Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

μαρς ατακ




Μέχρι χθες, όποτε έλεγα στους δικούς μου ότι σκεφτόμαστε να φύγουμε από την Ελλάδα, δεν σηκώνανε κουβέντα. Όχι πως θα τους ρωτούσα δηλαδή, αλλά πραγματικά έβγαιναν από τα ρούχα τους που δε λέγαμε να βάλουμε στα κεφάλια μας ότι δεν υπάρχει ζωή της προκοπής έξω από δω, πόσο πολύ βάρβαρο είναι “να σε τρώει το σαράκι του τόπου σου”, πώς θα ζήσουμε μακριά από τους δικούς μας, τί τραβήξανε στη Γερμανία και άλλα. Όλα αυτά, μέχρι πριν λίγους μήνες. Λίγο μετά, η απόφασή μας είχε παρθεί, όχι ότι είχαμε και ιδιαίτερο χρόνο να κάτσουμε να σκεφτούμε τί πάμε να κάνουμε, όπως και να ‘χε όμως, έπρεπε να το ανακοινώσουμε. Με το εισιτήριο στο χέρι, λίγο πριν φύγει πρώτος ο Τάσος για τα “ξένα”, πήγαμε να τους το πούμε.

Χαμός! Το τί γλέντια και χαρές, δε λέγεται. Έπεσα από τα σύννεφα. Λέω, κάτσε μη δε καταλάβανε καλά. Άρχισα τα μαμά, μπαμπά, ε... μισό λεπτό, δεν πάμε στη Σαλαμίνα, στην Κύπρο πάμε. Εκεί, κάτω από την Τουρκία, εκεί που μιλάνε τραγουδιστά, που τρώνε χαλούμι αντί για φέτα και που θα μας βλέπετε το πολύ δυο φορές το χρόνο; Και δώστου γέλια και χαρές αυτοί! Και λέω, τί έγινε, δε θα τους λείψω, ούτε ένα τόσο δακρυάκι για το παιδάκι τους που θα κάνουνε μαύρα μάτια να το ξαναδούν; Για το εγγονάκι τους; Βέβαια στην πορεία τα κλάματα ήρθαν και δεν έχουν φύγει ακόμη, αλλά ακριβώς εκείνη η στιγμή ήταν που άρχισαν τα μέσα μου να χωνεύουν λίγο καλύτερα την κατάσταση. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύσκατα απ΄όσο τα νόμιζα. Αν οι γονείς μου, η Αισιοδοξία με την Ελπίδα, οι μόνοι πεντακάθαροι απόγονοι των λουλουδόπαιδων που ξέρω, δεν περίμεναν κανένα απολύτως μέλλον στην Ελλάδα, τότε η απόφαση να τα μαζέψω και να φύγω, ήταν λιγότερο εξωπραγματική απ΄όσο νόμιζα ως τότε.

Οι υπόλοιποι φυσιολογικοί άνθρωποι γύρω μας δεν ήταν τόσο άνετοι. Οι ενστάσεις έπεφταν βροχή. Κάποιες φορές προβληματιζόμασταν και κάποιες άλλες προσπαθούσαμε με τη λογική να τις αντικρούσουμε. Έπρεπε να απαντήσω από τα πιο απλά πράγματα όπως εάν θα βρίσκουμε φέτα και νεσκαφέ, μέχρι τα πιο δύσκολα όπως τί θα κάνω εάν δεν μ’ αρέσει η Κύπρος, πως θα αντέξω με τόσο ήλιο και ζέστη, πώς θα συνεννοούμαι αν όλοι μιλάνε κυπριακά. Έρχομαι τώρα και σκέφτομαι ότι όλες αυτές οι ενστάσεις δεν ήταν άκυρες, απλά δεν ήταν του αναγκασμένου να φύγει. Ήταν του ανθρώπου που μόλις του ανακοίνωσαν ότι υπάρχουν εξωγήινοι στο παραδιπλανό σύμπαν και προσπαθεί να το χωρέσει στο κεφάλι του. Θα είναι φιλικοί; Μήπως τρώνε γατάκια; Κι αν κλείσει η σκουληκότρυπα; Και τα φωτόσπαθα; Πού τα πας τα φωτόσπαθα; Δεν είναι τυχαίο, για να έχει γίνει τέτοιος ντόρος, σίγουρα οι εξωγήινοι έχουνε φωτόσπαθα!

Ε, και είπα αφού έχω λίγο χρόνο ξεκούρασης ανάμεσα στις ολοήμερες μάχες με τα φωτόσπαθα, να σετ θινγκς στρέιτ (όπως επιβάλλει η παράδοση για εκείνους που περνάνε την άλλη όχθη αλλά ποτέ δεν κάνουν τον κόπο τα ρεμάλια να ειδοποιήσουν όσους έμειναν πίσω) ότι υπάρχει όντως Ζωή πέρα από τον Καναπέ και κυρίως για τις προθέσεις της:

Δαναοί μη φοβού! ΔΕΥ ΚΑΜ ΙΝ ΠΙΣ.

Γιορζ τρούλι,
η καλαμαρού!*


*σοβαρά, έτσι με φωνάζουν εδώ. :D





Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Γιγαντομαχίες




Έπρεπε να φύγω από την Ελλάδα για να καταλάβω, έστω αυτό το μηδαμινό που πρόλαβα να καταλάβω, τί σημαίνει να καταρρέει ο τόπος σου και μαζί του όλες οι σταθερές σου μέχρι χθες, μαζί και οι ανθρώποί σου κι εσύ να είσαι μακριά. Κι όλοι στο νέο σου τόπο να σε συμπονούν. Από αυτές τις συμπόνιες όμως τις βαριές αλλά ξώφαλτσες, όπως όταν έχεις ετοιμοθάνατο και έρχονται όλοι γύρω σου αλλά σιωπηλοί επειδή δεν ξέρουν τί να πουν, που νιώθεις όμως ότι δεν πολυκαταλαβαίνουν πόσο Γιγάντιο είναι αυτό που συμβαίνει και πόσο πονάει. Προσπαθείς να τους εξηγήσεις αλλά στο “Γιγάντιο” μπλοκάρουν. Τι μια ώρα, τί πέντε από την Ελλάδα, πρόκειται για νέο Σύμπαν. Όπου για τους ανθρώπους του σύμπαντος αυτού τα “Γιγάντια” πράγματα έχουν αφετηρία “εδώ”. Πιο πέρα, είναι “αλλού”.

Όπως ακριβώς ήμουν κι εγώ μία μέρα πριν τις 4 του Γενάρη. Κάτι Ρωσσίδες συναδέλφισες, μια Ουκρανή πελάτισσα του μαγαζιού, άντε και κάνα δυο ακόμη μεμονωμένα περιστατικά όλα κι όλα να ‘χα συναντήσει που περιέγραφαν ακριβώς αυτό το συναίσθημα. Το Γιγάντιο. Συμπονούσα. Όσο κατάφερνε να χωρέσει το μυαλό μου. Μεταξύ μας, μετά από πρηξιματική ωρών, δεν ήθελα άλλα κλάματα και ψυχοπλάκωμα. Σύντομα, τις απέφευγα, ίσα που το ‘βλεπα ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον σαν παραμυθάκι, το ξεχνούσα γρήγορα αφού ήταν “αλλού” και όχι “εδώ”. Γιγάντια ήταν μόνο τα δικά μου.

Άμα σου τύχει, είναι απερίγραπτη η αγωνία. Δε σου φτάνουνε όλες οι ειδήσεις του κόσμου για να ενημερωθείς. Το αίσθημα του “έξω” δεν γεμίζει με τίποτα. Όλη μέρα ψαχουλεύουμε στο νετ και στις εφημερίδες ενώ μέχρι να βάλουμε κεραία της προκοπής, ειδήσεις ελληνικές πιάνουμε μόνο στις 9 το βράδυ από το ertworld. Επίσης κάποιος να πει στους Κύπριους ότι ο Αυτιάς είναι οικονομικός μετανάστης, όχι σελέμπριτι που τους κάνει την τιμή για διευθυντής ειδήσεων. Δε βλεπόταν ούτε στην Ελλάδα, ούτε εδώ.
Ρωτάμε και στα τηλέφωνα αλλά τί να μας πρωτοπούν; Για τον καιρό, τα χρωστούμενα, ποιος απολύθηκε, ποιος χώρισε, ποιος ξεσπιτώθηκε; Μιλάμε, ένα τόσο δα πετραδάκι να θυμάσαι, να λες Αυτό Το Ξέρω Καλά Και Υπάρχει, δε σου έχουν αφήσει.

Μέσα μου πλέον έχω Γιγαντομαχίες. Έχω δύο Γιγάντια. Το “εδώ” και το “εκεί”. Ακόμα το “εκεί” το νικάει το “εδώ”. Πού θα πάει όμως. Ατέλειωτα παιχνίδια, ανθρώπινες δουλίτσες, βόλτες στο βουνό, ήλιος και μπόλικες καταιγίδες. Η πόλη γίνεται αγνώριστη κάθε μέρα. Ετοιμάζεται για το Γιγάντιο καρναβάλι της Λεμεσού. Γιγάντιο. Ελπίζω να νικήσει.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...