Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφή Στο Μέλλον 5



Tonis Sfinos. Google him μικρέ. ΜΑΓΕΙΑ.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 02.07.2014

Τότε ελλείψει facebook και email και social media, έκανες καμάκι. Καμάκι μικρέ ήταν με λίγα λόγια η σούπερ ατάκα που θα σκεφτόσουν για να ρίξεις το κορίτσι, κάτι τρομερά έξυπνο δηλαδή με ένα τσικ ευφυιούς χιούμορ. Όπως ας πούμε ένα post σου χωρίς selfie με δεκάδες likes. Το top μας ήταν το “ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου”; Οκ, αν δεν το κατάλαβες ρώτα τη μάνα σου και προς υπεράσπισή μας να σημειώσω ότι στις μέρες μου υπήρχε εξίσου διαδεδομένη η έκφραση “μυαλό κουκούτσι” που παραδόξως περιέγραφε εκπληκτικά τον ανθρώπινο εγκέφαλο τότε.

Υπήρχε επίσης η διαδεδομένη έκφραση γκρικ καμάκι ή γκρικ λάβερ για όλους αυτούς τους κάγκουρες που η μοναδική τους δουλειά μικρέ, ήταν να την πέφτουν σε τουρίστριες. Το i-phone της εποχής για τα γκρικ καμάκια ήταν ένα κασετοφωνάκι που έπαιζε ον ντιμάντ μια κασέτα με ατάκες στα αγγλικά γιατί καταλαβαίνεις ότι ένα κουκούτσι πού να συγκρατήσει κάτι παραπάνω από ένα yes και ένα no.
Βέβαια από τα γκρικ καμάκια αντλήσαμε τις βασικές μας εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τον κάθε λαό. Ας πούμε, όλοι ξέρουμε πια πως οι Αγγλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν πλένονται πως οι Γερμανίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν ξυρίζονται και πως οι Γαλλίδες λατρεύουν τους Έλληνες και δεν φοράνε βρακί. Οι δε Ελληνίδες πρέπει να είναι οι μόνες στον πλανήτη που δεν λατρεύουν τους Έλληνες. Οι γκρικ λάβερς ούτε να τις φτύσουνε τότενες. Γι’ αυτό ο πατέρας σου μικρέ ξέρει ακριβώς τί θέλει η Μέρκελ αλλά δεν του καίγεται καρφί τί θέλει η μάνα σου.

Όπως θα διαπίστωσες, τότε όλα γίνονταν με τα λίγα και στραβά που μας είχαν μάθει οι δικοί μας, με τα λίγα και στραβά που μαθαίναμε εμείς μετά, με όσα είχαμε και με όσα μας επέτρεπε η εποχή. Και θα είμασταν κι εμείς σαν τους προηγούμενους αν δεν πάθαινες εσύ τώρα ίντερνετ και πολιτισμό να σειστούν λίγο τα κοκκαλάκια του Δαρβίνου. Δεν μπορούσες ας πούμε, να φτιάξεις στα καλά καθούμενα μια νεά τούρτα ή ένα εξωτικό φαί, μεταξύ μας δεν θα έβρισκες καν τα υλικά, δεν μπορούσες να ψωνίζεις παπούτσια που αγόρασες “απ΄ έξω”, δεν είχες φίλους μακρύτερα από την πόλη ή το χωριό σου και που δεν τους γνώρισες στο στρατό, δεν έβλεπες πολλές φωτογραφίες ή εικόνες από άλλα μέρη, δεν ήξερες αν σήμερα έσκασαν οχτώ βόμβες, τρεις σεισμοί και δύο τσουνάμια στον πλανήτη. Βασικά, δεν ήξερες ότι υπήρχαν καν τσουνάμια. Δεν ήξερες τους χικικομόρι, δεν θα μάθαινες ποτέ λογική και τα λογικά σφάλματα, δεν είχες δει ελεφαντάνθρωπο και δεν θα μίλαγες ποτέ με τον αγαπημένο σου τραγουδιστή.

Ήσουν τόσο φτωχός σε πληροφορία, σύνδεση με τον κόσμο και επιστημονική γνώση που για παράδειγμα, αν αρρώσταινες, είχες τη μάγισσα της φυλής να σου φέρει βοτάνια, να σε γητέψει στ’ άστρα ή να σου καρβουνιάσει τη μούρη στα πολύ δύσκολα. Είχες μία διαφορετική διάγνωση από κάθε διαφορετικό άνθρωπο που γνώριζες και μία τουλάχιστον ανορθόδοξη συνταγή για να γίνεις καλά όπως ξερωγώ αποξηραμένα κόκκαλα μπεκάτσας βουτηγμένα σε αίμα γκριφόν. Είχες τη θεία με τις βεντούζες, τον μπάρμπα με το λαδάκι από τον άγιο Τάδε και άμα χειροτέρευες είχες κι έναν πανάκριβο γιατρό με μόνο όπλο κάτι ταλαίπωρα ακουστικά.

Και μετά ήρθαν τα κινητά τηλέφωνα, η ιδιωτική τηλεόραση, το βίντεο και τέλος το ίντερνετ. Μιλάμε για κοκομπλόκο. Από ‘κει που όλα ήταν με το σταγονόμετρο, ξαφνικά, η γη στα πόδια σου. Δεν μπορείς να το συλλάβεις ό,τι κι αν σου πω. Για να πάρεις μια ιδέα βούτα έναν γέρο από βουνό που δεν το ‘χει χάσει εντελώς και που δεν ξέρει τίποτε για ίντερνετ και μπάστον σε μία μέρα σε όλο αυτό το πράγμα. Αν ποτέ καταφέρεις να του χώσεις στο κεφάλι τί σημαίνει όλο αυτό κι αν δεν σου τα κακαρώσει, δεν παίζει να ξανασηκώσει κεφάλι από οθόνη.

Εμείς όμως, επειδή δεν ήμασταν γέροι για να εντυπωσιαστούμε παθητικά, αλλά ούτε και πολύ νέοι για να μάθουμε τον κόσμο με αυτό στα χαλαρά, μας ήρθε λίγο βαρύ το πράγμα. Κι ακόμη δηλαδή, λίγοι έχουν συνέλθει. Κάτι παράξενοι μανουριάρηδες είμαστε, κάτι τελειωμένοι 80’s lovers, κάτι απροσάρμοστοι που ακόμη ανεβάζουν στάτους με καλημέρες και χρόνια πολλά και κάτι θείτσες που θέλουν ντε και καλά να σου δώσουν να καταλάβεις πόσο μεγάλο είναι το γκαπ και γιατί η χαρακτηριστική λέξη της γενιάς μας ήταν το “βαριέμαι”.

Τέλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου