Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Τύχες πεταμένες




Σε μια παρουσίαση βιβλίου μου, έτυχε και πέρναγε έξω από το βιβλιοπωλείο ένας υπουργός. Ο βιβλιοπώλης τον είδε, έτρεξε να τον χαιρετήσει και προφανώς επειδή εκείνος τον ρώτησε προς τι το νταβαντούρι, του είπε για μένα και του χάρισε ένα αντίτυπο. Λίγη ώρα αφού το βιβλίο βρέθηκε στα χέρια του, μου μήνυσε μέσω του βιβλιοπώλη να περιμένω τηλέφωνό του την επόμενη.

Σκεφτόμουν διάφορα αλλά λέω οκ μην είσαι στρίτζω, κάτσε να δούμε τί θέλει πρώτα. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα ντριν το κινητό και να ’σου μια γλυκύτατη φωνούλα να με ενημερώνει ότι με καλεί από το γραφείο του υπουργού τάδε και πως ο ίδιος ο κύριος υπουργός θέλει να μου μιλήσει. Άντε λέω, να το ζήσουμε κι αυτό. Περιμένω κάνα δίλεπτο ακούγοντας κάτι μπουζουκοπόπ και να ‘σου ο υπουργούλης. “Καλημέρα Κωνσταντίνα” μου λέει. “Είμαι ο τάδε. Ο υπουργός τάδε”. Προφανώς θεώρησε ότι έπρεπε να το ακούσω και απ΄τα χείλια του για να ψαρώσω ικανοποιητικά ή για να γουστάρει αυτός, θα σε γελάσω. “Άκου”, μου λέει, “διάβασα λίγο απ΄το βιβλίο σου χθες στο αυτοκίνητο και έχεις πολύ καλό ταλέντο”. “Ευχαριστώ” του λέω, δοξάζοντας από μέσα μου τον θεό που δε μου ‘δωσε κακό ταλέντο και προσπαθώντας να μη γελάσω. “Ξέρεις, είμαι κι εγώ συγγραφέας” συνέχισε, “το τελευταίο μου βιβλίο ειδικά, είναι πολύ καλό, λίγο βαρύ φοβάμαι για σένα και μάλλον θα σε δυσκολέψει αλλά τέλος πάντων, έχουμε πολλά κοινά εμείς οι δύο". Ωχ, σκέφτομαι ενώ παράλληλα σημειώνω να βρίσω τον Τάσο που το ξεφτίλισε με το φώτοσοπ στη φωτογραφία του βιβλίου μου.

“Να σου πω” συνεχίζει απτόητος, “δεν έρχεσαι τη Δευτέρα το πρωί για έναν καφέ από το γραφείο μου;” και επιμένει “έχουμε πολλά κοινά οι δυο μας”. Ώπα λέω, αυτός περιμένει απάντηση άρα θα σκάσει να μιλάει για λίγο, άρα να η ευκαιρία σου επιτέλους να του το κόψεις. Ξεκινάω φουριόζα λοιπόν να του πω ότι δεν προλαβαίνω, ότι μένω στου διαόλου την κάλτσα, ότι είναι μανίκι να τρέχω κέντρο, ότι δουλεύω Γέρακα... ε ρε γλέντια! Τί ήταν να πω “Γέρακα”, με κόβει πάλι λες και τον τσίμπησε μύγα κι άρχισε να φωνάζει ενθουσιασμένος: “Γέρακα; Δουλεύεις Γέρακα; Άντε ρε Κωνσταντινάκι, κοίτα σύμπτωση, βρες μου κάναν μουτζαχεντίν εκεί να κάνουμε δουλειά! Κανέναν δεν έχω στον Γέρακα!”. Ξέρω, κινέζικα. Δεν τόλμησα καν να ρωτήσω. Μου είπαν μετά ότι εκτός από αδελφή συγγραφική ψυχή, έψαχνε και κάποιον να δουλεύει γι’ αυτόν, κάτι σαν κομματόσκυλο να του μαζεύει ψήφους, γκόμενες, θα σε γελάσω, είμαι παντελώς άσχετη με αυτά που κάνουν οι υπουργοί για να ψηφίζονται και να πηδάνε.

Σύντομα, ο υπουργάκος αφού είδε ότι ούτε μουτζαχεντίν θα του βρω, ούτε την μουτζαχεντίν θα του κάνω, είπε να κλείσει το τηλέφωνο με τον δικό του τρόπο, τον υπουργικό: “λοιπόν, χάρηκα πολύ που σε άκουσα και δεν ακούω κουβέντα. Τη Δευτέρα το πρωί σε περιμένω στο γραφείο μου. Μέχρι τις 11.00 ακυρώνω τα πάντα. Να είσαι εκεί”. Και μου το ‘κλεισε στη μούρη. Κι ενώ περιμένω γέλια και κάζο και κυρίως μετάφραση αυτών που μου είπε, τρώω για μέρες την επόμενη μεγάλη σουρεάλα από τις απορημένες νεανίδες του κύκλου μου: “καλά είσαι τρελή; ΔΕΝ θα πας;”

Πουτάνα κρίση, τί σε βάζει και ξανασκέφτεσαι!




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Το Πατριωτάκι




Να είναι 2009, να δουλεύεις στα ίντερνετς, να βρίσκεσαι στη γραφειάρα σου με με καμιά δεκαριά συναδέλφους, σε ένα πανέμορφο γυάλινο κτήριο με λίμνες και καταράκτες, κι εκεί που κωλοβαράτε στα σοσιαλμίντια έχοντας ανακαλύψει την νέα τρεντιά να πετάς πρόβατα ο ένας στον άλλον, να σκάει ακριβώς πάνω απ΄το κεφάλι σου ένα μεσόκοπο τυπάκι, ύψους μετά βίας 1.50, ντυμένος φύλακας με πλήρη αρματωσιά, να μην είναι γκογκομπόι-κακή-έκπληξη για τα γενέθλιά σου και να κοιτάει στραβομουτσουνιασμένος την οθόνη σου κουνώντας το κεφάλι. Και να κάνει γκριμάτσες και να φεύγει και να σταματάει πάνω από κάθε συνάδελφο, να σκύβει το ίδιο νταηλίδικα πάνω απ΄το κεφάλι του και να συνεχίζει την περιπολία.

Το γκλομπ μονίμως στα χέρια, που το έπαιζε ρυθμικά πίσω από την πλάτη και εκείνος, βηματάκι, σκύψιμο πάνω από οθόνη, παίξιμο γκλομπ, γκριμάτσα, βηματάκι. Και το αυτό. Επί δέκα. Και μετά έφευγε. Την πρώτη φορά απορήσαμε. Από τη δεύτερη και μετά, μέχρι να συνέλθουμε από τον επιδαπέδιο χταποδογέλωτα, αυτός είχε προλάβει να κάνει τον γύρο του ορόφου και δώστου πάλι έστριβε στη γωνία. Ίσα που προλάβαινες να πάρεις μια ανάσα και να την κρατήσεις μέχρι να ξαναφύγει. Λογικά, την τρίτη φορά με το που έστριψε φεύγοντας, πρέπει να του πήραμε τ’ αφτιά από τις τσιρίδες οπότε επέστρεψε στο αρχηγείο του, το κλασικό κουβούκλιο φύλακα στην είσοδο του κτηρίου, που ήταν άλλωστε και το σημείο που θα έπρεπε να περιορίζει την αστυφυλακοσύνη του.

Την άλλη μέρα έγινε πιο διαχυτικός. Πάλιουρας κι έτσι. Έσκυβε στην οθόνη σου κι αν είχες μεγάλα βυζιά, αντί για γκριμάτσα, σου ‘σκαγε κάνα χαμογελάκι. Και καλά “νταξ’ ομορφούλα, εσύ δεν κινδυνεύεις” μετάφραση βυζάκια, βυζάκια, βυζάκια. Ή αν η οθόνη ανήκε σε κάποιον με τραγιάσκα, καζάκα, γυαλιά ή οτιδήποτε είχε συνδέσει ο εγκέφαλός του με φύτουκλα ήτοι επαγγελματία χάκερ, έσκυβε συνωμοτικά και έλεγε κάνα προφανώς συνθηματικό “ίντερνετ κάνεις, ε;” ή “γράφεις σάιτς;” Δεν έβγαζες νόημα αλλά και δεν ρίσκαρες να ρωτήσεις ή δεν σε έπαιρνε, γιατί συνήθως ήσουν απασχολημένη να κρύψεις τη μούρη σου, να βουλώσεις στόμα, να ζουμπήξεις νύχια στο γραφείο, να αποφύγεις διασταύρωση ματιού με συνάδελφο, οτιδήποτε τέλος πάντων για να αντέξεις, ενώ οι αδύναμοι έτρεχαν κάθε φορά τουαλέτα με το πιο δεν τρέχει τίποτα βλέμα, που φυσικά στο δαιμόνιο μυαλό του, μεταφραζόταν άνετα σε “όποτε σε βλέπω χέζομαι απ΄το φόβο μου”, γιατί πόσες φορές θα πας τουαλέτα διάολε;

Την τρίτη μέρα του στο γραφείο πλησίασε τον “χάκερ” μας. Ήταν ο μόνος που συνδύαζε όλα τα χαρακτηριστικά του άβγαλτου, συν πουκαμισάκι καρό, συν καζάκα, συν τραγιάσκα. Μαλακομαγνήτης σκέτος. “Δε μου λες” του λέει. “Ίντερνετ” κάνετε εδώ;”. “Ναι”, του λέει ο χάκερ. “Και δε μου λες“ του λέει το λαγωνικό. “Κάνετε και σάιτς, έτσι”; “Ναι, αμέ”, του λέει ο χάκερ. “Και δε μου λες”, του ξαναλέει το λαγωνικό. “Κάνετε και μπλογκς”; “Φυσικά”, του λέει ο χάκερ. Και για να μην να το πάει όλη μέρα μέσω Λαμίας, του προτείνει ο χάκερ “ρε παιδάκι μου, άμα χρειάζεσαι κάτι, δεν τρέχει, ζήτα το και σε βοηθάμε, δεν είναι πρόβλημα”. “Ξέρεις” λέει το λαγωνικό. “Θέλω μια βοήθεια αλλά είναι λίγο... διαφορετικό το μπλογκ μου”. “Τί εννοείς;” του λέει ο χάκερ. “Ε, να. είναι πατριωτικό. Δεν αρέσουν σε πολλούς αυτά που γράφω και δεν θέλω να μαθευτεί”. “Μην ανησυχείς” του λέει ο χάκερ, τρίβοντας δύο καταχθόνια εγκεφαλικά χεράκια. “Να, είναι λίγο ακραίο. Όχι ακραίο δηλαδή, αλλά έτσι μου το λένε. Είμαστε Έλληνες ρε φίλε και κάποιος πρέπει να τα γράψει αυτά που έχουμε κατορθώσει μπας και σηκώσουμε κεφάλι με αυτούς τους ξένους, που έρχονται και μας παίρνουν τις δουλειές και εμείς που χτίσαμε Παρθενώνες και τους μάθαμε τί σημαίνει φιλοσοφία και μαθηματικά... “Ναι μωρέ” του λέει ο χάκερ, “μη σε νοιάζει καθόλου, πες τι θες και στο φτιάχνουμε”. “Ευχαριστώ πολύ φιλαράκι” του λέει έκπληκτο το λαγωνικό. “Γιάννη με λένε. Εσένα;” “Ρεντόν” λέει ο χάκερ. “Ναι, ε; Ε... Ρε... Ρεντόν; Από πού είσαι;” λέει το λαγωνικό. “Αλβανία” του λέει ο χάκερ. “Εεεε... τότε άστο, μάλλον δε θα σου αρέσει το μπλογκ μου”.
Δεν το ξανάδαμε το πατριωτάκι.




Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...