Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Shots


  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.11.2014

Πρόσφατα λέει, βρέθηκε ιός που μολύνει εγκεφάλους και επηρρεάζει τη συμπεριφορά. Βασικά το είχα ξανακούσει για κάτι εξωτικά παράσιτα αλλά τώρα μετά τον Έμπολα, οι ιοί είναι πιο κουλ. Λένε λοιπόν οι επιστήμονες πως άπαξ και σου κατσικωθεί, δεν είσαι πια εσύ. Δηλαδή εσύ είσαι αλλά στο πιο ξεσαλωμένο, στο πιο φωνακλάδικο, γενικώς, στο πιο. Προφανώς σε βγάζει απ΄το κουκούλι. Θα μου πεις, κάτι είχαμε πάρει πρέφα αλλά όπως για όλα σ’ αυτή τη ζωή, πρέπει να περιμένεις πρώτα την επιστήμη να στα κάνει διφραγκάκια, να τα τεστάρει καλά, να στα βουτήξει σε όλα τα πολύχρωμα ζουμιά της, να τους ρίξει τη τζίφρα αυτός που θα τα τσεπώνει εσαεί και μετά να τα ασπαστείς.
 
Όλοι ξέραμε ας πούμε, ότι μπορούσε κάποιος να πάθει Λεφτά, να πανικοβληθεί με λίγη παραπάνω Προβολή, να σου υποτροπιάσει με Πολιτική, να την πατήσει από Γκόμενα, να λαλήσει από Αγαμία ή να τον χάσεις μια για πάντα από Κουλτούρα. Ιοί που ούτε δοκιμές, ούτε ζουμιά, ούτε καν μικροσκόπιο θέλουν, μπαμ κάνουν με το μάτι. Μεταδοτικότητα κάργα, ξενιστής ότι πετάει και κυρίως πηδάει, επώαση μηδέν και βασική επιπλοκή αιφνίδιο εξάνθημα εγκεφάλου. Και τα συμπτώματα πασιφανή. Δέρμα, βλενογόνοι, όργανα, φυσική κατάσταση, καρδιά, εμφάνιση, αυτοκίνητο, μαλλί. Είναι λοιπόν να μην πρέπει τώρα να προσέχεις;
 
Αφού λοιπόν η επιστήμη με άφησε χωρίς εμβόλια σκέφτηκα πως πρέπει κάπως να προφυλαχτώ. Κάτι που αποφεύγω τελευταίως αλλά που τώρα δεν, με οδηγεί στο αγαπημένο μου θέμα, τα στερεότυπα. Ω ναι, έφτασα λίγο πριν γεράσω για να τους αναγνωρίσω ένα τόσο δα χρήσιμο ρολάκι. Χρυσή με κάνανε κάποτε, μπάστα πουλάκι μου ωραία τα αγαπησιάρικα που λες αλλά κράτα μικρό καλάθι, τα στερεότυπα τα φτιάξαμε μόνοι μας. Για προστασία. Χώρια που εμείς οι ίδιοι βουλιάζουμε οικειοθελώς σε αυτά για να κόψουμε δρόμο, να  δηλώσουμε τί είμαστε και πού θέλουμε να ανήκουμε. Κάτσε και μέτρα τις φορές που αυτό που είδες ταυτιζόταν με το στερεότυπο και κάνε τη σούμα μετά να δεις αν τελικά ισχύουν και αν πρέπει να τα προσέχεις.
 
Κι έτσι είπα να εμβολιαστώ όσο μπορώ απ΄τους νέους ιούς που κυκλοφορούν και σου πηδάνε τη συμπεριφορά. Και είδα χθες τους γύρω μου με ένα τσικ πιο ιατρική ματιά. Και λέω για κάτσε ρε να με ρωτήσω μια. Ας πούμε, γιατί όλοι αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι τις προάλλες να δηλώσουν υπέρ ή κατά της Κιμ_μπιγκ_μπατ; Γιατί ο Αλέξης μιλάει σαν Ανδρέας; Γιατί τα Ορκ δεν φορούν ποτέ γυαλιά; Γιατί όλοι ξυρίζουν ξαφνικά τα μεγάλα μούσια; Και γιατί πρέπει να ακούμε Καζαντζίδη εμείς εδώ στην ξενιτιά;
Τώρα ξέρεις. Εμβολιάσου και περαστικά.

The Cyprus Chronicles #5

  Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 07.11.2014


Το είδα να το κάνουν όλοι στο γραφείο και σαν καλό καλαμαράκι ρώτησα ένα πρωί τον μάστρο* μου αν θέλει καφέ. “Καλό!” μου απάντησε, θεώρησα ότι βλέπει πολύ Σεφερλή, αναρρωτήθηκα γιατί μου τη λέει, έφτιαξα μόνο δικό μου καφέ και έκατσα στο γραφείο. Όταν με ρώτησε “πού είναι ο καφές, στη Βραζιλία;” (sic) κατάλαβα πρώτον ότι μάλλον με έχει καταστρέψει ο Σεφερλής και δεύτερον, όπως συνήθως, ότι κάτι πάλι δεν έχω καταλάβει με τη διάλεκτο.
 
Πρόσφατα, έμαθα ότι η απάντηση “καλό” σημαίνει “βεβαίως” και πως το Σεφερλικό, άμα θέλεις να ειρωνευτείς είναι μάλλον “καλό, ε”. Με τέτοιου τύπου παρανοήσεις έχω μπλέξει άπειρες φορές, με πιο επώδυνη εκείνη που διορθώνοντας ένα κείμενο, ο μάστρος μου είπε πως έπρεπε “το φύγω” και εννοούσε μια παράγραφο και όχι εμένα την ίδια από γραφείο.
 
Γενικά άμα είσαι καλαμαρού στην κυριολεξία, πρέπει να εντρυφήσεις βαθιά στην κυπριακή γραμματική και κουλτούρα γιατί σίγουρα θα κάνεις πατάτα. Ενίοτε ανατιναχτή. Επίσης τώρα που βρήκα εύκολο σημειωματάριο, να το γράψω να το θυμάμαι, όταν μου λένε πως ο φάκελος είναι δαμαί, δεν είναι το ίδιο με τον φάκελο που είναι τζαμαί. Ούτε με αυτόν που είναι χαμαί. Κι όταν ακούω παχύ σύμφωνο και α, γράφεται ια, όπως ας πούμε το ΑγλαΝΤΖά πρέπει να το γράφω Αγλαντζιά. Α και την πρωτεύουσα. Η Λευκωσία στα Αγγλικά είναι Nicosia. Στις αρχές νόμιζα τιμητικά λόγω προέδρου και ήμουν στο παρατσάκ να ρωτήσω πώς θα την λένε σε περίπτωση που τον επόμενο τον λένε ας πούμε, Λιλίκα. Αλλά προτιμώ να το μάθω εν καιρώ και χωρίς την καζούρα αυτήν την φορά.
 
Ειδικά αφού συνήθισα το “κόρη” από κορίτσια στα μισά μου χρόνια. Βλέπεις, οι γυναίκες εδώ για τους τρίτους είναι όλες κοπέλες ακόμη και 80φεύγα Μαΐων, αλλά μεταξύ τους θα ακούσεις να φωνάζονται κόρη και μάναμου χωρίς διακρίσεις. Δεν έχει δηλαδή διαβαθμίσεις τύπου κορίτσι, κοπέλα ή έστω δεσποινίς, κυρία, κυρά, θείτσα, γριά. Τώρα που το σκέφτομαι, δε με χαλάει καθόλου.
 
Το ακόμα πιο δύσκολο βέβαια, είναι να καταπιάνεσαι με ντίτζιταλ και δη σόσιαλ. Να πρέπει δηλαδή να γράψεις κείμενα και να τα προσαρμόσεις σε διορθώσεις στα πολύ γρήγορα. Τις περισσότερες φορές κανείς δεν τα καταλαβαίνει. Κυρίως διότι η γλώσσα εδώ, εξελίχθηκε παράλληλα με τη δική μας και έτσι έχεις άλλες λέξεις για τα καθημερινά. Ας πούμε όταν δω σε τίτλους τη λέξη “συγκλονισμός” ξέρω ότι είναι κυπριακό μέσο. Ή κυβερνητικός αντί δημόσιος υπάλληλος. Ή αφυπηρετώ αντί συνταξιοδοτούμαι. Ή χαμ αντί για ζαμπόν. Ή το ποπ ραδιοφωνικό όλα μούχτι- όλα μούχτι. Τουτέστιν δωρεάν.
 
Αν βέβαια πρέπει να απαντάς σε σάη ή στο facebook σε σχόλια στη διάλεκτο, στα γκρίκλις και μάλιστα από τίποτα εφηβάκια που φλερτάρουν με την τοπική αργκό, το έκατσες τo βαρκούι. Να πάρε δυο πρόχειρες σπαζοκεφαλιές να σου φύγει το βλαντζί:
 
“Piaste kai to permiulon tou r germanou8kia mono an to gwrasete kai kino pianeteto....”
“kalan r eto ena ienw kai pirates tr r bro m...!!!!#
 
Α, και φίλε οδηγέ, προσοχή: “Επηαιννεν με την ταππιροκολου** του τζιαι επίαι το σιακατουριν τζιαι σαν επηαιννεν καπου εκουράτζισε το αρτζιομαντρι του τζιαι εφαντην χαμαι!”
:)
 
*δεν μου ‘χει αποσαφηνιστεί αν προέρχεται εκ του αγγλικού μάστερ, του αγγλικού μάνστερ ή του πειραιώτικου μάστορα, πάντως από τα συμφραζόμενα και (κυρίως) τα μη, σημαίνει “αφεντικό” με ένα τσικ παραπάνω εξουσίες πάνω σου.
**Ίσως η πιο γαμάτη κυπριακή λέξη μπάι φαρ.-

Αγαπητοί, η Κύπρος κάπου εδώ τελειώνει και για να στο κλείσω πιο γλυκά, οι πρώτες μου εντυπώσεις από τη Νησάρα είναι εδώ (1, 2, 3, 4, 5). Ξεστραβώθου!  :D

The End

 

The Cyprus Chronicles #4


 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 23.10.2014
 
Αυτές τις μέρες στο νησί έχουμε πήξει στα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα και στις οικοπεδοφάγοι. Μπορεί το κτηματολόγιο να εδώ να δουλεύει από δεκαετίες, όμως εδώ τα οικόπεδα, χέρσα, αέρος και θαλάσσης είναι πολύ χοτ. Οι καταπατήσεις, οι δεσμεύσεις, οι ασκήσεις και ό,τι άλλο κουλό μπορεί να σου πάθει ένα οικόπεδο, εδώ το παθαίνει. Χώρια ο τουρισμός! Μπουμπουκάει παρόλο που τελειώνει η σεζόν. Τούρκοι, Ισραηλίτες, Ρώσσοι, Βρετανοί, χαμός! Γεμίσαμε κρουαζιερόπλοια ολούθενε. Και να πεις ότι ήρθαν για κάνα μπανάκι, μπα. Αυτουνούς τους αρέσει να βλέπουν. Αράζουν στο πλεούμενο λέει και παρακολουθούν. Και περιμένουν τις εξελίξεις

Γούστα είναι αυτά, παρακολουθάτε όσο θέτε μόνο μη ζητήσετε ντόνατς. Εν έσιει. Δαμαί εμείς τρώμε σούβλα, σεφταλί και πουρέκκι! Εξ’ ου και η νταρντάνα η πουρέκκα. Βασικά είναι το μπουρέκι, που όπως συμβαίνει με πολλές λέξεις στο νησί, έχουν μαλλώσει με τα δίψηφα σύμφωνα εκεί που τα ξέρεις και λατρεύουν τη θέση τους εκεί που δε φαντάζεσαι. Έχουμε ας πούμε τα πουρέκκια, έχουμε τo χάρπουκερ, το ττουλάππιν, το τσιημέττον, τις ταπέλλες ενώ σε μεγάλα κέφια το άππλοου και το τάουλλόου. Α! και την καινούργια ψησταριά στη γειτονιά που λέγεται ΤΤόφα.
 
Περνούσα χθες από τον φούρνο και άκουσα που έλεγαν για το Φάστινγκ. Μεγάλο γεγονός στο νησί. Το σημαντικότερο πράγμα κατά τη διάρκειά του δε, είναι που σταματάνε οι γάμοι. Μιλούσα με έναν φίλο και μου έλεγε πόσο δυσβάσταχτοι είναι οικονομικά για μια οικογένεια οι γάμοι και πόσα δάνεια έπαιρναν κάποτε για να ανταπεξέλθουν. Του απάντησα ότι γι’ αυτό έκανα πολιτικό γάμο. Μας πήρε και των δύο αρκετή ώρα να συννενοηθούμε. Δεν εννοούσε αυτό που εννοούσα εγώ. Εννοούσε να είσαι καλεσμένος σε γάμο. Η εξήγηση είναι απλή. Εδώ δεν έχει λίστα γάμου, τρεχάματα και ψάξιμο για δώρα. Εδώ, δίνεις μόνο λεφτά σε φακελάκι. Όσο πιο συγγενής, τόσο πιο πολλά.
 
Στην πλειοψηφία, το σπίτι και το αμάξι του νέου ζευγαριού βγαίνουν από τα φακελάκια του γάμου. Τέλειο ξεκίνημα θα έλεγα, παρεκτός κι αν έχεις μεγάλο σόι και κυρίως, καθόλου λεφτά. Γιατί, δανεικά είναι αυτά. Για φαντάσου λοιπόν, να έχεις τουλάχιστον τρεις γάμους γνωστών το μήνα και έναν συγγενή. Και εδώ δεν μιλάμε για 20 ευρώ και ξεμπέρδεψες. Χώρια που είσαι μόνιμα καλεσμένος σε ό,τι γάμο γίνεται σε εμβέλεια 10 βαθμών συγγένειας ή και καθόλου. Και στις βαφτίσεις, φακελάκι πάλι. Κι αν θες να έρθουν στα παιδιά σου, πας κι εσύ. Κι έτσι θέλοντας και μη, μπαίνεις σε έναν κυκεώνα υποχρεώσεων με σπίτι και αυτοκίνητο μεν και πολλά πολλά φακελάκια δε. Η δε βιομηχανία του γάμου και οι νύφες δαμαί, ανθούν. Ειδικά οι νύφες, η Πάφος με την Κακοπετριά, (κατά το η Άρτα και τα Γιάννενα -™Kaltsovrako).
 
Μια γειτόνισσα, μου έλεγε τρελαμμένη μια μέρα για τον γάμο της ξαδέλφης της που λόγω κρίσης, τα μισά φακελάκια τα βρήκαν άδεια! Ούτε χίλια ευρώ! Βασικά ανησυχούσε για τον δικό της γάμο και ήταν κοντά στο να υιοθετήσει τη νέα λύση που κοστίζει σε χρόνο και χρήμα αλλά τελικά αξίζει. Σεκιουριτάδες που ανοίγουν το φακελάκι σου επιτόπου και καταγράφουν όνομα και ποσό. Όμως, υπάρχουν και άλλα διαφυγόντα κέρδη ειδικά τώρα με την κρίση. Οι άρρωστοι, οι πολυάσχολοι, οι έχοντες άλλους γάμους και οι του εξωτερικού, φοιτητές και ομογενείς! Έτσι λοιπόν, καθώς βρίσκόμαστε στην εποχή των στάρταπζ, γενήθηκε το Φακελάκι.κομ! Στείλε το φακελάκι σου με ένα κλικ, όσους γάμους κι αν έχεις την εβδομάδα, όσο μακριά κι αν είσαι, όσο άγνωστος κι αν είναι ο γαμπρός. Σοβαρά υπάρχει, γκούγκλισέ το.
 
Λογικά, το επόμενο σταρτάπ θα είναι ο τίτζιτταλ γάμος. Δε σε ξέρω δε με ξέρεις, έλα να παντρευτούμε να βγάλουμε κάνα φράγκο. Σήμερα γάμος γίνεται, ο Άντρος και η Τούλα, στείλε το Φακελάκι σου και εμείς τα κάβερ ούλλα!

Μπότομ λάιν, φάστινγκ και προσευχή αρφέ!  :)

The Cyprus Chronicles #3

 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 03.10.2014

Το καλοκαιράκι καλά κρατεί στη Νήσο, με όλο το timeline μου να έχει μπει για τα καλά στο φθινόπωρο, οι καλαμαράδες να μας τα ‘χουν κάνει τσουρέκια για τις βροχές και τις ψύχρες κι εμείς να κολλάμε σα μπομπονέλες από την υγρασία και τη ζέστη και να λέμε το νερό νεράκι, ενώ ήδη η πρωτεύουσα έχει ανά δύο μέρες διακοπές νερού λόγω βλάβης λένε, χοντρολειψυδρίας λέω.
 
Το διπλανό μας σπίτι νοικιάστηκε από ροζ νοτιοαφρικανούς με κυπριακές ρίζες που προφανώς βαρέθηκαν τους λοιμούς, τους ιούς και τους καταποντισμούς του Τρίτου Κόσμου και ήρθαν στα καθάρια ήρεμα εδάφη του Πρώτου να φάνε μια ωραιότατη χυλόπιττα από φρέσκο λουβί με τρεις κι εξήντα 10ωρο 7ήμερο και σκάρτο ένα τσιγάρο δρόμο τσι πυραύλοι και τα Ορκ.

Άφαντοι από την πρώτη μέρα οι ροζ αφρικανοί. Με την αυγή φεύγουνε με τη νύχτα έρχονται για να τους ταράξουν τα νεύρα εναλλάξ οι αυπνίες των πιτσιρικιών μου. Η σπιτονοικοκυρά βέβαια τους έβαλε και κρύψανε τον σκύλαρο στην πίσω αυλή γιατί λέει θα ενοχλούσε. Αχάπαρη. Από τα μπλουζάκια που απλώνουν, είδαμε ότι δουλεύουν σε μεγάλο τοπικό κατάστημα και γι’ αυτό τα τρελά ωράρια με το ένα ρεπό. Κανονικά, αντί για ενοίκια θα έπρεπε όλη η συνοικία να πληρώνουμε διανυχτερεύσεις μόνο.

Ρημάζουν τα σπίτια μας ντιπ άδεια όλη μέρα και τα βράδια γίνεται της εκδιδομένης γυναικός το καγκέλι με αποκορύφωση τα καζανάκια που δίνουν συναυλία κανονικά. Μετά αρχίζει η πάρλα. Αν ποτέ περάσεις απόγευμα μια βόλτα από τη γειτονιά, θα δεις πως δεν παίζει γλώσσα της υφηλίου να μην μιλιέται. Να μην
φωνάζεται για την ακρίβεια.
 
Θα μου πεις καλά, και δεν φοβάσαι άδειο τo σπίτι όλη μέρα μη σε κλέψουν; Θα σου πω ότι εδώ στην Κύπρο, στις περισσότερες δηλαδή περιοχές, δεν έχεις φόβο. Αν δεν έχεις λεφτά δατ ιζ. Το ποδήλατο της Αγγελικής το έχω πάνω από τρίμηνο φάτσα φόρα στην αυλή με τα καγκέλια ορθάνοιχτα. Στα πέντε βήματα, απλωμένα ρούχα, εργαλεία, μηχανήματα κι ένα κάρο μπλιμπλίκια που στην παλιά γειτονιά μου στην Αγία Βαρβάρα θα γίνονταν “ανάρπαχτα” στο λεπτό!
 
Η γειτονιά που λες, θα σου πει καλημέρα, καλησπέρα, τί κάνετε, ευχαριστώ. Θα μπεις στο φούρνο με τα μικρά, θα ακούσεις καλώς τα καλαμαράκια, θα απαντήσεις τουλάχιστον τρεις πρόχειρες ερωτήσεις και μια προσωπική κι αν οδηγάς για το σπίτι, θα διαβάσεις στα χείλια οδηγών και πεζών το καλαμαράς με το που θα δουν το αριστερό τιμόνι. Ενίοτε, και το πουστοκαλαμαράς.
 
Οι σχέσεις μας με όλους τους ντόπιους είναι εξαιρετικές θα έλεγα, ενώ μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω τί σημαίνει Ελλαδίτης για τους αριστερούς και τί για τους δεξιούς. Για μένα πάντως, όλοι οι Κύπριοι είναι δεξιοί.   :D

The Cyprus Chronicles #2

 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 03.10.2014

Όλα βαίνουν ήρεμα στο νησί, που κυρίως σημαίνει Ηλιόλουστα, Άνυδρα και Χωρίς_Τούρκοι, ενώ οι Αφροδίτες όπου να’ναι θα αρχίσουν να σκάνε μία-μία απ΄τα όστρακα ένεκεν πουσουκού για να σπάσουν τα νεύρα σε όλες εμάς που έχουμε να δούμε μακρύ νύχι από την εποχή που περίμενες κόσμο στο σπίτι και μετά τις 7 τη νύχτα. Αλλά πέρα από τα ηλικιακά χάσματα, εμείς εδώ είμαστε για να μιτσάνουμε και το χάσμα κουλτουρών.
 
Εμένα ας πούμε, μου πήρε καμιά βδομάδα για να καταλάβω γιατί κάθε φορά όταν σχόλαγα έβρισκα τους υαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου μου σηκωμένους. Στην αρχή τσέκαρα τα τζάμια μήπως κάνας καλός άνθρωπος σκέφτηκε να μου τα πλύνει αλλά πού. Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό, μέχρι που έφτασε η Παρασκευή και είδαν κι απόειδαν φαίνεται οι άνθρωποι και αναγκάστηκαν να μου κρεμάσουν ένα χαρτάκι στους τσάμπα αιωρούμενους υαλοκαθαριστήρες και που έγραφε σε άπταιστα Κυπριακά “please μην παρκάρεται ξανά δαμαί”. Νταξ’ κουμπάρε, το ‘πιακα το υπονοούμενο.
 
Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβει ο εξωτερικός παρατηρητής είναι πως για τον κάτοικο της Κύπρου, το αυτοκίνητο δεν απλά το πουλί μας στο πιο τούρμπο, στο πιο μεγάλο και στο πιο πολύτιμο αλλά και στο πιο πανταχού παρών και τους πάντες πληρών με την έννοια ότι ο μέσος Κύπριος μοιράζει κλώνους-πουλιά σε όλη την οικογένεια, το ίδιο τούρμπο, μεγάλα, εντυπωσιακά και πολύτιμα με το δικό του αλλά κυρίως με το ίδιο μάνιουαλ: εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ μόνοι πάνω στη γη.

Αυτό, εξηγεί θαυμάσια το γιατί δεν θα δεις πουθενά ανθρώπους να περπατάνε στους δρόμους, μα κυρίως γιατί έχεις αυτοκίνητα διαρκώς στο αντίθετο ρεύμα για να παρκάρουν ακριβώς έξω από την πόρτα του καταστήματος που θέλουν να ψωνίσουν και έτυχε να είναι στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Παρκάρω απέναντι, παρακάτω, στο δίπλα στενό, ή γενικώς αλλού απλά δεν_παίζει. Ένα από τα εναλλακτικά μου σχέδια για να κατακτήσω τον κόσμο είναι να γεμίσω την Κύπρο με drive-in. Από κομμωτήρια και αίθουσες γάμων μέχρι παιδότοπους και πλαζ.
 
Είναι πολλές πλέον οι φορές που σκεφτόμουν πως ζούσα σε μια γιγάντια βρωμερή φυσαλίδα, που μπορεί μεν να ήταν κακάσχημη και τεχνητή, ήταν όμως μια βολική φυσαλλίδα. Δεν το λες άσχημο να έχεις κάθε μέρα σκουπιδιάρη, καθόλου φύλλα να σκουπίζεις, αστυνομία και ασθενοφόρο όποτε ζητήσεις, βροχή πάνω από μια φορά τον χρόνο και πόσιμο νερό στη βρύση σου.
 
Μέχρι να φύγω, η φυσαλλίδα μου είχε ένα γκρίζο νέφος να κρύβει την πέτσα της, καθόλου πράσινο στην παλέτα της, αλλεργία στις καλημέρες, κυκλοφοριακό και μια μόνιμη βοή στα αυτιά. Και αυτά, ήταν τα μόνα που έβλεπα για χρόνια. Την έσκασα και το έσκασα όμως, για να καταφέρω δηλαδή τώρα τα διαπιστώσω όλα αυτά, διότι όταν είσαι μέσα, η ζωή σου φαίνεται εντελώς άνοστη και άσκοπη και απεριπετειώδης και άλλα στερητικά. Κάτι που οι τρίτοι ποτέ δεν βλέπουν. Λέγοντας πως θα γλιτώσω μια μέρα από τη “χαβούζα” με κοιτούσαν όπως ας πούμε, κοιτάω εγώ αυτούς που αφήνουν τα Χανιά. Που τους κοιτάς με γουρλωμένα μάτια, ανοίγεις το στόμα και μην ξέροντας τί να τους πρωτοπείς το ξανακλείνεις αλλά τα μάτια και τον εγκέφαλό σου δεν μπορείς να τα ξεγουρλώσεις με τίποτα. Α να γειά σου.
 
Η αλήθεια είναι πως όταν αποφασίσεις να σκάσεις την φυσαλίδα σου, μπορεί ο καθαρός αέρας να είναι καθαρός και μπόλικος αλλά δεν είναι ελεγχόμενος από πουθενά. Μπορεί ας πούμε, να σου είχε λείψει τόσα χρόνια το πράσινο αλλά και η πρασινίλα έχει τα όριά της. Τόσο πράσινο, φύλλα, φυτά και δέντρα που σου φράζουν την μπαλκονόπορτα αν δεν τα κλαδεύεις συστηματικά δεν μου ‘χε κόψει. Μάλλον έτσι είναι και με τα αυτοκίνητα εδώ. Όντας στη φύση ακόμη και τα αυτοκίνητα γίνονται τούμπανο και πολλά.  :D
 
Θα μπορούσα να γράφω μέρες για την Κύπρο αλλά ο σπιτονοικοκύρης μου δεν είναι τόσο υπομονετικός άνθρωπος. Συνεχίζεται όμως...
 
υ.γ.  μέχρι τότε σου ‘χω δωράκι το βιβλίο μου “Η Ψιλικατζού” να το διαβάσεις στην οθόνη ή να το κατεβάσεις στο κουνητό σου.  ;)

The Cyprus Chronicles #1



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 10.09.2014


Τρία χρόνια τώρα στην Κύπρο και ορκίζομαι στην ομορφιά μου, χωρίς να γηράσκω ούτε λεπτό, διδάσκομαι αεί, του κερατά. Κι όμως. Κύπρος μου λέγανε, Έλληνες μου λέγανε, (πόσα τσιγάρα δρόμος μου λέγανε δε θυμάμαι, αλλά απαγορεύεται το κάπνισμα στο αεροπλάνο γαμώτο), τη γλώσσα σου θα μιλάς μου λέγανε, χριστιανοί μου λέγανε και άλλα καθησυχαστικά. Και τους ψάχνεις τώρα όλους αυτούς να τους βρεις να τους ρωτήσεις ένα κάρο πράγματα όπως γιατί ας πούμε, κάθε μέρα στο σχόλασμα βρίσκεις τους υαλοκαθαριστήρες του τουτού σου μεσίστιους ή γιατί σε ό,τι λέω μου απαντάνε “καλό”, και ψυχή πουθενά.

Επειδή λοιπόν ακολουθώ πιστά τον χρυσούν κανόν της μητρός μου “μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα βγει στις ειδήσεις πιάστηνε” και επειδή καλύτεροι είναι οι εξ αποστάσεως έξπερτς για το καθετί δηλαδή; Σε περίφτωση λοιπόν, που γίνει ποτέ της πόπης δαμαί, εγκαινιάζω αγαπητό μου φιλοθεάμων κοινό μια νέα σειρά ανταποκρίσεων εκ της Νήσου, μετά επιστημονικών πάντα αναλύσεων, για να ξέρετε πού να αποτανθείτε για τη σωστή σας πληροφόρηση, την σε εντελώς βάθος ανάλυση και επεξήγηση της Κυπριακής κουλτούρας, νοοτροπίας τζιαι καθημερινότητος.

Εντρυφήστε άφοβα στην Κυπριολογία και μάθετε σε ταχύρυθμα ολιγομελή τμήματα, μεταξύ άλλων, τί πα να πει σανταλώθηκα, γιατί βρίσκετε όρθιους τους υαλοκαθαριστήρες σας κάθε απόγευμα, πού πήγαν τα περιστέρια, ποιοι είναι οι Τσάρληδες, τι ψωνίζουν στο fakelaki και γιατί όλοι εδώ πίνουν τον νέσκαφέ τους φοιτητικό.

Σπόιλερ: αυτό με το νεσκαφέ το ρώτησα. Σβερκώνω τον σερβιτόρο και του λέω έλα εδώ νεσκαφέ είπα, αλλά χτυπητό ρε παιδί μου με κρεμούλα, όχι τσάι. Δεν τον χτυπάμε δαμαί, μου λέει. Καλά του λέω και αυτουνού δίπλα γιατί τον χτύπησες; θέλετε γάλα; Λέει. Όχι, του λέω. Ε, τότε δεν το χτυπάμε, μου λέει. Γιατί; του λέω. Γιατί έτσι σερβίρεται ο μπλακ ο νες χωρίς γάλα δαμαί, σε φακελάκι με το ζεστό νερό να το ανακατέψεις εσύ. Ωραία, του λέω. Χτύπα έναν και φέρε το γάλα να το βάλω εγώ. Όχι, μου λέει, εν έσιει έτσι πράμα. Ή βάζω γάλα και το χτυπάω ή στο φέρνω αχτύπητο. Κατά τ’ άλλα, είσαι σου λέει στα Mικέλ. Το άσχημο είναι ότι καρφώνεσαι άμα βαράς κάθε φορά το κουταλάκι στην κούπα και σύντομα συνηθίζεις και τον πίνεις μόνο φοιτητικό. :)

Nτουμζντέι



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.08.2014


Άμα σ’ αρέσουν τα ριάλιτι και δη με ντιπ τζαζεμένους, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα είδη είναι κι αυτό με τους πρέπερς. Πρόκειται για τύπους που αφιερώνουν όλη τη ζωή τους (και δυστυχώς και της οικογένειάς τους) στην προετοιμασία για την καταστροφή του κόσμου. Μόνο το αίτιο της καταστροφής αλλάζει, η μούρλα είναι ακριβώς η ίδια. Σχεδόν όλοι λοιπόν, έχουν σκάψει γιγάντια καταφύγια κάτω από τα σπίτια τους ή έχουν μετακομίσει σε ερήμους και ψηλά βουνά και παραγεμίζουν τα λαγούμια τους με ό,τι πιθανόν χρειαστούν κατά και μετά την Καταστροφή.

Δεν είναι αστείο, μιλάμε για εκατομμύρια ολόκληρα ξοδεμένα σε ειδικό εξοπλισμό, στρατιωτικά γκατζετάκια, ξηρά τροφή να κρατήσει χρόνια, σε ευφάνταστα υλικά να ντύσουν και να παχύνουν τους τοίχους τους, σε ειδικά συστήματα που λειτουργούν χωρίς ρεύμα, σε άνοιγμα πηγαδιών και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς.

Οι ζωές τους και δυστυχώς των μικρών τους παιδιών, είναι συνήθως μια διαρκής άσκηση επιβίωσης έτσι ώστε να είναι εκπαιδευμένοι όταν θα έρθει η καταστροφή. Εξ ου και τα τόσο πετυχημένα ριάλιτι. Ας πούμε, ένας θεοπάλαβος είχε βάλει τα δύο αγοράκια και τη γυναίκα του να περπατούν μαζί του για ώρες σε ένα δάσος χωρίς νερό και φαγητό, προσπαθώντας να επιβιώσουν με ό,τι έβρισκαν στο δρόμο τους. Και δεν έβρισκαν. Άσε.

Όλοι αυτοί λοιπόν, φοβούνται διαφορετικές φυσικές ή μάλλον όχι και τόσο φυσικές καταστροφές. Ο ένας φοβάται μετεωρίτη/ες, ο άλλος ηφαίστειο, ο άλλος πυρηνικό ολοκαύτωμα (μα πόσο 70’s ακούγεται αυτό), ο άλλος σεισμό, ο άλλος ηλιακή καταιγίδα και άρα μηδέν ηλεκτρικό ρεύμα μετά, άλλος πλημμύρα, άλλος τρίτο παγκόσμιο και όλοι οι υπόλοιποι τον δικό τους θεό που υποτίθεται κάποια στιγμή θα θυμώσει και θα πάθουμε Αποκάλυψη ή τέλος πάντων αυτά που λένε οι Γραφές του καθεμιανού.

Και φτάνεις αισίως (λέμε τώρα) στο 2014 και κυριολεκτικά βγαίνεις από τα ρούχα σου γιατί όχι μόνον όλοι οι τρελλάκηδες δεν σου φαίνονται και τόσο πολύ τρελλάκηδες πια μα κι απ΄ότι φαίνεται και οι άλλοι οι τρελλάκηδες, αυτοί με τα δάχτυλα στα κόκκινα κουμπιά (ναι, δεν είναι ένας) υπάρχουν, είναι κάμποσοι και μάλλον συνεργάζονται.

Έχουμε και λέμε: Τί θέτε κύριοι; Ιό; Πάρτε τον Έμπολα, τον χολυγουντιανό μας σταρ! Ηφαίστειο; Έχουμε κοτζάμ Μπαρνταρμπούνγκα έτοιμο να σκάσει! Μπου! Σεισμούς; Κι απ΄αυτούς έχουμε, πού τους θέτε, από το Περού και τη Χιλή μέχρι την Καλιφόρνια έχουμε! Μήπως θέτε πουτινιές; ίντερνετ, Ουκρανίες, εμπάργκα, ουουου κι απ΄αυτές έχουμε! Σαλεμένους Γιαχαμπίμπηδες; Εντελώς σαλεμένοι και μάλιστα προσφέροντες γιαχαμπιμπικό τουρισμό εξ ευρώπας για σαφάρι μη μουσουλμάνων σε κάθε άκρη της γης. Γενοκτονίες; Σουρ! Εμφυλίους; Κι απ΄αυτούς! Σκέτο πολέμους; Στη σειρά!
ΟΚ. Γιου γκετ δε πόιντ.

Μια ματιά στους τίτλους κάθε πρωί και σηκώνεις τα μάτια και ψάχνεις γύρω σου. Συνήθως όλα αυτά τα τρομακτικά σενάρια έχουν έναν σούπερ ήρωα ή έναν σκέτο μπρατσαρά, έναν μπρέινιακ ή έναν απ΄το μέλλον, το παρελθόν, τον Άρη, έναν χριστιανό τέλος πάντων, που στο τέλος ξέρεις ότι θα θυσιάσει ή/και θα θυσιαστεί για να τη σκαπουλάρεις. Εδώ, όχι. Ή μάλλον έχεις πολλούς απ΄τους αποπάνω, ειδικά αυτούς απ΄τον Άρη, μόνο που όπως θα κατάλαβες ήδη, σε αυτήν την ταινία δεν είσαι η πριγκίπισσα Λέια, είσαι απλά άλλος ένας αναλώσιμος κομπάρσος.

Κι έτσι βουλιάζεις για τα καλά στον καναπέ, το δάχτυλό σου αναγκαστικά ξεσπά στο ζάπινγκ και σε πιάνεις να κολλάς με όλα αυτά τα πιτσιρίκια των πρεπ, ζωσμένα μπάρες ενέργειας και σωληνάκια που συνδέουν το πουλί τους με το παγουράκι για να κάνουν το κάτουρο νερό ενώ εντελώς στα ξαφνικά αναρρωτιέσαι πού να τα πουλάν αυτά τα έξυπνα γκάτζετ.

Και μετά, δε θυμάσαι πώς, βρίσκεσαι να συζητάς με φίλους τί έχει ο καθένας στο μπακ πακ του όχι αυτό του γραφείου, το άλλο στο σπίτι “για σεισμό ή μια ώρα ανάγκης”, αν στεγνώνουν τα μωρομάντηλα στο εξάμηνο κι αν οι κονσέρβες τους είναι οργκάνικ.

Και μετά στο σούπερ μάρκετ σε βρίσκεις μπροστά στα ράφια με όλα αυτά τα προϊόντα που μέχρι σήμερα σου υπόσχονταν έρωτα, αγάπη, ζεστασιά, σιγουριά, ομορφιά και ανέφελη, γεμάτη οικογενειακή εργένικη ζωή, τώρα να αρχίζουν να σου γυαλίζουν ένα τσικ παραπάνω διότι ξαφνικά σου υπόσχονται ότι θα σε βοηθήσουν να ζήσεις και στη Νέα Γη.

Μας ενώνει ο Πειραιάς



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 20.08.2014



Ο Πειραιάς ήταν πάντα ένας πολύ ιδιαίτερος τόπος. Ένα τουρλουμπούκι από χίλιους δυο κόσμους μέσα σε μια σταλιά γης που έμοιαζε λίγο με τη ντουλάπα της Νάρνια. Άπαξ και χωνόσουν δεν ήξερες τί θα πεταχτεί μπροστά σου. Από το κοσμοπολίτικο Πασαλιμάνι, στην κυριλέ Καστέλλα και την ψωνισμένη Πασαρέλα, κολλητά στο ξεπεσμένο της άλλοτε τρούμπας, στο όλο και πιο παρακμιακό παζάρι παραδίπλα στα φτωχομάγαζα της Τσαμαδού, στο τότε ιν τρίγωνο καρπούζι-βαρελάδικο-silo και στους φτωχοτουρίστες του λιμανιού που ξαμολιούνταν κάθε τρεις και λίγο σε μπουλούκια προς λεωφορεία, ηλεκτρικό, αλητεία κι ατέλειωτες τσάρκες.

Σε αυτό λοιπόν το τουρλουμπούκι μεγάλωσα, πρωτοδούλεψα και έκανα τα πρώτα μου ξενύχτια. Το ξέρω καλά. Οι άνθρωποί του είναι πολύ ιδιαίτεροι. Οι Πειραιώτες είτε Μανιάτες, είτε Αρβανίτες, είτε νησιώτες, είτε Αθηνέζοι, απ΄όποια γωνιά κατέληγαν εκεί, νόμιζα μέχρι χθες πως πάθαιναν ένα είδος μετάλλαξης από τις πηχτές αναθυμιάσεις κουτσουλιάς. Με το που θα έριχναν έστω ένα βράδυ ύπνου στον Πειραιά τους έβλεπες εντελώς αμέσως να θυμώνουν και να φωνάζουν περισσότερο, να μασάνε όλο και περισσότερα σύμφωνα, να παθιάζονται ξαφνικά, να γίνονται χαζά εξωστρεφείς και με μια πολύ μεγάλη ανάγκη να δηλώνουν διαρκώς την παρουσία τους.

Αν κάποιος μου’ λεγε “πού α πα” αντί του “πού θα πας”, το αυτί μου ξεχώριζε αμέσως την Πειραιώτικη “διάλεκτο”. Τα μάτια μου έβλεπαν στο χιλιόμετρο τους φωνακλάδες πληθωρικούς Πειραιώτες που τους ξεχώριζες από το ατσούμπαλο σουλούπι, την χαρακτηριστική αργκό, τους ασταμάτητους καυγάδες και το δυνατό γέλιο. Απ’ την άλλη, το αυστηρό πλαίσιο που κινούνταν η απελπιστικά μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών περιελάμβανε φτηνά κοσμήματα, ξανθά μαλλιά, γυαλιστερά ρούχα και απαραιτήτως άσχημα διαζύγια.

Τότε, δεν το πολυκαταλάβαινα. Τώρα, μου είναι τρομακτικά εμφανές. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων τότε ήταν πως ζούσαν ή έφτασαν στον Πειραιά από φτώχεια. Όχι τη φτώχεια της πείνας αλλά την άλλη, εκείνη την ακόμη πιο βασανιστική που την έχεις, σε τρώει αλλά είσαι ακόμη στο τσακ να μαθευτεί. Που παλεύεις με νύχια και δόντια όχι επειδή δεν την αντέχεις αλλά για τους τρίτους. Για να διατηρήσεις ένα αξιοπρεπές επίπεδο, τις περισσότερες φορές προσπαθώντας να δείξεις κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής ακόμη και νεόπλουτος όπου σε παίρνει, έτσι για σιγουριά. Που όλοι το ‘χουν τούμπανο και βράζουν στο ίδιο καζάνι με σένα καθώς τα ίδια χέρια βαράνε τις πόρτες σας για λεφτά όμως επικρατεί μια σουρεαλιστική ομερτά.

Εξ ου και ο θυμός, οι φωνές και η λύσσα για επίδειξη. Σε νοιάζει να σε παίρνουν για σημαντικό, στολίζεσαι πιο πολύ μα άγαρμπα, γίνεσαι εύθικτος και κυρίως δε χάνεις ευκαιρία να γελάσεις και να διασκεδάσεις δυνατά. Η υπερβολή είναι για σένα καθημερινότητα. Κι αν ποτέ σηκώσεις κεφάλι σπάνια φεύγεις. Μένεις εκεί για να εκδικηθείς, να ξεχωρίσεις, να τους δείξεις. Πάντα τα φιλοδωρήματα στα μαγαζιά του Πειραιά ήταν ασύλληπτα, τα ρούχα στο πανέρι ή πανάκριβα, οι οπαδοί πιο φανατικοί και οι δουλειές λίγες έως ανύπαρκτες. Τα δε αφεντικά όλοι αυτοδημιούργητοι ψυχοπαθείς.

Χρειάστηκε μια τόσο γερή επέλαση οικονομικής κρίσης για νιώσω στο πετσί μου πόσο πολύ θα ήμουν σαν τη μύγα μες στο γάλα από τη στάση Μοσχάτο και πέρα και τί ακριβώς σήμαινε να δηλώνω σε έναν Αθηναίο Πειραιώτισσα και δη, απ΄την Κοκκινιά. Μου πήρε πολλά χρόνια να βγάλω τα γυαλιστερά ρούχα απ΄το σώμα και το κεφάλι μου, να καταπίνω συχνά την Πειραιώτικη αργκό και να κόψω δια παντός τα μπιχλιμπίδια. Οκ, τα τακούνια και τα Πειραιώτικα “γαλλικά” ακόμη τα αγαπώ ενώ το δράμα δεν μου ξεριζώνεται με την καμία. Αλλά τα δέχτηκα πλέον γιατί κυρίως αυτά είμαι εγώ.

Έτσι, έχοντας καταλαγιάσει λίγο το Πειραιώτικο μέσα μου και βλέποντας τώρα τα πράγματα απ΄έξω, μου είναι περισσότερο από φανερή η μετάλλαξη όλων λόγω κρίσης και φτώχειας. Στα μάτια μου έγινε η Αθήνα κι όλη η Ελλάδα Πειραιάς. Με την κακή έννοια. Θυμός, υπερβολή, επίδειξη και ευθιξία. Γίνανε όλοι Νικαιώτες εναντίον Μανιατών, μαγκάκια από τον Κορυδαλλό, σφίχτες από το Πέραμα, γαριδογκόμενες απ΄τα Ταμπούρια, σιδεράδες από τον Ρέντη, μπρούκληδες απ΄την Καστέλα και όσο πάει στολίζονται όλοι παρακμή. Και είναι η νόρμα.

Σε άλλη περίπτωση θα ήμουν ευτυχισμένη που η μόδα του Πειραιά εξαπλώνεται. Αν δηλαδή μπορούσα έστω για μία ακόμη φορά να κάνω τις άλλοτε Πειραιώτικες τρέλες, να βάλω τα νύχια μου, τα μίνια μου, τα πιο ψηλά τακούνια μου και να χορέψω ζεμπεκιές πρώτο τραπέζι πίστα. Αλλά το έμαθα καλά, όπως θα σου 'λεγε κι ένας Πειραιώτης, για να το κάνεις αυτό, θες πολλά κιλά αρχίδια.

Στο δικό μου λεξικό της Πειραιώτικης αργκό, τα αρχίδια είναι οι έγνοιες.

ΤΑΤΤΟΟ



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 06.08.2014


Η αναμενόμενη σχέση των πολλών με τα πράγματα είναι κάτι που συνήθως ζηλεύω γιατί σπάνια μου κάθεται. Περιμένεις πως και τι να τα ζήσεις κι εσύ όπως οι άλλοι, να πηδήξεις στον ουρανό που τα κατάφερες, να αγγίξεις όλους τους μύθους σου, να προλάβεις να απολαύσεις κάτι που το περίμενες και πάλευες καιρό και όταν φτάσει η πολυπόθητη ώρα είτε δεν υπάρχει τίποτε εκεί, είτε τρως μια χλαπάτσα ΝΑ και πέφτεις κάτω από τα γέλια από τη βλακεία που έκρυβε η χρυσουλί κουρτίνα. Αν δεν βάλεις τα κλάματα, δηλαδή.

Κι απ΄την άλλη έχεις τα και καλά απλά, τα καικαλά χιλιοτετριμμένα να σε γεμίζουν τεράστια δώρα και ανέλπιστα συχνές εκπλήξεις. Παίζει να φταίει και που είναι τόσο μα τόσο υποτιμημένα που σε πιάνουν στον ύπνο. Ίσως να το κάνουν εξεπήτιδες κιόλας για να σε αποζημιώσουν από τα άλλα, τα Μεγάλα, τα κούφια. Που βλέπεις σμάρια όλους γύρω σου να τα κυνηγάνε και μάλιστα λυσσαλέα και θες να τους τραβήξεις απ΄το μανίκι να τους γλιτώσεις απ΄το τρέξιμο, μπας και πάρουν μια ανάσα για να δουν επιτέλους ότι τσάμπα χαλιώνται και χαλάνε και τους γύρω τους, τίποτε δεν θα βρούνε εκεί που νομίζουν, εντελώς αλλού είναι τα ωραία.

Μα μετά βλέπεις και τους άλλους, αυτούς που πίστεψαν τόσο πολύ στον μύθο τους που πραγματικά χάρηκαν όταν άνοιξαν την κουρτίνα, πραγματικά είδαν τους θησαυρούς που ονειρεύονταν γιατί ήταν άπειρα δυνατό το όνειρο, τόσο, που είχε γίνει τατουάζ στον εγκέφαλο και το οπτικό νεύρο δεν μπορεί πια να διαπεράσει το πηχτό μελάνι του εγκεφάλου. Ό,τι κι αν δουν είναι το όνειρό τους.

Κι απ΄την άλλη λες ρε μπας και θα ‘πρεπε να το χτυπήσω κι εγώ το τατουάζ της τύφλας; Μπας να θελήσω κάτι πάρα πολύ, τόσο πολύ και μετά να τα βλέπω όλα όπως τα θέλω; Όπως αυτοί οι τυχεροί; Ακριβώς όπως τα περίμενα; Αγνοώντας πως μοιάζουν στ’ αλήθεια; Μα πώς το κάνουν; Συνήθως κάπου εκεί μου χώνω μια ξεγυρισμένη εγκεφαλική σφαλιάρα και θυμάμαι πως δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια διαζυγίου από την πραγματικότητα μα κι αν την είχαν, τα τατουάζ δεν είναι νερομπογιά, είναι ανεξίτηλα και δε βγαίνουν χωρίς λοβοτομή, θα μπλέξεις και πού να τρέχεις μετά.

Αυτά και άλλα παθαίνεις όταν έξω είναι πόλεμος, τριγύρω Κύπρος, στη μέση πάντα Πειραιάς και ο εγκέφαλος μόνιμα περικυκλωμένος από μια μεγάλη μπιρμπιλωτή κουρτίνα που σου κουνιέται και φλασάρει ανελέητα ΔΙΑΚΟΠΕΣ.

(εκ)δώσαμε, (εκ)δώσαμε!



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 23.07.2014

Μέχρι χθες, το να υπογράψεις με εκδοτικό και δη μεγάλο, ήταν ένα πολυπόθητο κατόρθωμα καθώς μιλάγαμε για συμβόλαιο με ικανοποιητικό κέρδος, μελλοντική δέσμευση, μπόλικη έκθεση, κύρος και δουλειές. Στην πορεία βέβαια, ο μύθος των εκδοτικών γιγαντώθηκε στα κεφάλια μας, με αποτέλεσμα τα συμβόλαια να γίνονται όλο και πιο αστεία σε όλους εκτός από τους συγγραφείς, τους νέους συγγραφείς και τους γουάναμπι συγγραφείς. Χαμπάρι. Τουτέστιν, αυτό με τους εκδοτικούς που ντανιάζεται της μουρλής το πανηγύρι για να εκδοθεί, πρέπει κάποια στιγμή να το απομυθοποιήσουμε. Στ΄αλήθεια όμως.

Ουσιαστικά, το πολυπόθητο συμβόλαιο μέχρι χθες, δεν ήταν παρά ένα πασπαρτού συμβόλαιο με συμβολικά ποσοστά, ολοκληρωτική παράδοση πνευματικών δικαιωμάτων τωρινών, μελλοντικών και μετά θάνατον, για το παρόν βιβλίο σε όποια γλώσσα εκδοθεί (τη μετάφραση μάντεψε ποιος θα πληρώσει) άμα γίνει τραγούδι, θεατρικό, ταινία, αμανές ή παντομίμα, για το επόμενο βιβλίο, το μεθεπόμενο και μερικές φορές για ό,τι γράψεις ισόβια, ακόμη κι αν πρόκειται για αρχικά σε τυρόπιτα.

Εν μέρει είχε λογική όλο αυτό, καθώς το να γράφεις γενικώς ήταν αμπαλαρισμένο με δέος, όμως όπως θα έχεις ήδη υποψιαστεί για τα πολύ σεβάσμια πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο, είτε αφορούν αέρα κοπανιστό είτε χοντρή χαμαλοδουλειά και χωρίς φράγκα και αφού κάποιος πρέπει να την κάνει, την αμπαλάρουμε με φιόγκους και άστον να λυσάει να μπλεχτεί.

Όλα αυτά μέχρι χθες. Και όταν λέμε χθες, έλεος για όνομα και ξεκολλάτε, έχουνε περάσει είκοσι χρόνια που η γραφή και δη η δημόσια γραφή είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου άμα το γουστάρεις. Φορ φακζ σέικ και τουίστ και ρόκ εν ρολ, κάνε μια μετάφραση τί σημαίνει σήμερα υπογραφή σε εκδοτικό οίκο. Βάλτα κάτω και θα δεις ότι μόνο στους εκδοτικούς και στα μαιευτήρια τέτοια βλακεία. Πας σαν το αρνάκι και χαρίζεις τα λεφτά, τα δικαιώματα, την εικόνα και την χοντρή δουλειά του βιβλίου σου, καθώς και τα βιβλία που ίσως γράψεις στο μέλλον, μόνο και μόνο για το θεαθήναι.

Και το πιο παράλογο; Όσα πιο πολλά παραχωρήσεις τόσο πιο χαρούμενος είσαι. Κατά τ’ άλλα συγγραφέας και υποτίθεται σου κόβει. Γιατί σοβαρά τώρα, αν σκεφτείς αυτά που σου προσφέρουν σε σχέση με αυτά που μπορείς εσύ πλέον να προσφέρεις στον εαυτό σου, πρέπει να είσαι μεγάλος άσχετος, μεγάλος χιπστεράς ή μεγάλος τεμπελχανάς για να τα δεχτείς. ΟΚ, παίζει και η σπάνια περίφτωση ένας-δυο εκδοτικοί να είναι εντάξει. Μιλάμε για ένα τρία, άντε τέσσερα τοις εκατό. Βία.

Το άλλο μεγάλο επιχείρημα για την κυριαρχία των εκδοτικών στις μέρες μας, έχει να κάνει με την καταξίωση και την αξιοκρατία. Είναι νομίζουν διαφορετικό ο κάθε “κακομοίρης” να εκδίδεται μόνος του και να γεμίζει τον τόπο βλακείες κι άλλο να σε διαλέγουν, να σε περνάνε κόσκινο διορθωτάδες, να σε ζωγραφίζουνε, να σε γυαλίζουνε και να σε πλασάρουνε με ούγια. Δηλαδή εσύ γράφεις εγώ πουλάω, εσύ υπογράφεις, εγώ σε κάνω μάγκα, εσύ μένεις με το μάγκας και εγώ με τα λεφτά. Για κάποιους είναι γουίν-γουίν. Για μένα είναι η επιτομή του λούζερ.

Αυτό που έχω να πω, είναι σταματήστε επιτέλους να (μας) ψαρώνετε. Ναι, ισχύει πως οι περισσότεροι που εκδίδονται με τον παραδοσιακό τρόπο νιώθουν πως έχουν ήδη καταξιωθεί και πως με την ταμπέλα “συγγραφέας” αυτομάτως συνεπάγονται ένα κάρο πράγματα για τους ίδιους, το ταλέντο και το μέλλον τους που όμως τελικά δεν συνεπάγεται τίποτα. Νάδα. Ναι, υπάρχει χαρά και περηφάνεια και ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που σε ξεχώρισαν και θέλουν να επενδύσουν πάνω σου αλλά φτύσε λίγο τα μπούτια σου και ξαναπροσγειώσου, όλα αυτά διαρκούν λίγους μήνες και αν. Κυρίως, αν.

Βασικά, αυτό που προσπαθώ να πω τόση ώρα είναι πως δεχόμαστε να αγοράσουμε πανάκριβα την ταμπέλα του συγγραφέα επειδή μας έπεισαν ότι κοστίζει τόσο, κι ενώ θα έπρεπε να ζούμε ζωή χαρισάμενη, άντε απλά να ζούμε οι μέτριοι ή έστω να βγάζουμε κάτι έστω για το γαμώτο οι ανθυπομέτριοι από τη δουλειά αυτή, τελικά αυτό που κάνουμε είναι να στολιζόμαστε όλοι μια αρμαθιά άδεια και φωνακλάδικα τενεκεδάκια που σέρνουμε σα λατέρνες εσαεί.

Και βάλε μέσα σ’ όλα αυτά και την Ομερτά. Να είναι έτοιμος να σου ξεκολλήσει ο εγκέφαλος από το γράψιμο γιατί ξαφνικά αποφάσισαν πως τους λείπει καμιά σαρανταριά χιλιάδες λέξεις, να γανιάζεις να εξηγήσεις στους διορθωτές σου ας πούμε, τί είναι lol και ότι γράφεται lol και όχι l.o.l. παρόλο που είναι “ακρωνύμιο”, να μην έχεις δει δεκάρα τσακιστή, να τρέχεις από πανηγύρι σε πανηγύρι, και στο παραμικρό κιχ, να τρως μια χλαπάτσα ΝΑ και μάλιστα από τους (πανευτυχείς) ομοιοπαθείς: “καλά, δεν ντρέπεσαι που τολμάς κιόλας και μιλάς; Δεν ντρέπεσαι εσύ που έγραφες τσάμπα, σου κάνανε τη χάρη να σε προωθήσουνε (sic) και τώρα ζητάς και λεφτά;”

Σήμερα λοιπόν, αγαπητοί “συνάδελφοι” απαντώ: όχι, δεν ντρέπομαι. L.O.L.
Σύντομα, τα βιβλία μου θα διατίθενται τις εκδόσεις ΜουάTηςIδίας. Όσοι πιστοί, και τα τέτοια. :)


Περάστε να σας τα πει κι ο συνάδελφος.

μπότομ λάιν ΚΡΑ.-


Με αφορμή την επανάκτηση της συγγραφικής μου ελευθερίας και την πολυπόθητη λύση των συμβολαίων μου με τους εκδοτικούς μου οίκους. ξανα-l.o.l.

Ραγίζει απόψε η καρδιά



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 10.07.2014

Την αποφράδα εκείνη μέρα που κύρηξε ο Χατζηνικολάου Αληθινή Κρίση, η Ζωή πήρε μια χατζάρα, τη ζύγισε καλά στο κούτελο, του ‘δωσε μια γερή και σχίστηκε στα δυο. Απ΄τη μια πήγαν οι ΚαλύτεροΑύριο και απ΄την άλλη οι ΔίχωςΑύριο.

Οι ΚαλύτεροΑύριο άφησαν τη ζωή τους να περιστρέφεται γύρω από τα μελλούμενα και όπου να ‘ναι θα γίνουν μάγκες. Προς το παρόν βέβαια περιμένουν. Απ΄το στόμα τους συνήθως ακούς πόσο θα γυρίσει ο τροχός, πόσο απαραίτητη είναι η υπομονή, άντε να φάμε τον γάϊδαρο, φως στο τούνελ και κάτι ασυνάρτητα για έναν μούσιο, μούσκιο, θα σε γελάσω.

Γενικά δηλαδή, όλοι οι ΚαλύτεροΑύριο βρίσκονται σε έναν προθάλαμο περιμένοντας και ελπίζοντας σε ό,τι, μα ό,τι κόψει η γκλάβα τους και σχεδιάζοντας βάσει αυτού, αιωνίως τουμπανίως το μέλλον. Ότι δηλαδή του την καρφώσει του καθενός ότι του χρωστάει το σύμπαν, το θέλει. Και μετά (θυσιά)ζει περιμένοντάς το και σχεδιάζοντας μόνο για αυτό το συγκεκριμένο μέλλον. Το καλό μέλλον εννοείται.

Αν τους δεις, πέρα από κάτι τρίγερους κανείς τους ας πούμε, δεν προγραμματίζει τη ζωή του γύρω από ένα σπασμένο πόδι, μία κατάσχεση και τρεις πεθαμένους στο σόι, παρά μόνο εάν βρίσκεται κάτι δευτερόλεπτα πριν ή μετά το δυσάρεστο γεγονός. Όλοι από Ωνάσης και δώθε.

Οι ΔίχωςΑύριο πάλι, πήραν την Κρίση πιο σοβαρά. Και τον κώλο τους επίσης. Καιρός για δράση. Ό,τι φάνε κι ό,τι πιούνε και δε πα να καεί το σύμπαν. Παρτάρουν ΔίχωςΑύριο, ξεφτιλίζουν πιστωτικές χειρότερα από πριν, ζουν πεισματικά προ-κρίσης, κι άμα κάνεις να τους την πεις σε αρχίζουν με τα κάφρε ντίεμ, ζήσε το σήμερα, το τώρα, σα να είναι η τελευταία σου μέρα όχι μόνο η δική σου αλλά και της μάνας σου και του πατέρα σου και του σογιού σου ολόκληρου άμα σκεφτείς δηλαδή πόσους έχουν δαγκάσει στο διάβα τους για να κάνουν το Σήμερα στ’ αλήθεια ΔίχωςΑύριο.

Οι ΔίχωςΑύριο γελάνε πολύ, βγαίνουν πολύ, απολαμβάνουν πολύ αλλά σου καταρρέουν και πολύ. Ζώντας τόσο στο σήμερα δεν είναι και τόσο εύκολο πράμα να σφαλιαρίζεις κάθε πρωί τον εγκέφαλό σου. Διότι αν ήθελε ο καλός θεούλης να είσαι χρυσόψαρο θα σε έκανε χρυσόψαρο. Τώρα, όσα χρυσά πτερύγια και να μου βάλεις, όσο εγκέφαλο χρυσόψαρου και να θελήσεις, το Αύριο θα σε κοψοχολιάζει συχνά-πυκνά.

Κι είναι πολύ αστείο, στον παραλογισμό όλων αυτών μόνο τα χούφταλα να ξέρουν τί παίζει και πόσο λάθος πήραν τη στροφή. Και γανιάζουν να σε προειδοποιούν να ζήσεις σαν άνθρωπος ρε παιδάκι μου, νορμάλ, ανθρώπινα, δε χρειάζεται ή του ύψους ή του βάθους. Δε χρειάζεται ούτε να περιμένεις τα πάντα αύριο, ούτε να το γκρεμίζεις το αύριό σου παρά άπλωνε τα ξεράδια σου μα όπου φτάνει το πάπλωμά σου, να ξεδώσεις αλλά χωρίς να χρεώσεις και τα δισέγγονά σου, αρκεί μονάχα να βάλεις κάνα λεφτό στην άκρη για τις βροχερές μέρες, να φοράς καθαρό βρακί μην σου τύχει νοσοκομείο και άλλα αντικοελικά, μα όλα αυτά είναι πράγματα που δυστυχώς τα φωνάζεις μόνο ως γριά σκουρέτζω με το ενάμισι πόδι στον τάφο.

Δε πα να λένε όμως οι γέροι ας προσέχανε κι αυτοί αφού η κουλτούρα μας, τα τραγούδια μας, οι ταινίες μας, τα στιχάκια μας, τα νησιά και το Αιγαίο μας (συκ) τα φτιάξανε μόνο ή με υπερβολές ή ελπίδες. Αν δεν ελπίζεις σε ένα καλύτερο αύριο δεν ξοδεύεις, δεν είσαι ευτυχισμένος, δε ζεις. Αυτό, ή ζεις μόνο σαν ψυχάκιας και καταστρέφεις οτιδήποτε βρίσκεται σε εμβέλεια χιλιομέτρων κυριολεκτικά και γονιδιακά.

Κι είναι τόσο απλό να τους πιάσεις και να τους πεις φίλε, δε θα γίνεις ποτέ μάγκας και ούτε είσαι και τώρα. Βασικά, δε θα ‘πρεπε να θες να γίνεις μάγκας από την αρχή γιατί μάγκας είναι φίξιον και μάλιστα πρόχειρη φίξιον, γιατί παρόλο που ένα έθνος τον προσκυνά και παρόλο που έχει περάσει στο dna μας η κλάψα με το κωλομπαγλαμαδάκι που ραγίζει από πάντα την καρδιά, δεν ξέρεις τί ακριβώς είναι μάγκας, αν εκτός από μουστάκι έχει φράγκα ή μερσεντές, πιστωτικές ή πισίνες, δεν έχει καν αστραφτερή στολή, μισή δουλειά πάλι κάνανε, όχι όπως με τον κάπτεν Αμέρικα.

Αλλά πού. Ή όλα ή τίποτα. Μάγκας. Ζήσε αύριο μεθαύριο, την άλλη εβδομάδα αλλά σε κάθε περίπτωση όχι σήμερα. Αλλιώς ζήσε το σήμερα, το τώρα, αύριο αύριο μα δεν υπάρχει αύριο, ποιος ζει ποιος πεθαίνει. Κάτω απ΄τη γη ή στα σύννεφα. Σκουλήκι ή ροκ σταρ. Τσάμπα μάγκες. Αυτοί είμαστε.

Επιστροφή Στο Μέλλον 5



Tonis Sfinos. Google him μικρέ. ΜΑΓΕΙΑ.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 02.07.2014

Τότε ελλείψει facebook και email και social media, έκανες καμάκι. Καμάκι μικρέ ήταν με λίγα λόγια η σούπερ ατάκα που θα σκεφτόσουν για να ρίξεις το κορίτσι, κάτι τρομερά έξυπνο δηλαδή με ένα τσικ ευφυιούς χιούμορ. Όπως ας πούμε ένα post σου χωρίς selfie με δεκάδες likes. Το top μας ήταν το “ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου”; Οκ, αν δεν το κατάλαβες ρώτα τη μάνα σου και προς υπεράσπισή μας να σημειώσω ότι στις μέρες μου υπήρχε εξίσου διαδεδομένη η έκφραση “μυαλό κουκούτσι” που παραδόξως περιέγραφε εκπληκτικά τον ανθρώπινο εγκέφαλο τότε.

Υπήρχε επίσης η διαδεδομένη έκφραση γκρικ καμάκι ή γκρικ λάβερ για όλους αυτούς τους κάγκουρες που η μοναδική τους δουλειά μικρέ, ήταν να την πέφτουν σε τουρίστριες. Το i-phone της εποχής για τα γκρικ καμάκια ήταν ένα κασετοφωνάκι που έπαιζε ον ντιμάντ μια κασέτα με ατάκες στα αγγλικά γιατί καταλαβαίνεις ότι ένα κουκούτσι πού να συγκρατήσει κάτι παραπάνω από ένα yes και ένα no.
Βέβαια από τα γκρικ καμάκια αντλήσαμε τις βασικές μας εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τον κάθε λαό. Ας πούμε, όλοι ξέρουμε πια πως οι Αγγλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν πλένονται πως οι Γερμανίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν ξυρίζονται και πως οι Γαλλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν φοράνε βρακί. Οι δε Ελληνίδες πρέπει να είναι οι μόνες στον πλανήτη που δεν λατρεύουν τους Έλληνες. Οι γκρικ λάβερς ούτε να τις φτύσουνε τότενες. Γι’ αυτό ο πατέρας σου μικρέ ξέρει ακριβώς τί θέλει η Μέρκελ αλλά δεν του καίγεται καρφί τί θέλει η μάνα σου.

Όπως θα διαπίστωσες, τότε όλα γίνονταν με τα λίγα και στραβά που μας είχαν μάθει οι δικοί μας, με τα λίγα και στραβά που μαθαίναμε εμείς μετά, με όσα είχαμε και με όσα μας επέτρεπε η εποχή. Και θα είμασταν κι εμείς σαν τους προηγούμενους αν δεν πάθαινες εσύ τώρα ίντερνετ και πολιτισμό να σειστούν λίγο τα κοκκαλάκια του Δαρβίνου. Δεν μπορούσες ας πούμε, να φτιάξεις στα καλά καθούμενα μια νεά τούρτα ή ένα εξωτικό φαί, μεταξύ μας δεν θα έβρισκες καν τα υλικά, δεν μπορούσες να ψωνίζεις παπούτσια που αγόρασες “απ΄ έξω”, δεν είχες φίλους μακρύτερα από την πόλη ή το χωριό σου και που δεν τους γνώρισες στο στρατό, δεν έβλεπες πολλές φωτογραφίες ή εικόνες από άλλα μέρη, δεν ήξερες αν σήμερα έσκασαν οχτώ βόμβες, τρεις σεισμοί και δύο τσουνάμια στον πλανήτη. Βασικά, δεν ήξερες ότι υπήρχαν καν τσουνάμια. Δεν ήξερες τους χικικομόρι, δεν θα μάθαινες ποτέ λογική και τα λογικά σφάλματα, δεν είχες δει ελεφαντάνθρωπο και δεν θα μίλαγες ποτέ με τον αγαπημένο σου τραγουδιστή.

Ήσουν τόσο φτωχός σε πληροφορία, σύνδεση με τον κόσμο και επιστημονική γνώση που για παράδειγμα, αν αρρώσταινες, είχες τη μάγισσα της φυλής να σου φέρει βοτάνια, να σε γητέψει στ’ άστρα ή να σου καρβουνιάσει τη μούρη στα πολύ δύσκολα. Είχες μία διαφορετική διάγνωση από κάθε διαφορετικό άνθρωπο που γνώριζες και μία τουλάχιστον ανορθόδοξη συνταγή για να γίνεις καλά όπως ξερωγώ αποξηραμένα κόκκαλα μπεκάτσας βουτηγμένα σε αίμα γκριφόν. Είχες τη θεία με τις βεντούζες, τον μπάρμπα με το λαδάκι από τον άγιο Τάδε και άμα χειροτέρευες είχες κι έναν πανάκριβο γιατρό με μόνο όπλο κάτι ταλαίπωρα ακουστικά.

Και μετά ήρθαν τα κινητά τηλέφωνα, η ιδιωτική τηλεόραση, το βίντεο και τέλος το ίντερνετ. Μιλάμε για κοκομπλόκο. Από ‘κει που όλα ήταν με το σταγονόμετρο, ξαφνικά, η γη στα πόδια σου. Δεν μπορείς να το συλλάβεις ό,τι κι αν σου πω. Για να πάρεις μια ιδέα βούτα έναν γέρο από βουνό που δεν το ‘χει χάσει εντελώς και που δεν ξέρει τίποτε για ίντερνετ και μπάστον σε μία μέρα σε όλο αυτό το πράγμα. Αν ποτέ καταφέρεις να του χώσεις στο κεφάλι τί σημαίνει όλο αυτό κι αν δεν σου τα κακαρώσει, δεν παίζει να ξανασηκώσει κεφάλι από οθόνη.

Εμείς όμως, επειδή δεν ήμασταν γέροι για να εντυπωσιαστούμε παθητικά, αλλά ούτε και πολύ νέοι για να μάθουμε τον κόσμο με αυτό στα χαλαρά, μας ήρθε λίγο βαρύ το πράγμα. Κι ακόμη δηλαδή, λίγοι έχουν συνέλθει. Κάτι παράξενοι μανουριάρηδες είμαστε, κάτι τελειωμένοι 80’s lovers, κάτι απροσάρμοστοι που ακόμη ανεβάζουν στάτους με καλημέρες και χρόνια πολλά και κάτι θείτσες που θέλουν ντε και καλά να σου δώσουν να καταλάβεις πόσο μεγάλο είναι το γκαπ και γιατί η χαρακτηριστική λέξη της γενιάς μας ήταν το “βαριέμαι”.

Τέλος


Επιστροφή Στο Μέλλον 4



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 27.06.2014


Φαντάσου μικρέ, πώς θα την πάλευες σήμερα αν το δωμάτιό σου δεν είχε ούτε υπολογιστή και ίντερνετ, ούτε κινητό, ούτε mp3 player, ούτε καν κασετόφωνο. Τί νόμιζες, το Empty Rooms τσάμπα τον έκανε φίρμα τον Γκάρι θεός σχωρέστον; Μόνο κρεβάτι, ντουλάπα, ίσως δανεικό το κασετόφωνο από το σαλόνι, ίσως γραφείο και ο τοίχος γεμάτος εγκυκλοπαίδειες. Εγκυκλοπαίδεια μικρέ, ήταν άπειρες τυπωμένες σελίδες wiki, δεμένες σε καμιά τριανταριά χοντρά βιβλία μεγάλα σαν λάπτοπ και βαλμένες στη σειρά κατά γράμμα σε ένα έπιπλο στον τοίχο γεμάτο κουτάκια που λεγόταν βιβλιοθήκη και για τις οποίες πλήρωνε η μάνα σου δόση ένα χιλιάρικο τον μήνα, αιώνια.

Τω καιρώ εκείνω μικρέ, αν ήθελες κάτι να μάθεις δε μπορούσες να το γκουγκλάρεις, δεν υπήρχε καν google. Εάν ήθελες πληροφορίες για κάτι, είτε ρώταγες τον καθηγητή σου ή έπαιζες χαλασμένο τηλέφωνο με το σόι παρακαλώντας να μην πέσεις σε καπετάνιο ή γενικά κάναν φίδια. Ή έπαιρνες αμπάριζα τις εγκυκλοπαίδειες από σπίτι σε σπίτι μέχρι να βρεις αυτήν που το είχε και αν. Φίδιας μικρέ λεγόταν ο αμπλαούμπλας, ο μπούλσιτερ, ο πολυλογάς ιστοριών συνήθως σάιφάι* ενώ αμπάριζα ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι της εποχής, (το νου σου, παιχνίδι όπως έξω στο δρόμο με τα παιδιά της γειτονιάς και όχι με “άγνωστους στα ίντερνετς που θέλουν να σε απαγάγουν”, τουτέστιν ονλάιν γκέιμιν). Ναι, άμα δεν έχει τίποτε το δωμάτιό σου αναγκάζεσαι να βγεις στους δρόμους, στη γειτονιά και να ψάξεις ομοιοπαθείς να περάσετε την ώρα σας.

Οι τρόποι βέβαια που είχαμε εφεύρει να περνάμε την ώρα μας μικρέ, ήταν λίγο - πολύ μονότονοι οπότε σπάνια θα παίζαμε ένα παιχνίδι 6 ώρες τουλάχιστον την ημέρα για 3 μήνες συνεχόμενα και μάλιστα σε σύνδεση με χιλιάδες άλλους, όπως κάνεις εσύ. Άμα σκοπός του παιχνιδιού είναι να πετύχεις έναν-έναν τους φίλους σου με μια μπάλα ενώ δεν μπορούν να φύγουν πέρα απ΄τα 10 μέτρα, να χωρίζεστε σε αγόρια - κορίτσια και να φωνάζουν οι μεν στίχους στους δε τύπου “αγόρια ιππότες - κορίτσια μαύρες κότες”, “κορίτσια μπαλαρίνες - αγόρια μαύρες χήνες”, να σχεδιάζεις ώρες με κιμωλίες στην άσφαλτο αριθμημένα κουτάκια για να τα πηδήξει όλη η παρέα κουτσαίνοντας ή να τρως τον κόσμο να βρεις λάστιχο ραπτικής για τα πιο κοριτσίστικα πηδηματάκια που συνοδεύονταν απαξάπαντως με χαριτωμένα τραγουδάκια τύπου “οι άγγελοι του τσάρλι είναι τρεις η κέλι η σαμπρίνα και η κρις”, καταλαβαίνεις ότι ΟΚ, με τα τότε δεδομένα ψιλοκαλά περνάγαμε αλλά ούτε θα μεγάλωνε ιδιαίτερα ο εγκέφαλος ούτε πολύ μέλλον ως γενιά θα είχαμε. Σε σχέση με το πυρηνικό ολοκαύτωμα που το είχαμε χαλαρά στο τσεπάκι, εγώ θα έλεγα μια χαρά τη βόλεψες με μια ψωροκρίση.

Που λες, οι γνώσεις σου εξαρτώνταν από αυτά που έλεγε ο κάθε καθηγητής, οι γονείς και οι εγκυκλοπαίδειες γύρω σου. Όλα όμως τα παραπάνω ήταν κουραφέξαλα, σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ, σα να σβήνονταν εντελώς από το μυαλό σου εάν τα αναιρούσε ή απλά έδινε μια διαφορετική ιστορία ο Ύψιστος: ο Δημοσιογράφος. Δεν υπήρχε γνώστης ή σοφός που να μην τον νίκαγε πανεύκολα η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και η εφημερίδα. Άμα δηλαδή ήθελες να την πεις στους δικούς σου, έλεγες ό,τι πίπα σου κατέβαινε και μετά κόλλαγες κι ένα “το είπε και η τηλεόραση”. Αυτομάτως γινόταν Η Αλήθεια.

Να φανταστείς η σπουδαιότερη, η πιο διαδεδομένη και η πιο Αληθινή εκπομπή στην τηλεόραση ήταν “Οι Ρεπόρτερς”. Μια εκπομπή τριών δημοσιογράφων που έφερναν την Αληθινή Αλήθεια μέσα στο σπίτι σου. Βέβαια αργότερα ο ένας έγινε γνωστότερος για το δικό του σπίτι, ο άλλος για την αναζήτηση Πέρα από την Αλήθεια και ο τρίτος πήρε την Αλήθεια, έγδαρε το τομάρι της και έφτιαξε ένα υπέροχο συνολάκι που δεν έχει βγάλει έκτοτε από πάνω του.

*ελλείψει γνώσεων και παραστάσεων aka internet, ο φίδιας ζούσε και άκμαζε παντού. Παράδειγμα ενός, στο Πειραιώτικο Λύκειο του εμπορικού ναυτικού: ο καθηγητής πρώην καπετάνιος εξηγούσε στους έφηβους μαθητές πώς το τεράστιο κύμα τον έριξε στη θάλασσα και πώς ένα ακόμη μεγαλύτερο τον γύρισε πάλι στη θέση του στο πλοίο.

Συνεχίζεται…


Σπόιλερ: Τότε ελλείψει facebook και email και social media, έκανες καμάκι. Καμάκι μικρέ ήταν με λίγα λόγια η σούπερ ατάκα που θα σκεφτόσουν για να ρίξεις το κορίτσι, κάτι τρομερά έξυπνο δηλαδή με ένα τσικ ευφυιούς χιούμορ. Όπως ας πούμε ένα post σου χωρίς selfie με δεκάδες πολλά likes. Το top μας ήταν το “ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου”;
Οκ, αν δεν το κατάλαβες ρώτα τη μάνα σου και προς υπεράσπισή μας να σημειώσω ότι στις μέρες μου υπήρχε εξίσου διαδεδομένη η έκφραση “μυαλό κουκούτσι” που παραδόξως περιέγραφε εκπληκτικά τον ανθρώπινο εγκέφαλο τότε.

Επιστροφή Στο Μέλλον 3




Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 19.06.2014

Φαντάσου μικρέ πώς θα την πάλευες σήμερα αν για να βγάλεις φωτογραφία, ήθελες λεφτά για φωτογραφική, λεφτά για φιλμ, λεφτά για φλας, ήθελες στοιχειώδεις γνώσεις γιατί πριβιού δεν, ήθελες 12, 24 ή 36 κλικ, ποτέ λιγότερα ή περισσότερα, ήθελες λεφτά για να εμφανίσεις το φιλμ, ήθελες να πας στο φωτογραφείο να στις εμφανίσει, ήθελες καμιά βδομάδα να περιμένεις να τυπωθούν, ήθελες στομάχι όταν στις μισές είχε πάρει φως το φιλμ, ήθελες μεγαλύτερο στομάχι να δεχτείς ότι ούτε ΜΙΑ γαμώ το κερατό της δεν βλέπεται ΠΑΛΙ. Οπότε ξαναήθελες λεφτά για φιλμ και δεν τέλειωνε ποτέ αυτή η μαλακία. :)

Συνήθως στην παρέα, όταν αποφάσιζες τότε για εκδρομή μικρέ, δεν έπαιρνες απλά τα μπογαλάκια σου και τα γκατζετάκια σου και πήγαινες σουλάτσο. Δεν έπαιρνες ας πούμε το mp3player, το κινητό, την ψηφιακή και την πιστωτική και έτρεχες στα εξωτερικά. Άντε να πήγαινες μέχρι το Αγκίστρι ή τον Πόρο. Χώρια που τότε υπήρχε ο φόβος να σε θέλουν στην παρέα μόνο και μόνο γιατί είχες ένα από παραπάνω και μάλιστα στην πρωτόγονη μορφή του. Κι αυτό, γιατί κρίση ξε-κρίση, τότε στ’ αλήθεια κανείς δεν τα είχε όλα.

Υπήρχε δηλαδή ο φωτογράφος της παρέας που κουβαλούσε πάντα τη φωτογραφική του μπαμπά, ο μουσικός με την κιθάρα, ένας που κουβαλούσε το κασετόφωνο (στους ώμους έλεγε η μόδα, άσε) και ένας τα λεφτά. Ή αλλιώς ρεφενέ. Ρεφενέ τότε, λέγαμε τότε το ομαδικό τσοντάρισμα. Τσοντάρισμα μικρέ, δεν είναι τίποτε πιπεράτο* και δεν έχει να κάνει με πήδημα ομαδικό, τουλάχιστον κυριολεκτικά, αλλά μεταφορικά μπορούσες να το πεις αν σκεφτείς ότι βγάζαμε όλοι τα λεφτά μας μέχρι δεκάρας, τα βάζαμε στη μέση και όπου φτάνανε πηγαίναμε. Αν δεν είχες τίποτα από τα προηγούμενα βέβαια, σκοτωνόσουν να βρεις διπλό κασετόφωνο δανεικό και ξενυχτούσες το προηγούμενο βράδυ να γράψεις τις κασέτες της εκδρομής.

Ουφ, ούτε μια φράση δεν μπορώ να γράψω χωρίς να βγουν δέκα άγνωστες λέξεις. Εντάξει μικρέ, ας το προσπαθήσω. Λοιπόν, το διπλό κασετόφωνο, η κασέτα και η εγγραφή της δεν είναι τίποτα αστροφυσική. Αρκεί να δώσεις βάση. Έχουμε και λέμε. Κασέτα: μικρό ορθογώνιο πλαστικό κουτί με μαγνητοταινία τυλιγμένη μέσα. Η κασέτα εφάρμοζε στο κασετόφωνο, έκλεινε το πορτάκι, πάταγες κουμπί, γύριζε η ταινία και καθώς το κασετόφωνο τη “διάβαζε”, εσύ άκουγες έναν συγκεκριμένο αριθμό κομματιών, όσα δηλαδή είχε επάνω “γραμμένα” η μαγνητοταινία της κασέτας. Συνήθως στην πούλαγαν σε ένα ωραίο πλαστικό κουτί που είχε μέσα μια άγραφη ετικέτα που έγραφες με αυστηρή αριθμητική σειρά τους τίτλους και τους καλλιτέχνες του κάθε κομματιού. Μαζί με σφαγμένες καρδούλες και τόξα μηνταξαναλέμε.

index

Το κασετόφωνο έβγαινε σε διάφορα μεγέθη. Σκέψου ένα γκατζετάκι στο πιο μεγάλο και βαρύ, συνήθως με ραδιόφωνο και χερούλι γιατί ήταν πόρταμπολ που λένε εδώ στο νησί, με θήκη μπροστά για να μπει η κασέτα. Τα κουμπιά που είχες να χειριστείς ήταν το play, pause, fast forward, rewind, rec και eject. Απλά πράγματα. Αν ήθελες ραδιόφωνο, το κουμπί ήταν ροδέλα που στριφογυρνούσε και κούναγε τη βελόνα ακριβώς στους μεγάκυκλους του αγαπημένου σου πειρατή. Ένα τσικ παραδίπλα και δεν άκουγες χριστό. Ήθελες τρελή ακρίβεια στο δάχτυλο. Αν ήθελες να ακούσεις κασέτα, άνοιγες το πορτάκι, την έβαζες μέσα, βάραγες το πορτάκι, πάταγες το play και άκουγες. Αν τώρα ήθελες το τρίτο τραγούδι, εκεί σκούραιναν λίγο τα πράγματα γιατί έπαιζες ρουλέτα με το fast forward και το rewind μέχρι να πετύχεις το τραγούδι που ήθελες και μάλιστα από την αρχή.

Τώρα, τα πράγματα γίνονταν απείρως σκουρότερα εάν είχες φάει και κόλλημα με το τρίτο τραγούδι και ήθελες να το ακούς συνέχεια. Μπρος, πίσω, ψάξε, πάτα, την πήδαγες την μαγνητοταινία, χαραζόταν, μετά δε γλίστραγε, τη μάσαγε το κασετόφωνο και αντίο κασέτα. Α, μάσαγε μικρέ, σήμαινε ότι μπερδευόταν η ταινία καθώς στριφογύριζε μέσα στο κασετόφωνο και αντί να γυρνά, αυτή στοιβαζόταν μέσα σε κουβάρι. Κι άντε μετά να τη βγάλεις, να την ξεμπλέξεις και μετά να την ξανατυλίξεις μέσα στην κασέτα. Οκ, σχεδόν αστροφυσική.

Αν τώρα ήθελες να φτιάξεις μια κασέτα, να τη γράψεις, εεε… να τη γεμίσεις τραγούδια δηλαδή, αγόραζες μια άδεια εξηντάρα ή ενενηντάρα (μη μασάς μικρέ, δεν είναι άγνωστες λέξεις αυτές, είχε να κάνει με τα λεπτά της, ανάλογα τον αριθμό των τραγουδιών που θα έβαζες μέσα), έβρισκες ένα ειδικό κασετόφωνο με δύο υποδοχές για κασέτες, το διπλό που λέγαμε, τις έβαζες και τις δυο μέσα (τη γεμάτη και την άδεια δατ ιζ) πάταγες το κουμπάκι REC και γραφόταν. Βέβαια, υπήρχε πάντα ο φόβος να βάλεις τη γεμάτη στη λάθος θέση και αντί να την αντιγράψεις να την ξεγράψεις καθώς και να σου μασήσει.

index2



Τώρα φαντάσου μικρέ, όταν ήθελες να γράψεις όλες τις επιτυχίες της εποχής. Τί έκανες; Ή έπαιρνες δίσκους (βινύλια… φακ ιτ βαριέμαι να στο εξηγήσω τώρα αυτό) ή άνοιγες το ραδιόφωνο, έβαζες μια άδεια κασέτα στην υποδοχή και ό,τι άκουγες και σου άρεσε πάταγες το rec. Εδώ είχες τον γιγάντιο φόβο να μιλήσει ο παπάρας που έκανε την εκπομπή πάνω στο τραγούδι σου, να μπει η μάνα σου στο δωμάτιο να δει το χάος και να σε κράξει (ναι μικρέ, οι μανάδες δεν θα αλλάξουν ποτέ) ή να σου τελειώσει η κασέτα στο καλύτερο.

Καταλαβαίνεις τώρα πόσο huge και δύσκολο πράγμα ήταν η μουσική και ιδίως για μια εκδρομή, πόσο μάλλον αν κάποιος την είχε επιμεληθεί αποκλειστικά για την συγκεκριμένη εκδρομή. Και φαντάζεσαι πόση απήχηση είχαν οι καλές κασέτες και πόσο δυσεύρετες ήταν και πώς κάναμε για να μας τις δανείσουν να τις γράψουμε. Κι έτσι σιγά σιγά, άρχισαν οι δημιουργοί και τις υπέγραφαν και έτσι προέκυψαν σιγά σιγά οι φίρμες των κασετών, οι ψυχές των πάρτι, φαντάσου κάτι σαν τους νεάτερνταλ των ντιτζέιζ. :P

*πιπεράτο μικρέ, λέγαμε τότε οποιαδήποτε αναφορά στο σεξ ή οτιδήποτε ίσως παρέπεμπε σε αυτό. Τα βυζιά ας πούμε. Ή λίγα χρόνια μετά, το ίντερνετ. Ναι, όλο. Άσε.

Συνεχίζεται…

Σπόιλερ: Φαντάσου μικρέ, πώς θα την πάλευες σήμερα αν το δωμάτιό σου δεν είχε ούτε υπολογιστή και ίντερνετ, ούτε κινητό, ούτε mp3 player, ούτε καν κασετόφωνο. Τί νόμιζες, το Empty Rooms τσάμπα τον έκανε φίρμα τον Γκάρι θεός σχωρέστον; Μόνο κρεβάτι, ντουλάπα, ίσως δανεικό το κασετόφωνο από το σαλόνι, ίσως γραφείο και ο τοίχος γεμάτος εγκυκλοπαίδειες. Εγκυκλοπαίδεια μικρέ, ήταν άπειρες τυπωμένες σελίδες wiki, δεμένες σε καμιά τριανταριά χοντρά βιβλία μεγάλα σαν λάπτοπ και βαλμένες στη σειρά κατά γράμμα σε ένα έπιπλο στον τοίχο γεμάτο κουτάκια που λεγόταν βιβλιοθήκη και για τις οποίες πλήρωνε η μάνα σου δόση ένα χιλιάρικο τον μήνα αιώνια.

Επιστροφή Στο Μέλλον 2



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 12.06.2014

Φαντάσου μικρέ πώς θα την πάλευες σήμερα, αν για να την πέσεις σε γκόμενα έπρεπε να πας να της την πέσεις. Φάτσα με φάτσα. Αν το μόνο μέσο να επικοινωνήσετε ήταν το ραβασάκι. Ραβασάκι τότε, λεγόταν ένα μικρό κομμάτι χαρτί διπλωμένο στο τέρμα κυρίως από αμηχανία, που στο πάσαρε ένας τρίτος και σου δήλωνε την καψούρα κάποιου δεύτερου χωρίς απαραίτητα να γράφει ποιος είναι αυτός, πώς είναι η φάτσα του και πόσους friends έχει. Καψούρα ήταν κάτι σαν το κρας.

Το ραβασάκι αντί για εμότικονς, λινξ και κομματάρες είχε συνήθως κολώνια λεμόνι ή πεύκο (μεγάλο σουξέ τα πεύκα τότενες) και ζωγραφιστές καρδιές όχι όμως με το αίμα τους αλλά απαραιτήτως σφαγμένες με τόξα που στάζανε. Ξέρω, καραμπλιάχ αλλά θα συμφωνήσεις πως η αισθητική του έρωτα ήταν πάντα καρακιτσαριό. Αν πεις και γι’ αυτά που συνήθως γράφονταν στο ραβασάκι, ετοιμάσου να εκπλαγείς από την ευφράδεια. ”Σε θέλω” ή “Πάρε με τηλέφωνο” ή στα ντουζένια “G+T ή = love for ever!” Το αγγλικό ήταν από τότε πιασάρικο.

Οι πολύ ντροπαλοί που λες δεν στο ‘διναν οι ίδιοι, σου έστελναν κάναν φίλο ή έριχναν κάνα χαρτάκι στην τσάντα, στο βιβλίο ή ένας εντελώς χέστης, κάτω από το θρανίο. Γενικώς όμως έπρεπε να είσαι εκεί. Δεν μπορούσες ας πούμε, να παίζεσαι για μήνες με μηνυματάκια, να σκουντάς φίλους φίλων ή να αλληλοταγκάρεις φωτογραφίες. Επίσης δεν υπήρχε η έννοια γκουγκλάρω οπότε ό,τι πληροφορίες ήθελες για το κατακέφαλο, τις έπαιρνες από γνωστούς γνωστών και φήμες. Ούτε καν τηλέφωνο δεν μπορούσες να έχεις, πόσο μάλλον φωτογραφίες του κρας.

Μπορούσες όμως να του αφιερώνεις τραγουδάκια. Σε ραδιοφωνικούς σταθμούς. Άμα το τηλέφωνο δεν έκανε τουτουτ. Οι σταθμοί μιικρέ, δεν ήταν όπως σήμερα. Υπήρχαν δηλαδή οι κανονικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί που άκουγε η μάνα και η γιαγιά σου (εκτός από τον τζερόνιμο δατ ιζ) υπήρχαν όμως και οι πειρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί. Πειρατικοί τότε, λέγονταν οι σταθμοί που δεν ήταν ακριβώς νόμιμοι ή μάλλον δεν ήταν καθόλου νόμιμοι και στα κρυφά ένας (συνήθως επίσης καψούρης) τύπος ανά περιοχή έβγαζε το άχτι του και το καλλιτεχνικό του αποτέτοιο με τα σουξέ της εποχής, τα σουξέ του χωριού του και τα σουξέ που ταιριάζανε στην εκάστοτε καψούρα του. Τουτέστιν σέικ, κλαρίνο και πολύ μπουζούκι. Σε όλα αυτά βάλε και ένα τσικ ηχώ στην εκφώνηση. Ή μάλλον ένα χοντροτσίκ από ηχώ. Σκάσε, ήταν τσι μοδός το έκο τότε.

Είχες λοιπόν εσύ καψουρευτεί ένα μελαχρινό από το 4ο Γυμνάσιο Νικαίας; Έπαιρνες λοιπόν τηλέφωνο τον τύπο, άμα έβγαζες άκρη τί νούμερο έλεγε από την ηχώ, έλεγες αφιερώνω το τάδε τραγουδάκι στο μελαχρινό μωρό με τη λαχανί ζώνη και το ελαστικό τζην που ήταν χθες στο πάρτι του Σίμου από το 1ο και στο αμέσως επόμενο πεντάλεπτο άκουγες το τραγουδάκι σου και την αφιέρωσή σου, με ηχώ πάντα κάτι σαν: οοοο γγγγγιάνννηςςςςς απππποοο τττττηη νννίιιιικαιαααα αααφφφιεεερωωωωνεειιι κτλ. Ή μάλλον άκου το ορίτζιναλ:


Αυτό. Ναι, καλά κατάλαβες. Δεν ήταν όπως το μέηλ που θα το δει. Δεν ήταν όπως το σχόλιο ή το λάικ που παίζει να μην το δει αλλά πάντα θα βρίσκεται εκεί. Δεν ήταν tag να κρέμεται πάντα πάνω στη φωτό της. Δεν ήταν ένα σκούντηγμα στο φουμπου ή ένα μήνυμα στα other. Ήταν ένα ηχητικό μήνυμα και μάλιστα παραμορφωμένο που παιζόταν για λίγα δευτερόλεπτα στον αέρα. Τουτέστιν στο πουθενά. Αν πάλι δεν ήξερες τίποτε για το κρας παρά μόνο φάτσα, το πιθανότερο έμενες με την ανάμνηση στο χέρι. Και όχι μόνο. Εξ’ ου και η κρίση σήμερα. :P

Συνεχίζεται...

Σπόιλερ: Για να βγάλεις φωτογραφία, ήθελες λεφτά για φωτογραφική, λεφτά για φιλμ, λεφτά για φλας, ήθελες στοιχειώδεις γνώσεις γιατί πριβιού δεν, ήθελες το κλικ, ήθελες 12, 24 ή 36 κλικ, ποτέ λιγότερα ή περισσότερα, ήθελες λεφτά για να εμφανίσεις το φιλμ, ήθελες να πας στο φωτογραφείο να στις εμφανίσει, ήθελες καμιά βδομάδα να περιμένεις να τυπωθούν, ήθελες στομάχι όταν στις μισές είχε πάρει φως το φιλμ, ήθελες μεγαλύτερο στομάχι να δεχτείς ότι ούτε ΜΙΑ γαμώ το κερατό της δεν βλέπεται ΠΑΛΙ. Οπότε ξαναήθελες λεφτά για φιλμ και δεν τέλειωνε ποτέ αυτή η μαλακία. :)


Επιστροφή Στο Μέλλον 1/ΔενΞέρωΠόσα



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 3.6.2014

Για να επιστρέψεις στο μέλλον, σημαίνει ότι πρώτα πήγες μια βόλτα στο παρελθόν. Εδώ μέλλον λέω οτιδήποτε περιλαμβάνει κλικ και σκρολ, ενώ παρελθόν τη ζωή πριν αυτά. Ναι, υπήρχε και τότε ζωή αν και παρότι θα σε έχουν ήδη πρήξει δεν ήταν τόσο ενδιαφέρουσα και μεταξύ μας, ούτε οι άνθρωποι τόσο στροφάτοι.

Βασικά μίλαγα με έναν πιτσιρίκο και πρέπει να τον άφησα τελείως μαλάκα προσπαθώντας να του εξηγήσω πώς ζούσαμε τότε. Και να πεις ότι είμαι καμιά ογδονταριά να το καταλάβω. Όμως το κενό από την εποχή του χαλκού, τουτέστιν των μπακιριών μέχρι την εποχή του ηλεκτρισμένου αέρα τουτέστιν γουάιφάι παρότι πρόσφατο, είναι τόσο πολύ βαθύ που ακόμη και δέκα χρόνια διαφορά να έχεις με τον εκ γενετής συνδεδεμένο, είστε δύο διαφορετικά είδη. Ε. Γύρνα σελίδα. Δεν είμαστε στο κεφάλαιο Εξέλιξη αλλά στο κεφάλαιο Φυσική Επιλογή. Μπου!

Θα μου πεις, εγώ ξέρω πόσο όμορφα, ρομαντικά και δύσκολα ήταν τότε, τί νόημα έχει να μου τα θυμίζεις. Θα σου πω, ξεκόλα δεν τα γράφω για σένα. Αν ανήκεις σ’ εκείνους που δεν γεννήθηκαν ή τέλος πάντων δεν κατάλαβαν τον κόσμο με μια οθόνη στα μούτρα, τότε πιθανόν να μην έχεις πάρει πρέφα την απόστασή σου από τη νεολαία και πόσο μπορείς να τους σοκάρεις (και μεταξύ μας, πόσο πλάκα έχει αυτό). Ξέρεις τί είναι να ξέρεις πως ήταν (ναι πέφτω και παίρνω) πριν το ίντερνετ, πριν τους υπολογιστές, πριν τα κινητά, πριν τα βίντεοκλαμπ, πριν τα βιντεοπαίχ εεε... τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μη σου πω ότι κάποιοι θυμούνται και πριν από αυτά.

Λοιπόν άσε ανοιχτή την οθόνη, βρες ένα πιτσιρίκι, χώστο μπροστά και προμηθεύσου φοφίκο και μπιράλ μόμολο ή αλλιώς, τύφλα να ΄χει ο στήβεν ο κινγκ:

tsaki

Φαντάσου μικρέ πώς θα την πάλευες σήμερα αν το πρωί που ξυπνούσες, αντί να βάλεις καφέ και να δεις τα μέηλ σου και το κινητό, έβαζες καφέ και κοίταγες μια τον τοίχο, μια τη μάνα και μια τη γιαγιά σου. Μπορούσες φυσικά να απασχολήσεις τα αφτιά σου με ραδιόφωνο, με τα πιτσιρίκια που έπαιζαν αμπάριζα στις αλάνες ή με τον μανάβη στο τρίκυκλο που έγινε πιάτζιο που έγινε ντάτσουν και μετά τογιότα (χάιλουξ; θα σε γελάσω).

Μπορούσες επίσης να απασχολήσεις τα μάτια σου με κάτι σαν τηλεόραση. Εκπαιδευτική τηλεόραση. Τέτοια είχε το πρωί. Βέβαια δεν είχε εφευρεθεί το τηλεκοντρόλ, οπότε έπρεπε πρώτα να σηκώσεις τον κώλο σου και να πας να στρίψεις το μεγάλο κουμπί στα δεξιά της για να ανοίξει. Ναι, πάνω στο κουτί. Ναι, ήταν κουτί. Μεγάλο και φαρδύ, όσο περίπου το μισό ψυγείο με τζάμι μπροστά. Φιμέ.
Φιμέ στα παλιά τα χρόνια λέγαμε το σκούρο αλλά μόνο για τζάμια, καλσόν και στραπατσαρισμένες μούρες.

Ο ήχος και όλες οι ρυθμίσεις της τηλεόρασης ήταν κάτι κουμπιά μακρουλά που τα έστριβες κι αν δεν ξεβιδώνονταν, στο τέρμα έκαναν κλικ. Και για κάθε κλικ σήκωνες κώλο. Ευτυχώς δεν είχε πολύ ζάπινγκ γιατί κανάλια είχε δύο όλα κι όλα, προγράμματα δεν είχε πολλά, τα περισσότερα δεν βλέπονταν και το χειρότερο όταν πάθαιναν εμπλοκή τα μηχανήματα, συνήθως στη μέση ταινιών που περίμενες κάνα μήνα, άκουγες για ώρα έναν συνεχόμενο τσιριχτό ήχο.

Άμα ήσουν τυχερός, έβλεπες στην οθόνη ένα “Συγνώμη Διακοπή”. Αυτό. Ούτε πότε θα ξεκινούσε η ταινία ήξερες, ούτε κι αν. Που συνήθως δεν. Καμιά φορά, αν έβλεπες σκέτα χιόνια, κουνούσες λίγο τα κεραιάκια πάνω στο κουτί μπορεί να έφτιαχνε. Αχ ναι, σα μελισσάκι, πολύ χαριτωμένη τότε η tv, άλλο να στο λέω #%$%$@#@@$!!!

Τα βράδια, η τηλεόραση κοιμόταν πριν από εσένα. Έκλεινε. Γιεπ. Τέλειωσα σου έλεγε κύριε, άντε καληνύχτα σας και όνειρα γλυκά. Σου ‘βγαζε εκεί και μια σημαία ή ένα πολύχρωμο σήμα και άρχιζε να λουπάρει μια μονότονη μουσική ή κάνα εμβατήριο (νομίζω και ο εθνικός ύμνος) που με αυτό άνοιγε και το πρωί.

index

Συνεχίζεται...


Σπόιλερ: Για να την πέσεις σε γκόμενα έπρεπε να πας να της την πέσεις.


Πρόσχωμεν




Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 29.05.2014


Της αναλήψεως λέει σήμερα. Κάποιος δηλαδή από τους αρχαίους... σόρι, τους αγίους, μάλλον, πέταξε στους ουρανούς -για πάντα, αλέ ρετούρ, θα σε γελάσω- και αυτό τέλος πάντων, είναι αιτία να κλείσουν οι παιδικοί σταθμοί της Νήσου και να κάτσει ο ένας σουπερτυχερός από τους δυο μας σπίτι για ντάντεμα. Μόνος του. Ο άλλος λιγότερο τυχερός, στη δουλειά, σε αναμμένα κάρβουνα πάντως, γιατί σίγουρα ο ένας θα έχει κάνει το σπίτι μπερντέ(λο) για να διασκεδάσει δυο μωρά.

Σου λέει, μην είσαι αρνητικιά, αιρετικιά και κυρίως βλάσφημη και παραπονιέσαι. Το λένε σε όλα τα βιβλία, τα άγια βιβλία, πως αυτός ο τύπος πέταξε ή τέλος πάντων κάποιοι απ΄τα αρχαία χρόνια (δεν είμαι σίγουρη αν τα λένε άγια και τα χρόνια), τον είδαν να πετάει προς τους ουρανούς.

Δηλαδή, σόρι κιόλας, εσείς άμα σας πω ότι είδα έναν χριστιανό (παν ιντέντιντ) να πετάει θα με γράφατε σε ιερά βιβλία, θα με μνημονεύατε ως μάρτυρα ή απόστολο ή δενξερωγώτί και θα κλείνατε αιωνίως τουμπανίως τους παιδικούς σταθμούς για όλους τους ταλαίπωρους γονείς κάθε χρόνο τέτοια μέρα, κι όλα αυτά για πάρτη μου;

Ωραία. Βγάλτε μια κόλλα χαρτί. Ο Δικός μου περπάτησε μέχρι το ξέφωτο, σήκωσε ψηλά το ένα χέρι και όχι μόνο πέταξε αλλά αφού σηκώθηκε στα 80 μέτρα στάθηκε στον αέρα, άρχισε να μιλάει, του ‘κανα νόημα ότι δεν ακούω, κατέβηκε πάλι στα 20 μέτρα, σήκωσε τα δύο του χέρια, έριξε μια-δυο φλασιές σε κάτι δέντρα παραδίπλα για εφέ, και είπε τα εξής: “Ναι, πετάω, αιωρούμαι και ρίχνω φλασιές. Διαδώστε και γιορτάστε τη μνήμη αυτής της μέρας όπως Μου αξίζει αλλά μην κλείνετε τους παιδικούς σταθμούς γιατί θα φάτε φλασιά. Ευλόγησον”.

Κι έτσι, σήκωσε το δεξί χέρι ψηλά κι έφυγε βολίδα για τους Άγιους Τόπους (?, προσαρμόστε).

Πρόσχωμεν*.


* έλεος, μόλις το γκούγκλαρα, το ήξερες ότι πρόσχωμεν σημαίνει ας προσέξουμε; Δηλαδή όλες αυτές τις φορές που τραγούδαγε ο ψάλτης αυτά τα ατελείωτα πρόσχωμεν μετά τα κινέζικα του παπά, ουσιαστικά μας την έλεγε που κάναμε φασαρία; Καλά δεν μπορούσε να μιλήσει στη δημοτική ο αχάπαρος**;

**παίζει να είναι η πιο γαμιστερή κυπριακή λέξη άμα θες να κράξεις. Ορισμός.

*** για να μη σε λένε αχάπαρο, μόλις γκούγκλαρα και το Αναλήψεως και αυτός που πέταξε σαν σήμερα ήταν ο Χριστούλης.


Το Πανέρι



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 23.05.2014

Κρίση και πείνα και τέλματα και ξεπουλήματα, λιμοί και καταποντισμοί, αν κάτσεις και σκεφτείς όλους αυτούς τους ακραίους όρους που όχι και τόσο ασυναίσθητα έχουμε όλοι συνυφάνει με την καθημερινότητα, θα τα χάσεις αν σκεφτείς επίσης πόσο με το στόμα ανοιχτό θα μας κοιτάει ο μισός πραγματικά φτωχός κόσμος. Μην πας μακριά, σκέψου πώς μας κοιτάει μια Ρωσίδα, μια Βουλγάρα, μια Ρουμάνα ανά την Ελλάδα, όταν ορυόμαστε για φτώχεια, πείνα και ειδικά για κατάρρευση.

Δίπλα, ΔΙΠΛΑ, στην Ρουμανία, φέτος διάβασα για 40 νεκρούς από το κρύο και εμείς με τους 18 βαθμούς μέσο όρο πιτώσαμε αφισάκια αφύπνισης με ηλίθια σλογκανάκια «κρυώνω στο σπίτι μου». Καλωσήρθες στο κλαμπ θα είχα να απαντήσω και συντονίσου λίγο με την πραγματικότητα της πλειοψηφίας που η θέρμανση δεν ήταν ποτέ προυπόθεση της έννοιας «σπίτι». Μέχρι χθες για την πλειοψηφία, συνήθως αρκούσαν μερικά πλίνθινα καμαράκια και μια πόρτα. Ή ένα κουρτινάκι αν μιλάμε για μια μόλις γενιά πριν από εμένα κι εσένα.

Είναι εντελώς παράνοια όλο αυτό, οι μισοί που ξέρω τα ‘χουν αυτονόητα όλα αυτά και οι άλλοι μισοί δεν έχουν ιδέα. Το πρόβλημα είναι πως οι μισοί δεν μιλούν ποτέ, κυρίως γιατί ντρέπονται και οι άλλοι μισοί φωνάζουν, ίσως λίγο παραπάνω απ΄ότι θα ΄πρεπε, ένα χοντροτσίκ παραπάνω, τόσο όσο να εντυπωθεί στους εγκεφάλους των πολλών η νέα διεστραμένη αντίληψη της πραγματικότητας.

Πλέον, αντί η απόσταση από την πραγματικότητα να αφαιρεί μονάδες νοημοσύνης, αντίθετα προσθέτει μονάδες ιδεολογίας και διανοουμενιάς. Κι αντί να σε καθιστά από βλάκα έως επικίνδυνο, σε βάζει μπροστά να δίνεις το στίγμα και τις λέξεις, τα όπλα δηλαδή, στους πολλούς.

Και δε φτάνει αυτό, δε φτάνει που σε πρήζουν με τις κακουχίες επιπέδου πολέμου, γενοκτονίας, πογκρόμ, με χούντες και κατοχές και ολοκαυτώματα και άλλες τρομακτικές λέξεις που τους τις μάθαν για δυνατές και άρα πουλάνε σαν τα σλογκανάκια που αγοράζουν κι οι ίδιοι, (που θα ‘θελα όσο τίποτα σε κάθε τέτοιο κιχ να είχα τη γλάστρα της γιαγιάς μου και να τους στουμπώνω το στόμα πιπεριές) αλλά πήζουν και αποσυντονίζουν, παραπληροφορούν και μαυρίζουν διαρκώς και μέχρι αηδίας τον αληθινά φτωχό κόσμο, εκείνον που πραγματικά παλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας να επιβιώσει.

Κι όλα αυτά, για λόγους εντελώς δικούς τους και άσχετους, ας πούμε γιατί νιώθουν τύψεις ή γιατί η κλάψα σε κάνει πόπιουλαρ, για να δείξουν ενεργοί (προφανώς στον εγκέφαλο) ή για να πουλήσουν κλικ, δέντρα, εκπομπές ή μόνο και μόνο επειδή πλησιάζουν εκλογές. Και ενώ τόσα χρόνια “πολέμου” και “κατοχής” βάζουμε στο στόχαστρο παιδείες, νοοτροπίες, κακοτεχνίες και σόγια, ξεχάσαμε να σφαλιαρίσουμε όλα αυτά τα κωλόπαιδα που μας τα ‘χουν κάνει τσουρέκια για εχθρούς και στερήσεις εξ αγχιστείας.

Αυτό όμως για το οποίο δεν θα συγχωρέσω κανέναν από δαύτους ποτέ, είναι πως μετά από όλα αυτά, μέσα από τα Λύκος, Λύκος που σου τρυπάνε τ’ αυτιά τόσα χρόνια, έρχονται και σου πλασάρουν σλογκανάκια για Αισιοδοξία, Ελπίδα και Πίστη, πως μπορεί ο Λύκος να είναι εδώ αλλά εσύ οφείλεις να παλέψεις για να ανακάμψεις και πρέπει να το κάνεις γρήγορα, άσε τα βάσανα, σήκω όρθιος όπως μπορείς, ναι, το μπορείς, σίγουρα, με ό,τι συνήθως ψωνίζεις εσύ, μπορείς, έχεις τον τρόπο, ψάξε στο δικό σου πανέρι, δεν έχει σημασία το μέσον. Και σε αφήνουν έρμαιο της ανημπόριας σου, έρμαιο του εαυτού σου, να προσπαθείς να σηκωθείς και πάλι, φτωχός και θυμωμένος και μάλιστα, στα γρήγορα.

Το πανέρι αυτό όμως είναι χαοτικό, στο πανέρι αυτό βρίσκεις τα πάντα, από τη δύναμη της θετικής σκέψης, την Παναγιά του τάργκετ γκρουπ σου, το Ελληνικό Φιλότιμο™, τον πολιτικό της καρδιάς σου, τον εχθρό του λαού στο κάθε τοκ σόου, τους ψεκασμούς, μέχρι την αγαπημένη σου προφητεία, τον ρουσφετάκια της οικογένειάς σου, τον δικό σου Αγιορείτη μελλοντολόγο κι ακόμη και τον δικό σου προσωπικό ναζί.

Κι όταν το κάνεις, σου ’ρχονται μετά και στη λένε κιόλας που δεν ξέρεις, που βιάστηκες, που δεν διάβασες, που δεν θυμάσαι, που δεν έμαθες, δεν σου ‘παν οι παπούδες σου, που μέσα στην απελπισία σου μάλλον δεν ψώνισες σωστά απ΄το πανέρι και κατρακύλησες τη χώρα σε μαύρους βούρκους, σε ντροπές του παρελθόντος, σε φρικτές επιλογές. Τουτέστιν πήγε η ψήφος χαμένη. ΚΡΑ.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Μυρωδιάς






Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 17.05.2014

Τον βλέπω συχνά πυκνά αυτού του είδους τον υποψήφιο να συμπαρίσταται, να νιώθει, να είναι εκεί. Η ψήφος του δεν λείπει από κανένα πετίσιον ενώ οργανώνεται για συσίτια, φιλανθρωπίες και άλλα καλλιτεχνικά. Είναι κουλ, είναι ενεργός, είναι αστείος, έχει ζήσει, είναι πετυχημένος, είναι παντού.

Θα ξέρεις αυτήν την αίσθηση που μερικές φορές για να φαίνεσαι κανονική δε βγάζεις κιχ ενώ μέσα σου τρέμεις μη σου ξεφύγει κάνα κάτι δεν πάει καλά εδώ και σε δούνε τα ζόμπι και σ’ αρχίσουν στο κυνήγι. Συνήθως μετά ξυπνούσες. Όχι πλέον. Εκτός αν είσαι εσύ το ζόμπι ή κατά το δικό μου λεξικό, μυρωδιάς.

Γιατί το μέινστριμ υποψηφίου πλέον είναι ο μυρωδιάς. Που δεν καταλαβαίνει. Που δεν νιώθει. Που δεν παίρνει μυρωδιά. Όχι μόνο επειδή δεν (τα) έζησε αλλά επειδή του λείπουν τα αισθητήρια όργανα για να ζήσει. Ή τα άφησε να του μαραθούν και να πέσουν. Εξ’ ου και το υποψήφιος.

Κι αυτός, δεν μπορεί να συλλάβει ούτε ένα τσικ από αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Δείχνει να κατανοεί, σπεύδει να δείξει ότι κατανοεί αλλά τελικά, ούτε καν νιώθει. Ακόμη κι αν είναι βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στα σκατά, αυτός έκοψε τη μύτη για μόστρα.

Τη ζωή την πάει σκρολαριστά. Μια χαρά, μια λύπη, μια τρόμος, μια δέος αλλά όλα αυτά στο χαλαρό, στο σκρολαριστό, με διάρκεια δευτερολέπτων ή ωρών, δεν έχει σημασία, διότι η ένταση είναι σταθερή και η επίδραση στο μέσα του, όσο ένα λάικ. Σαν κλικ. Όπως ζητάει και την ψήφο.

Μπορεί να σου περιγράφει για ώρες πώς είναι ένα έγκαυμα τρίτου βαθμού και να πείθει και να σιγουρεύεσαι για τη φρίκη. Παρεκτός κι αν είσαι εγκαυματίας ή πολύ κοντινός. Τότε μόνο ξέρεις ότι δεν έχει πάρει μυρωδιά πως είναι στ’ αλήθεια να καίγεται η πέτσα σου. Μπορεί να είναι αριστερός, δεξιός, φιλελές ή φασίστας αλλά και πάλι, υποστηρίζει, αναλύει και δείχνει ότι παθιάζεται για ζόρια άλλων, γιατί αυτός δεν έχει πάρει μυρωδιά.

Για τις σχέσεις του, τις παρέες του, αν δεν έρχονται εκλογές, αφήνεται στον έτοιμο αλγόριθμο των δικτύων της εποχής. Κολλάει με τους κόλακες, τους κοινωνικούς και τους όμορφους και χάνεται με τους τσακισμένους, τους λιγομίλητους ή αυτούς που δεν έχουν πια σύνδεση. Κι όταν τους ξαναβρεί, σα να μη συνέβη τίποτε, δηλώνει παρών ή συλλυπάται και αφήνει τη σχέση να κριθεί από το επόμενο στάτους.

Κι αν κάτσεις στα τρία μέτρα είναι μια χαρά τυπάκι, είναι νορμάλ, είναι ευγενικός και κύριος και γνώστης και φίλος κι απ΄όλα. Όμως δεν είναι. Κι εσύ είσαι η τρελή που φαγώθηκες να τον δώσεις. Γιατί δεν υπάρχει κάτι να δώσεις, δεν κοροιδεύει, δεν λέει ψέμματα, δεν κάνει κακό, δεν σου φταίει σε τίποτα που είναι λειψός, δεν θα ‘πρεπε να πειράζει που ζει σα κλώνος. Απλά είναι που ζητάει σταυρό. Τον δικό σου. Φυσικά, όχι τον αληθινό. Ακόμη κι αυτόν, χάρτινο τον θέλει.


Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

μύθι μύθι




Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.04.2014

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως είχε γανιάσει να τα λέει κι ο Αίσωπος (κι επειδή έφαγα ώρα να βρω κάνα λινκ και τζίφος, θα ξεδαχτυλιαστώ και θα στο γράψω από μνήμης) ήταν που λες ένας γάιδαρος με μεγάλα αφτιά, το αφεντικό του και ο γιος του αφεντικού του. Εκεί λοιπόν που περπάταγαν οι τρεις τους, κουράστηκε το αφεντικό και ανέβηκε στον γάιδαρο. Σούσουρο στον δρόμο, καλά δεν ντρέπεται ο άχρηστος, αυτός ανέβηκε στον γάιδαρο και το παιδί πάει με τα πόδια; Ντράπηκε λοιπόν ο αφεντικός και κατέβηκε γρήγορα κάτω ανεβάζοντας τον γιό του στη σέλα. Σούσουρο και πάλι στον δρόμο από τους περαστικούς, καλά, τί τεμπέλης, δεν ντρέπεται αυτός να πηγαίνει καβάλα και ο γέρος πατέρας του με τα πόδια;

Ντράπηκε ο πιτσιρικάς και σφυράει στον πατέρα να ανέβει κι αυτός στον γάιδαρο. Δεν προλαβαίνει να κάτσει ο χριστιανός, κράξιμο πάλι μεγάλο, καλά τί άνθρωποι είστε κι οι δύο, κοτζάμ νταγλαράδες ανεβήκατε στο ζωντανό και του ‘χετε βγάλει τη γλώσσα έξω. Δώστου πάλι κάτω και οι δύο και τώρα προχωρούσαν πάλι όπως στην αρχή. Αλλά το κράξιμο, κράξιμο. Καλά ρε, τί τον έχετε τον γάιδαρο, βόλτα τονε βγάλατε και περπατάτε δίπλα του σαν τις κυρίες;

Δε θυμάμαι αν πήρε στο τέλος τον γάιδαρο στην πλάτη ο χριστιανός αλλά όπως συνήθιζαν να λένε στο σχολείο οι δασκάλοι σε κάθε ευκαιρία, το ηθικό δίδαγμα είναι πως ό,τι μα ό,τι και να κάνεις θα σε κράξουν, άρα κάνε αυτό που θες.

Προσπαθώντας για λίγα δευτερόλεπτα κάθε μέρα όσο υπάρχει άδειο πάρκινγκ στο κεφάλι μου να βρω καμιά άκρη, καταλήγω πως οι αρχαίοι και οι μύθοι τους μας έχουν καταστρέψει. Ή είμαστε τόσο κατεστραμένοι που ακόμη και κοτζάμ αρχαίους τους έχουμε ισοπεδώσει. Πάρε τον τζίτζικα και τον μέρμηγκα. Ο αρχαίος είπε να διασκεδάζεις αφού προνοήσεις. Δεν είπε προνόησε και μετά κάντα μας πλανήτες με τη μπουζουκοκλάψα για το πόσο κουράστηκες, πόσο μανίκι είναι η δουλειά, πόσο κέρατο έφαγες ενώ δούλευες κι όλα τα γράμματα που έγραψες πικραμένος στη μάνα σου, μετά τη δουλειά. Πάρε τον λαγό και τη χελώνα. Ο αρχαίος είπε πρόσεχε μην καβαλήσεις γιατί ακόμη κι αν είσαι στ’ αλήθεια ανώτερος ποτέ δεν είναι δεμένος ο γάιδαρός σου. Δεν είπε ποτέ καβάλα με τον πιο εξωφρενικά επιδεικτικό τρόπο και χάσεις-κερδίσεις εσύ κάνε τη χελώνα.

Η χαρά του χαλασμένου τηλεφώνου. Κι όλα δηλαδή τα μεγαλοπρεπή άρλεκιν της κατηγορίας άκου την καρδιά σου, ακολούθα το όνειρό σου, άσε τον κόσμο να λέει και άλλα κοελικά. Φαντάσου τώρα άμα στα ‘χουν πει και αρχαίοι. Ως γνήσιοι απόγονοί τους τα πήραμε κι αντί να τα κάνουμε ένα sync ή έστω να τα ξαναδιαβάσουμε με λίγη προσοχή, εμείς τα φοράμε σαν τους χιτώνες στας επετείους, ψηλώνουμε ογδόντα πόντους (λες κι άμα ήξερε ο αρχαίος σωβρακοφανέλες και παντελονάκια θα έδινε νομίζεις δεκάρα για τους χιτώνες) κι όποιον πάρει ο χάρος. Και μας παίρνει. Κυριολεκτικό αυτό.

Γιατί φίλε μου, εννοείται δεν πρέπει να με νοιάζει τί λένε οι άλλοι αλλά στο παραμύθι του ο Αίσωπος έβαλε έναν γάιδαρο και δύο ανθρώπους να περπατάνε. Ούτε δείρανε τον γάιδαρο, ούτε σκουντήσανε κάναν περαστικό, ούτε καν απαντήσανε. Το ολόκληρο δίδαγμα του αρχαίου λοιπόν, παίζει να μην είναι απλά κάνε ό,τι γουστάρεις γιατί έτσι κι αλλιώς θα τ’ ακούσεις αλλά κάνε ό,τι γουστάρεις μόνο στην απλούστατη περίπτωση που έχουμε και λέμε: άκου τα μεν αλλά από μακριά δε. Άκου τα αλλά θα ‘χεις δίκιο μόνο αν δεν ορμήξεις. Άκου τα αλλά πέρνα ανάμεσά τους σαν αίλουρος και κυρίως να φεύγεις, να πηγαίνεις στη δουλειά σου, να μη στέκεσαι σαν τη θείτσα στο παραμικρό κιχ για καυγά. Να ξηγιόμαστε, ο αρχαίος τα είπε αυτά, όχι εγώ.

Κι ακόμη μια συνθηκούλα: όλα αυτά που θέλεις να κάνεις και σε κράζουνε, κάντα υπό μία σημαντική προϋπόθεση: ότι δεν έχεις πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα. Πριν ανέβεις δηλαδή στον γάιδαρο και προτού προχωρήσεις αγνοώντας το σούσουρο, να είσαι σίγουρος ότι πρόκειται στ’ αλήθεια για γάιδαρο.

Κι ένα τελευταίο γενναίε απόγονε. Το σούσουρο δεν είναι υποχρεωτικό σε όλες τις αποφάσεις σου. Δεν θα σου πέσει δηλαδή η μούρη να κάνεις πού και που κάτι να τους ευχαριστεί όλους.


Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Κατεβάστε δωρεάν την ''Ψιλικατζού'' και σε μορφή για android!


Με την απρόσμενη και αφιλοκερδή βοήθεια του Antonis Panoris πλέον το ψιλικατζίδικο έγινε κουνητό και το βιβλιάκι μου διατίθεται και σε δωρεάν μορφή για android!

Μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ από την Automon!

Για κερασάκι, έχουμε και πρόμο βίντεο. :P



Ενσωμάτωση Κειμένων Εφαρμογής Android:
Αλκμήνη Γιαμπανίδου


Ανάπτυξη Εφαρμογής Android:
Αντώνης Πανώρης


Εκδόσεις ΜουάTηςIδίας:




Διανέμεται ελεύθερα με Άδεια Creative Commons:
Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα - 3.0 Ελλάδα


――――――― ――――――― ――――――― ――――――― ―――――――


Development of Android application by Automon (Antonis Panoris):




Android Apps by Automon:


Android Books by Automon:


Android Games by Automon:


Android YouTubers by Automon:



      



Αντώνη είσαι συγκινητικός! Ευχαριστώ πολύ πολύ! :)