Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Φλασκούθκια




τέντες
Αν είσαι τεντάς και ψάχνεις να μεταναστεύσεις αλλά δεν ξέρεις πού και πεις α, ωραία Κύπρος, εδώ είμαστε, μπόλικος ήλιος, βεραντούλες και κηπάρες, την έκατσες. Παρόλο που ο τόπος είναι πίτα στα μπαλκόνια, τις αυλάρες και τον κόσμο που άμα δει να σκάει το παράθυρό σου, σηκώνεται όρθιος και σε καλησπερίζει με ΟυουΟυουΟυυ σε ό,τι γλώσσα μπορείς να φανταστείς, τέντα γιοκ. Με έχει κολλήσει άπειρα αυτό το πράγμα, δεν το καταλαβαίνω με τίποτα, το ίδιο και η σπιτονοικοκυρά μου όταν της είπα μπας και βάλουμε μία. Πού θα πάει, μόλις βρω αρκετό χρόνο, θα στίψω το κεφάλι μου μπας και σκεφτώ επιχειρήματα.

οδήγηση
Το να οδηγήσεις με τη μία, ανάποδο τιμόνι σε ανάποδους δρόμους, δεν το έχω κάνει αλλά πρέπει να είναι μανίκι. Το ξεράδι του αδελφού μου είχε κυριολεκτικά ρημάξει να το βαράει στην πόρτα, ψάχνοντας ταχύτητες. Όμως, και δώσε βάση, με το σωστό τιμόνι και τις σωστές πινακίδες πας παντού. Και μη φοβού, ακόμη και να την κάνεις τη μαλακία σου, δεν είναι όπως η Νίκαια που θα φας τρεις μούτζες και θα πάρεις ένα κοπάδι περαστικούς στο λαιμό σου. Εδώ, μόνη σου θα την κάνεις, μόνη σου θα τη δεις. Ή όχι. Ποτέ δεν θα μάθεις.

λάλησα
Εκτός από τεντάς, άμα είσαι κειμενογράφος και δη για social media, επίσης την έκατσες. Γιατί πόσο κοινωνική να γίνει η σελίδα σου, όταν οι fans σε βομβαρδίζουν με ερωτήσεις σε διάλεκτο και greeklish? Και πόσο να πρήζεις τον διπλανό σου; Βάζεις την εικαστικάρα, ετοιμάζεις τρεις ώρες το λεκτικό και σου σκάει comment κάτι σαν: “enn svmlass?;oo ahah e na erkoumee kaloo! ; ))” ή τα μονολεκτικά που είναι σκότωμα: “skeftouu!;o” & “koureftou”. Πόσα like και πόσα χαμογελάκια να βάλεις στον κόσμο δηλαδή, για να κρύψεις ότι πάλι δεν κατάλαβες αλλά δεν είσαι και ντιπ χαζοχαρούμενη; Κι απ΄την άλλη, κάθε μέρα το λεξικό μου εμπλουτίζεται με ένα κάρο λέξεις που την επόμενη τις ξεχνάω. Μπαίνεις σε μίτινγκ, τα λένε, και μετά έχεις ιδιαίτερα. Χώρια που άμα σε πάρουν χαμπάρι - μόνιμο χαμόγελο αγελαδίσιας ευγένειας, γουρλωτά μάτια -σου κάνουν συνέχεια πλάκα χρησιμοποιώντας τις πιο εξεζητημένες λέξεις, που τις λένε και γρήγορα. Κλαψ. Όχι καλαμαράκο, λάθος τα νόμιζες, οι Κύπριοι σε καταλαβαίνουν μία χαρούλα, άμα λάχει μπορούν και να καλαμαρίσουν και στα πειραιώτικα και στα αιγαλεώτικα και στα ψυχικιώτικα. Εσύ όμως, την έκατσες. Το κυπρίζειν εστί μανίκιν.

παράλληλο σύμπαν
Πρέπει να είσαι φαν του Fringe για να καταλάβεις επακριβώς πώς αισθάνομαι στην Κύπρο. Χοντρικά, στο σήριαλ αυτό, βρήκανε τον τρόπο οι επιστήμονες να περάσουνε σε ένα παράλληλο σύμπαν. Εκτός λοιπόν από το πλήθος κουλών που είδαν εκεί (τους εγκλωβισμένους μέσα στο κεχρί τους σκέφτηκα πρώτη στην βιβλιάρα μου και να μου κάνετε τη χάρη) και εκτός που ήρθαν φάτσα μπάτσα με τους παράλληλους εαυτούς τους, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, ήταν οι ονομασίες οργανισμών και δημόσιων υπηρεσιών που άλλαζαν. Σε κολλάει άπειρα αυτό το πράγμα άμα το ζήσεις. Όλα όσα ξέρεις, όπως περίπου τα ξέρεις, με άλλη ονομασία ή ένα τσικ διαφορετικά. Από την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ, ήταν σαν να πέρασα στο παράλληλο σύμπαν μας. Εδώ δε λες οαεδ, λες υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας. Δε λες δεη, λες αρχή ηλεκτρισμού. Δε λες ευδάπ, λες υδατοπρομήθεια. Δεν λες σάμαλι, λες καλό πράμα. Σοβαρά. :D




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Δώσε κλώτσο




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πολύ ευτυχισμένο βασίλειο. Οι κάτοικοι είχαν δουλειές με φούντες, τα μαγαζιά φίσκα στο εμπόρευμα, οι σοδειές τούμπανο, οι στάνες γεμάτες ζωντανά που αυξάνονταν και πλήθαιναν - οκ, με όλη την φασαρία που συνεπάγεται κάτι τέτοιο - και το παλάτι θεόρατο, πάμπλουτο και δυνατό. Οι κύριες ασχολίες παλατιού και υπηκόων ήταν οι ανάλογες. Γλέντια, πανηγύρια, ένα τσικ δουλίτσα και πολλά πολλά παιδιά. Το δε παλάτι, είχε βουλιάξει στο στερεότυπο. Ο Βασιλιάς όλη μέρα με ένα μπούτι κρέας στο χέρι και το κλασικό λαδωμένο χρυσοπότηρο, που κάποιος έρμος μπάστακας γέμιζε ανελλιπώς, η βασίλισα διακόσμηση, ταπισερί, ανακαινίσεις και πάρτι ενώ η πριγκίπησα, το κλασσικό ξεπλυμένο ξανθό μαλλί κάτω απ΄το γόνατο, τις άπειρες προτάσεις γάμου και τα αέρινα σούρτα φέρτα στους διαδρόμους του παλατιού.

Όλα αυτά φυσικά, μέχρι την στιγμή που έπρεπε κάνει κοιλιά η ιστορία, όπως συμβαίνει σε κάθε γόνιμη εποχή. Μια πλημμύρα, ένα σύννεφο ακρίδες στα σπαρτά, τίποτα πειρατές, κάτι τέλος πάντων που λίγη σημασία έχει, διότι εκεί που θέλεις να επικεντρωθεί ο αναγνώστης δεν είναι τόσο τί έπαθαν, αλλά το μέγεθος της πίπας που πρέπει να φάνε οι ήρωες και εάν τελικά θα τη φτύσουν ή θα την καταπιούν, έπειτα φυσικά το κλασσικό κλαψομουνίασμα, ανάλογα βέβαια πόσο σαδιστής και σαπουνολάγνος είναι ο εκάστοτε συγγραφεύς. Κι αφού δεήσει ο χριστιανός και τελειώσουν οι θρήνοι, κάποια στιγμή έρχονται οι θρύλοι. Αναγκαστικό αυτό, σε όλα ανεξαιρέτως τα παραμύθια. Κι όπως ο σούπερμαν χρειάζεται μια γερή αναμπουμπούλα για να αναγκαστεί να σκίσει το λινό, όπως το βασιλόπουλο χρειάζεται μια γκομενάρα για να χαρίσει το υπερπολύτιμο φιλί του που το φύλαγε μόνο για την προκομένη, έτσι και οι Ήρωες των παραμυθιών, που ξέρεις ότι βρίσκονται πάντα μέσα, περιμένουν την κατάλληλη στιγμή να ξετσουνίσουν. Οι υπερδυνάμεις, ποικίλουν. Το ίδιο και τα κουσούρια. Γιατί υπερδύναμη χωρίς κουσούρι ή με άλλα λόγια, δόξα χωρίς κλαψομουνίαση, δεν.

Ο Σρεκ σωτήρας αλλά δεβλεπόταν, η σταχτοπούτα θεά αλλά φτωχιάπληντίμια, η Κοκκινοσκουφίτσα πονόψυχη αλλά τηνέφαγεοΛύκος. Έτσι και στο παραμύθι μας. Οι ήρωες το είχαν το κουσούρι τους. Κι ο βασικός αγώνας ενός ήρωα παραμυθιού, είναι να καταφέρει να βρει τρόπο να παραμερίσει το κουσούρι του για να φανεί η υπερδύναμη. Ή τέλος πάντων, να πείσει παρά το κουσούρι ότι όντως έχει μια υπερδύναμη. Το άσχημο είναι ότι στα Παραμύθια Του Κλώτσου που ποτέ δεν έφτασαν στ’ αφτιά σου, οι ήρωες δεν το κατάφεραν αυτό. Ή τέλος πάντων το προσπάθησαν, αλλά δεν “έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”. Το ακόμη πιο άσχημο είναι, ότι αν αντέχεις λίγο το σπλάτερ, αυτά είναι πιο γήινα παραμύθια από τ’ άλλα. Δεν μπορείς να εκθειάζεις μια Σταχτοπούτα, έναν Σρεκ και έναν Παπουτσωμένο Γάτο και να αγνοείς τις στάχτες χιλιάδων ηρώων που δεν είχαν τη δύναμη να σώσουν το παραμύθι τους.

Φτώχεια, ψαλίδια στα χέρια, μεγάλη μύτη, δυσμορφία στα παιδικά χρόνια, δεν έχει σημασία το κουσούρι, σημασία έχει ότι σ’ εκείνα τα παραμύθια, κανείς τους δεν κατάφερε να ξεπεράσει το κουσούρι ή κανείς δεν τους έδωσε την ευκαιρία να κοιτάξει πέρα απ΄αυτό. Ή ότι το ξεπέρασαν αλλά τελικά δεν υπήρχε καμία υπερδύναμη από πίσω. Κι έτσι, φτάνεις να επιλέγεις συνειδητά τα Παραμύθια Με Το Καλό Τέλος, γιατί αν πεις να εξιστορήσεις κάτι από τον αληθινό κόσμο, με τόση στάχτη, θα καταλήξεις με άλλο ένα Παραμύθι Του Κλώτσου όπου αντί για το “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” θέλεις να φωνάξεις: “Σαλάχια”!



*Σαλάχια= Oh fuck στο Βυθό Του Μπικίνι







Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...