Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Καρμέλα Βαμβακάρη







Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 25.04.2014







Μέχρι χθες νόμιζα ότι την μαμά της γιαγιάς μου την έλεγαν Μαρία. Χθες μου ‘πε η μάνα μου πως το Μαρία ήταν υποκοριστικό του Καρμέλα. Καρμέλα Βαμβακάρη. Εκ Σύρας. Κανείς δεν έχει γράψει τίποτε ποτέ για την προγιάγια μου γιατί τότε βλέπεις δεν υπήρχαν πληκτρολόγια και καλώδια και γιουτουμπ, οι πολλοί δεν ήξεραν να διαβάζουν αλλά ούτε και να νοιάζονται για τις πλύστρες τις Μαρίες και τα βαφτιστικά τους ονόματα.






Δεν χρειάζεται να ξέρεις πολλά για εκείνη γιατί δε θα τα αντέξεις. Άλλωστε, ως μοναδική καταγραφέας της ύπαρξής της, ο λόγος που θέλω μονάχα να τη θυμούνται οι ξένοι, είναι πως τραγουδούσε αμανέδες. Μαγικά.

Μαζευόταν η γειτονιά και ο Μάρκος και τη βάζανε στη μέση να τραγουδάει. Χρυσή την έκανε να την πάρει να τραγουδάει μαζί του, να γίνει “διάσημη” και “πιο μεγάλη από τη Γκρέκα” κι εκείνη ήθελε πολύ αλλά ο άντρας της ήταν αυστηρός και δεν την άφησε.






Κι έτσι, η Καρμέλα Βαμβακάρη έγινε Μαρία Γαβαλά, έκανε μια Ντίνα κι αυτή μια Βαγγελιώ κι αυτή μια ακόμη Ντίνα που της είπε την ιστορία για τους αξέχαστους αμανέδες της γιαγιάς Μαρίας με την αφόρητη ζωή και που στις μαρκίζες θα ήταν Καρμέλα και απλά έτυχε να βρίσκεται εκεί γύρω ένα πληκτρολόγιο με σύνδεση στον κόσμο.



και δίπλα ένα παράλληλο σύμπαν που οι Καρμέλες δεν γίνονται Μαρίες και επιτρέπεται να τραγουδούν










Τσίμπα κι ένα τυχαίo post από το παρελθόν...

Ξενιτιά ον στερόιντς


Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud |09.04.2014


Το πρώτο πράγμα που μου γυάλισε μόλις πάτησα το πόδι μου στην Κύπρο ήταν τα τακούνια. Δε μιλάω για ψηλά τακούνια. Ούτε για πολύ ψηλά τακούνια. Μιλάω για τακούνια τσόντας. Αυτά που τα βλέπεις να τα φοράνε σε τίποτα περίεργα σόου και τα ζαχαρώνεις αλλά εκτός που φοβάσαι το κράξιμο, δε σε παίρνει να πάρεις αμπάριζα τα παπουτσάδικα του Άμστερνταμ ούτε έχεις καμιά όρεξη να αρχίσεις το σαφάρι σε ό,τι ανήλιαγα σεξ σοπ προφανώς τα φιλοξενούν.

Εδώ όμως, όχι μόνο υπάρχουν αλλά τα φοράνε κιόλας όλες μα όλες οι γυναίκες και μάλιστα απ΄τα χαράματα. Κι αν ξέρεις έστω και λιγάκι πόσο λατρεύω τα τακούνια και ειδικά τα τακούνια τσόντας, θα καταλάβαινες πως η πρώτη μου εντύπωση από τη νέα μου χώρα ήταν τόσο θετική αλλά και τόσο ενδεικτική της εδώ ζωής, όσο τίποτα.

Όλα στην Κύπρο είναι πιο... ουάου. Πάρε τη φύση. Το “οργιάζει” είναι σχεδόν βρισιά για όλα τα κόλπα που σου κάνει. Έχω ρίξει τρελή πρηξιματική για τις λεμονιές μου αλλά ψάξτο για τις κυπριακές ποικιλίες, ακόμη και τα λεμόνια εδώ είναι τούμπανο. Πιο όξινα και πιο αρωματικά χώρια που τα δέντρα είναι φίσκα λουλούδια και φρούτα ολοχρονίς. Ό,τι λουλούδι ή φυτό ξέρεις, εδώ είναι πιο μεγάλο και πιο εντυπωσιακό. Μόνο άμα είσαι Κρητικός ξέρεις για τί μιλάω. Ό,τι έχει φτιάξει η φύση, εδώ το παράκανε. Λουλούδια, φρούτα, χαμ, κουνούπια, μύτες.

Βροχή δε βλέπεις συχνά αλλά άμα πιάσει θα κολλήσεις να την κοιτάς. Ό,τι εφέ έχει εφεύρει ο καλός θεούλης να την πλαισιώσει, θα παιχτεί μονομιάς στο σπάνιο σόου. Τί να σου κάνει ένα κεραυνάκι, εδώ θα σε λυσσάξουν οι ομοβροντίες από αστραπόβροντα σε παραλία και θάλασσα. Βοηθάνε βέβαια και οι ντόπιοι με καμιά βόμβα. Μια ρουμάνα φίλη εκ Βελγίου που ήρθαμε σχεδόν μαζί εδώ, ξετρελάθηκε. Ακόμη και η βροχή έλεγε, έχει ‘’περσονάλιτι’’, προφανώς απηυδυσμένη από το μόνιμο κατουρόβροχο του Βελγίου και χωρίς να ξέρει ακόμη για το έθιμο με τις βόμβες.

Πάρε τον ήλιο. 10 βαθμούς ψόφο να κάνει - εντάξει, σπάνιο να κατέβει στους 10 αλλά μπλογκική αδεία - άμα τύχει και σε συναντήσει, στην έκαψε την πέτσα. Το δε καλοκαίρι - φθινόπωρο και χειμώνα εν έσιει δαμέ γατάκια - πιο χαρντκόρ κι από ξυπολητιά σε άσφαλτο με καύσωνα στο Σύνταγμα. Σου καίει την πέτσα, τον εγκέφαλο, τα σωθικά και φτάνει μέχρι και το οξυγόνο στην ατμόσφαιρα.

Η πιο ακριβή κιλοβατώρα στην Ευρώπη δε, συντελεί για να γίνει η εμπειρία σου μοναδική και να ζήσεις το καλοκαίρι σε όλο του το μεγαλείο. Χωρίς φλωριές και κλιματισμούς. Κι από χιόνι; Το χιονοδρομικό στο Τρόοδος εδώ δίπλα είναι νούμερο ένα απ΄ότι ακούω. Φίλος από Αυστρία έρχεται από εκεί εδώ κάθε χρόνο, καθώς μόνο η Κύπρος λέει, και o Λίβανος έχουνε τέτοιο χιόνι. Μη με ρωτάς περισσότερα, άμα δεν έχει τακούνια δεν είναι σπορ για μένα.

Αν ακόμη δεν πείστηκες για το ουάου του παράλληλου σύμπαντος που ζω, το πιο τρανό επιχείρημα είναι ο καφές. Κόφι μάνιακ γαρ. Συν ότι 5.30 το πρωί αλλάζω την πρώτη πάνα της ημέρας. Όμως εδώ δε θες καφέ για να ανοίξει το μάτι. Αρκούν μερικά παράθυρα και όχι μόνο θα ανοίξει αλλά θα γούρλωσει, θα σου πεταχτεί έξω και θα τρέξει να σου κλαφτεί. Γιατί αν μπορούσα ένα ξημέρωμα να σε τηλεμεταφέρω στην Λεμεσό, ειλικρινά θα τα ‘χανες με το φως και την καθαρότητα. Ειδικά αν έχεις ζήσει στο μουντό και γκρι της Αθήνας.

Η κουζίνα μου που έτυχε κι έχει έναν τοίχο παράθυρα, δε πα να ‘χει πέντε στοίβες πιάτα, άμα ξημερώσει και βγει ο ήλιος, λάμπει. Μοναδική εξαίρεση όταν έρχεται η σκόνη από τις Σαχάρες. Ναι, σωστά κατάλαβες, τις μισές μέρες η μυτούλα πουδράρεται από μόνη της, ούτε η σκόνη γλιτώνει από το ουάου. Και τη νύχτα; Παίζει να είναι το πιο μαγικό πράγμα η νύχτα εδώ πέρα. Πες ότι κατασκήνωσες στο πλανητάριο. Ούτε τηλεσκόπια, ούτε να ψάχνεις τα άστρα με το τουφέκι. Κρέμονται σα σταφύλια, φεγγάρια κι αστέρια πάνω από το κεφάλι σου.


Εντάξει, μπορεί τώρα να λες σιγά τα αυγά αλλά πίστεψέ με, άμα μένεις Αθήνα ή περίχωρα και είσαι τόσο γκαντέμω να μην είχες ποτέ χωριό - α ρε πατέρα! - ενώ ίσα που χώραγες να βάλεις μια καρέκλα στη βεράντα, ξέρεις τί θέλω να πω. Ειδικά αν ψόφαγες για τακούνια αλλά είχες δύο ώρες μετρό για τη δουλειά και ήδη τέλειο κώλο.

Είναι ρε παιδί μου πώς να στο πω, η κατάλληλη χώρα για να επιδοθείς σε αυτά που σου αρέσουν και μάλιστα με τα μούτρα, χωρίς να στερηθείς τίποτε από την κουλτούρα σου. Μπορείς να ζήσεις όλα τα πάθη σου στο έπακρο χωρίς κανείς να σε δει αφ’ υψηλού ή με μισό μάτι και θα ‘χεις και τη φύση από δίπλα να σιγοντάρει. Λουλούδια, βουνό, θάλασσα, μπουζούκια.

Παρεκτός κι αν σου αρέσει το ψάρεμα. Πρέπει να μένω στο μοναδικό νησί του πλανήτη που δεν έχει ψάρια. Αλλά υπάρχει πάντα το τζυνήι.  :)


Ντου



Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud |07.04.2014



Αν δεν την έχεις κάνει εκείνη την άσκηση που πρέπει για λίγες μέρες να μην ξεστομίσεις οποιοδήποτε μα οποιοδήποτε παράπονο, ποτέ δε θα μπορέσεις να με καταλάβεις εντελώς. Σκέψου ότι σε αυτήν την άσκηση αυτοβελτίωσης, δεν απαγορεύεται μόνο να παραπονεθείς για κάθε έκτακτο που σε φρικάρει όπως ας πούμε, την πρωινή ουρά στην τράπεζα, έναν πονοκέφαλο ή κάνα γερό κοψομέσιασμα, δεν απαγορεύεται δηλαδή μόνο για τα ειδικώς αλλά και για τα γενικώς και αορίστως, τα απλά τα καθημερινά παραπονάκια τα ντιπ εντοιχισμένα στην καθομιλουμένη του νεοέλληνα όπως βαριέμαι, πονάω, ταΐδια, αςταλέμε. Κανένα παράπονο, σου λέει. Κιχ. Τίποτα. Νάδα.




Αν μπορείς λοιπόν κάπως να συλλάβεις πόσο χοντρό είναι αυτό το ζόρι, ε, τότε ίσως, ίσως λέω, πλησιάσεις ένα τσικ το πώς νιώθουν όλοι όσοι κάθονται κάτω να εκτεθούν και να σου γράψουν μια γραμμή για τα τεκταινόμενα. Ή έστω μια γραμμή γενικώς. Η αυτολογοκρισία είναι αναλογικά πάντα τόσο μεγάλη και κραταιά εν τέλει, που σόρι κιόλας, αλλά για μένα παίζει να ισχύει ο κανόνας για τους μπεκρήδες και ναρκομανείς μεγάλους γραφιάδες. Διότι αμφιβάλλω αν αλλιώς μπορεί να έχεις διαβάσει ποτέ μια αληθινή, γυμνή και εντελώς ολόκληρη αλήθεια χωρίς ο συγγραφέας να είναι τελείως βλήμα, να κρύβεται έκτοτε ή να τον έχουνε κλείσει σε κάνα Δαφνί. Μισαδάκια σου αποκαλύψανε που είτε τους ξεφύγανε ή στα τυλίξανε τόσο περίτεχνα με μπλαμπλα που λες και θα τους τα ανακάλυπτε κάνας Κολόμβος.




Πάνω στην δύσκολη αυτή ψυχολογία των έρμων εκτιθέμενων λοιπόν, ρίξε στη σούμα και τον μπαμπούλα Ηλεκτρονικό Βήμα, τον μπαμπούλα Κοινωνικά Δίκτυα και τον αμείλικτο όλων, τον μπαμπούλα Κρίση που από μόνος του σούρνωντας ένα κάρο - βαριά κι ασήκωτα - τενεκεδάκια είναι ικανός να σου πάρει τα μυαλά. Ναι ναι ξέρω. Mισό, το ‘χω: και απέναντί τους που λες όλα τα ματαιόδοξα κίνητρα της έκθεσης όπως φιλοδοξία, λεφτά, γκόμενες, δενξέρωγωτι. Και πάλι όμως. Όσο πιο διάσημος, λεφτάς ή περιζήτητος ο εκτιθέμενος παραδόξως τόσο πιο πολύ ισχύει ο νόμος του Μπεκρή Αληθή - Νηφάλιου Ψεύτη. Όσο πιο μεγάλη πιθανότητα διάδοσης έχει η άποψή σου τόσο πιο πολύ τη φοβάσαι ενώ από ένα σημείο και μετά, παίζει σοβαρά να έχεις σιχτιρίσει και τη δόξα και τα λεφτά σου*.



Όλα αυτά, ειδικά όταν ζεις στην εποχή που το γραπτό μόλις φύγει από τα  ακροδάχτυλά σου μεταδίδεται μέσα σε λίγες ώρες σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Θα μου πεις, δυνητικά. Θα σου πω ναι, αλλά το μπορεί. Όταν εσύ λοιπόν ρίχνεις το βοτσαλάκι στη λίμνη, το κράξιμο μπορεί να σηκώσει τσουνάμια, να σε διασύρει για πάντα, να σε στιγματίσει, να κάνει κακό στη ζωή σου, στην οικογένεια, τη δουλειά σου και να προχωρήσει εύκολα μέχρι και στη σωματική σου ακεραιότητα ή χειρότερα, των αγαπημένων σου. Ναι, δυνητικά αλλά το μπορεί.




Όλα λοιπόν τα παραπάνω δεν μπορεί να αφορούν μόνο αυτούς που εσύ θεωρείς καλούς, αληθινούς ή τέλος πάντων άξιους γραφιάδες. Δεν μπορεί να τα φοβούνται μόνο αυτοί που θαυμάζεις, ο φόβος είναι πανανθρώπινο αγαθό και ναι, παρόλο που προτιμά τους έξυπνους δεν προσπερνά εντελώς τους βλάκες**.



Θέλω να πω, αν τα παραπάνω τα ‘χεις να ισχύουν μόνο για τους άξιους, την έχεις χάσει τη μπάλα. Αν αφορούν μόνο τον Τσίπρα ή την Κανέλη και δεν αφορούν και τη Σώτη, τον Πάσχο,τον Πρετεντέρη ή ποιός κάνει τον εσταυρωμένο αντίχριστο σήμερα στο τουίτερ ή μάλλον, κάτσε να σκεφτώ έναν πραγματικά μπάμια, α ναι, τον Άδωνι και τον Κασιδιάρη και την Ουρανία (σκάσε, τί να κάνουμε κι εγώ ξερνάω) ή δεν ξέρω ‘γω ποιον άλλον θα πέσει σύρμα να κράξουμε αύριο το πρωί, την κάτσαμε τη βάρκα. Δεν γίνεται αλλιώς. Η δημοκρατία που πρεσβεύεις; Ναι, σόρι, δυστυχώς πάλι αυτή η μαλάκω.




Εμένα πάντως στο χωριό μου αλλιώς δουλεύουνε τα πράματα. Άμα στην πει ο  απέναντι βγαίνεις και του απαντάς στα ίσα και τα βρίσκετε ή αν δε θες του λες ένα έλα_κάτω_αν_είσαι_άντρας_ρε και ξηγιέστε οι δυο σας. Δε φέρνεις το καφενείο να στον κράζει νυχθημερόν στο πρώτο σύμφωνο και κυρίως δεν σαπακιάζεις ή δεν ζητάς να τον σαπακιάσουν για λογαριασμό σου/ στο όνομά σου. Είναι bullying καθαρό. Αυτά τα έκανες παλιά αν ήσουν η Μαφία. Ή δειλός. Ή αρχηγός σε τίποτα χόμο ερέκτους. Που έπαθαν πολιτισμό.




Στην τελική να στο πω ρε παιδί μου λίγο πιο οπαδικά. Σε λίγο θα σου τελειώσουν οι βάζελοι και θα έχεις μόνο το Αεκάκι. Κι αν θες χειρότερα απ΄τη βία που μπορεί να φέρεις φαντάσου δηλαδή να τους φτάσεις όλους τους παραπάνω να αναγκάζονται να στα γράφουν και σουρωμένοι. Too many jokes. Δε λέει.



*μην το ξεφτιλίσουμε, τις γκόμενες ποτέ
**με τόσες θρησκείες θα έπρεπε να ‘χε σου κόψει καλύτερα


Επιρροές ή που οδηγούμαστε αναγκαστικά

 

Selfie


Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud |31.03.2014


Δεν στη λένε μέση ηλικία για πλάκα. Ξαφνικά αρχίζεις και βαραίνεις - όχι στα κιλά, εκεί δε σε νοιάζει τόσο πια. Εκεί που βαραίνεις και σου φαίνεται είναι στις κρίσεις σου, στις κινήσεις, στους ενθουσιασμούς, στις αποφάσεις, στα γέλια και στα κλάματα. Από ανάλαφρο πουπουλάκι σε ρίχνουν στα βαθιά ως κοτόπουλο που κακαρίζει δίχως_αύριο και ξαφνικά, ξυπνάς ένα πρωί ωσάν μια γριά κότα με μπόλικο ζουμάκι που επιτέλους, ξέρεις ακριβώς σε τί νερά κολυμπάς. Κυρίως όμως ξέρεις τον άνεμο, πού θες να πας και από ποιον ακριβώς δρόμο.


Ξέρεις το πλήρωμα, να διαβάζεις χάρτες και πως όσο και να στα λάμπει τα νεράκια σου ο ήλιος, εσύ τη θάλασσα τη βλέπεις πάντοτε όπως είναι. Βαθιά και μαύρη και παγωμένη και δύσκολη. Και δεν γελάς πια για όλα αυτά, γελάς παρόλα αυτά. Και το γέλιο σου περιέργως, χορταστικό όσο ποτέ. Λες και ξεκόλησε επιτέλους απ΄το στόμα και το στήθος και βγαίνει απ΄την πηγή, σου τρυπάει τα στομάχια, σου ξεχειλίζει τις κοιλιές και τα άντερα, σε τραντάζει συθέμελα, σε γεμίζει και δεν το ζητάς κάθε τρεις και λίγο πια μα όταν πεις θα γελάσω, φτουράει.


Το ίδιο και όλα όσα κάνεις. Είτε φίλους, είτε βόλτα, είτε μια χαζοκουβέντα. Σχεδόν τίποτε δεν το ζεις εύκολα με το ζόρι, επειδή πρέπει, επειδή σε κάλεσαν ή το κάνουν όλοι. Δεν σου φτάνει απλά να βρίσκεσαι σε μέρη και να διεκπεραιώνεις παραγγελίες. Ανατριχιάζεις και μόνο στη σκέψη αυτών που ακόμη ζουν πράγματα με το ζόρι, που μειδιούν από υποχρέωση, που δεν πολυνοιάζονται κιόλας να ακούσουν. Για σένα αυτό πια έχει κόστος.


Δίνεις λόγο στον εαυτό σου όταν κάθετι που ζεις πια δεν είναι στα ίσα επιλογή σου και τρως ξανάστροφες γερές όταν το κάνεις. Σχεδόν αναγκάζεσαι να ζεις καθετί αποδεικνύοντας πως σε παίδεψε προτού το αποκτήσεις. Κάθε μέρα, κάθετι, το αρπάς από την αρχή, σα να μην ήταν ποτέ δικό σου και το βουτάς σα στουπί στο ζουμί σου που όλο και σώνει.Μα όσο κι αν σου λιγοστεύει, εσύ συνεχίζεις να θέλεις να το κατακτάς και να το μοιράζεσαι. Ξανά και ξανά. Σα να μη σε νοιάζει που θα το στερέψεις. Λες και σε βαραίνει αυτό. Μα τελικά εσύ βαραίνεις. Όχι στα κιλά, εκεί δε σε νοιάζει τόσο πια. Ή άμα σε νοιάζει μη φοβού, απλά δε βάρυνες ακόμη.

υ.γ.: World Backup Day σήμερα, Πρωταπριλιά αύριο. Ρίξε κι εσύ μια ματιά μέσα σου, don't be an April Fool.  ;)

Να Κάνω Λίγο;

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud| 26.03.2014
 

Είχα πάντοτε την απορία πώς βλέπουν μερικοί εκλεκτοί τον κόσμο μας από πολύ ψηλά. Από πάρα πολύ ψηλά. Για σκέψου για παράδειγμα, η βασίλισσα Ελισάβετ πόσο θα έχει θεοποιήσει τα λεωφορεία ή πόσο ας πούμε, θα ψόφαγε ο Νταλάρας να φάει σουβλάκι καλαμάκι στο Πέραμα σε μια συναυλία των Active Member. Ναι, εγώ κι εσύ ξέρουμε πόσο ταλαιπωριακό σπορ είναι τα λεωφορεία ή πόσο άβολο να κυνηγάς να φας το καλαμάκι την ώρα που οφείλεις να κουνάς τα χέρια πάνω κάτω και δε λέει να τελειώσει το κωλοτράγουδο. Αλλά αυτοί δεν το ξέρουν. Και το ζηλεύουν. Είναι όπως ο φωτογράφος στις πυραμίδες της Αιγύπτου. Αυτόν τον τρώει το λιοπύρι και η σκόνη  να κυνηγάει κάθε ροζ τουρίστα αλλά εγώ κι εσύ που δεν έχουμε πάει ποτέ φαίνεται ο πιο τυχερός μπαγάσας του πλανήτη που τολμάει και παραπονιέται κιόλας.
 
Δατ σεντ, οι Έλληνες πολιτικοί πρέπει να είναι η πιο ζηλιάρικη φάρα απ΄όλες. Το καταλαβαίνεις απ΄τον τρόπο που τους τρέχουν τα σάλια όταν λένε λέξεις όπως εργάτης, μεροκάματο, τραυματίας στα επείγοντα, συνταξιούχος. Καταλαβαίνεις τη διαφορά και το μάτι τους γυαλίζει παράξενα κι όχι όπως όταν λένε Ευρώπη, αγορές ή μόρφωση. Πράγματα που τα ‘χουν φάει με το κουτάλι ως κομμάτι του εκλεκτού βίου τους, δεν τους κάνουν τέτοια αίσθηση όπως τα άλλα που είναι δίπλα τους αλλά απαγορεύεται να τα  γευτούν. Μπορεί να βλέπουν όλους μας να τα σιχτιρίζουμε αλλά άμα κάτι δεν το ξέρεις, το μυθοποιείς ή τέλος πάντων, το βλέπεις έτσι γλυκούτσικο από ψηλά και θες να το πιάσεις, να το παίξεις ρε παιδί μου.
 
Βέβαια, άμα πρόκειται για τη βασίλισσα της Αγγλίας, ναι, δεν είναι ντροπή να το παραδεχτεί ότι θα γούσταρε μια βόλτα με λεωφορείο, όταν όμως πρόκειται για πολιτικό είναι τζιζ. Υποτίθεται αυτός πρέπει να δείχνει διαρκώς πως γνωρίζει τον κόπο, τον κάματο, τις δυσκολίες και την απόγνωση των θνητών. Δεν επιτρέπεται να δείξει ότι τα ζηλεύει. Δεν επιτρέπεται να δείξει ξένος προς τα εγκόσμια, πρέπει να ξέρει ότι ανοίγεις μόνος σου την πόρτα του ταξί και πού χτυπάς το εισιτήριο στο λεωφορείο.
 
Αν αυτά δεν τα έχει καταλάβει ο πολιτικός και αντιθέτως, περιφέρει την εκλεκτοσύνη του δημοσίως δείχνοντας σαν παιδί στο Λούνα Πάρκ με μόνιμο το “να κάνω λίγο;” στο μάτι, αν βλέπεις έντονο τον θαυμασμό και την έκπληξη για το πώς μπορείς εσύ και ζεις και επιβιώνεις κιόλας, τότε μάλλον παραείναι εκλεκτός για πολιτικός, τότε μάλλον ρέπει προς το βασιλικό και θα πρέπει λίγο να επιληφθούμε. Αν μάλιστα δεν νιώθει καν την ανάγκη να κρύψει τα γέλια και τη χαρά του για τις φρίκες σου και στο βγάζει και δημόσια σε ντοκυμαντέρ να τον δεις να τον καμαρώσεις, τότε μιλάμε για ειδική κατηγορία εντελώς βασιλική, τη λεγόμενη τσογλάν.
 

Έπικ

 
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 21.03.2014
 
Παραλίγο να με πείσουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινωνίας είναι τα κλειστά και γερασμένα μυαλά. Γενικά δηλαδή, το υπεράνω προς τη γριά και τον γέρο, θα σου δείξει ένα τσικ το στίγμα της εποχής. Άμα λέει εκλείψουν όλα αυτά τα βαρίδια και καθαρίσει η Ελλάδα από τα κολλημένα μυαλά του χθες, σωθήκαμε. Και λες για κάτσε, η κάθε γριά έχει τον Ζορζ κομμωτή τα τελευταία τριάντα χρόνια, το ένα και μοναδικό μαγαζί που της κόβει τον καφέ, το άβα για τα πιάτα που δεν το αλλάζει με τίποτα και το σύμπαν της το ανοξείδωτο με τον Κώτσο βασιλιά σε κορνίζα από πάνω. Που άμα πας να της πεις κάτι θα σε γανιάσει πρώτα μέχρι να το βάλει στο κεφάλι της αλλά μετά παίζει και να το δουλέψει, έστω όσο της κόβει. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι ο γέρος και η γριά, ούτε τα γερασμένα κεφάλια.
 

Κάτσε να στο πάω μια από Λαμία μεριά. Η διπλανή μου στο σχολείο, ήθελε τη γνώμη μου στα πάντα. Και την ακολουθούσε κιόλας. Κολακευόμουν στην αρχή μέχρι που διαπίστωσα πως δεν ρωτούσε μόνο εμένα αλλά και τη μισή τάξη. Και τη μαμά της. Και τη γιαγιά της. Φτάναμε στην αυλή του σχολείου το πρωί και η διάθεσή της έκανε μονοπεταλιές ανάλογα την καλημέρα του καθενός στα πηγαδάκια. Από τότε το πήρα απόφαση. Το κύριο πρόβλημα της χαζογκόμενας είναι το ανοιχτό κεφάλι. Όχι το ανοιχτό μυαλό, έχει διαφορά.
 
Αν έχεις το κεφάλι σου κλειστό τουλάχιστον θα φιλτράρεις με το μάτι το σκουπίδι. Για τα άλλα, τα πιο σοβαρά αφήνεις τον εγκέφαλο να πιάσει δουλειά, ανοιχτός-κλειστός δεν έχει σημασία, αρκεί να έχεις βάλει πρώτα το κλειστό κεφάλι να ξεσκαρτάρει. Γιατί άμα πιττώνεις τον εγκέφαλο με λέζα θα σου σιχτηρήσει, θα μπατάρει και στο τέλος θα σου πει ένα δεγαμιέται και θα τους αφήσει όλους να αλωνίζουν εκεί μέσα.
[Κι αυτό δεν είναι και πολύ κακό αν σκεφτείς πόσο τέλεια τα περνάνε οι χαζογκόμενες. Οκ, με εξαίρεση μερικά παραπάνω σκαμπανεβάσματα στη διάθεση κι ένα τσικ περισσότερο δράμα]
 
Όταν όμως μιλάμε για κύμα χαζογκομενίασης και μαζική δημιουργία πραγματικότητας τότε αρχίζουν τα ανοιχτά κεφάλια και ανταγωνίζονται τα κολλημένα στην επικινδυνότητα. Καλά τα εμβόλια; Παπαπα! Θανάσιμα! Πάρε λίγο από αρνητές εμβολιασμών και νεκρούς από γρίπες. Καλός ο διορισμός στο δημόσιο; Τέλειος! Α, όχι! Α, ναι! Και πριν αποφασίσεις πάρε μια Αριστερά να διαδηλώνει υπέρ των δημοσίων. Καλή η δημοκρατία; Μπα, μάλλον κακή. Ναι, ναι κακή! Πάρε λίγο από φασισμό και λίγο ναζιζμούλη στη Βουλή. Μας ψεκάζουν; Μπα! Ναι, μας ψεκάζουν. ΜΑΣ ΨΕΚΑΖΟΥΝ! Τώρα εξηγείται γιατί έχουμε αποβλακωθεί! ΚΡΑ.
 
Πράγματα που τα ‘χες μέσα σου βαλμένα στη σειρά, έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Ποια κρίση, αρκεί μονάχα πλέον ένα μη κολλημένο χαζογκομενάκι να στα αμφισβητήσει για στα πάρουν για πάντα. Ο γέρος κι η γριά, όσο κολλημένοι και να ‘ναι, έχει ο καθένας από έναν καπνό να φουμάρει. Εγώ κι εσύ όμως, ούτε ιερό ούτε όσιο. Πρέπει εμείς και οι αξίες μας να συστηνόμαστε ξανά από την αρχή, κάθε πρωί:
-Καλημέρα σας τί κάνετε, λέω σήμερα να πάρω το δικαίωμά μου στις εκτρώσεις πίσω.
-Ω, καλημέρα και σε εσάς, τί θα λέγατε να επαναφέραμε την θανατική ποινή;
-Τί υπέροχη ημέρα παιδιά! Ας ξανασυζητήσουμε λιγάκι την ισότητα, δεν μου πολυκάθεται τελικά!
-Ναι, ναι και την ιατρική! Τί λαμόγια, ας τους καταργήσουμε!

Δεν είναι κρίση αυτό, η μέρα της μαρμότας είναι. Στο πιο ελληνικό. Η μέρα της Λερναίας Ύδρας. Δε φτάνει δηλαδή που την ξαναζείς αλλά παλεύεις και με πιο πολλά κεφάλια και δη υδροκέφαλα, για τα ίδια και τα ίδια κι άντε φτου κι απ΄την αρχή. Και θα παλεύεις όπως φαίνεται εσαεί καθώς η λύση δεν είναι να ανοίξουν μερικά κεφάλια τελικά, είναι να κλείσουν. Και να πήξουν. Με ό,τι πρόλαβε να έχει μέσα το καθένα, μα να κλείσουν κάποτε αλλιώς την ξέρεις, μία είναι η θεραπεία, κόβεις και καις. Ούτε θα ασχοληθεί να στ’ ανοίξει κανείς ούτε να στα κλείσει. Σκάει ένας Ηρακλής μια ωραία πρωία, στα κόβει, ρίχνει κι έναν καυτηριασμό και πάρε ανθρωπότητα έναν ωραιότατο έπικ άθλο. Έπικ.
 
Η Ύδρα.
 

Ψυχικό

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The Greek Cloud | 19.03.2014

Έξι νταν δεν είπα στη μάνα σου; Κακή αρχή. Κουνήσου. Το ντιβάνι σου είναι εκεί. Έχει στρώμα με άμμο. Αθάνατο πράμα. Εκεί θα τρως, εκεί θα κοιμάσαι. Το κουτί με τα δέρματα, πιάστο. Για αρχή, θέλω μια ντουζίνα φόντια για λουστρίνι το είκοσι νούμερο, ως τα αύριο. Πού ‘ναι το δείγμα; Ναι, το άσπρο. Α, γεια σου. Γιάδε;  Το βλέπεις αυτό το λουστρίνι με τα κόκκινα χελιδόνια;  Έτσι θα τα κάμεις όλα, στην τρίχα. Και τα τοκαδάκια εσύ θα τα περάσεις. Μη δω βρωμοδουλειές με ξέφτια ή βενζινόκολλες γιατί σχόλασες. Εγώ το ξεκαθάρισα στη μάνα σου, άμα δεν κάνεις, δε πα να ‘χεις ανάγκη, δε πα να ‘χεις και μπάρμπα στην Κορώνη. Πόδι θα πάρεις. Συννενοηθήκαμε; Δυό χρόνια στην κυρα-Ευδοκία εμένα δε μου λένε τίποτα. Να καθόσουνα εκεί κι όχι να της ξεμυάλιζες τον άντρα. Εδώ θα τα ξεμάθεις όλα και θα τα ξαναμάθεις σωστά. Ακούς; Σ-ω-σ-τ-ά.
 

Δίνε βάση τώρα. Πρώτα παίρνεις το φόντι για ρεφιλάρισμα. Είναι μαλακό το δέρμα, γι’ αυτό βάλε το μαχαίρι στο χοντρό μη στο διαλύσει, μα πέρνα τα αργά, μη στομώσει η ρεφιλαριστική και στα κόψει. Κι άμα τα καταφέρεις και τη στομώσεις πρώτη μέρα στο μαγαζί, εγώ θα σε κόψω πρώτος, να το θυμάσαι! Μετά γερμανικιά μπροστά στο φόντι κι όλο τ’ άλλο βενζινόκολλα. Εδώ, πάνω στο μαρμαράκι. Και κράτα τα καθαρά τα μάρμαρά σου, μη τα δω ποτέ κακομοίρα μου χάλια, γιατί θα σε βάλω να τα φας. Πριν σχολνάς θα τα γλείφεις, ένα νταμάρι έχω πληρώσει στον μαρμαρά. Το βλέπεις κείνο ‘κει το σφυράκι; Βούτα το και χάραξε τα σημάδια σου, στο χρέωσα. Θα το πλερώνεις λίγο -λίγο από τα μεροκάματα. Κι άμα σε διώξω, μου τα δίνεις μαζεμένα και το παίρνεις δικό σου. Τι στραβομουτσουνιάζεις μωρή; Μαγιά για το εργαστήρι σου αύριο μεθαύριο! Τι, όλες μαστόρισσες δε θέλετε να μου γίνετε; Ορίστε κυράδες μου. Τ’ ακούτε κι εσείς; Να τ΄αναγνωρίζετε αυτά, εγώ σας βοηθάω όσο μπορώ, που τα ‘χετε βάλει με τα αφεντικά. Έχετε σκεφτεί τί θα κάνατε από μόνες σας χωρίς τον Πανάγο; Θα ψωμολυσσάγατε ρε αν δεν ήμουν εγώ.
 

Να στις δώσω τσάμπα εγώ κυρά μου τις μηχανές, άντε, για άνοιξε το εργαστήρι να σε δω. Για σάλτα μονάχη σου να βρεις μεμιάς μια ντουζίνα κακομαθημένα που να θέλουνε όλα άσπρο λουστρίνι και μάλιστα για ένα κομμάτι ψωμί! Κι άμα σου ξεχαρβαλώσει έστω κι ένα κωλοπάπουτσο, να σε δω εγώ να απαντάς του λόγου σου στις μανάδες. Και να πρέπει μετά να αλλάξεις γειτονιά για να ξανασταυρώσεις πελάτη! Αυτά όμως δεν τα λέτε στα πίτσι- πίτσι σας όταν με κακολογάτε, ούτε τη φύρα μου, ούτε τις αναποδιές, ούτε τα φέσια. Το βλέπετε αυτό το έρμο; Δώδεκα χρονώ και πάει η πέτρα σύννεφο όπου το δούνε. Πες μωρή, πες! Άμα δεν ήμουνα εγώ, θα την έσφαζε η κυρα-Ευδοκία και θα ‘χε και τα δίκια της! Και φαί και ύπνος και δουλειά, ούτε ο παπα-Λάμπρος τέτοια αγιοσύνη. Αλλά βέβαια, τα άλλα λέτε, τα εύκολα. Λες και μια μεγάλη μύτη φτάνει για ‘μαι “ο διάολος ο μεταμορφωμένος”. Τι, νομίζατε ότι δε θα τα μάθαινα; Ε, ρε φαλτσέτα που θέλετε! Γκιόσες!
 

Άστες αυτές, λίγα μαζί τους, χαμένες είναι. Έλα συγκεντρώσου αργούμε, γερμανικιά μπροστά είπαμε. Μωρή, θα τα θυμάσαι; Τα κωλόπαιδα όλο σκουντουφλάνε κι άμα αρχίσουν τα λουστρίνια και ξεχαρβαλάνε, δε το ‘χω σε πολύ να μου βγει το όνομα. Το νου σου! Μιλάω ρε έρμο! Τί χαζεύεις; Ε! Σε πήρανε τα ζουμιά; Μωρή, μαστούρωσες κιόλας απ΄τις κόλλες; Εμ βέβαια, κάτι είχα πάρει πρέφα εγώ ότι η κυρά-Ευδοκία δεν σε είχε μπάσει στη δουλειά για τα καλά. Κορδελιάστρα που τηνε πιάνει η κόλλα, μόνο μαστόρισσα δεν είναι. Για θελήματα σε είχε μόνο τριανταφυλλάκι μου, να παίρνεις τον αέρα σου κι εσύ το παίζεις ιστορία; Όξω σε στρίμωξε κι ο προκομένος της;
 

Μωρή, αρχίζουν και με ζώνουν τα φίδια. Σίγουρα ξέρεις τη δουλειά; Κόλλημα, σφυράκι, τρουκ, φακαρόλα; Έπεσε δουλειά καημένη μου σήμερα, άμα δεν τα ξέρεις, πέστο και τράβα στη μάνα σου γιατί θα μας κάψεις όλους. Μια ντουζίνα φόντια είναι μεγάλη χασούρα! Κάτσε. Κάτσε! Πιάσε τώρα το σφυράκι κι άρχισε το γύρισμα να σε δω! Άμα δε δω με τα μάτια μου δε θα βρω ησυχία εγώ. Την ξέρω εγώ τη μάνα σου τί μαλαγάνα είναι. Στα προξενιά της αδελφής μου, μέχρι παπουτσάκια είπε του έρμου του Διονύση ότι θα τρώει. Μέσα έπεσε. Το τί παπούτσι τρώει ο έρμος δε λέγεται! Μόνο σα φάει χώμα θα ησυχάσει αυτός! Μέχρι οικόπεδο στη θάλασσα σκαρφίστηκε η κυρία, που θάλασσα ούτε απ΄το Πέραμα δεν είχαμε σιμώσει! “Κορδελιάστρα απ΄τις λίγες, ρολόι” με έπρηξε. Για να σε δω το λοιπόν. Ρόζα, κουνήσου, πιάστης ένα φόντι. Ναι, με τη φακαρόλα πάνω. Εδώ μικρή, βούτα το σφυράκι και παλουκώσου στο τραπέζι. Άντε, νυχτώσαμε, ξεκίνα να γυρίζεις να σε δω. Πιο δυνατά, έτσι όπως το πας, μέχρι να φτάσει στο γάζωμα θα ‘χει ξεκολλήσει.
 

Έλα, νυχτώσαμε, ας είναι, έχε χάρη που έχω ανάγκη από χέρια και θα το κάνω το ψυχικό, πες της μάνας σου. Αλλά να της το τονίσεις. Ψυχικό θα ‘ναι. Άκου, κορδελιάστρα! Άρπα την κούτα με τα φόντια και ξεκίνα. Μέχρι το βράδι να τα ‘χεις παραδώσει στον μαστρο-Μιχάλη να τα δει. Άμα δεν προλάβεις, εμείς πάμε σπίτι, εσύ το γαλατάκι σου κι ούτε κουβέντα να πέσεις στο στρώμα πριν τελειώσεις. Εντάξει; Ξηγημένα πράγματα. Ε! Το νου σου μωρή τα λάδια! Σήκω πάνω! Αυτό μου ΄λειπε τώρα. Τι ‘ναι ρε σαφρακιασμένο; Τι ‘ειν’ τούτο; Κοιλοπονάς; Κιόλας; Μωρή, πέντε μηνών μου ‘πε η μάνα σου, άσ’ τα σάπια και σήκω! Στη δουλειά σας εσείς! Καλά. Μια φορά άμα θες να γεννήσεις πρόβλημά σου, άμε στο στρώμα και ξεντεριάσου όσο θες. Τα φόντια σου μόνο, να τα ‘χεις βγάλει ως το πρωί γιατί αλλιώς σε βλέπω να μοστράρεις στην πρώτη σελίδα. Τράβα τώρα!  

 

Το διήγημα ‘’Ψυχικό” διακρίθηκε στον 3ο διαγωνισμό διηγήματος ΛόγωΤέχνης της ArtSpot και συμπεριλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων ‘’11 Λέξεις’’ των Εκδόσεων Καλέντη.