Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφή Στο Μέλλον 3




Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 19.06.2014

Φαντάσου μικρέ πώς θα την πάλευες σήμερα αν για να βγάλεις φωτογραφία, ήθελες λεφτά για φωτογραφική, λεφτά για φιλμ, λεφτά για φλας, ήθελες στοιχειώδεις γνώσεις γιατί πριβιού δεν, ήθελες 12, 24 ή 36 κλικ, ποτέ λιγότερα ή περισσότερα, ήθελες λεφτά για να εμφανίσεις το φιλμ, ήθελες να πας στο φωτογραφείο να στις εμφανίσει, ήθελες καμιά βδομάδα να περιμένεις να τυπωθούν, ήθελες στομάχι όταν στις μισές είχε πάρει φως το φιλμ, ήθελες μεγαλύτερο στομάχι να δεχτείς ότι ούτε ΜΙΑ γαμώ το κερατό της δεν βλέπεται ΠΑΛΙ. Οπότε ξαναήθελες λεφτά για φιλμ και δεν τέλειωνε ποτέ αυτή η μαλακία. :)

Συνήθως στην παρέα, όταν αποφάσιζες τότε για εκδρομή μικρέ, δεν έπαιρνες απλά τα μπογαλάκια σου και τα γκατζετάκια σου και πήγαινες σουλάτσο. Δεν έπαιρνες ας πούμε το mp3player, το κινητό, την ψηφιακή και την πιστωτική και έτρεχες στα εξωτερικά. Άντε να πήγαινες μέχρι το Αγκίστρι ή τον Πόρο. Χώρια που τότε υπήρχε ο φόβος να σε θέλουν στην παρέα μόνο και μόνο γιατί είχες ένα από παραπάνω και μάλιστα στην πρωτόγονη μορφή του. Κι αυτό, γιατί κρίση ξε-κρίση, τότε στ’ αλήθεια κανείς δεν τα είχε όλα.

Υπήρχε δηλαδή ο φωτογράφος της παρέας που κουβαλούσε πάντα τη φωτογραφική του μπαμπά, ο μουσικός με την κιθάρα, ένας που κουβαλούσε το κασετόφωνο (στους ώμους έλεγε η μόδα, άσε) και ένας τα λεφτά. Ή αλλιώς ρεφενέ. Ρεφενέ τότε, λέγαμε τότε το ομαδικό τσοντάρισμα. Τσοντάρισμα μικρέ, δεν είναι τίποτε πιπεράτο* και δεν έχει να κάνει με πήδημα ομαδικό, τουλάχιστον κυριολεκτικά, αλλά μεταφορικά μπορούσες να το πεις αν σκεφτείς ότι βγάζαμε όλοι τα λεφτά μας μέχρι δεκάρας, τα βάζαμε στη μέση και όπου φτάνανε πηγαίναμε. Αν δεν είχες τίποτα από τα προηγούμενα βέβαια, σκοτωνόσουν να βρεις διπλό κασετόφωνο δανεικό και ξενυχτούσες το προηγούμενο βράδυ να γράψεις τις κασέτες της εκδρομής.

Ουφ, ούτε μια φράση δεν μπορώ να γράψω χωρίς να βγουν δέκα άγνωστες λέξεις. Εντάξει μικρέ, ας το προσπαθήσω. Λοιπόν, το διπλό κασετόφωνο, η κασέτα και η εγγραφή της δεν είναι τίποτα αστροφυσική. Αρκεί να δώσεις βάση. Έχουμε και λέμε. Κασέτα: μικρό ορθογώνιο πλαστικό κουτί με μαγνητοταινία τυλιγμένη μέσα. Η κασέτα εφάρμοζε στο κασετόφωνο, έκλεινε το πορτάκι, πάταγες κουμπί, γύριζε η ταινία και καθώς το κασετόφωνο τη “διάβαζε”, εσύ άκουγες έναν συγκεκριμένο αριθμό κομματιών, όσα δηλαδή είχε επάνω “γραμμένα” η μαγνητοταινία της κασέτας. Συνήθως στην πούλαγαν σε ένα ωραίο πλαστικό κουτί που είχε μέσα μια άγραφη ετικέτα που έγραφες με αυστηρή αριθμητική σειρά τους τίτλους και τους καλλιτέχνες του κάθε κομματιού. Μαζί με σφαγμένες καρδούλες και τόξα μηνταξαναλέμε.

index

Το κασετόφωνο έβγαινε σε διάφορα μεγέθη. Σκέψου ένα γκατζετάκι στο πιο μεγάλο και βαρύ, συνήθως με ραδιόφωνο και χερούλι γιατί ήταν πόρταμπολ που λένε εδώ στο νησί, με θήκη μπροστά για να μπει η κασέτα. Τα κουμπιά που είχες να χειριστείς ήταν το play, pause, fast forward, rewind, rec και eject. Απλά πράγματα. Αν ήθελες ραδιόφωνο, το κουμπί ήταν ροδέλα που στριφογυρνούσε και κούναγε τη βελόνα ακριβώς στους μεγάκυκλους του αγαπημένου σου πειρατή. Ένα τσικ παραδίπλα και δεν άκουγες χριστό. Ήθελες τρελή ακρίβεια στο δάχτυλο. Αν ήθελες να ακούσεις κασέτα, άνοιγες το πορτάκι, την έβαζες μέσα, βάραγες το πορτάκι, πάταγες το play και άκουγες. Αν τώρα ήθελες το τρίτο τραγούδι, εκεί σκούραιναν λίγο τα πράγματα γιατί έπαιζες ρουλέτα με το fast forward και το rewind μέχρι να πετύχεις το τραγούδι που ήθελες και μάλιστα από την αρχή.

Τώρα, τα πράγματα γίνονταν απείρως σκουρότερα εάν είχες φάει και κόλλημα με το τρίτο τραγούδι και ήθελες να το ακούς συνέχεια. Μπρος, πίσω, ψάξε, πάτα, την πήδαγες την μαγνητοταινία, χαραζόταν, μετά δε γλίστραγε, τη μάσαγε το κασετόφωνο και αντίο κασέτα. Α, μάσαγε μικρέ, σήμαινε ότι μπερδευόταν η ταινία καθώς στριφογύριζε μέσα στο κασετόφωνο και αντί να γυρνά, αυτή στοιβαζόταν μέσα σε κουβάρι. Κι άντε μετά να τη βγάλεις, να την ξεμπλέξεις και μετά να την ξανατυλίξεις μέσα στην κασέτα. Οκ, σχεδόν αστροφυσική.

Αν τώρα ήθελες να φτιάξεις μια κασέτα, να τη γράψεις, εεε… να τη γεμίσεις τραγούδια δηλαδή, αγόραζες μια άδεια εξηντάρα ή ενενηντάρα (μη μασάς μικρέ, δεν είναι άγνωστες λέξεις αυτές, είχε να κάνει με τα λεπτά της, ανάλογα τον αριθμό των τραγουδιών που θα έβαζες μέσα), έβρισκες ένα ειδικό κασετόφωνο με δύο υποδοχές για κασέτες, το διπλό που λέγαμε, τις έβαζες και τις δυο μέσα (τη γεμάτη και την άδεια δατ ιζ) πάταγες το κουμπάκι REC και γραφόταν. Βέβαια, υπήρχε πάντα ο φόβος να βάλεις τη γεμάτη στη λάθος θέση και αντί να την αντιγράψεις να την ξεγράψεις καθώς και να σου μασήσει.

index2



Τώρα φαντάσου μικρέ, όταν ήθελες να γράψεις όλες τις επιτυχίες της εποχής. Τί έκανες; Ή έπαιρνες δίσκους (βινύλια… φακ ιτ βαριέμαι να στο εξηγήσω τώρα αυτό) ή άνοιγες το ραδιόφωνο, έβαζες μια άδεια κασέτα στην υποδοχή και ό,τι άκουγες και σου άρεσε πάταγες το rec. Εδώ είχες τον γιγάντιο φόβο να μιλήσει ο παπάρας που έκανε την εκπομπή πάνω στο τραγούδι σου, να μπει η μάνα σου στο δωμάτιο να δει το χάος και να σε κράξει (ναι μικρέ, οι μανάδες δεν θα αλλάξουν ποτέ) ή να σου τελειώσει η κασέτα στο καλύτερο.

Καταλαβαίνεις τώρα πόσο huge και δύσκολο πράγμα ήταν η μουσική και ιδίως για μια εκδρομή, πόσο μάλλον αν κάποιος την είχε επιμεληθεί αποκλειστικά για την συγκεκριμένη εκδρομή. Και φαντάζεσαι πόση απήχηση είχαν οι καλές κασέτες και πόσο δυσεύρετες ήταν και πώς κάναμε για να μας τις δανείσουν να τις γράψουμε. Κι έτσι σιγά σιγά, άρχισαν οι δημιουργοί και τις υπέγραφαν και έτσι προέκυψαν σιγά σιγά οι φίρμες των κασετών, οι ψυχές των πάρτι, φαντάσου κάτι σαν τους νεάτερνταλ των ντιτζέιζ. :P

*πιπεράτο μικρέ, λέγαμε τότε οποιαδήποτε αναφορά στο σεξ ή οτιδήποτε ίσως παρέπεμπε σε αυτό. Τα βυζιά ας πούμε. Ή λίγα χρόνια μετά, το ίντερνετ. Ναι, όλο. Άσε.

Συνεχίζεται…

Σπόιλερ: Φαντάσου μικρέ, πώς θα την πάλευες σήμερα αν το δωμάτιό σου δεν είχε ούτε υπολογιστή και ίντερνετ, ούτε κινητό, ούτε mp3 player, ούτε καν κασετόφωνο. Τί νόμιζες, το Empty Rooms τσάμπα τον έκανε φίρμα τον Γκάρι θεός σχωρέστον; Μόνο κρεβάτι, ντουλάπα, ίσως δανεικό το κασετόφωνο από το σαλόνι, ίσως γραφείο και ο τοίχος γεμάτος εγκυκλοπαίδειες. Εγκυκλοπαίδεια μικρέ, ήταν άπειρες τυπωμένες σελίδες wiki, δεμένες σε καμιά τριανταριά χοντρά βιβλία μεγάλα σαν λάπτοπ και βαλμένες στη σειρά κατά γράμμα σε ένα έπιπλο στον τοίχο γεμάτο κουτάκια που λεγόταν βιβλιοθήκη και για τις οποίες πλήρωνε η μάνα σου δόση ένα χιλιάρικο τον μήνα αιώνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου