Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Μας ενώνει ο Πειραιάς



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 20.08.2014



Ο Πειραιάς ήταν πάντα ένας πολύ ιδιαίτερος τόπος. Ένα τουρλουμπούκι από χίλιους δυο κόσμους μέσα σε μια σταλιά γης που έμοιαζε λίγο με τη ντουλάπα της Νάρνια. Άπαξ και χωνόσουν δεν ήξερες τί θα πεταχτεί μπροστά σου. Από το κοσμοπολίτικο Πασαλιμάνι, στην κυριλέ Καστέλλα και την ψωνισμένη Πασαρέλα, κολλητά στο ξεπεσμένο της άλλοτε τρούμπας, στο όλο και πιο παρακμιακό παζάρι παραδίπλα στα φτωχομάγαζα της Τσαμαδού, στο τότε ιν τρίγωνο καρπούζι-βαρελάδικο-silo και στους φτωχοτουρίστες του λιμανιού που ξαμολιούνταν κάθε τρεις και λίγο σε μπουλούκια προς λεωφορεία, ηλεκτρικό, αλητεία κι ατέλειωτες τσάρκες.

Σε αυτό λοιπόν το τουρλουμπούκι μεγάλωσα, πρωτοδούλεψα και έκανα τα πρώτα μου ξενύχτια. Το ξέρω καλά. Οι άνθρωποί του είναι πολύ ιδιαίτεροι. Οι Πειραιώτες είτε Μανιάτες, είτε Αρβανίτες, είτε νησιώτες, είτε Αθηνέζοι, απ΄όποια γωνιά κατέληγαν εκεί, νόμιζα μέχρι χθες πως πάθαιναν ένα είδος μετάλλαξης από τις πηχτές αναθυμιάσεις κουτσουλιάς. Με το που θα έριχναν έστω ένα βράδυ ύπνου στον Πειραιά τους έβλεπες εντελώς αμέσως να θυμώνουν και να φωνάζουν περισσότερο, να μασάνε όλο και περισσότερα σύμφωνα, να παθιάζονται ξαφνικά, να γίνονται χαζά εξωστρεφείς και με μια πολύ μεγάλη ανάγκη να δηλώνουν διαρκώς την παρουσία τους.

Αν κάποιος μου’ λεγε “πού α πα” αντί του “πού θα πας”, το αυτί μου ξεχώριζε αμέσως την Πειραιώτικη “διάλεκτο”. Τα μάτια μου έβλεπαν στο χιλιόμετρο τους φωνακλάδες πληθωρικούς Πειραιώτες που τους ξεχώριζες από το ατσούμπαλο σουλούπι, την χαρακτηριστική αργκό, τους ασταμάτητους καυγάδες και το δυνατό γέλιο. Απ’ την άλλη, το αυστηρό πλαίσιο που κινούνταν η απελπιστικά μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών περιελάμβανε φτηνά κοσμήματα, ξανθά μαλλιά, γυαλιστερά ρούχα και απαραιτήτως άσχημα διαζύγια.

Τότε, δεν το πολυκαταλάβαινα. Τώρα, μου είναι τρομακτικά εμφανές. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων τότε ήταν πως ζούσαν ή έφτασαν στον Πειραιά από φτώχεια. Όχι τη φτώχεια της πείνας αλλά την άλλη, εκείνη την ακόμη πιο βασανιστική που την έχεις, σε τρώει αλλά είσαι ακόμη στο τσακ να μαθευτεί. Που παλεύεις με νύχια και δόντια όχι επειδή δεν την αντέχεις αλλά για τους τρίτους. Για να διατηρήσεις ένα αξιοπρεπές επίπεδο, τις περισσότερες φορές προσπαθώντας να δείξεις κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής ακόμη και νεόπλουτος όπου σε παίρνει, έτσι για σιγουριά. Που όλοι το ‘χουν τούμπανο και βράζουν στο ίδιο καζάνι με σένα καθώς τα ίδια χέρια βαράνε τις πόρτες σας για λεφτά όμως επικρατεί μια σουρεαλιστική ομερτά.

Εξ ου και ο θυμός, οι φωνές και η λύσσα για επίδειξη. Σε νοιάζει να σε παίρνουν για σημαντικό, στολίζεσαι πιο πολύ μα άγαρμπα, γίνεσαι εύθικτος και κυρίως δε χάνεις ευκαιρία να γελάσεις και να διασκεδάσεις δυνατά. Η υπερβολή είναι για σένα καθημερινότητα. Κι αν ποτέ σηκώσεις κεφάλι σπάνια φεύγεις. Μένεις εκεί για να εκδικηθείς, να ξεχωρίσεις, να τους δείξεις. Πάντα τα φιλοδωρήματα στα μαγαζιά του Πειραιά ήταν ασύλληπτα, τα ρούχα στο πανέρι ή πανάκριβα, οι οπαδοί πιο φανατικοί και οι δουλειές λίγες έως ανύπαρκτες. Τα δε αφεντικά όλοι αυτοδημιούργητοι ψυχοπαθείς.

Χρειάστηκε μια τόσο γερή επέλαση οικονομικής κρίσης για νιώσω στο πετσί μου πόσο πολύ θα ήμουν σαν τη μύγα μες στο γάλα από τη στάση Μοσχάτο και πέρα και τί ακριβώς σήμαινε να δηλώνω σε έναν Αθηναίο Πειραιώτισσα και δη, απ΄την Κοκκινιά. Μου πήρε πολλά χρόνια να βγάλω τα γυαλιστερά ρούχα απ΄το σώμα και το κεφάλι μου, να καταπίνω συχνά την Πειραιώτικη αργκό και να κόψω δια παντός τα μπιχλιμπίδια. Οκ, τα τακούνια και τα Πειραιώτικα “γαλλικά” ακόμη τα αγαπώ ενώ το δράμα δεν μου ξεριζώνεται με την καμία. Αλλά τα δέχτηκα πλέον γιατί κυρίως αυτά είμαι εγώ.

Έτσι, έχοντας καταλαγιάσει λίγο το Πειραιώτικο μέσα μου και βλέποντας τώρα τα πράγματα απ΄έξω, μου είναι περισσότερο από φανερή η μετάλλαξη όλων λόγω κρίσης και φτώχειας. Στα μάτια μου έγινε η Αθήνα κι όλη η Ελλάδα Πειραιάς. Με την κακή έννοια. Θυμός, υπερβολή, επίδειξη και ευθιξία. Γίνανε όλοι Νικαιώτες εναντίον Μανιατών, μαγκάκια από τον Κορυδαλλό, σφίχτες από το Πέραμα, γαριδογκόμενες απ΄τα Ταμπούρια, σιδεράδες από τον Ρέντη, μπρούκληδες απ΄την Καστέλα και όσο πάει στολίζονται όλοι παρακμή. Και είναι η νόρμα.

Σε άλλη περίπτωση θα ήμουν ευτυχισμένη που η μόδα του Πειραιά εξαπλώνεται. Αν δηλαδή μπορούσα έστω για μία ακόμη φορά να κάνω τις άλλοτε Πειραιώτικες τρέλες, να βάλω τα νύχια μου, τα μίνια μου, τα πιο ψηλά τακούνια μου και να χορέψω ζεμπεκιές πρώτο τραπέζι πίστα. Αλλά το έμαθα καλά, όπως θα σου 'λεγε κι ένας Πειραιώτης, για να το κάνεις αυτό, θες πολλά κιλά αρχίδια.

Στο δικό μου λεξικό της Πειραιώτικης αργκό, τα αρχίδια είναι οι έγνοιες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου