήσουν να ανακάμψει το κράτος ή είναι παράπλευρες απώλειες πραγμάτων που πρέπει να γίνουν, εγώ βλέπω ότι έτσι δημιουργούνται καθημερινά ένα κάρο προσωπικά χρέη πάνω από κεφάλια ανθρώπων. Ανθρωπένιων ανθρώπων. Που τρώνε, ζουν, αναπνέουν και πεθαίνουν πάρα πολύ γρήγορα σε σχέση με ένα κράτος, ας πούμε. Και αυτή ακριβώς είναι η ένστασή μου. Το κράτος δεν θα πεθάνει αύριο, δεν πάθει καρδιά από το άγχος, δεν θα του πέσουν τα μαλλιά, δεν θα πάθει κατάθλιψη, δεν θα πεινάσει με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Θα μου πείτε, δεν γίνεται να είμαστε αποκομμένοι από τα προβλήματα του τόπου μας, σε άλλες εποχές άλλοι έδωσαν τη ζωή τους για τη χώρα τους. Θα σας πω ότι ευχαρίστως να δώσω και τη δική μου αλλά για κάτι που να αξίζει αλλά όχι και για τις μερσεντέ και τις βίλες του κάθε μαλάκα κλέφτη που κατάφερε να τρουπώσει σε ένα αξίωμα.

Σόρι κιόλας, αλλά δεν έχω μια αιωνιότητα για να δρέψω τους καρπούς των θυσιών σας, όπου να ‘ναι θα μου πάρουν μέτρα για φέρετρο ενώ εσείς πάντα θα έχετε έναν παπάρα να λέει ότι χρωστάμε, να γεμίζει τον κόσμο ενοχές για ένα αστρονομικό ποσό, ένα ποσό που θα μας ακολουθεί προφανώς για αιώνες, ένα θα λέει, κρατικό χρέος. Και θα συνεχίζει να τολμά να τα λέει αυτά όταν εμένα θα με τρώνε τα σκουλήκια, όταν θα συνεχίζουν να υπάρχουν άνεργοι, απλήρωτα ρεύματα και νοίκια και ένα κάρο καινούργια μικρά χρέη που θα κατσικώνονται πάνω από κεφάλια ανθρώπων από πραγματική σάρκα, οστά, όνειρα και ελπίδες. Και αντίθετα με εμάς, το Κράτος παρότι θα βυθίζεται στη φτώχεια, τη λιτότητα και την εξαθλίωση, δε θα πεθάνει ποτέ.

(αφιερωμένο στον αρχιμαλάκα υπάλληλο του ΤΕΒΕ που προτελευταία μέρα στην Ελλάδα εκτός από μπαλάκι στα πήγαινε-έλα, θυμήθηκε να μου κάνει και κήρυγμα για το μοναδικό του τόπου μας)



Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...